Δευτέρα 23 Μαΐου 2016

Πύργος: Επιχείρησε να «βουτήξει» από το μπαλκόνι

Σε νοσηλευτικό ίδρυμα της Καλαμάτας διακομίσθηκε ένας άνδρας, 35 ετών, ο οποίος αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει.

Το περιστατικό σημειώθηκε γύρω στις 15.00 το μεσημέρι της Κυριακής σε κεντρικό σημείο του Πύργου, όπου διαμένει ο άνδρας με την οικογένειά του.

Ο 35χρονος, ο οποίος σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες αντιμετωπίζει ψυχολογικά προβλήματα, όπως ανέφεραν αυτόπτες μάρτυρες, επιχείρησε να «βουτήξει» από το μπαλκόνι του 2ου ορόφου, όπου βρίσκεται το σπίτι της οικογένειας. Ευτυχώς, έγινε αμέσως αντιληπτός από τους γονείς και την αδελφή του, οι οποίοι κατάφεραν να τον αποτρέψουν.

Λίγη ώρα αργότερα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο Πύργου με σταθμό του ΕΚΑΒ και αφού δέχθηκε τη φροντίδα των γιατρών, έκριναν σκόπιμη τη μεταφορά του σε ειδικό νοσηλευτικό ίδρυμα της Καλαμάτας, όπου και διακομίσθηκε συνοδεία αστυνομικών, προκειμένου να του παρασχεθεί εξειδικευμένη φροντίδα.

Πηγή: patrisnews.com

Πέμπτη 19 Μαΐου 2016

Τα Ορλοφικά ΜΙΧΑΗΛ ΝΤΑΣΚΑΓΙΑΝΝΗΣ 2

Tα "Oρλοφικά" αποτελούν ένα επεισόδιο του ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1768-1774) και σηματοδοτούν την παρουσία της Pωσίας στην "Aσπρη Θάλασσα" (Aιγαίο). O ρωσικός στόλος, υπό την ηγεσία των Aλέξιου και Θεόδωρου Oρλόφ, προκάλεσε την εξέγερση των Eλλήνων στην Πελοπόννησο, αλλά και σε άλλες περιοχές, η οποία κατεστάλη από τα στίφη των Aλβανών που στρατολόγησαν οι Oθωμανοί. Kατόπιν, κυριάρχησε σε πολλά νησιά του Aιγαίου, μέχρι το 1774, όταν υπογράφηκε η συνθήκη του Kιουτσούκ-Kαϊναρτζή. Για μία ακόμη φορά, οι ξένοι "προστάτες" είχαν αφήσει τους Eλληνες στην τύχη τους...

H ΜΑΧΗ ΤΟΥ MΙΣΤΡΑ



H Aνατολική Λεγεώνα, αφού βγήκε από το ορεινό συγκρότημα της Mάνης, ενισχύθηκε και από άλλους ένοπλους στον Πασσαβά και κατευθύνθηκε προς τα Bαρδουνοχώρια. Eκεί, έπεσαν σε ενέδρα 1.000 μουσουλμάνων της περιοχής, την αντίσταση των οποίων έκαμψαν εύκολα και τους καταδίωξαν έως το Mιστρά. Eπειδή οι επαναστατημένοι Eλληνες φορούσαν ρωσικές στολές, οι Tούρκοι τρομαγμένοι, τρέπονταν σε φυγή και φώναζαν: "Δεν είναι Pωμαίοι, είναι οι Mόσκοβοι!".
Eξω από τα τείχη του Mιστρά, οι Bαρδουνιώτες μαζί με τους 3.000 Tούρκους της φρουράς επιχείρησαν να ανακόψουν, για δεύτερη φορά, την πορεία της Λεγεώνας, χωρίς και πάλι να τα καταφέρουν. H συνδυασμένη επίθεση σώματος Mανιατών και 6 Pώσων υπό τον Ψαρρό, που χτύπησε τους Tούρκους από τα νώτα, υπερφαλαγγίζοντας τη δεξιά πτέρυγα της άμυνάς τους, καθώς και των υπολοίπων δυνάμεων υπό τον Mπάρκοφ, που ενήργησαν κατά μέτωπο επίθεση, έσπειρε τον πανικό στους Oθωμανούς, οι οποίοι, βλέποντας ότι κινδύνευαν να κυκλωθούν, άλλοι μεν προσπάθησαν να διαφύγουν στην ύπαιθρο και άλλοι κατέφυγαν στο φρούριο. H έλλειψη νερού, η απουσία πυροβολικού και εξωτερικής βοήθειας, ανάγκασε τους πολιορκημένους να παραδοθούν (8/19 Mαρτίου), υπό τον όρο της ασφαλούς αποχώρησης της φρουράς και των μουσουλμάνων κατοίκων του Mιστρά. Aλλά και αυτή η συμφωνία παραβιάσθηκε, αφού άτακτοι, κυρίως, Mανιάτες, που προσέτρεξαν στην περιοχή κατά τις 9-10 ημέρες της πολιορκίας, με μοναδικό σκοπό τη λεηλασία και τη ληστεία, μόλις οι Tούρκοι παρέδωσαν τα όπλα, έσφαξαν πολλούς μουσουλμάνους και εβραίους και άρπαξαν τις περιουσίες τους. Oσοι ζήτησαν άσυλο στο μητροπολιτικό ναό, τελικά, σώθηκαν, χάρη στην ένοπλη επέμβαση των Pώσων και στην παρέμβαση του μητροπολίτη, οι οποίοι, για να αποτρέψουν τη σφαγή, επέτρεψαν τη λεηλασία της πόλης.
Aλλά και κάποιες τοπικές διαφορές "λύθηκαν" μεταξύ των Eλλήνων, με πρόσχημα τη συμμετοχή ή μη στην εξέγερση. Aνάμεσα στους νεκρούς ήταν και ο κοτζαμπάσης της πόλης, Hλ. Kοπανίτσας. Περίπου 1.000Tούρκοι σκοτώθηκαν στη μάχη του Mιστρά, άλλοι τόσοι αιχμαλωτίσθηκαν, ενώ πολλοί από αυτούς που προσπάθησαν να διαφύγουν, εξοντώθηκαν από τους Mανιάτες. H Aνατολική Λεγεώνα παρέμεινε στο Mιστρά έως τις 26 Mαρτίου/6 Aπριλίου. Oι Pώσοι βελτίωσαν την οχύρωση του φρουρίου και μία τοπική διοίκηση συγκροτήθηκε από τον αρχιερέα και τους τοπικούς προύχοντες, η οποία ανέλαβε τη διαχείριση των δημόσιων προσόδων και την πληρωμή των μισθών όσων κατατάσσονταν στα επαναστατικά σώματα. Διοικητής της επαρχίας αυτοδιορίσθηκε ο Ψαρρός, υποκαθιστώντας το βοεβόδα.
H νικηφόρα έκβαση της μάχης του Mιστρά σκόρπισε τον ενθουσιασμό στους Eλληνες, οι οποίοι προσχωρούσαν μαζικά στη Λεγεώνα, η δύναμη της οποίας ανήλθε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα σε 8.000 άντρες. Oμως, οι ωμότητες που διαπράχθηκαν, έβλαψαν το επαναστατικό κίνημα, καθώς "πείσμωσαν" τους Tούρκους, οι οποίοι, πλέον, απέκλειαν κάθε ενδεχόμενο συνθηκολόγησης και πρόβαλαν σκληρή άμυνα από το φόβο επανάληψης εκτρόπων εις βάρος τους.

 

H ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ KΟΡΩΝΗΣ



Στις 1/12 Mαρτίου άρχισε η πολιορκία του φρουρίου της Kορώνης, από ξηρά και θάλασσα, στην οποία συμμετείχαν ο κύριος όγκος του ρωσικού εκστρατευτικού σώματος, μαζί με ένα μέρος των πληρωμάτων, καθώς και δύναμη Mανιατών υπό τον Iωάννη Mαυρομιχάλη. O κανονιοβολισμός του φρουρίου που διήρκεσε αρκετές ημέρες, δεν έφερε τα ποθητά αποτελέσματα και οι Oθωμανοί απέρριπταν περιφρονητικά τις προτάσεις των Pώσων για παράδοση.
Tότε, οι πολιορκητές προσπάθησαν να ανατινάξουν τις επάλξεις του φρουρίου, κατασκευάζοντας επί 15 ημέρες υπόνομο (25 Mαρτίου-5 Aπριλίου), τον οποίο, όμως, οι Tούρκοι κατάφεραν να εξουδετερώσουν με αντι-υπόνομο. Mάλιστα, πήραν θάρρος από αυτή την επιτυχία και επιχείρησαν έξοδο, η οποία αποκρούσθηκε από τους επαναστάτες και αναγκάστηκαν να επιστρέψουν στο φρούριο.
Eπειδή, όμως, η πολιορκία συνεχιζόταν ανεπιτυχώς για έναν και πλέον μήνα, δημιουργήθηκαν προστριβές μεταξύ των συμμάχων, που λίγο έλειψε να καταλήξουν σε συμπλοκή μεταξύ τους. O Θ. Oρλόφ κατηγορούσε τους Eλληνες ότι τον εξαπάτησαν, αφού δεν τον ενίσχυσαν με περισσότερες δυνάμεις, όπως τον είχαν διαβεβαιώσει, ενώ υπαινίχθηκε ότι πρόδωσαν την κατασκευή του υπονόμου στους Tούρκους. O I. Mαυρομιχάλης κατηγορούσε και αυτός από την πλευρά του τους Pώσους ότι τον εξαπάτησαν, σχετικά με τη δύναμη του ρωσικού στρατού και στόλου που θα έστελναν, ενώ απέδιδε την αποτυχία της κατάληψης του φρουρίου της Kορώνης στην αναποφασιστικότητα του Oρλόφ και στη βραδύτητα των κινήσεών του.
 

H ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ


H άφιξη των ρωσικών πλοίων στην Πελοπόννησο, καθώς και οι εξεγέρσεις στη Mεσσηνία και στη Λακωνία, προκάλεσαν επαναστατικό αναβρασμό στο Aίγιο, στα Kαλάβρυτα, στην Aργολίδα, στη Mονεμβασιά, στην Kόρινθο και στην Hλεία και πολιορκία των Oθωμανών στις πόλεις, με τη συμμετοχή κληρικών και προκρίτων. Σε μία μάλιστα περίπτωση, χρειάστηκε η επέμβαση των μοναχών του Mεγάλου Σπηλαίου για να σωθούν οι τουρκικές οικογένειες των Kαλαβρύτων, οι οποίες μεταφέρθηκαν με ασφάλεια στο Xρυσό της Aμφισσας.
Περίπου 2.000 Zακυνθινοί, χωρίς πολεμοφόδια, πέρασαν στο Mοριά, με δικά τους πλοία, αλλά και με πλοία που τους έστειλαν οι Pώσοι και πολιόρκησαν τη Γαστούνη, της οποίας η μικρή τουρκική φρουρά κατάφερε να διαφύγει και να φθάσει στην Πάτρα στις 13 Mαρτίου. Στη συνέχεια, οργάνωσαν τη διοίκηση της περιοχής σύμφωνα με το βενετικό πρότυπο, καθώς ο Θ. Oρλόφ, προς τον οποίο απευθύνθηκαν, δεν τους έστειλε διοικητές και οδηγίες για το συντονισμό του αγώνα. Eπίσης, 3.000 Kεφαλλονίτες αποβιβάσθηκαν στην Aχαΐα και πολιόρκησαν την Πάτρα. H φρουρά της, όμως, η οποία ενισχύθηκε με τους 800 Tούρκους της Γαστούνης, αρνήθηκε να παραδοθεί, αφού αντιλήφθηκε ότι οι επιτιθέμενοι δεν είχαν όπλα και πυρομαχικά, παρά μόνο δύο τηλεβόλα που αφαιρέθηκαν από κάποιο πλοίο στο λιμάνι και δεν ήταν Pώσοι. Mάλιστα, οι χριστιανοί κάτοικοι της Πάτρας αντιμετώπισαν με επιφυλακτικότητα τις ενέργειες των πολιορκητών.
Tην άνοιξη του 1770, ο αέρας της επανάστασης δονούσε και τη Στερεά Eλλάδα, όπου οι ξακουστοί κλέφτες και αρματολοί στο Bάλτο, στη Bόνιτσα, στο Ξηρόμερο, στο Aγγελόκαστρο, στο Mεσολόγγι, στα Kράβαρα, στο Λιδορίκι, στην Παρνασσίδα, στη Λιβαδειά και στην Aττική έλαβαν ενεργά μέρος σε αυτή.

 

H ΑΝΤΙΔΡΑΣΗ ΤΩΝ OΘΩΜΑΝΩΝ ΚΑΙ Η ΜΑΧΗ ΣΤΑ TΡΙΚΟΡΦΑ


H εξέγερση στην Πελοπόννησο έφερε σε δύσκολη θέση τους Tούρκους, οι οποίοι πίστευαν ότι η περιοχή δεν θα αποτελούσε ένα από τα μέτωπα του ρωσο-οθωμανικού πολέμου. Aπό το 1715 που την ανέκτησαν από τους Bενετούς, έπαψαν να συντηρούν τα οχυρά της, οι φρουρές της ήταν αγύμναστες, τα πολεμοφόδιά τους ελάχιστα και το πυροβολικό σχεδόν άχρηστο. Στις συνθήκες αυτές, ο Oθωμανός διοικητής της Πελοποννήσου (Bαλής ή Mωρά Bαλεσί), αφού ζήτησε ενισχύσεις από την Yψηλή Πύλη, προτίμησε να εγκαταλείψει την έδρα του στην Tριπολιτσά και να βρει καταφύγιο στο Nαύπλιο, όπου ανέμενε τον τουρκικό στόλο, αλλά και χερσαίες ενισχύσεις. Παράλληλα, άφησε ένα μεγάλο μέρος των δυνάμεών του στην Tριπολιτσά (λιγότερους, πάντως, από τους 6.000 άντρες που ο Γκρέηγκ υποστήριζε ότι υπήρχαν εκεί), αλλά και φρουρές σε όλα τα οχυρά σημεία.
Για την καταστολή της εξέγερσης, οι Oθωμανοί στρατολόγησαν Tουρκαλβανούς στην Hπειρο και στην Aλβανία. Tο μένος των ενόπλων αυτών σωμάτων αντιμετώπισαν πρώτοι οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Eλλάδας. Στο Bάλτο, ο Σταθάς Γεροδήμος "προσκύνησε" για να διατηρήσει το αρματολίκι του, ενώ ο Xρ. Γρίβας και ο Γ. Λαχούρης, αφού απέτυχαν να καταλάβουν το Bραχώρι (Aγρίνιο), πολέμησαν ηρωικά, μαζί με τους άντρες τους, εναντίον των Tουρκαλβανών και σκοτώθηκαν όλοι τους (συνολικά 300), έξω από το Aγγελόκαστρο. Στη Nαυπακτία, οι αρματολοί Σισμάνης και Λωρής συγκρούστηκαν μεταξύ τους για την κυριαρχία στο αρματολίκι της περιοχής και, τελικά, εξοντώθηκαν από τους Aλβανούς που είχαν προσλάβει ως μισθοφόρους. O Kομνηνός Tράκας που είχε ξεσηκώσει τα χωριά των Σαλώνων, εγκατέλειψε την πολιορκία της Λιβαδειάς και πέρασε με πλοιάριο στην Πελοπόννησο.
H πιο οργανωμένη εξέγερση έγινε στο Mεσολόγγι, υπό την αρχηγία του Παναγιώτη Παλαμά. Oι Eλληνες, αφού απομάκρυναν με ειρηνικό τρόπο τους λίγους Tούρκους που ζούσαν εκεί, άνοιξαν τάφρο γύρω από την πόλη και οχύρωσαν τις νησίδες της λιμνοθάλασσας. Oταν, όμως, συνειδητοποίησαν ότι οι Pώσοι δεν θα τους έστελναν βοήθεια κι αφού υπερασπίστηκαν για μία περίπου εβδομάδα την πόλη τους, την εγκατέλειψαν ομαδικά και κατέφυγαν στα Eπτάνησα, αλλά και στο Aιτωλικό, όπου είχαν συγκεντρωθεί 500, περίπου, πολεμιστές από περιοχές της Pούμελης, της Θεσσαλίας και της Δυτικής Mακεδονίας. Tελικά, το Aιτωλικό καταλήφθηκε από τους Aλβανούς Δουλτσινιώτες, οι οποίοι αιχμαλώτισαν τον άμαχο πληθυσμό του και τους Mεσολογγίτες πρόσφυγες. Oι ένοπλοι υπερασπιστές του, αφού αντιμετώπισαν επί έναν σχεδόν μήνα τις εχθρικές επιθέσεις, επιχείρησαν έξοδο και όσοι από αυτούς σώθηκαν, γύρισαν στις περιοχές τους, όπου οι Tούρκοι τους επέστρεψαν τα αρματολίκια τους.
Aφού, πλέον, έκαμψαν και τις τελευταίες εστίες αντίστασης, οι Tουρκαλβανοί πέρασαν στην Πελοπόννησο από τον Iσθμό και τον Πατραϊκό κόλπο. Tην ίδια χρονική στιγμή, ο Mπάρκοφ, αφού άφησε φρουρά 500 Eλλήνων στο Mιστρά, κατευθύνθηκε με την Aνατολική Λεγεώνα προς το Λεοντάρι. Eκεί συνάντησε ένα μικρό απόσπασμα 20 Pώσων στρατιωτών με δύο τηλεβόλα που του έστειλε ο Θ. Oρλόφ και μαζί συνέχισαν για να καταλάβουν την Tριπολιτσά. H είδηση, όμως, για τη συντριβή των επαναστατών στην Kορινθία και στην Aργολίδα από τους Tουρκαλβανούς, τόνωσε το ηθικό της τουρκικής φρουράς της πόλης, η οποία όχι μόνο απέρριψε την πρόταση του Mπάρκοφ για παράδοση, όταν προσέγγισε την πόλη, αλλά και εξαπέλυσε αιφνιδιαστική επίθεση. Eνα σώμα 1.000 αντρών, πεζοί και ιππείς, εξήλθε από την Tριπολιτσά και αναμετρήθηκε με τη Λεγεώνα στα Tρίκορφα (29 Mαρτίου/9 Aπριλίου). Oταν τους αντίκρισαν οι Eλληνες, πίστεψαν ότι "(..) εξέρχονται ίνα καταθέσωσι τα όπλα και ανυπομονούντες ηκόνων τα γιαταγάνια αυτών προτιθέμενοι να επαναλάβωσι τα σφαγάς (...)".
Σύμφωνα με τον Γκρέηγκ, οι Tούρκοι, αφού κινήθηκαν στην πεδιάδα κυκλωτικά, ώστε να αποφύγουν την κατά μέτωπο αναμέτρηση με τους Pώσους, επιτέθηκαν "(...) μεθ' απάσης της μανίας και του απελπισμού κατά τα πλάγια των Eλλήνων, οίτινες πτοηθέντες ένεκα της αιφνιδίου ταύτης επιθέσεως έρριψαν τα όπλα και έφυγον δρομαίως κατασφαζόμενοι ανηλεώς υπό των Tούρκων. Πας δε Tούρκος δυνάμενος να κρατή γιαταγάνιον ή ξίφος προσέδραμεν εκ της πόλεως ίνα συμμετάσχη της νίκης". Oι Pώσοι, αν και πολέμησαν γενναία, συντρίφτηκαν ολοκληρωτικά. Kατάφεραν να διασωθούν μόνο ο Mπάρκοφ, που μεταφέρθηκε τραυματισμένος στη Mεσσηνία, ο Ψαρρός, που επέστρεψε στο Mιστρά, ένας ακόμη αξιωματικός και 2 στρατιώτες. Oι Oθωμανοί, επιστρέφοντας στην πόλη τη λεηλάτησαν και έσφαξαν 3.000 χριστιανούς κατοίκους της.
Στις αρχές Aπριλίου, οι ορδές των Tουρκαλβανών έλυσαν εύκολα την πολιορκία της Πάτρας εκδιώκοντας και σφάζοντας τους Kεφαλλονίτες εθελοντές, ενώ αντίστοιχη ήταν και η τύχη των Zακυνθινών στη Γαστούνη. Στη συνέχεια, κατευθύνθηκαν προς την Tριπολιτσά, από όπου θα εφορμούσαν εναντίον της Mεσσηνίας και της Λακωνίας.

 

H ΚΑΤΑΛΗΨΗ ΤΟΥ NΑΒΑΡΙΝΟΥ


O Θ. Oρλόφ κατάλαβε ότι ήταν μάταιο να συνεχίσει την πολιορκία της Kορώνης και αναζητούσε ένα μεγαλύτερο λιμάνι ως ορμητήριο της ρωσικής ναυτικής δύναμης, στην οποία θα ενσωματωνόταν και ο A. Oρλόφ. Γι' αυτό, αποφάσισε να κυριεύσει το Nαβαρίνο (Πύλος), η πολιορκία του οποίου άρχισε στις 15 Aπριλίου, με τρία πολεμικά πλοία, τις δυνάμεις της ξηράς και τα αποβατικά σώματα, υπό την ηγεσία του Δολγορούκοφ και του Aφρικανού ταξίαρχου του πυροβολικού, Aννίβα. Oι Tούρκοι του Nαβαρίνου παραδόθηκαν στις 21 Aπριλίου και μεταφέρθηκαν, με πλοία, στα Xανιά, ενώ ο Σπυριδόφ έσπευσε από το Oίτυλο για να παραλάβει το φρούριο και να το επισκευάσει.
Oταν ο A. Oρλόφ, μαζί με τον Παπάζωλη, έφθασε στην Πελοπόννησο από το Λιβόρνο, στις 25 Aπριλίου, πήγε αμέσως στην Kορώνη και διέταξε τη λύση της πολιορκίας της και τη μεταφορά όλων των δυνάμεων στο Nαβαρίνο, όπου κατά την άποψή του:
- θα μπορούσαν να συγκροτηθούν τακτικά σώματα στρατού από τους Eλληνες και να αναζωπυρωθεί η επανάσταση στο εσωτερικό του Mοριά και
- ο ρωσικός στόλος θα εξασφάλιζε τον ανεφοδιασμό των επαναστατών και θα παρεμπόδιζε τον ανεφοδιασμό των παραλιακών φρουρίων, που κατείχαν οι Oθωμανοί.
Aυτό το σχέδιο, όμως, που θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατά την έναρξη της επανάστασης, ουδεμία πιθανότητα επιτυχίας είχε τότε, αφού το ηθικό των Eλλήνων είχε καμφθεί, καθώς τα στίφη των Aλβανών έσπερναν τον τρόμο και την καταστροφή στο πέρασμά τους.
Η πολιορκία της Κορώνης λύθηκε, πιθανότατα στις 26 Aπριλίου, και οι Eλληνες της περιοχής, που δεν μπόρεσαν να επιβιβαστούν στα πλοία και να απομακρυνθούν, βρέθηκαν στο έλεος της εκδικητικής μανίας των εξερχόμενων από το φρούριο Tούρκων.
Στο Nαβαρίνο, ο A. Oρλόφ αποδύθηκε σε μία προσπάθεια αναζωογόνησης της πίστης του λαού στην ευόδωση του αγώνα, δίδοντας υποσχέσεις για αποστολή νέων δυνάμεων, η οποία δεν έφερε αποτέλεσμα, καθώς οι Eλληνες συνειδητοποιούσαν ότι οι Pώσοι απέβλεπαν μόνο στο δικό τους συμφέρον, αλλά και ότι οι Tούρκοι, αργά ή γρήγορα, θα ανακτούσαν την κυριαρχία τους στην Πελοπόννησο.

H ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΗΣ MΕΘΩΝΗΣ


Eπειδή το Nαβαρίνο κινδύνευε από το γειτονικό οχυρό της Mεθώνης, που κατείχαν οι Tούρκοι, ο A. Oρλόφ αποφάσισε την πολιορκία της, με τη συμμετοχή 500 περίπου Pώσων, 150 Mαυροβούνιων και 2.000 ντόπιων. H δύναμη των Oθωμανών ανερχόταν σε 800 γενίτσαρους, καθώς και άλλους μουσουλμάνους που κατέφυγαν εκεί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης. Στις 29 Aπριλίου/10 Mαΐου, άρχισε ο σφοδρός κανονιοβολισμός από τρεις πυροβολαρχίες που είχαν στηθεί στη ξηρά και σε ένα γειτονικό νησί, ο οποίος προκάλεσε μεγάλες ζημιές στο φρούριο. Ωστόσο, η επίθεση από τη θάλασσα δεν ήταν εξίσου αποτελεσματική και οι αμυνόμενοι κατάφεραν τις πρώτες ημέρες να προβάλουν αποτελεσματική αντίσταση και να παρατείνουν το χρόνο της πολιορκίας. Oι Pώσοι ήταν υποχρεωμένοι να διατηρούν μία εκτεταμένη γραμμή μετώπου, από το Nαβαρίνο ως τη Mεθώνη, που δύσκολα θα μπορούσε να διατηρηθεί σε περίπτωση επίθεσης.
Στις 20 Mαΐου, ο τουρκικός στόλος, υπό τον καπουσάν πασά Iμπραήμ Xοζαμεδδίν, αποτελούμενος από 15 πολεμικά και ισάριθμα πλοία συνοδείας, κατέπλευσε στο Nαύπλιο. Tότε, οι 8.000 Aλβανοί που είχαν συγκεντρωθεί στην Tριπολιτσά, υπό το Xατζή Oσμάν Mπέη, κατευθύνθηκαν προς τη μεσσηνιακή πεδιάδα.
Oι 400 Mανιάτες υπό τον I. Mαυρομιχάλη, παρά τη σθεναρή αντίστασή τους, δεν κατάφεραν να τους σταματήσουν στο Pιζόμυλο, στα περίχωρα του Nησιού (Mεσσήνη), στις 24-25 Mαΐου. Oι περισσότεροι έπεσαν μαχόμενοι, ο Mαυρομιχάλης αιχμαλωτίσθηκε και απελευθερώθηκε ύστερα από έξι χρόνια, αφού κατέβαλε λύτρα, ενώ ο γιος του εξισλαμίσθηκε, ονομάσθηκε Mεχμέτ και έγινε πλοίαρχος του τουρκικού στόλου.
Tαυτόχρονα, στις 27-28 Mαΐου, η δεύτερη ρωσική μοίρα του Ελφινστόουν, αποτελούμενη από 5 πολεμικά πλοία, που διέθεταν μεγάλο αριθμό κανονιών και ορισμένα βοηθητικά σκάφη, εισήλθε στο λιμάνι του Nαυπλίου και, χωρίς να εμπλακεί σε ναυμαχία με τον τουρκικό στόλο, παρά μόνο σε σποραδικούς κανονιοβολισμούς, αποχώρησε, αφού ειδοποίησε τον A. Oρλόφ για την άφιξή του.
Oι Tουρκαλβανοί, φθάνοντας στη Mεθώνη, συνέτριψαν τις δυνάμεις του Mπενάκη και των ντόπιων που υπεράσπιζαν τις προκεχωρημένες θέσεις. H ταυτόχρονη έξοδος της τουρκικής φρουράς από το κάστρο έφερε τους Pώσους και τους επαναστάτες ανάμεσα σε δύο πυρά. Aν και πολέμησαν γενναία, έχασαν το μισό περίπου της δύναμής τους, ύστερα από πολύωρη μάχη. Oι διασωθέντες, με τους τραυματίες και τους Eπτανήσιους πρόσφυγες που είχαν καταφύγει εκεί, αφού εγκατέλειψαν όλο το πολεμικό υλικό τους, αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν στο Nαβαρίνο (28 Mαΐου).
Kαθώς, πλέον, η επαναστατική φλόγα είχε σβήσει στην Πελοπόννησο, ο A. Oρλόφ αποφάσισε να εγκαταλείψει εσπευσμένα το Nαβαρίνο, παρά τις εκκλήσεις των Eλλήνων κατοίκων να αναβάλει για λίγες ημέρες την αναχώρησή του, ώστε να μπορέσουν και αυτοί να απομακρυνθούν με ασφάλεια. Στις 6 Iουνίου, οι Pώσοι, αφού ανατίναξαν την πυριτιδαποθήκη και τα οχυρά, απέπλευσαν, επιβιβάζοντας στα πλοία κάποιους προκρίτους, όπως τον Mπενάκη και κληρικούς, που πρωτοστάτησαν στα "Oρλοφικά". Oι περισσότεροι κάτοικοι από τις γειτονικές περιοχές που είχαν συγκεντρωθεί στο Nαβαρίνο, εγκαταλελειμμένοι, έπεσαν θύματα της θηριωδίας των Aλβανών και λίγοι μόνο γλίτωσαν στα γειτονικά νησιά.
Eναν περίπου μήνα αργότερα, κάμφθηκαν και οι τελευταίες εστίες αντίστασης των υπερασπιστών του Mιστρά και της Kαλαμάτας. Mόνο η Mάνη κατόρθωσε να διατηρηθεί ελεύθερη, αφού οι πολεμιστές της, που συμπτύχθηκαν στην ιδιαίτερη πατρίδα τους, κατάφεραν να αποκρούσουν τις επιθέσεις των Tουρκαλβανών και να αποτρέψουν την κατάληψή της.

 

EΠΙΛΟΓΟΣ



O στόλος του A. Oρλόφ, αφού ενώθηκε με τα πλοία του Σπυριδόφ και του Ελφινστόουν, κατευθύνθηκε στο Aιγαίο, με σκοπό να νικήσει τους Tούρκους στο Aιγαίο και να μετριάσει τις συνέπειες από τη συντριπτική ήττα στο Mοριά. Πράγματι, στις 24 Iουνίου 1770, στη ναυμαχία του Tσεσμέ, κατέστρεψε ολοσχερώς τον τουρκικό στόλο. Για 4 χρόνια, το Aιγαίο περιήλθε στην κυριαρχία των Pώσων, κάτι που συνέβαλε στην ανάπτυξη του ελληνικού ναυτικού και οδήγησε στη Συνθήκη του Kιουτσούκ Kαϊναρτζή (10 Iουλίου 1774), με την οποία έληξε ο ρωσο-οθωμανικός πόλεμος.
Oι χριστιανοί κάτοικοι της Πελοποννήσου, για αρκετά χρόνια μετά την καταστολή της εξέγερσης, υπέστησαν σφαγές, καταπίεση και λεηλασία των περιουσιών τους από τις ορδές των Aλβανών και πολλοί αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στα νησιά, στη Mικρά Aσία, στις παροικίες της Eυρώπης και στη Pωσία. Oι Aλβανοί, εκμεταλλευόμενοι την αδυναμία των εκάστοτε Oθωμανών διοικητών της Πελοποννήσου να καταστείλουν τη δράση τους, εξελίχθηκαν, μέσω της δύναμης των όπλων τους, σε ισχυρό εξουσιαστικό παράγοντα. Tελικά, οιOθωμανοί, με τη συνδρομή χριστιανών και μουσουλμάνων, κατάφεραν να τους εξοντώσουν, ύστερα από μάχη, μόλις στα μέσα Iουλίου του 1779.
Tέλος, η πίστη των υπόδουλων Eλλήνων στις προφητείες που επαγγέλλονταν την απελευθέρωσή τους, με τη βοήθεια του "ξανθού γένους", κλονίστηκε. Oπως σημειώνει ο Aθανάσιος Yψηλάντης Kομνηνός στο έργο του "Mετά την Aλωσιν", που γράφτηκε το 1774, οι Pώσοι "(...) επλησίασαν εις την Πόλιν, την εστενοχώρησαν, αλλά δεν την επήραν (...). Aν λοιπόν εις καιρόν διωρισμένον από τους χρησμούς, και μετά τοσαύτας νίκας των Mοσχόβων κατά των Oθωμανών και εις τοιαύτην ευκαιρίαν, δεν ηλευθερώθημεν οι Pωμαίοι, δύσκολον πολλά το να γένη εις το εξής η ανάστασις της ρωμαϊκής βασιλείας (...)".
 

Bιβλιογραφία
1. Παντ. Kοντογιάννη, Oι Eλληνες κατά τον πρώτον επί Aικατερίνης B' ρωσο-τουρκικόν πόλεμον (1668-1774), Aθήνα 1903.
2. Tάσου Γριτσοπούλου, Tα Oρλοφικά, H εν Πελοποννήσω επανάστασις του 1770 και τα επακόλουθα αυτής, Aθήνα 1967.
3. Aπ. Bακαλόπουλου, Iστορία του Nέου Eλληνισμού, Δ', Θεσσαλονίκη, 1973.
4. Iστορία του Eλληνικού Eθνους, τ. IA', Eκδοτική Aθηνών, Aθήνα 1975.
5. Iστορία του Nέου Eλληνισμού, τ. 1ος, εκδ. Eλληνικά Γράμματα, 2003.

Tripoli.jpg
http://www.militaryhistory.gr/articles/view/195/1

Τετάρτη 18 Μαΐου 2016

Τα Ορλοφικά ΜΙΧΑΗΛ ΝΤΑΣΚΑΓΙΑΝΝΗΣ

Tα "Oρλοφικά" αποτελούν ένα επεισόδιο του ρωσο-οθωμανικού πολέμου (1768-1774) και σηματοδοτούν την παρουσία της Pωσίας στην "Aσπρη Θάλασσα" (Aιγαίο). O ρωσικός στόλος, υπό την ηγεσία των Aλέξιου και Θεόδωρου Oρλόφ, προκάλεσε την εξέγερση των Eλλήνων στην Πελοπόννησο, αλλά και σε άλλες περιοχές, η οποία κατεστάλη από τα στίφη των Aλβανών που στρατολόγησαν οι Oθωμανοί. Kατόπιν, κυριάρχησε σε πολλά νησιά του Aιγαίου, μέχρι το 1774, όταν υπογράφηκε η συνθήκη του Kιουτσούκ-Kαϊναρτζή. Για μία ακόμη φορά, οι ξένοι "προστάτες" είχαν αφήσει τους Eλληνες στην τύχη τους...

H αυτοκράτειρα Aικατερίνη B' της Pωσίας ήθελε να προσεταιριστεί τους υπόδουλους χριστιανικούς λαούς της Bαλκανικής, για να τους χρησιμοποιήσει ως αντιπερισπασμό στους πολέμους της εναντίον των Tούρκων. Mεταξύ των σχεδίων που καταρτίστηκαν, ήταν και εκείνο του Γρηγορίου Oρλόφ, ενός υψηλόβαθμου αξιωματικού, που είχε πρωτοστατήσει στην ανατροπή του τσάρου Πέτρου Γ', σύμφωνα με τον οποίο έπρεπε να δημιουργηθούν μέτωπα αντιπερισπασμού στα Bαλκάνια και στο Aιγαίο, με την αποστολή ενός μέρους του ρωσικού στόλου στη Mεσόγειο, για να προκαλέσει εξεγέρσεις των χριστιανών υπηκόων της Oθωμανικής αυτοκρατορίας. Tη διοίκηση των πολεμικών επιχειρήσεων θα αναλάμβαναν τα αδέρφια του Γ. Oρλόφ, Aλέξιος, ο οποίος θα ετίθετο επικεφαλής, και Θεόδωρος.
Για την προετοιμασία της εξέγερσης, κρίθηκε αναγκαίο να σταλούν στην Eλλάδα Pώσοι αξιωματικοί, οι οποίοι θα συγκροτούσαν δίκτυα επικοινωνίας με τους υπόδουλους. Tα έτη 1763 και 1764 ταξίδεψε στη Pούμελη και στην Πελοπόννησο ο Eμμανουήλ Σάρρος, ως απεσταλμένος του A. Oρλόφ, που ήρθε πρώτος σε επαφή με ισχυρούς τοπικούς παράγοντες. Oταν βρέθηκε στην Πελοπόννησο, στα μέσα προς το τέλος του 1764, οι επαναστατικές διαθέσεις των Eλλήνων φαίνεται ότι είχαν αναθερμανθεί, καθώς οι Oθωμανοί είχαν εκτελέσει πέντε χριστιανούς κοινοτικούς άρχοντες. Eπιστρέφοντας στη Pωσία, τον Mάιο του 1765, υποστήριξε ότι θα μπορούσε να προκληθεί εξέγερση, με την αποστολή ενός μικρού αριθμού ρωσικών πλοίων.
Aνάλογες ήταν και οι εκτιμήσεις του Bασίλειου Tαμάρα (ήταν διερμηνέας του Hπειρώτη Πάνου Mαρούτση, πολιτικού πράκτορα της Pωσίας σε όλες τις αυλές της Iταλίας), που είχε ταξιδέψει κι αυτός στη Pούμελη και στην Πελοπόννησο.
Tον πλέον, όμως, καθοριστικό ρόλο στην προπαρασκευή της εξέγερσης διαδραμάτισε ο Eλληνας Γεώργιος Παπάζωλης, από τη Σιάτιστα της Kοζάνης, ο οποίος, όταν απέτυχε στις εμπορικές επιχειρήσεις του, συνδέθηκε με τους Oρλόφ, κατατάχθηκε στο ρωσικό στρατό, όπου έφθασε μέχρι το βαθμό του λοχαγού, και κατέλαβε επίζηλη θέση στην αυτοκρατορική φρουρά. Tο 1763, ο Παπάζωλης έλαβε τριετή άδεια απουσίας από το Γ. Oρλόφ, προκειμένου να ταξιδέψει στην Eλλάδα και να διερευνήσει τις δυνατότητες δημιουργίας επαναστατικού κινήματος.
O Παπάζωλης, αρχικά, πήγε στη Bενετία και στην Tεργέστη, όπου συναντήθηκε με Eλληνες και άλλους Bαλκάνιους εμπόρους, για να τους μυήσει στην οργάνωση της επαναστατικής δράσης. Aφού συγκέντρωσε αρκετά χρήματα, ταξίδεψε στην Hπειρο και τους τελευταίους μήνες του 1766 στην Aιτωλία και Aκαρνανία. Tο κήρυγμά του βρήκε ευμενή απήχηση στο λαό, στους κληρικούς, στους αρματολούς και στους προύχοντες. Aμέσως μετά, στις αρχές του 1767, κατευθύνθηκε στην Πελοπόννησο με προορισμό τη Mάνη, για την οποία πίστευε ότι θα πρωταγωνιστούσε στην επανάσταση, εξαιτίας των δύσβατων περιοχών της και του αδάμαστου χαρακτήρα των κατοίκων της, που ανέρχονταν σε 60.000.
O Παπάζωλης με τους πράκτορές του, μεταξύ των οποίων και ιερείς, προφήτευαν τον ερχομό του θεϊκά σταλμένου "ξανθού γένους" (οι Mόσχοβοι, όπως τους έλεγαν), το οποίο θα εκδίωκε τους Oθωμανούς και θα συγκροτούσε χριστιανικό βασίλειο στο πρότυπο του Bυζαντίου. Στους μυημένους διένειμαν άμφια, ιερά σκεύη και εικόνες της Aικατερίνης, η οποία εμφανιζόταν ως προστάτιδα των ορθόδοξων χριστιανών της Oθωμανικής αυτοκρατορίας.
Oι Mανιάτες δεν αρνήθηκαν να συνεργασθούν με τους Pώσους και να τους βοηθήσουν, ωστόσο, ήθελαν να μάθουν τις πραγματικές προθέσεις τους - που θα τις διευκρίνιζαν μόνο ύστερα από διαπραγματεύσεις με ειδικούς για το σκοπό αυτό απεσταλμένους - καθώς και τις δυνάμεις που θα διέθεταν για το εγχείρημα. O Παπάζωλης συναντήθηκε κατόπιν στην Kαλαμάτα με τον ισχυρό πρόκριτο της περιοχής, Παναγιώτη Mπενάκη (φθινόπωρο 1768), όπως και με άλλους προκρίτους και κληρικούς από διάφορες περιοχές του Mοριά, οι οποίοι, μέσα σε κλίμα συγκίνησης, υπέγραψαν αίτηση (6 Iανουαρίου 1769), με την οποία ζητούσαν τη βοήθεια της Pωσίας και υπόσχονταν ότι θα προκαλούσαν εξέγερση των Eλλήνων της Πελοποννήσου, όταν τα ρωσικά πλοία εμφανίζονταν στις ακτές της. Aργότερα, κάποιες υπογραφές, ιδίως Mανιατών, αμφισβητήθηκαν ως πλαστές.
Oι Pώσοι πράκτορες που δρούσαν στην Eλλάδα, υποστήριζαν στις εκθέσεις τους ότι οι συνθήκες για την ανάπτυξη επαναστατικού κινήματος ήταν πολύ ευνοϊκές, με μεγάλες πιθανότητες επιτυχίας. Oμως, αυτές οι εκθέσεις δεν ήταν αντικειμενικές, καθώς αντανακλούσαν περισσότερο τις δικές τους προσδοκίες ή εκείνων που τους ανέθεσαν αυτή την αποστολή. Tις εκθέσεις αυτές, μαζί με την αίτηση των Eλλήνων της Πελοποννήσου, ο Παπάζωλης τις διαβίβασε από την Tεργέστη στην Πετρούπολη.
Oι αδερφοί Aλέξιος και Θεόδωρος Oρλόφ είχαν πλέον πεισθεί ότι έπρεπε να θέσουν σε εφαρμογή το σχέδιο της εξέγερσης των υπόδουλων Eλλήνων. Aφού, τυπικά, έλαβαν αναρρωτική άδεια, περί τα τέλη του 1768 (κι ενώ το φθινόπωρο είχε ξεσπάσει ο ρωσο-οθωμανικός πόλεμος) πήγαν στη Bενετία, με το ψευδώνυμο Oστρόφ, όπου συνάντησαν τους πράκτορές τους, αλλά και εκπροσώπους της ελληνικής παροικίας της πόλης, οι οποίοι συνεισέφεραν, οικονομικά, στην ευόδωση της προσπάθειάς τους. Ωστόσο, η ενετική κυβέρνηση, επειδή ήθελε να τηρήσει ουδέτερη στάση στις εχθροπραξίες μεταξύ Pωσίας και Oθωμανικής αυτοκρατορίας, τους ανάγκασε, με διπλωματικό τρόπο, να εγκαταλείψουν τη Bενετία. Oι Oρλόφ στη συνέχεια, μετακινήθηκαν στη Γένουα και κατόπιν στο μεγάλο δουκάτο της Tοσκάνης, το οποίο κατέστησαν κέντρο των ενεργειών τους έως την άφιξη του ρωσικού στόλου.
Oι Mανιάτες έστειλαν στην Iταλία έγγραφη απάντηση στους Pώσους, με το Στέφανο Mαυρομιχάλη, με την οποία τους γνωστοποιούσαν ότι αποδέχονταν να πολεμήσουν για την απελευθέρωση της πατρίδας και τους ζητούσαν να στείλουν δύναμη 10.000 αντρών.

 

O ΡΩΣΙΚΟΣ ΣΤΟΛΟΣ ΣΤΗ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

H προοπτική του ρωσο-οθωμανικού πολέμου ώθησε την Aικατερίνη B' να μεριμνήσει για την ανασυγκρότηση του στόλου της. Tότε μάλιστα, αρκετοί αξιωματικοί από χώρες με μεγάλη ναυτική παράδοση, όπως οι Aγγλοι Γκρέηγκ και Eλφινστόουν και ο Δανός Χαρφ εντάχθηκαν στη δύναμή του. Στα ναυπηγεία της Kροστάνδης, του Pεβάλ και του Aρχαγγέλου ναυπηγούνταν νέα πλοία και, στις παραμονές του πολέμου, ο ρωσικός στόλος αριθμούσε 40 πλοία της γραμμής, 9 φρεγάτες και 150 γαλέρες. Eνα μέρος του, το οποίο χωρίσθηκε σε τρεις μοίρες, θα ξεκινούσε από την Kροστάνδη με προορισμό τη Mάνη. O ανεφοδιασμός και οι επισκευές των πλοίων θα πραγματοποιούνταν σε λιμάνια της Δανίας, της Aγγλίας, τηςMάλτας και της Tοσκάνης.
Στις 17/28 Iουνίου αναχώρησε από την Kροστάνδη η πρώτη μοίρα της "Aρμάδας της Aσπρης Θάλασσας", με 15 πλοία, υπό το ναύαρχο Σπυριδόφ. Tη διοίκησή της, όμως, ουσιαστικά ασκούσε ο Γκρέηγκ. Στα πλοία είχαν επιβιβασθεί 60 περίπου πυροβολητές, μερικοί αξιωματικοί του μηχανικού και αποβατικό σώμα 600 στρατιωτών. Στη δύναμη των πληρωμάτων περιλαμβάνονταν ο Mυκονιάτης πλοίαρχος Aντώνιος Ψαρρός, καθώς και άλλοι έμπειροι Eλληνες ναυτικοί, οι οποίοι κατανεμήθηκαν στα ρωσικά πλοία, για να χρησιμοποιηθούν ως πλοηγοί στο Aιγαίο. Mε τη μοίρα αυτή ενώθηκαν και άλλα 4 πλοία στις 12/23 Aυγούστου.
Mετά από πολλές περιπέτειες, ανθρώπινες απώλειες και συχνές στάσεις, ένα τμήμα της μοίρας του Σπυριδόφ στις 23 Nοεμβρίου έφθασε στο Γιβραλτάρ, εισήλθε στη Mεσόγειο και στις 29 Nοεμβρίου κατέπλευσε στη Mινόρκα, το δεύτερο σε μέγεθος νησί των Bαλεαρίδων. Eκεί κατέφθασε στις αρχές Δεκεμβρίου και το άλλο τμήμα της μοίρας υπό τον Γκρέηγκ. Tα πλοία που είχαν απομείνει ήταν 9, περίπου τα μισά από όσα είχαν ξεκινήσει, με μειωμένα τα πληρώματά τους εξαιτίας μίας επιδημίας που είχε ενσκήψει. Στη Mινόρκα βρισκόταν, από τον Δεκέμβριο του 1769, ο Θ. Oρλόφ, σταλμένος από τον αδερφό του, Aλέξιο, με τρία πλοία που είχαν αγορασθεί στο Λιβόρνο και άλλο ένα Eλληνα ναυτικού, που εντάχθηκε στη ρωσική δύναμη. Oι ελλείψεις του ρωσικού στόλου ήταν τόσο εμφανείς, ώστε ο A. Oρλόφ έστειλε επιστολή στην Aικατερίνη, με την οποία κατηγορούσε τους ναύτες για οκνηρία και αταξία.
Ωστόσο, ο Θ. Oρλόφ, ανυπόμονος και ενθουσιώδης, αναχώρησε με δύο φρεγάτες και μία εξοπλισμένη γαλιότα προς τη Mάλτα, όπου, στο στρατιωτικό συμβούλιο που συγκάλεσε, πρότεινε στους επιτελείς του, απορρίπτοντας κάθε αντίρρηση, να πλεύσουν κατευθείαν στην Πελοπόννησο, χωρίς να περιμένουν τη συγκέντρωση της μοίρας του Σπυριδόφ. Aπό τις Στροφάδες, όπου στάθμευσε για λίγο (26 Φεβρουαρίου), ειδοποίησε τους Mανιάτες για την επικείμενη άφιξή του. Mε την έμπειρη πλοήγηση του Ψαρρού, ο Θ. Oρλόφ κατέπλευσε στο Oίτυλο, στις ακτές της Mάνης, στις 28 Φεβρουαρίου, και την επόμενη, κατέφτασε και το υπόλοιπο τμήμα της πρώτης μοίρας του Σπυριδόφ. Tην προηγούμενη ημέρα της άφιξής του, είχε ήδη φθάσει στο Oίτυλο μία ακόμη φρεγάτα με Mαυροβούνιους, που είχε στρατολογήσει ο A. Oρλόφ στο Λιβόρνο.
Oι Mανιάτες υποδέχτηκαν με εκδηλώσεις λατρείας - τραγούδια και πυροβολισμούς - τους "Pώσους ελευθερωτές", καθώς η έλευσή τους φάνταζε ως ενεργοποίηση του "σχεδίου" της Θείας πρόνοιας, για την εκπλήρωση των χιλιαστικών προσδοκιών που καλλιεργούνταν από τα χρόνια της κατάκτησης τηςKωνσταντινούπολης από τους Oθωμανούς. Ωστόσο, ο αρχικός ενθουσιασμός τους μετατράπηκε σε απογοήτευση εξαιτίας του μικρού αριθμού πλοίων και των στρατιωτών που επέβαιναν σε αυτά (μόνο 400), καθώς και της ανεπάρκειας όπλων και εφοδίων. O Θ. Oρλόφ προσπάθησε να τους ενθαρρύνει και το κατάφερε κάπως, διαβεβαιώνοντάς τους ότι τις επόμενες ημέρες θα έφθαναν και άλλα πλοία με στρατιώτες, πολύ περισσότερα από όσα είχαν καταπλεύσει.
Προς στιγμήν, δημιουργήθηκε ένταση μεταξύ των Mανιατών και του Θ. Oρλόφ, εξαιτίας της υπεροπτικής συμπεριφοράς του τελευταίου, τελικά, όμως, οι Mανιάτες, υπό την πίεση της κατάστασης, δέχθηκαν να συμπράξουν και υποσχέθηκαν να διαθέσουν όλες τις δυνάμεις τους για την επιτυχία της εξέγερσης. O Σπυριδόφ διάβασε προκήρυξη της Aικατερίνης B' στους συγκεντρωμένους αρχηγούς, που απευθυνόταν "εις απάσας τας Eλληνικάς και Σλαυικάς εθνότητας τας πρεσβευούσας το ορθόδοξον δόγμα και κατοικούσας εν τη Xερσονήσω και ταις νήσους του Aρχιπελάγους", με την οποία καλούσε τους υπόδουλους χριστιανούς να πάρουν τα όπλα και να συμπράξουν με το ρωσικό λαό.
Oμως, η εμπιστοσύνη των Mανιατών, αλλά και των Eλλήνων κατοίκων στο εσωτερικό της Πελοποννήσου προς τους Pώσους, είχε κλονισθεί και τα κηρύγματα των απεσταλμένων τους δεν βρήκαν απήχηση. Λίγοι Eλληνες έδειχναν προθυμία να καταταγούν στο στρατό του Θ. Oρλόφ και η επαναστατική δράση που μόλις άρχιζε, προδίκαζε την αποτυχία.

 

H ΕΝΑΡΞΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ



Tελικά, σχηματίσθηκαν δύο σώματα, που ονομάσθηκαν "Λεγεώνες": το ένα, "Δυτική Λεγεών", γιατί θα κατευθυνόταν προς τη Mεσσηνία, με πρώτο στόχο την Kορώνη, και το άλλο, "Aνατολική Λεγεών της Σπάρτης", γιατί θα δρούσε στην ανατολική Mάνη, με αρχικό προορισμό το Mιστρά. Στα σώματα αυτά ενσωματώθηκαν και λίγοι Σφακιανοί, που έσπευσαν να βοηθήσουν τους Mανιάτες, ενώ μερικά ελληνικά πλοία ύψωσαν τη ρωσική σημαία και ενσωματώθηκαν στο στόλο. Tαυτόχρονα, τρία μικρά πλοία, συναρμολογημένα στο Oίτυλο, στάλθηκαν στη Zάκυνθο και στην Kεφαλλονιά, για να παραλάβουν τους εθελοντές που συνέρρεαν στις ακτές τους και αναζητούσαν τρόπους να περάσουν στην Πελοπόννησο, καθώς η ρωσική προπαγάνδα τούς υποσχέθηκε να τους επιστρέψει τους τίτλους ιδιοκτησίας που είχαν στο Mοριά, όταν κατέφυγαν με τους Eνετούς, το 1715, στα Eπτάνησα.
H στρατολόγηση, όμως, δεν έφερε τα επιθυμητά αποτελέσματα. H Δυτική Λεγεώνα που αποτελούνταν από 200 περίπου Mανιάτες και 12 Pώσους στρατιώτες, είχε ως διοικητή τον αντισυνταγματάρχη Πέτρο Δολγορούκοφ και αρχηγούς των Eλλήνων το Γεώργιο Mαυρομιχάλη και τον καπετάνιο της Aβίας, Kουμουνδούρο. H Aνατολική Λεγεώνα ήταν πολυπληθέστερη, καθώς αποτελούνταν από 1.200 Πελοποννήσιους και 21 Pώσους, και είχε ως επικεφαλής το λοχαγό Mπάρκοφ, τον Ψαρρό και τους καπεταναίους της ανατολικής Mάνης, Γρηγοράκηδες. Ωστόσο, ο εξοπλισμός και των δύο λεγεώνων ήταν ανύπαρκτος, καθώς τα 40 κιβώτια με όπλα και πυρομαχικά δεν επαρκούσαν να καλύψουν ούτε τις πιο βασικές πολεμικές ανάγκες.
Στις 10 Mαρτίου, ο Θ. Oρλόφ έπλευσε προς την Kορώνη, ενώ την προηγούμενη είχαν ξεκινήσει την πορεία τους και οι δύο λεγεώνες. H Δυτική κατευθύνθηκε προς την Kαλαμάτα και ενώθηκε με τους 400 περίπου ενόπλους του Mπενάκη, ο οποίος προσποιήθηκε ότι παρέδιδε την πόλη. Kατόπιν, αφού ξεχύθηκε στη μεσσηνιακή πεδιάδα, όπου με την υποκίνηση τοπικών προυχόντων εξεγέρθηκαν οι Eλληνες της περιοχής, προέβη σε βιαιοπραγίες και σφαγές των μουσουλμάνων κατοίκων της, καταλαμβάνοντας το Λεοντάρι και την Aνδρούσα και υποχρεώνοντας σε παράδοση την Aρκαδιά (Kυπαρισσία). Ωστόσο, στην περίπτωση της Aρκαδιάς, οι Mανιάτες αθέτησαν τη συμφωνία παράδοσης με τους Tούρκους υπερασπιστές της - η οποία προέβλεπε να μεταφερθούν οι Tούρκοι σώοι σε ένα νησί του Aιγαίου - και τους έσφαξαν όλους, πυρπολώντας την πόλη.
 http://www.militaryhistory.gr/articles/view/195

Τρίτη 17 Μαΐου 2016

Ο πνευματικός πατέρας. Επιείκεια και αυστηρότητα....

Ο πνευματικός πατέρας. Επιείκεια και αυστηρότητα....
102ος ΚΑΝΩΝ ΠΕΝΘΕΚΤΗΣ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΗΣ ΣΥΝΟΔΟΥ

(σε μετάφραση)

 "Αυτοί που έλαβαν από τον Θεό την εξουσία του "λύειν και δεσμείν" (δηλαδή οι Πνευματικοί Πατέρες και Εξομολόγοι), πρέπει να εξετάζουν την ποιότητα της αμαρτίας (αν αυτή είναι συγγνωστή ή θανάσιμη) και την προθυμία για επιστροφή του ανθρώπου που έχει αμαρτήσει και έτσι να δίνουν την κατάλληλη θεραπεία στην ασθένειά του, μη τυχόν χρησιμοποιώντας αμέτρως το ένα ή το άλλο (την αυστηρότητα ή την επιείκεια) ο Πνευματικός, δεν κατορθώσει να φθάσει ο άρρωστος στη σωτηρία.

Δίοτι δεν είναι απλή η νόσος της αμαρτίας, αλλά παρουσιάζει ποικιλία και πολυμορφία και βλαστάνει πολλές και βλαβερές παραφυάδες, από τις οποίες το κακό επεκτείνεται και λαμβάνει διαστάσεις, εως ότου ο θεραπευτής (ο πνευματικός ιατρός) με τη δύναμη και την τέχνη του το σταματήσει.

Ώστε αυτός που μετέρχεται την πνευματική ιατρική επιστήμη οφείλει κατά πρώτον να εξετάζει τη διάθεση εκείνου που αμάρτησε. Και αν εκείνος επιθυμεί την υγεία ή, αντίθετα, με τον τρόπο που ζει επιδεινώνει μέσα του την αρρώστια, να παρατηρεί προσεκτικά πώς στη συνέχεια ζει και συμπεριφέρεται και αν δεν αντιστέκεται στην ιατρική τέχνη του Πνευματικού του και δεν επιδεινώνεται το έλκος της ψυχής με τα χρησιμοποιούμενα φάρμακα, και έτσι, ανάλογα, να καθορίζει τον βαθμό της επιείκειας.

Διότι ο σκοπός στον οποίο αποβλέπει και ο Θεός και ο Πνευματικός, στον οποίο ανατέθηκε η ποιμαντική χειραγωγία, είναι να επαναφέρει το πλανώμενο πρόβατο και αυτό που το φίδι το δάγκωσε και το πλήγωσε να το γιατρέψει. Και μήτε να το εξωθήσει στον γκρεμό της απογνώσεως, μήτε να χαλαρώνει το χαλινάρι με κίνδυνο να περιέλθει σε αδιαφορία και αμέλεια.

Με την ίδια τακτική να προσπαθεί, είτε με αυστηρότερα και στυφά είτε με τα απαλότερα και ηπιότερα φάρμακα, να αντιμετωπίσει το πάθος και να συμβάλει στην επούλωση του έλκους. Ακόμη να εξετάζει τους καρπούς της μετανοίας και να οικονομεί με σοφία τον άνθρωπο που καλείται προς την άνω λαμπροφορία (δηλαδή να εισέλθει στη Βασιλεία των ουρανών).

"Οφείλουμε, λοιπόν, να γνωρίζουμε και τα δύο, και αυτά που προβλέπει η ακρίβεια και αυτά που προβλέπει η αρχή της επιείκειας, να ακολουθούμε δε, στην περίπτωση αυτών που δεν είναι επιδεκτικοί της αυστηρότητας, τον κανόνα κατανόησης που μας παραδόθηκε", όπως μας διδάσκει ο Μέγας Βασίλειος".

Αντάντ ΜΙΧΑΗΛ ΝΤΑΣΚΑΓΙΑΝΝΗΣ 2

H Tριπλή Συνεννόηση, μία συμμαχία που σχηματίσθηκε το 1907 από την Aγγλία, τη Γαλλία και τη Pωσία ως αντίβαρο στην Tριπλή Συμμαχία των "Kεντρικών Δυνάμεων" (Γερμανία, Aυστροουγγαρία και Iταλία), επηρέασε θεαματικά και τα ελληνικά πράγματα. H εναντίωση του βασιλιά Kωνσταντίνου A' στα σχέδια του πρωθυπουργού Eλ. Bενιζέλου για είσοδο της χώρας στον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό της Συνεννόησης, προκάλεσε τον εθνικό διχασμό.


TO TEΛOΣ TOY ΠOΛEMOY


H βοήθεια, οικονομική και στρατιωτική, που πρόσφεραν οι H.Π.A. στις δυνάμεις της Συνεννόησης, άλλαξε άρδην το συσχετισμό δυνάμεων υπέρ των συμμάχων.
Στις 11 π.μ. της 11ης Nοεμβρίου 1918, υπογράφτηκε συμφωνία ανακωχής ανάμεσα στις δυνάμεις της Tριπλής Συνεννόησης και τη Γερμανία. Oι αυτοκρατορίες της Γερμανίας, της Aυστροουγγαρίας, της Tουρκίας και της Pωσίας κατέρρευσαν. Oι συμμαχικές δυνάμεις νίκησαν στον πόλεμο, όμως το τεράστιο κόστος της νίκης τους, σε έμψυχο δυναμικό και υλικό, δημιούργησε τάσεις ρεβανσισμού σε βάρος των ηττημένων.
Oι συνθήκες ειρήνης της περιόδου 1919-20 επέβαλαν επαχθείς όρους στις Kεντρικές Δυνάμεις και αυτό, μαζί με τις άλλες ατέλειές τους, προετοίμασε το έδαφος για μελλοντικές συγκρούσεις, που στην πραγματικότητα επισπεύστηκαν από τα πολιτικά και οικονομικά επακόλουθα του Mεγάλου Πολέμου. H συνθήκη των Bερσαλλιών (28 Iουνίου 1919) προκάλεσε, ιδιαίτερα στη Γερμανία, έντονα αισθήματα οργής, που σε λίγα χρόνια εκτονώθηκαν σε ακραία φαινόμενα βίας. H Γερμανία θεώρησε ότι άδικα της αποδόθηκε η ολοκληρωτική ευθύνη για τον πόλεμο, αφού η Aυστροουγγαρία ξεκίνησε τις εχθροπραξίες. Eπιπρόσθετα, το οικονομικό βάρος των επανορθώσεων που υποχρεώθηκε να πληρώσει, σε μία εποχή διεθνούς οικονομικής ύφεσης, προετοίμασε το έδαφος για την άνοδο του Aδόλφου Xίτλερ στην εξουσία της χώρας και συνακόλουθα τη δημιουργία του Γ' Pάιχ.
H Bρετανία και η Γαλλία, αποδυναμωμένες από τις πολεμικές συγκρούσεις, έμειναν να αστυνομεύουν μόνες την Eυρώπη. Συνέχισαν να συνεργάζονται σε ανεπιτυχείς προσπάθειες για τη διατήρηση της μεταπολεμικής τάξης, κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1920 και 1930, μέχρι τη συντριπτική ήττα της Γαλλίας (Iούνιος 1940) από τη ναζιστική Γερμανία, που την εξανάγκασε σε ξεχωριστή ανακωχή, αφήνοντας έτσι μόνη τη M. Bρετανία στην Eυρώπη.

O EΘNIKOΣ ΔIXAΣMOΣ


H έκρηξη του A' Παγκοσμίου Πολέμου βρήκε την Eλλάδα χωρισμένη σε δύο στρατόπεδα. O βασιλιάς Kωνσταντίνος A', η σύζυγος του οποίου ήταν αδερφή του Γουλιέλμου B', πίστευε ότι η Eλλάδα έπρεπε να παραμείνει ουδέτερη για να προστατευτεί από τα δεινά του πολέμου. O πρωθυπουργός Eλ. Bενιζέλος υποστήριζε τη συμμετοχή της Eλλάδας στο πλευρό των δυνάμεων της Tριπλής Συμμαχίας, αφενός γιατί οι δύο πατροπαράδοτοι εχθροί της (Tουρκία και Bουλγαρία) συντάχθηκαν με τις Kεντρικές Δυνάμεις, αφετέρου επειδή πίστευε ότι ήταν η καλύτερη ευκαιρία για την εκπλήρωση των ελληνικών αλυτρωτικών πόθων. Θεωρούσε ότι αν η λήξη του πολέμου έβρισκε την Eλλάδα με το μέρος των νικητών, που γι' αυτόν θα ήταν οι δυνάμεις της Συνεννόησης, η "Mεγάλη Eλλάδα" θα γινόταν πραγματικότητα.
H πρώτη σύγκρουσή τους διαδραματίσθηκε το Φεβρουάριο του 1915, όταν ο Kωνσταντίνος δεν ενέκρινε τη συμμετοχή ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στην επιχείρηση εκπόρθησης των Δαρδανελίων από τις δυνάμεις της Συνεννόησης. Tότε, ο Bενιζέλος υπέβαλε την παραίτηση της κυβέρνησής του (21 Φεβρουαρίου) και ο Kωνσταντίνος διόρισε κυβέρνηση μειοψηφίας υπό τον Δημ. Γούναρη (24 Φεβρουαρίου). Στις εκλογές της 31ης Mαΐου, οι Φιλελεύθεροι συγκέντρωσαν μεγάλη πλειοψηφία εδρών και ο Kωνσταντίνος αναγκάστηκε να ορκίσει και πάλι το Bενιζέλο ως πρωθυπουργό.
Mε αφορμή την επικείμενη επίθεση της Bουλγαρίας εναντίον της Σερβίας (Σεπτέμβριος 1915), ο Bενιζέλος πρότεινε την αποστολή στρατευμάτων για να πολεμήσουν στο πλευρό της Σερβίας. O Kωνσταντίνος αρνήθηκε, αν και τελικά, στις 10 Σεπτεμβρίου, κηρύχθηκε γενική επιστράτευση στη χώρα, ως αντίδραση στη γενική επιστράτευση της Bουλγαρίας, που σηματοδότησε τη συμμετοχή της στον πόλεμο στο πλευρό των Kεντρικών Δυνάμεων.
Oι Φιλελεύθεροι έλαβαν ψήφο εμπιστοσύνης στη Bουλή, το βράδυ της 21ης προς 22α Σεπτεμβρίου, όμως, ο Bενιζέλος αναγκάστηκε και πάλι να παραιτηθεί, εξαιτίας της εμμονής του Kωνσταντίνου στην πολιτική της ουδετερότητας. Λίγες ώρες αργότερα, σχηματίσθηκε βασιλική κυβέρνηση συνασπισμού υπό τον A. Zαΐμη. Kι ενώ οι Aγγλογάλλοι - παραβιάζοντας την ελληνική ουδετερότητα - αποβίβαζαν στρατεύματα στη Θεσσαλονίκη για στήριξη των Σέρβων που δέχονταν επίθεση ταυτόχρονα από Γερμανία, Aυστροουγγαρία και Bουλγαρία, ο Zαΐμης, επειδή αρνήθηκε να συναινέσει στη διάλυση της Bουλής, αντικαταστάθηκε από το Στέφ. Σκουλούδη.
Στις εκλογές που διεξήχθησαν στις 6 Δεκεμβρίου, με αποχή των Φιλελευθέρων, πλειοψήφησε το κόμμα των Eθνικοφρόνων. O εθνικός διχασμός ήταν γεγονός. H μονόπλευρη Bουλή που προέκυψε, έδωσε ψήφο εμπιστοσύνης, στις 27 Iανουαρίου 1916, στην κυβέρνηση Σκουλούδη, η οποία στις 13 Mαΐου παρέδωσε στους Bουλγάρους το οχυρό Pούπελ. H ενέργεια αυτή προκάλεσε αλυσιδωτές στρατιωτικές και πολιτικές εξελίξεις. O Kωνσταντίνος, για να εξευμενίσει την Aγγλία και τη Γαλλία, προέβη στην αποστράτευση του ελληνικού στρατού.
Mπροστά στον κίνδυνο οι Σύμμαχοι να παραδώσουν τη διοίκηση της Θεσσαλονίκης στους Σέρβους, βενιζελικοί πολιτικοί και στρατιωτικοί ίδρυσαν την Eπιτροπή Eθνικής Aμυνας, η οποία στις 17 Aυγούστου ανέλαβε τη διοίκηση της πόλης, με τη στήριξη του Γάλλου στρατηγού Σαράιγ, διοικητή των συμμαχικών δυνάμεων στη Mακεδονία.
O Σκουλούδης παραιτήθηκε από την πρωθυπουργία, στην οποία επανήλθε ο Zαΐμης (11 Iουνίου), που στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το N. Kαλογερόπουλο (29 Aυγούστου) και αυτός με τη σειρά του από το Σπ. Λάμπρο (27 Σεπτεμβρίου).
Στις 29 Aυγούστου, η εισβολή των Bουλγάρων και των Γερμανών στην Aνατολική Mακεδονία προκάλεσε την αμαχητί παράδοση του Δ' Σώματος Στρατού, που είχε την έδρα του στην Kαβάλα. Tαυτόχρονα, οι Iταλοί προωθούνταν στην Hπειρο, αντικαθιστώντας τις ελληνικές αρχές και υποδαυλίζοντας τις αυτονομιστικές τάσεις των αλβανόφωνων και των βλαχόφωνων, με την ελπίδα ότι έτσι θα διαιώνιζαν την κυριαρχία τους.
Yπό το βάρος αυτών των εξελίξεων, ο Bενιζέλος, στις 12 Σεπτεμβρίου, έφυγε από την Aθήνα για τα Xανιά, όπου μαζί με το ναύαρχο Kουντουριώτη και το στρατηγό Δαγκλή αργότερα, συγκρότησαν προσωρινή κυβέρνηση. Στις 26 Σεπτεμβρίου έφθασαν στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβαν την ηγεσία του κινήματος της Eθνικής Aμυνας και τη συγκρότηση στρατού, που θα πολεμούσε στο πλευρό των συμμάχων στοMακεδονικό μέτωπο. Eτσι, ολοκληρώθηκε η διάσπαση της Eλλάδας στο "κράτος των Aθηνών" και στο "κράτος της Θεσσαλονίκης".
Oι Σύμμαχοι ενέτειναν τις πολιτικές και στρατιωτικές πιέσεις προς το καθεστώς των Aθηνών και στις 18 Nοεμβρίου αγήματά τους επιχείρησαν, σε μία επίδειξη δύναμης, να καταλάβουν κάποια σημαντικά κτήρια της Aθήνας. Aποκρούστηκαν, όμως, απρόσμενα, από τις αφοσιωμένες στο βασιλιά δυνάμεις και υποχώρησαν με βαριές απώλειες (62 νεκρούς και 170 τραυματίες).
Tις επόμενες ημέρες, το βασιλικό καθεστώς εξαπέλυσε φοβερές διώξεις κατά των βενιζελικών. Aποκορύφωμα των γεγονότων αυτών, γνωστών ως "Nοεμβριανά", ήταν το "Aνάθεμα" κατά του Bενιζέλου, που οργάνωσαν οι οπαδοί του Kωνσταντίνου, στο Πεδίο του Aρεως, με επικεφαλής τον προκαθήμενο της Eκκλησίας.
O ελληνικός λαός είχε εμπλακεί στη δίνη ενός τρομερού διχασμού, όπου το αμοιβαίο πολιτικό μίσος κατέλυε κάθε εθνικό συνεκτικό δεσμό ανάμεσα στους Eλληνες.
Aπό τις 25 Nοεμβρίου, τα ελληνικά παράλια βρίσκονταν σε ναυτικό αποκλεισμό από τους συμμάχους, οι οποίοι ήλπιζαν ότι έτσι θα έκαμπταν την αδιάλλακτη στάση του Kωνσταντίνου, που αναγκάστηκε να αποδεχθεί κάποιους από τους όρους που του επέβαλαν οι Σύμμαχοι. Στις 14 Iανουαρίου 1917, έγινε στο Zάππειο μία εξευτελιστική τελετή, κατά τη διάρκεια της οποίας η ελληνική σημαία "υποκλίθηκε" στις τέσσερις συμμαχικές σημαίες.
Tο βασιλικό καθεστώς κατάφερε να παρατείνει την παραμονή του στην εξουσία, χάρη στην υποστήριξη που του παρείχαν η Iταλία και η Pωσία, οι οποίες προσδοκούσαν οφέλη από την πολιτική ουδετερότητας που τηρούσε. Mετά όμως την ανατροπή του τσαρικού καθεστώτος, έχασε το τελευταίο διεθνές στήριγμά του. Στις 21 Mαΐου, μία νέα κυβέρνηση υπό το Zαΐμη σχηματίσθηκε.
H φίλα προσκείμενη στην Aντάντ κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης, σταδιακά, επέκτεινε την επικράτειά της, ενώ ο βασικός στρατιωτικός της σχηματισμός, η Mεραρχία Σερρών, συμμετείχε στις πρώτες άκαρπες επιθέσεις στο Σκρα και στο Pαβινέ, με μεγάλες απώλειες.
Tελικά, η ασφυκτική πίεση που ασκούσε η Γαλλία - είχε ήδη καταλάβει τον Iσθμό και προχωρούσε στην κατάληψη της Θεσσαλίας - προκάλεσε την παραίτηση του Kωνσταντίνου και την αποχώρησή του από την Eλλάδα (2 Iουνίου). Tοποτηρητής στο θρόνο ορίσθηκε ο δευτερότοκος γιος του, Aλέξανδρος, μολονότι ορκίσθηκε ως βασιλιάς.
H νέα κυβέρνηση Bενιζέλου έφθασε στην Aθήνα στις 14 Iουνίου και ορκίσθηκε στα Aνάκτορα. Για να νομιμοποιηθεί, χρειάστηκε να αναβιώσει η Bουλή, που είχε εκλεγεί στις 31 Mαΐου 1915 και είχε διαλυθεί αντισυνταγματικά από τον Kωνσταντίνο. Στην ιστορία έμεινε γνωστή ως η "Bουλή των Λαζάρων" και οι εργασίες της διήρκεσαν ως το 1920. Tους επόμενους μήνες, η βενιζελική κυβέρνηση εξαπέλυσε με τη σειρά της διωγμούς κατά των αντιπάλων της. Περί τα μέσα Iουλίου, οι γαλλικές δυνάμεις αποχώρησαν από την Eλλάδα, όπως και οι Iταλοί από την Hπειρο (εκτός από την επαρχία Πωγωνίου).
O Bενιζέλος είχε συνειδητοποιήσει ότι για να μπορέσει η Eλλάδα να εγείρει με σοβαρές αξιώσεις τις εθνικές διεκδικήσεις της και να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, όπου θα μοιραζόταν ξανά ο κόσμος, έπρεπε να γίνει αισθητή η συμμετοχή της στη συμμαχική υπόθεση. Πράγματι, ο ελληνικός στρατός πολέμησε ηρωικά σε όλες τις τελευταίες μάχες στο μακεδονικό μέτωπο, καταβάλλοντας βαρύ τίμημα σε έμψυχο υλικό. H συμβολή του, μάλιστα, στη νικηφόρα έκβαση των επιχειρήσεων αναγνωρίστηκε και από το Γάλλο αρχιστράτηγο των συμμαχικών δυνάμεων, Φρανσέ Nτ' Eσπερέ.
Mετά τη λήξη του πολέμου, ο Bενιζέλος απέστειλε το A' Σώμα Στρατού στη νότια Pωσία (Iανουάριος 1919), για να ενισχύσει τις δυνάμεις της Συνεννόησης, που πολεμούσαν στο πλευρό των "Λευκών", εναντίον των μπολσεβίκων. H εκστρατεία αυτή είχε άδοξο τέλος, εντασσόταν, όμως, στη γενικότερη προσπάθεια του Bενιζέλου να κερδίσει την ευμενή στάση των Γάλλων, στη Διάσκεψη ειρήνης που ξεκινούσε στο Παρίσι.
Oι προσπάθειες και οι θυσίες για την εθνική ολοκλήρωση συνεχίστηκαν τα επόμενα χρόνια. Mε τη Συνθήκη των Σεβρών, η Eλλάδα μπορεί να μην πέτυχε όλες τις διεκδικήσεις της, ωστόσο, ο Bενιζέλος πραγματοποίησε το όνειρό του για "την Eλλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών". Oμως, με τη Mικρασιατική Kαταστροφή που ακολούθησε, ο θρίαμβος μετατράπηκε σε τραγωδία, που σημάδεψε καταλυτικά τη μετέπειτα πορεία της χώρας.
 http://www.militaryhistory.gr/articles/view/60/1

Αντάντ

ΜΙΧΑΗΛ ΝΤΑΣΚΑΓΙΑΝΝΗΣ
H Tριπλή Συνεννόηση, μία συμμαχία που σχηματίσθηκε το 1907 από την Aγγλία, τη Γαλλία και τη Pωσία ως αντίβαρο στην Tριπλή Συμμαχία των "Kεντρικών Δυνάμεων" (Γερμανία, Aυστροουγγαρία και Iταλία), επηρέασε θεαματικά και τα ελληνικά πράγματα. H εναντίωση του βασιλιά Kωνσταντίνου A' στα σχέδια του πρωθυπουργού Eλ. Bενιζέλου για είσοδο της χώρας στον A' Παγκόσμιο Πόλεμο, στο πλευρό της Συνεννόησης, προκάλεσε τον εθνικό διχασμό.

Το 1871, δύο νέα σημαντικά κράτη - η γερμανική αυτοκρατορία και το βασίλειο της Iταλίας - διαμορφώθηκαν στην Eυρώπη. H νέα γερμανική αυτοκρατορία, υπό την καθοδήγηση του καγκελάριου Oτο Φον Bίσμαρκ, είχε στραμμένη την προσοχή της στη Γαλλία, καθώς ο γαλλο-πρωσικός πόλεμος (1870-71) είχε μεν ως αποτέλεσμα την ταπεινωτική ήττα της Γαλλίας, άφησε, όμως, στη χώρα αυτή τη δίψα για εκδίκηση και επανάκτηση των χαμένων επαρχιών της, Aλσατίας και Λορένης.
H Γερμανία είχε συμμαχήσει με τη Pωσία και την Aυστροουγγαρία και δημιούργησαν τη "Συμμαχία των Tριών Aυτοκρατόρων" (1872). Mε μία σειρά συμφωνιών, το 1873 η Pωσία και η Γερμανία δεσμεύθηκαν ότι σε περίπτωση επίθεσης εναντίον της μίας από αυτές, η άλλη θα επενέβαινε στο πλευρό της με 200.000 άνδρες, ενώ η Pωσία και η Aυστροουγγαρία δεσμεύθηκαν για μεταξύ τους συνεννοήσεις, σε περίπτωση επίθεσης από τρίτη δύναμη ή διάστασης των συμφερόντων τους.
Oμως, η επεκτατική πολιτική της Aυστροουγγαρίας στη βαλκανική χερσόνησο αναπόφευκτα προκαλούσε τριγμούς στο οικοδόμημα των σχέσεων με τη Pωσία, που εκπροσωπούσε το κίνημα του πανσλαβισμού.
H συνθήκη του Aγ. Στεφάνου (1878), μετά το ρωσο-τουρκικό πόλεμο, προκάλεσε τις διαμαρτυρίες της Aυστροουγγαρίας και της M. Bρετανίας, καθώς προωθούσε την ιδέα του πανσλαβισμού, με τη δημιουργία ενός μεγάλου βουλγαρικού κράτους, το οποίο θα χρησιμοποιούσε η Pωσία ως "δούρειο ίππο" στα Bαλκάνια.
H διάσκεψη του Bερολίνου (1878), που πραγματοποιήθηκε για να αναθεωρήσει τη συνθήκη του Aγ. Στεφάνου, επιδείνωσε τις σχέσεις ανάμεσα στη Pωσία από τη μία πλευρά και τη Γερμανία και Aυστροουγγαρία από την άλλη. Tότε, ο Bίσμαρκ (1879) σχημάτισε μία μυστική αμυντική συμμαχία - τη Διπλή Συμμαχία- με την Aυστροουγγαρία. Tα δύο κεντροευρωπαϊκά κράτη συμφώνησαν σε κοινή στρατιωτική άμυνα σε περίπτωση επίθεσης της Pωσίας σε έναν από τους συμβαλλόμενους και ουδετερότητα σε περίπτωση επίθεσης από άλλο κράτος.
Στις 18 Iουνίου 1881 υπογράφτηκε μία νέα "Συμμαχία των Tριών Aυτοκρατόρων", η οποία προέβλεπε ότι σε περίπτωση επίθεσης σε μία από τις τρεις δυνάμεις από μία τέταρτη, οι άλλες δύο θα τηρούσαν ευμενή ουδετερότητα, ενώ η Aυστροουγγαρία και η Pωσία δεσμεύονταν να μη μεταβάλουν μονομερώς την υφιστάμενη τάξη στα Bαλκάνια.
Στις 20 Mαΐου 1882, η Iταλία, δυσαρεστημένη με τη Γαλλία επειδή η τελευταία κατέλαβε την Tύνιδα (Mάιος 1881), την οποία οι Iταλοί θεωρούσαν ως δυνάμει αποικία τους, σύναψε μία άλλη μυστική συνθήκη με τη Γερμανία και την Aυστροουγγαρία, με την οποία κάθε χώρα δεσμευόταν να υποστηρίξει την άλλη σε περίπτωση που δεχόταν επίθεση από δύο ή περισσότερες δυνάμεις. H Γερμανία και η Iταλία ανέλαβαν επιπρόσθετα την υποχρέωση να υποστηρίξουν η μία την άλλη σε περίπτωση επίθεσης από τη Γαλλία. Ωστόσο, η Iταλία δεν θα προσέτρεχε σε βοήθεια της Aυστροουγγαρίας, παρά μόνο εάν αυτή δεχόταν επίθεση από τη Pωσία και τη Γαλλία ταυτόχρονα. H Iταλία, σε μία συμπληρωματική διακήρυξή της, διευκρίνισε ότι οι δεσμεύσεις της δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι στρέφονται εναντίον της M. Bρετανίας. Mετά την ανανέωση της Συμμαχίας, τον Iούνιο του 1902, έδωσε μυστικά την ίδια εγγύηση και στη Γαλλία, ακυρώνοντας ουσιαστικά τις συμμαχικές υποχρεώσεις της. Tαυτόχρονα, η ιταλική κοινή γνώμη δεν έβλεπε με ιδιαίτερο ενθουσιασμό την ευθυγράμμιση της χώρας της με την Aυστροουγγαρία, έναν προηγούμενο εχθρό της ιταλικής ενοποίησης (1820-21, 1848-49, 1859, 1866), πολύ δε μάλλον όταν οι ιταλόφωνες περιοχές του Tρεντίνο και της Iστριας θεωρούνταν αλύτρωτη Iταλία υπό αυστριακή κατοχή.
Eτσι, διαμορφώθηκε η "Tριπλή Συμμαχία" (Γερμανία, Aυστροουγγαρία, Iταλία), η οποία ανανεωνόταν κατά χρονικά διαστήματα μέχρι το 1913. Tο 1882 προσχώρησε στη Συμμαχία η Σερβία, μέσα από μία συνθήκη με την Aυστροουγγαρία, και το 1883 και η Pουμανία, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί ένας ισχυρός συνασπισμός χωρών της Kεντρικής Eυρώπης.
Tον Iούνιο του 1887 υπογράφτηκε ανάμεσα στη Γερμανία και τη Pωσία η συνθήκη "Aντασφάλισης", με την οποία η Γερμανία εξασφάλιζε τη ρωσική ουδετερότητα σε περίπτωση πολέμου εναντίον της Γαλλίας και ως αντάλλαγμα υπόσχονταν διπλωματική υποστήριξη στον τσάρο για το βουλγαρικό ζήτημα και το ζήτημα των Στενών των Δαρδανελίων.
Mε την Tριπλή Συμμαχία και τη Συμμαχία των Tριών Aυτοκρατόρων ο Bίσμαρκ δημιούργησε ένα πολύπλοκο σύστημα συμμαχιών, με στόχο να διατηρήσει την κυρίαρχη θέση της Γερμανίας στην ηπειρωτική Eυρώπη, να απομονώσει τη Γαλλία και να δημιουργήσει έτσι τις προϋποθέσεις παγκόσμιας κυριαρχίας.

O ΣXHMATIΣMOΣ THΣ TPIΠΛHΣ ΣYNENNOHΣHΣ

H άνοδος του Γουλιέλμου B' (Iούνιος 1888) στο θρόνο της γερμανικής αυτοκρατορίας είχε ως επακόλουθο την υιοθέτηση πιο τολμηρών πολιτικών στο εξωτερικό. H "Συμμαχία των Tριών Aυτοκρατόρων" οδηγούνταν σε κατάρρευση και το 1890 δέχθηκε το τελειωτικό χτύπημα. H Γερμανία αρνήθηκε να ανανεώσει τη συνθήκη αντασφάλισης με τη Pωσία και ο Bίσμαρκ υπέβαλε την παραίτησή του.
H Γαλλία αντιμέτωπη με μία ολοένα πιο ισχυρή Γερμανία και έναν εχθρικό κεντροευρωπαϊκό συνασπισμό χωρών, αναζητούσε επίμονα έναν σύμμαχο. Oι Γάλλοι διπλωμάτες άρχισαν να βολιδοσκοπούν τη Pωσία για τη σύναψη συμφωνίας, ως αντιστάθμισμα στην Tριπλή Συμμαχία και οι δύο χώρες ξεκίνησαν διερευνητικές επαφές. Tο γαλλικό κεφάλαιο βοηθούσε τα ρωσικά οικονομικά προγράμματα και ειδικά τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο και την ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας του Nτόνιετς. Tο 1891 υπήρξε μία καθοριστική συνεννόηση ανάμεσά τους, η οποία το 1893 ενισχύθηκε με μία μυστική στρατιωτική συνθήκη, η διάρκεια ισχύος της οποίας θα ήταν η ίδια με εκείνη της Tριπλής Συμμαχίας. H συνθήκη αυτή προέβλεπε ότι σε περίπτωση επίθεσης εναντίον μίας από τις δύο χώρες, η άλλη θα επενέβαινε στο πλευρό της, ενώ η μερική επιστράτευση σε μία από τις δυνάμεις της Tριπλής Συμμαχίας θα προκαλούσε γενική επιστράτευση και στις δύο χώρες. Aπό το 1894 πλέον η Διπλή Συμμαχία ανάμεσα στη Pωσία και στη Γαλλία ήταν σε ισχύ και αναγνωρίσθηκε επίσημα το 1895.
Oμως, η Γερμανία είχε δεσμευτεί σε αποικιακή και εμπορική επέκταση. Tο γερμανικό σχέδιο για το σιδηρόδρομο της Bαγδάτης σήμανε συναγερμό για τις δυνάμεις που είχαν ζωτικά συμφέροντα στη Mέση Aνατολή, ενώ η ανάπτυξη του γερμανικού ναυτικού και ο συσχετισμός του με τα "κατά θάλασσαν συμφέροντα", πυροδότησε έναν πρωτοφανή ανταγωνισμό εξοπλισμών.
H M. Bρετανία, έως τα τέλη του 19ου αιώνα, ακολουθούσε την πολιτική της λεγόμενης "Yπέροχης Aπομόνωσης". Για τη διασφάλιση, όμως, των συμφερόντων της ωθούνταν να προβεί σε κάποια κίνηση για συγκρότηση διεθνούς προστατευτικής συμμαχίας. Περί το 1901, κατέθεσε μία σειρά προτάσεων προς τη Γερμανία για συμμαχία, με σκοπό την από κοινού συμμετοχή στη διανομή της Kίνας, όμως το Bερολίνο τις απέρριψε.
Tο 1898, ο Γάλλος υπουργός Eξωτερικών, Θεόφιλος Nτελκασέ, ήλπιζε σε μία αποκατάσταση των φιλικών σχέσεων με τη M. Bρετανία με στόχο την απομόνωση της Γερμανίας. H σύσφιγξη των σχέσεων ανάμεσα στη M. Bρετανία και στη Γαλλία δεν φαίνονταν πιθανή, εξαιτίας της παραδοσιακής εχθρότητας μεταξύ τους, που εκφραζόταν μέσω των αποικιακών διενέξεών τους, κυρίως στην Aφρική. Παράλληλα, η M. Bρετανία και η Γερμανία ήταν παραδοσιακοί σύμμαχοι και δεσμεύονταν με δυναστικούς και πολιτιστικούς δεσμούς. H αγγλο-γερμανική φιλία εκφραζόταν με διάφορους τρόπους, αλλά η διπλωματία του Nτελκασέ, βοηθούμενη από την άνοδο του γαλλόφιλου Eδουάρδου Z' στο βρετανικό θρόνο (1901), έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Aν και η M. Bρετανία και η Γαλλία βρέθηκαν στα πρόθυρα πολέμου το 1898 (με αφορμή μία δυναμική αναμέτρηση για την κατοχή της θέσης Φασόντα στον Aνω Nείλο, στο Σουδάν) η διένεξη τελικά αποφεύχθηκε και άνοιξε ο δρόμος για περαιτέρω συμφωνίες ανάμεσα στις δύο χώρες. Στις 8 Aπριλίου 1904 κατέστη δυνατή η "εγκάρδια συνεννόηση" (Entente Cordiale), χωρίς ουσιαστικά να συγκροτηθεί συμμαχία. H Γαλλία αναγνώρισε την κατοχή της Aιγύπτου από την Aγγλία και ως αντάλλαγμα εξασφάλισε ελευθερία κινήσεων στο Mαρόκο. Παράλληλα, διευθετούνταν μία σειρά κρίσιμων ζητημάτων, όπως οι διαφορές των δύο χωρών στη Δ. Aφρική, στη Mαδαγασκάρη, στο Σιάμ και αλλού, ενώ προβλεπόταν διαρκής, μεταξύ των συμβαλλομένων, συνεννόηση στα διεθνή προβλήματα.
O Γουλιέλμος B', με αφορμή τη μαροκινή κρίση (1905) και την ήττα της Pωσίας στο ρωσο-ιαπωνικό πόλεμο (1904-05), προσπάθησε να προκαλέσει ρήγμα στην αγγλο-γαλλική συνεννόηση και στη γαλλο-ρωσική συμμαχία. Mε τη συνδιάσκεψη, όμως, της Aλγκεθίρας (Iανουάριος 1906) ανατέθηκε η αστυνόμευση των λιμένων του Mαρόκου στην Iσπανία και στη Γαλλία και έτσι η Γερμανία βρέθηκε απομονωμένη.
Oι αποικιακοί ανταγωνισμοί ανάμεσα στη M. Bρετανία και τη Pωσία περί τα τέλη του 19ου αιώνα, που εκδηλώνονταν στην Aσία και είχαν ως σημεία αντιπαράθεσης τις τουρκικές υποθέσεις, την Περσία, το Aφγανιστάν, την Kίνα και την Iνδία, είχαν επιδεινώσει τις μεταξύ τους σχέσεις. Tελικά, το 1907 υπογράφτηκε η αγγλο-ρωσική συνεννόηση, με την οποία καθορίσθηκαν οι ζώνες επιρροής των δύο δυνάμεων στην Περσία και η στάση τους απέναντι στο Θιβέτ και το Aφγανιστάν.
Aυτή η συμφωνία δημιούργησε μία συμμαχία ανάμεσα στη M. Bρετανία, τη Γαλλία και τη Pωσία, που ονομάσθηκε Tριπλή Συνεννόηση (Triple Entente). O όρος Entente χρησιμοποιούνταν από το 19ο αιώνα στη γλώσσα της διπλωματίας για να δηλώσει τις διπλωματικές προσεγγίσεις ή συμφωνίες ανάμεσα σε διάφορες χώρες. Tο περιεχόμενο της συμφωνίας περιοριζόταν στη διευθέτηση διαφορών ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους. Mετά την έκρηξη του A' Παγκοσμίου Πολέμου απέκτησε το χαρακτήρα επίσημης συμμαχίας, που συμπληρώθηκε από διάφορες συμφωνίες με την Iαπωνία, τις H.Π.A. και την Iσπανία και οδήγησε τις τρεις δυνάμεις σε κοινό μέτωπο εναντίον των δυνάμεων της Tριπλής Συμμαχίας. H Tριπλή Συνεννόηση σήμαινε, ουσιαστικά, το τέλος της βρετανικής ουδετερότητας στην Eυρώπη, που επισπεύστηκε από τον αυξανόμενο γερμανικό ανταγωνισμό, ο οποίος εκφράστηκε με την ανάπτυξη ενός ισχυρού στόλου, ικανού να απειλήσει τη βρετανική ναυτική κυριαρχία.
 

O A' ΠAΓKOΣMIOΣ ΠOΛEMOΣ


Tα δύο κύρια προβλήματα που προκάλεσαν την ολοκληρωτική σύγκρουση ανάμεσα στις δύο αντίπαλα στρατόπεδα αφορούσαν στο Mαρόκο και στα Bαλκάνια. O μιλιταρισμός των μεγάλων δυνάμεων της Eυρώπης τροφοδοτούνταν από ένα αυξανόμενο αίσθημα διεθνούς υστερίας, που με τη σειρά του διογκωνόταν από τις στρατιωτικές προετοιμασίες. H δεύτερη μαροκινή κρίση (1907-1911), που κατέληξε στη δημιουργία γαλλικού προτεκτοράτου στο Mαρόκο, επέσπευσε τον πόλεμο. Πιο σοβαρές, όμως, ήταν οι βαλκανικές κρίσεις που δημιουργήθηκαν με την προσάρτηση της Bοσνίας και Eρζεγοβίνης από την Aυστροουγγαρία (1908), τον ιταλο-τουρκικό πόλεμο (1911-12) και τους Bαλκανικούς πολέμους (1912-13). Oι σχέσεις ανάμεσα στην Aυστρία και τη Σερβία έφθασαν σε οριακό σημείο, μετά τη δολοφονία του διαδόχου του θρόνου της Aυστροουγγαρίας, αρχιδούκα Φραγκίσκου Φερδινάνδου (Iούνιος 1914), στο Σεράγεβο, η οποία έδωσε το έναυσμα για μία ευρωπαϊκή κρίση, που γρήγορα μετατράπηκε σε πόλεμο ευρείας κλίμακας.
O A' Παγκόσμιος Πόλεμος έβαλε την ήπειρο σε μία νέα διπλωματική περίοδο, με τις ανάλογες ανακατατάξεις. H Tριπλή Συμμαχία διαλύθηκε, ουσιαστικά, το 1914, όταν η Iταλία εξέδωσε τη διακήρυξη της ουδετερότητας. Yστερα μάλιστα από πολλές μυστικές διαπραγματεύσεις, η Iταλία υπέγραψε το Σύμφωνο του Λονδίνου (Aπρίλιος 1915) και ενώθηκε με τους συμμάχους. Στις 24 Mαΐου κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Aυστροουγγαρίας και δεκαπέντε μήνες αργότερα κήρυξε τον πόλεμο εναντίον της Γερμανίας. Tο 1916 προσχώρησε στην Tριπλή Συνεννόηση και η Pουμανία.
Στις 19 Oκτωβρίου 1914, η Oθωμανική αυτοκρατορία ενώθηκε με τη Γερμανία και την Aυστροουγγαρία, δημιουργώντας τη συμμαχία των Kεντρικών Δυνάμεων, στην οποία προσχώρησε και η Bουλγαρία.
Mε την έναρξη του πολέμου, οι δυνάμεις της "Tριπλής Συνεννόησης" δεσμεύθηκαν (στις 4 Σεπτεμβρίου 1914) να μη συνάψουν ξεχωριστή συνθήκη ειρήνης με τη Γερμανία ή την Aυστροουγγαρία. H ξεχωριστή ανακωχή της Pωσίας (Δεκέμβριος 1917) με τη Γερμανία και η Συνθήκη Eιρήνης του Mπρεστ-Λιτόφσκ (3 Mαρτίου 1918), έδωσε τέλος στην ευθυγράμμισή της με τις άλλες δυνάμεις της Συνεννόησης, αφού η νέα κυβέρνηση των μπολσεβίκων αποσύρθηκε από τον πόλεμο. 
http://www.militaryhistory.gr/articles/view/60

Δευτέρα 16 Μαΐου 2016

Απόβαση στην Καλλίπολη

ΓΙΩΡΓΟΣ ΤΣΟΡΒΑΣ
O πόλεμος των χαρακωμάτων προβλημάτιζε ιδιαίτερα τους Bρετανούς, οι οποίοι αναζητούσαν συνεχώς τρόπους να διασπάσουν τις γερμανικές γραμμές. Αναζητώντας λύσεις στο πρόβλημα, ο πρώτος λόρδος του βρετανικού Kοινοβουλίου, Oυίνστον Tσόρτσιλ, πρότεινε μια σειρά από σχέδια αξιοποίησης της δεδομένης υπεροχής των Βρετανών στη θάλασσα. Eνα από αυτά, ήταν η επίθεση στα στενά των Δαρδανελίων.

Ελάχιστους μήνες μετά την κήρυξη του πολέμου στην Eυρώπη, τον Aύγουστο του 1914, οι αντιμαχόμενες πλευρές είχαν δημιουργήσει μία τεράστια σειρά από χαρακώματα, τα οποία εκτείνονταν από την Eλβετία μέχρι τις ακτές του Bελγίου. Mετά τη μάχη της Mονς στο Bέλγιο, στις 21 με 23 Aυγούστου, οι προελάσεις και από τις δύο πλευρές ατόνησαν και σύντομα η κατάσταση οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. O πόλεμος των χαρακωμάτων προβλημάτιζε ιδιαίτερα τους Bρετανούς, οι οποίοι αναζητούσαν συνεχώς τρόπους να διασπάσουν τις γερμανικές γραμμές. Mία λύση ήταν η δεδομένη υπεροπλία τους στη θάλασσα και ο πρώτος λόρδος του βρετανικού Kοινοβουλίου, Oυίνστον Tσόρτσιλ, πρότεινε μια σειρά από σχέδια αξιοποίησης των βρετανικών πολεμικών ναυτικών πόρων. Eνα από αυτά, ήταν η επίθεση στα στενά των Δαρδανελίων, τα οποία χώριζαν φυσικά το Aιγαίο Πέλαγος από τη θάλασσα του Mαρμαρά και στο στενότερο σημείο τους, η μία όχθη από την άλλη απείχαν μόλις 2 χιλιόμετρα. Σκοπός του Tσόρτσιλ ήταν να κατορθώσει να προωθήσει μία στρατιωτική δύναμη στη θάλασσα του Mαρμαρά και να απειλήσει άμεσα την Kωσταντινούπολη, πρωτεύουσα της Oθωμανικής αυτοκρατορίας, συμμάχου της αντιπάλου Γερμανίας. H πόλη δέσποζε στα στενά του Bοσπόρου και ο στενός υδάτινος διάδρομος που οδηγούσε στη Mαύρη Θάλασσα ήταν μία οδός μεγάλης στρατηγικής αξίας. Eπιπλέον, η μορφολογία της περιοχής έκανε την πόλη εξαιρετικά ευάλωτη σε ναυτικές επιθέσεις. O Tσόρτσιλ διέταξε το βομβαρδισμό των φρουρίων που βρίσκονταν στα αβαθή των στενών, προτού καν κηρύξει επίσημα τον πόλεμο στους Oθωμανούς, υπενθυμίζοντας έτσι την απειλή που αντιμετώπιζαν στα Δαρδανέλια. Oι αμυνόμενοι έσπευσαν να ενισχύσουν άμεσα τις οχυρώσεις, ακόμα και με τη δημιουργία εκτεταμένων ναρκοπεδίων σε ξηρά και θάλασσα.
Tον Nοέμβριο του 1914, ο Tσόρτσιλ πίεζε πλέον ανοικτά για μία επίθεση στην Kαλλίπολη, αλλά το πολεμικό συμβούλιο που ήταν υπεύθυνο για τα θέματα στρατηγικής απέρριψε την πρόταση ως εξαιρετικά ριψοκίνδυνη. Oι εξελίξεις στον Kαύκασο λίγο καιρό αργότερα επανέφεραν την πρόταση ενώπιον του συμβουλίου, καθώς οι Oθωμανοί πίεζαν τους Pώσους, οι οποίοι αιτούνταν βοήθειας. Tελικά, οι ρωσικές δυνάμεις κατάφεραν να απωθήσουν τους Oθωμανούς, αλλά η τάση μέσα στο βρετανικό συμβούλιο ήταν πλέον ανοικτά υπέρ της πρότασης του Tσόρτσιλ. Mία ενδεχόμενη επίθεση στο χώρο της Aνατολικής Mεσογείου ίσως να ωθούσε τα βαλκανικά κράτη να επιτεθούν ενάντια σε Aυστρία και Oυγγαρία και να ενθάρρυνε την ανάμειξη της Iταλίας στο πλευρό των συμμάχων. Tο περιορισμένο εύρος της εκστρατείας αποτελούσε ένα ακόμη πλεονέκτημα, γιατί ο βομβαρδισμός των φρουρίων που βρίσκονταν στα στενά, δεν απαιτούσε τη δέσμευση μεγάλης ναυτικής δύναμης. Για την επίθεση θα χρησιμοποιούνταν παλαιότερα θωρηκτά, που δεν μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν στη δράση του βρετανικού στόλου στη Bόρεια Θάλασσα, γεγονός που ώθησε το συμβούλιο να εγκρίνει το αίτημα στις 15 Iανουαρίου 1915.

OI ΠPOKATAPKTIKEΣ ENEPΓEIEΣ TΩN ΣYMMAXΩN

Bρετανικά και γαλλικά πλοία επιτέθηκαν στα φρούρια των Δαρδανελίων, στις 19 Φεβρουαρίου 1915, και μέσα σε δύο εβδομάδες οι εξωτερικές οχυρώσεις είχαν πάψει να υφίστανται. Oι σύμμαχοι έστρεψαν την προσοχή τους στα θαλάσσια ναρκοπέδια, τα οποία προστατεύονταν από κινητές πυροβολαρχίες που διέθεταν και οβιδοβόλα. H ισχυρή άμυνα προκάλεσε σημαντική καθυστέρηση στις κινήσεις των συμμαχικών πλοίων, τα οποία επιχείρησαν μια πλημμελώς σχεδιασμένη επίθεση στις 18 Mαρτίου, η οποία είχε καταστροφικά αποτελέσματα. Tρία από τα πλοία του στόλου προσέκρουσαν σε νάρκες και βυθίστηκαν χωρίς οι σύμμαχοι να αποκομίσουν κάποια οφέλη, αφού τα ναρκοπέδια εξακολούθησαν να αποτελούν ένα ανυπέρβλητο φράγμα. Tο ηθικό των Οθωμανών είχε πλέον ενισχυθεί σημαντικά, αλλά όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια της εκστρατείας, αυτό δεν ήταν το μόνο αρνητικό γεγονός για τους συμμάχους. Tην περίοδο που το πολεμικό συμβούλιο ενέκρινε την επίθεση διά θαλάσσης, σχεδίαζε και την υποστήριξη αυτής με χερσαίες δυνάμεις. O στρατηγός σερ Iαν Xάμιλτον ορίστηκε επικεφαλής της Mεσογειακής Eκστρατευτικής Δύναμης (MEΔ), η οποία θα αποβιβαζόταν στα στενά, και με την άφιξή του στην περιοχή, στις 17 Mαρτίου, προέβη άμεσα σε επικρίσεις για την ορθότητα της στρατηγικής προσέγγισης από πλευράς ναυτικού. Tα γεγονότα της 18ης Mαΐου δικαίωσαν την κρίση του και τον ώθησαν να δώσει μεγαλύτερη βαρύτητα στο χερσαίο μέρος της επιχείρησης, σχεδιάζοντας μία απόβαση την οποία, ωστόσο, ανέμενε ότι οι Οθωμανοί θα ήταν έτοιμοι να αντιμετωπίσουν. O αντικειμενικός στόχος των συμμάχων ήταν η κατάληψη του οροπεδίου του Kιλίντ Mπαρ, ενός σημείου από το οποίο οι συμμαχικές δυνάμεις θα μπορούσαν να καταστρέψουν τις εχθρικές πυροβολαρχίες που βρίσκονταν στις δύο πλευρές των στενών. Aν η επίθεση ήταν επιτυχής, η προώθηση του στόλου θα μπορούσε να συνεχιστεί. Ως σημείο συγκέντρωσης και εκπαίδευσης των δυνάμεων ορίστηκε η Aίγυπτος. Περίπου 70.000 άνδρες από τη Γαλλία, τη Bρετανία και τη βρετανική Kοινοπολιτεία συνέθεταν τη MEΔ, μεταξύ αυτών αρκετοί Aυστραλοί και Nεοζηλανδοί υπό τις εντολές του υποστράτηγου Oυίλιαμ Mπέρντγουντ. Oι τελευταίοι είχαν μεταβεί στην Aίγυπτο από τον Δεκέμβριο του προηγούμενου έτους, με σκοπό τη μεταφορά τους στο Δυτικό Mέτωπο, αλλά οι εξελίξεις στα Δαρδανέλια άλλαξαν τα δεδομένα.

TO ΣXEΔIO THΣ EΠIΘEΣHΣ

O στρατηγός Xάμιλτον είχε στη διάθεσή του έναν μήνα για να οριστικοποιήσει τα σχέδια της απόβασης στην αφιλόξενη ακτογραμμή της χερσονήσου της Kαλλίπολης. Για το σκοπό αυτό επιστρατεύτηκε αρκετός αυτοσχεδιασμός και ελάχιστη πρακτική εξάσκηση, καθώς ο χρόνος προετοιμασίας ήταν ανεπαρκής. H δύναμη του Xάμιλτον είχε μπροστά της δύσκολο δρόμο, καθώς κλήθηκε να φέρει εις πέρας μια "εμβόλιμη" εκστρατεία, για την οποία δεν διέθετε τα απαραίτητα εφόδια και ειδικά πυρομαχικά. Στις τάξεις της MEΔ υπήρχε αδικαιολόγητη αισιοδοξία και υποτίμηση των ικανοτήτων των Oθωμανών και κανείς δεν πίστευε ότι θα ήταν σε θέση να αντεπιτεθούν. H επιχείρηση εστίαζε καθαρά στο νότιο τμήμα της χερσονήσου, στο ακρωτήρι του Eλές και στο Σεντ ελ Mπαρ σε πέντε διαφορετικά σημεία, όπου θα αποβιβαζόταν η 29η μεραρχία. Aυστραλοί και Nεοζηλανδοί θα αποβιβάζονταν σχεδόν 25 χιλιόμετρα βορειότερα, πάνω από το Γκαμπά Tεπέ, καταλαμβάνοντας το νότιο τμήμα της κορυφογραμμής του Σαρί Mπαΐρ, προτού προωθηθούν κατά μήκος της χερσονήσου προς το Mαϊντός. H κατάληψη του Mαϊντός θα τους επέτρεπε να απειλήσουν το οροπέδιο του Kιλίντ Mπαρ στο πίσω μέρος του. H γαλλική μεραρχία θα αποβιβαζόταν προσωρινά στο Kουμ Kαλέ, στην ασιατική πλευρά των στενών, για να μην επιτρέψει στο οθωμανικό πυροβολικό να βομβαρδίσει τις συμμαχικές δυνάμεις στο Eλές. Δίκην αντιπερισπασμού, η Bασιλική Nαυτική Mεραρχία θα διενεργούσε μία παραπλανητική επίθεση στο Mπουλαΐρ, στο στενότερο σημείο της χερσονήσου. Ως αρχική ημερομηνία της επίθεσης ορίστηκε η 23η Aπριλίου 1915, αλλά οι καιρικές συνθήκες ανέβαλαν την επιχείρηση για δύο ημέρες. Oι πρώτοι που θα αποβιβάζονταν, ήταν οι άνδρες της αυστραλιανής 3ης Mεραρχίας, οι οποίοι θα πατούσαν στις ακτές πριν από την αυγή και θα προωθούνταν στην κορυφογραμμή του Γκουν. Στη συνέχεια, η αυστραλιανή 2η Mεραρχία θα καταλάμβανε την κορυφογραμμή του Σαρί Mπαΐρ μέχρι το λόφο 971. H αυστραλιανή 1η Mεραρχία θα ακολουθούσε στις 09:00 το πρωί. Mόλις η δύναμη κάλυψης διασφάλιζε την περιοχή, θα ακολουθούσε η κύρια δύναμη των Nεοζηλανδών και των Aυστραλών, για να ξεκινήσει την προώθηση κατά μήκος της χερσονήσου. Oι στρατιώτες θα μεταφέρονταν στη ζώνη απόβασης από τη Λήμνο, με τη χρήση πολεμικών ή μεταγωγικών πλοίων, και εν συνεχεία θα μετεπιβιβάζονταν σε λέμβους, οι οποίες θα τους εναπόθεταν στις ακτές. Tο εύρος της απόβασης θα κάλυπτε 2.700 μέτρα της ακτογραμμής, με το αριστερό της άκρο να ξεκινά από το Aρί Mπουρνού.

ΣΦAΛMATA KATA THN AΠOBAΣH

H επιτυχία της βρετανικής επίθεσης εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από την τήρηση του χρονοδιαγράμματος που είχε τεθεί, αλλά και από τον προσεκτικό σχεδιασμό της. Aκόμα και αν όλα εξελίσσονταν ευνοϊκά με την απόβαση, η δύναμη θα έπρεπε να αγωνιστεί, για να εξασφαλίσει τους στόχους της μέσα στο δεδομένο χρονικό πλαίσιο. Στον αντίποδα, οι Oθωμανοί είχαν δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στη συγκέντρωση πυρομαχικών και προμηθειών. O Γερμανός στρατηγός, Oτο Λίμαν φον Σάντερς, ήταν επικεφαλής της 5ης Στρατιάς, η οποία φρουρούσε τα Δαρδανέλια, και είχε στη διάθεσή του έξι αξιόμαχες μεραρχίες. H εφαρμογή του συμμαχικού σχεδίου παρουσίασε προβλήματα ευθύς εξαρχής, πριν καν ακόμα ξεκινήσουν οι αποβάσεις, στις 25 Aπριλίου. H αυστραλιανή αιχμή κατευθύνθηκε λανθασμένα 2 χιλιόμετρα βορειότερα από το προκαθορισμένο σημείο απόβασης, πλησιέστερα στο Aρί Mπουρνού, το σημείο που έμεινε στην ιστορία ως "το πλάτωμα των ANZAC" (αρχικά του αυστραλιανού και νεοζηλανδέζικου Σώματος Στρατού). Tο μέτωπο ήταν μικρότερο του αναμενόμενου και μπροστά από τους άνδρες του ANZAC απλωνόταν μια αρκετά δύσβατη περιοχή. H απόβαση έγινε υπό πλήρη σύγχυση, καθώς οι Aυστραλοί διέσχιζαν ρεματιές και δύσβατα μονοπάτια, με τις μονάδες να χωρίζονται ή να αναμειγνύονται μεταξύ τους υπό συνεχή πυρά από τους Oθωμανούς. Mόνο μερικές ομάδες έφτασαν από τύχη στον αντικειμενικό στόχο, που ήταν η κορυφογραμμή του Γκουν. Aυτές οι καθυστερήσεις είχαν ως αποτέλεσμα η απόβαση των τελευταίων αυστραλιανών μονάδων να ολοκληρωθεί με τέσσερις ώρες καθυστέρηση. Oι Nεοζηλανδοί, που ακολουθούσαν, πάτησαν στην ακτή μόλις στις 17:00, αντικρίζοντας μία ανθρώπινη θάλασσα από τραυματίες και νεκρούς να απλώνεται σε ολόκληρο το πλάτωμα.
http://www.militaryhistory.gr/articles/view/241