Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΙΔΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΑΙΔΕΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Ιουλίου 2025

Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός: Ο μεγαλομάρτυρας του 1821 στην Κύπρo

  

Τοῦ θεοφιλεστάτου Ἐπισκόπου Λήδρας κ. Ἐπιφανίου Ἡγουμένου τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ

Λόγος ἐκφωνηθεὶς εἰς τὸ Λύκειον Ἁγίου Γεωργίου Λακατάμιας

τῇ 14ῃ Ἀπριλίου 2021

————————————

Ἐλλογιμώτατοι κύριοι καθηγητές,

Ἀξιότιμε κ. Διευθυντὰ μετὰ τοῦ περὶ Ὑμῶν Καθηγητικοῦ Συλλόγου τοῦ Λυκείου τούτου,

Ἐνθουσιώδης μαθητιῶσα νεολαία,

Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανὸς εἶναι μία σπουδαιότατη προσωπικότητα τῆς περιόδου τῆς Τουρκοκρατίας στὴν Κύπρο. Τὰ ἱστορικὰ γεγονότα ποὺ σχετίζονται μὲ τὴν ζωή του καὶ ἀναδεικνύουν τὴν πολύπλευρη προσωπικότητα καὶ τὸ μέγεθος τοῦ ἀνδρὸς εἶναι λίγο ἢ πολὺ γνωστά μέσα ἀπὸ τὰ σχολικὰ ἐγχειρίδια, τὶς ἐθνικὲς ἑορτές, τὰ μεγαλόπνοα ποιήματα, καθὼς ἐπίσης ἀπὸ τὶς προσωπογραφίες του καὶ τοὺς πίνακες ζωγραφικῆς ποὺ ἀναπαριστοῦν στιγμιότυπατῆς ἱστορικῆς αὐτῆς περιόδου. Συνεπικουρεῖ στὰ ἀνωτέρω καὶ ἡ ἐτήσιος μνήμη του ποὺ τελείται στὸν ἱερὸ ναὸ Παναγίας Φανερωμένης, ὅπου ὁ κάθε ὁμιλητής, θέλοντας νὰ προβάλει τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνδρός, ξεδιπλώνει ἀριστοτεχνικὰ τὸν βίο τοῦ Κυπριανοῦ κατὰ τὴν ρητορική του δεξιότητα.

Στὶς ὁμιλίες ποὺ κατὰ καιροὺς ἐκφωνοῦνται[1] στὴν μνήμη του, ὁ κάθε ὁμιλητὴς προβάλλει τὶς πτυχὲς τοῦ βίου καὶ τοῦ μαρτυρίου τοῦ Κυπριανοῦ ποὺ κρίνει καταλληλότερες, γιὰ νὰ μεταφέρει τὰ μηνύματα ποὺ ἐπιθυμεῖ στὸ παρευρισκόμενο ἀκροατήριο. Οἱ ὁμιλητὲς ἀποκαλοῦν τὸν Κυπριανὸ «μάρτυρα τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος» ἢ «ἱερομάρτυρα». Στὸ ἐτήσιο μνημόσυνο τοῦ 1918 ὁ ὁμιλητὴς Ἰωάννης Παπαπορφυρίου[2] ἀποκάλεσε τὸν Κυπριανὸ «μεγαλομάρτυρα». Καὶ δικαίως, κατὰ τὴν ταπεινή μου ἄποψη, γιὰ τρεῖς λόγους:

α) Διότι, ἐνῶ εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ φύγει, γιὰ νὰ γλυτώσει τὴν ζωή του, καὶ παρ’ ὅλο ποὺ τὸν παρότρυναν κιόλας πρὸς τοῦτο, τὸ ἀπέρριψε παντελῶς·

β) Σὲ συνάρτηση μὲ τὴν προηγούμενη θέση, πορεύθηκε στὸ αἱματηρὸ μαρτύριο ἐν γνώσει του καὶ ἑκουσίως, μιμούμενος τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστό, ποὺ πορεύθηκε ἑκουσίως στὸ Πάθος γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ἀνθρωπότητας·

γ) Σὲ συνέχεια καὶ ὡς προέκταση τῆς τελευταίας θέσης, μιμούμενος καὶ σὲ αὐτὸ τὸν Θεάνθρωπον Ἰησοῦ, προνόησε γιὰ τὴν διαφύλαξη τοῦ ποιμνίου του, πολὺ δὲ περισσότερον, γιὰ τὴ διασφάλισή του στὴν εὐσέβεια τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως τῶν Πατέρων του.

Διασαφηνίζοντας πλατύτερον καὶ ξεχωριστὰ τοὺς τρεῖς αὐτοὺς λόγους, νὰ ἀναφέρουμε ὅτι ὁ πρῶτος λόγος ὡς πρῶτο σκαλὶ στὴν κλίμακα τῆς ἁγιότητας, ποὺ τοῦ χαρίζει τὸν καλλίνικο καὶ ἀμαράντινο στέφανο τοῦ μεγαλομάρτυρος, εἶναι ἡ ἐνσυνείδητη καὶ σθεναρὴ ἀπόρριψη τῆς δυνατότητας νὰ φυγαδευθεῖ γιὰ νὰ γλυτώσει τὴν ζωή του. Ὁ Κυπριανὸς ὡς ἀρχιεπίσκοπος εἶχε τὴν δυνατότητα νὰ κινηθεῖ καὶ νὰ μετακινηθεῖ ὅπου ἤθελε. Ἡ θέση του καὶ ἡ δύναμη ἐξουσίας ποὺ ἀπέρρεε ἐξ αὐτῆς μπόρεσαν νὰ ἐξασφαλίσουν τὴν διαφυγὴ ἀπὸ τὴν Λευκωσία καὶ τὴν διάσωση στὰ προξενεῖα ποὺ βρίσκονταν στὴν Λάρνακα τοῦ προύχοντα Χ΄΄ Πετράκη Κυθέρειου[3]. Τὸ ἴδιο θὰ μποροῦσε νὰ εἶχε κάνει καὶ γιὰ τὸν ἑαυτό του, ὅμως δὲν τὸ ἔκανε. Ὅταν ρωτήθηκε ἀπὸ τὸν Ἄγγλο περιηγητὴ John Carne «γιατί ἐν μέσῳ τέτοιων κινδύνων δὲν προτιμοῦσε τὴν δική του ἀσφάλεια ἀναχωρῶντας ἀπὸ τὸ νησί, ἀνακοίνωσε ὅτι θὰ ἔμενε νὰ ὑποστηρίζει τὸν λαό του κατὰ τὴν δύναμή του μέχρι τέλους καὶ θὰ θυσιαζόταν γι’ αὐτούς»[4]. Ἐπιπροσθέτως, ὁ Κυπριανὸς παροτρύνθηκε ἀπὸ τὸν Κιόρογλου, ἕναν Τοῦρκο προύχοντα μὲ ἀνθρωπιστικὰ αἰσθήματα, δύο φορές, μίαν ἀπὸ τὸν ἴδιο προσωπικὰ καὶ μίαν μέσῳ τοῦ γιοῦ του, γιὰ νὰ φύγει καὶ νὰ γλυτώσει. Ἀπέρριψε καὶ τὶς δύο φορὲς τὴν πρόταση. Μὲ ἐξαίσια ποιητικὴ ἔμπνευση ὁ Βασίλης Μιχαηλίδης στὸ ποίημά του «Ἡ 9η Ἰουλίου 1821 ἐν Λευκωσίᾳ [Κύπρου]» σημειώνει τὰ λόγια τοῦ Κυπριανοῦ πρὸς τὸν Κιόρογλου:

«Ἔσσυψεν ὁ Τζυπριανὸς τζι ἔμεινεν νάκκον ὥραν

τζι ἐδκιαλοΐστην νακκουρὶν τζι ἀννοίει τζαὶ λαλεῖ του:

“Δὲν θέλω, Κκιόρογλου, ἐγιὼ νὰ φύω ποὺ τὴν Χώραν,

γιατί, ἂν φύω, τὸ κακὸν ἐννὰ γινῆ περίτου.

Θέλω νὰ μείνω, Κκιόρογλου, τζι ἂς πᾶ’ νὰ μὲ σκοτώσουν,

ἂς μὲ σκοτώσουσιν ἐμὲν τζι οἱ ἄλλοι νὰ γλυτώσουν.

Δὲν φεύκω, Κκιόρογλου, γιατί, ἂν φύω, ὁ φευκός μου

ἐννὰ γενῆ θανατικὸν εἰς τοὺς Ρωμιοὺς τοῦ τόπου.

Νὰ βάλω τὴν συρτοθηλειὰν εἰς τὸν λαιμὸν τοῦ κόσμου;

Παρὰ τὸ γαῖμαν τοὺς πολλοὺς ἐν’ κάλλιον τοῦ πισκόπου”».

Σπουδαῖα καὶ μεγαλειώδη λόγια ἐκκλησιαστικοῦ ἄρχοντα, μὲ γνήσιο εὐαγγελικὸ ἦθος, ἐνισχυτικὰ καὶ ἐπιβεβαιωτικὰ ὅτι ἐν γνώσει καὶ ἑκουσίως πορεύθηκε πρὸς τὸ μαρτύριο.

Καὶ αὐτὴ ἡ τελευταία ἀναφορά, ὅτι ἐν γνώσει καὶ ἑκουσίως πορεύθηκε πρὸς τὸ μαρτύριο, μᾶς εἰσάγει στὸν δεύτερον λόγον καὶ μᾶς ἀνεβάζει στὸ δεύτερο σκαλοπάτι τῆς κλίμακας πρὸς τὴν ἁγιότητα. Λίγες μόλις ἑβδομάδες πρὸ τοῦ μαρτυρικοῦ του θανάτου, ὁ Κυπριανὸς εἶπε χαρακτηριστικὰ στὸν Ἄγγλο περιηγητὴ John Carne: «Ὁ θάνατός μου δὲν εἶναι μακριά, […] ξέρω ὅτι περιμένουν κάποια δικαιολογία νὰ μὲ ξεκάνουν…» Ὁ ἐν λόγῳ περιηγητής, ἐντυπωσιασμένος ἀπὸ τὴν στὰση τοῦ Κυπριανοῦ, προσθέτει στὶς σημειώσεις του: «Συχνὰ δάκρυζε ἐνῶ μᾶς μιλοῦσε γιὰ τὶς σφαγὲς τῶν συμπατριωτῶν του, […] δὲν προτιμοῦσε τὴν δική του ἀσφάλεια ἀναχωρῶντας ἀπὸ τὸ νησί, […] θὰ ἔμενε […] μέχρι τέλους καὶ θὰ θυσιαζόταν γι’ αὐτούς»[5]. Ὅταν ὁ Κουτσιοὺκ Μεχμὲτ τὴν 9ην Ἰουλίου 1821 μάζεψε ὅλους τοὺς πρώτους τῆς Κύπρου, κληρικοὺς καὶ λαϊκούς, ὑπὸ τὸ πρόσχημα τῆς ἀνάγνωσης τῶν σουλτανικῶν φιρμανιῶν καὶ τοὺς ἀνακοίνωσε τὴν θανατική τους καταδίκη, ὁ Κυπριανὸς «ἀντέδρασε μὲ θάρρος καὶ ἀξιοπρέπεια. Ζήτησε ἀπὸ τὸν κυβερνήτη νὰ τοῦ ἀπαντήσει, σὲ τί ἔφταιξαν ὅλοι αὐτοὶ οἱ ἀθῶοι ἄνθρωποι ποὺ νὰ δικαιολογεῖ αὐτὴ τὴν σφαγή. Παρ’ ὅλες τὶς ὕβρεις καὶ λοιδωρίες ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ τελευταῖα, ἐντούτοις ἦσαν ἐντελῶς ἀνεύθυνοι, καὶ ἐὰν ζητοῦσε ἡ ἀπανθρωπιὰ τοῦ κυβερνήτη αἷμα, ἂς τὸν ἀρκοῦσε μόνο τὸ δικό του»[6]. Λόγια δηλωτικὰ καὶ ἐπικυρωτικά, ποὺ δὲν ἀφήνουν κανένα περιθώριο ἀμφιβολίας περὶ τῆς ἐν γνώσει καὶ ἑκούσιας πορείας πρὸς τὸ μαρτύριο.

Τέλος, ὁ τρίτος λόγος ποὺ ἀνεβάζει τὸν Κυπριανὸ στὴν κορυφὴ τῆς κλίμακας τῆς ἁγιότητας, ποὺ τοῦ χαρίζει τὸν ἀμαράντινο στέφανο τῆς δόξης καὶ τὸν ἀναδεικνύει μεγαλομάρτυρα, εἶναι ἡ ἐπιθυμία τῆς θυσίας του ὑπὲρ τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του καὶ ἡ πρόνοιά του τόσον γιὰ τὴν βιολογικὴν ὅσο καὶ γιὰ τὴν πνευματικὴ σωτηρία τοῦ ποιμνίου του.

Ἕνας αὐτόπτης μάρτυρας διέσωσε ἕναν σπουδαῖο λόγο τοῦ Κυπριανοῦ πρὸς τὸν Κουτσιοὺκ Μεχμέτ. Τὸν καταχωρίζουμε αὐτούσιο ἀμέσως κατωτέρω: «Γιὰ ποιό ἔγκλημα μπορεῖς νὰ κατηγορήσεις τὰ ἀτυχῆ αὐτὰ θύματά σου, τῶν ὁποίων τὸ αἷμα θέλεις νὰ χύσεις; Ἔχεις ἀπομυζήσει ἀπ᾿ αὐτοὺς ἀναρίθμητες θυσίες. Ἐὰν μετὰ ποὺ μᾶς ἔχεις καταντήσει στὴν ἐσχάτη ἔνδεια, ἐὰν μετὰ ποὺ μὲ ἀνάγκασες νὰ συνεισφέρω σὲ ὅλες τὶς ἀνάγκες τῆς κυβερνήσεως μὲ βαρεῖς φόρους πάνω στὰ φτωχά μου τέκνα, ἐὰν μετὰ ἀπὸ ὅλα αὐτὰ ἡ ὀργή σου παραμένει ἀνικανοποίητη, τότε, ἂς πέσει ἡ ἐκδίκησή σου μόνο πάνω στὸ κεφάλι μου καὶ χάρισε τὸ αἷμα τῶν ἀθώων αὐτῶν ἀνθρώπων»[7]. Σ’ αὐτὰ τὰ τελευταία λόγια του βλέπουμε τὴν ἐπιθυμία τῆς σωτηρίας τοῦ ποιμνίου του καὶ τὴν δική του προθυμία νὰ θυσιαστεῖ γιὰ αὐτό. Φυσικά, ἡ μέριμνά του γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ ποιμνίου του δὲν σημειώθηκε τὴν ὕστατη στιγμή. Ἡ Ἐγκύκλιος τοῦ Ἀφοπλισμοῦ στὶς 22 Ἀπριλίου 1821 καὶ ἡ Ἐγκύκλιος πρὸς τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς λοιποὺς Χριστιανοὺς τοῦ κατηλλικίου Κυθρέας στὶς 16 Μαΐου 1821, τὸ κύκνειον ἆσμά του, σκοπὸν εἶχαν νὰ προστατεύσουν τὸ ποίμνιο ἀπὸ τὴν ἀκόρεστη λύσσα τῶν Τούρκων γιὰ αἷμα ἑλληνικό, ῥωμαίικο. Καὶ τὸ πέτυχε σὲ μεγάλο βαθμό, ἐάν λάβωμεν ὑπόψη μας ὅτι ἡ τουρκικὴ καταδρομὴ ποὺ ἀκολούθησε μετὰ τὴν σφαγὴν τῆς 9ης Ἰουλίου 1821 ἀριθμοῦσε γύρω στοὺς διακόσιους πενήντα περίπου θανατωθέντες, ἐν συγκρίσει μὲ τὴν καταστροφὴ τῆς Χίου καὶ τῶν Κυδωνιῶν τὸν ἑπόμενο χρόνο 1822, ποὺ ἀριθμοῦσε ἀρκετὲς χιλιάδες. Τόσο ἀπὸ τὶς ἐνέργειες ὅσο καὶ ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Κυπριανοῦ, διασώθηκε, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, καὶ ἡ ταυτότητα τοῦ ποιμνίου του, ἡ Πίστις καὶ ἡ Πατρίδα, ἡ Ὀρθοδοξία καὶ ἡ Ἑλληνικότητα, ἡ Ρωμηοσύνη. Διότι, ὅταν συνειδητοποίησε ὅτι δὲν ἦταν ἀρκετὴ ἡ δική του θυσία γιὰ νὰ διασώσει τὸ ποίμνιό του, τότε τοὺς ἔδειξε τὴν εὐαγγελικὴ διέξοδο ἀπὸ τὰ κοσμικὰ ἀδιέξοδα. Τοὺς ἔδειξε τὸν οὐρανὸ καὶ τὸν βασιλικὸ θρόνο τοῦ Θεοῦ, τοὺς ὑπενθύμισε τὴν λειτουργικὴ ἐκφώνηση «ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας», μὲ τὸ νὰ παραμείνει σταθερὰ ἀπαρασάλευτος στὴν Ὀρθόδοξη Πίστη. Ἀπορρίπτοντας τὶς ἀρνησίχριστες προτάσεις τίμησε τὸν Θεὸν τῶν Πατέρων του καὶ Κύριον τῆς Δόξης κάνοντας τὸν σταυρό του καὶ ἐπικαλούμενος τὴν βοήθειά Του, λέγοντας: «Κύριε, ἐλέησον, Χριστέ, ἐλέησον». Ἀκολούθως, ἀφοῦ στράφηκε πρὸς τοὺς παρισταμένους, τοὺς εἶπε τὰ τελευταῖα του λόγια: «Τέκνα, ἔδωκα ὑμῖν παράδειγμα»[8]. Τὸ ἴδιο τὸ μαρτύριό του, ὁ ἀπαγχονισμός του, ἐπισφραγίζει τοὺς λόγους του καὶ τὸ ἴδιο τὸ αἷμα του, μετὰ τὴν καρατόμησή του, τοὺς προσυπογράφει.

Τὸ παράδειγμά του ἔγινε φωτεινὴ ἔμπνευση, πηγὴ ἀκαταμάχητης δύναμης, ἰσχυρὸ θάρρος ἀνδρείας, ὁδοδείκτης οὐρανόδρομης πορείας, ἅμιλλα καλλίνικου στεφανώματος γιὰ ὅλους τοὺς ὑπόλοιπους. Καὶ δὲν ἔγινε παράδειγμα μόνον γιὰ τοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του, ἀλλὰ γαλουχεῖ, ἐνθαρρύνει καὶ ἐμπνέει διαχρονικὰ καθεμίαν ψυχὴν γεννημένην καὶ ἀναθρεμμένην μὲ τὰ ἑλληνορθόδοξα δόγματα, ἤθη καὶ ἀξίες τῆς Ἐκκλησίας μας. Διότι «Ἰησοῦς Χριστός, χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας»[9], καὶ αὐτός, ὁ Κυπριανός, ὡς μεγαλομάρτυρας καὶ προέξαρχος τῆς ἑκατόμβης τῶν μαρτύρων τῆς Πίστεως καὶ τῆς Πατρίδος, παρίσταται ἐνώπιον τοῦ ὑπερένδοξου καὶ πάμφωτου καὶ πάγκαλου θρόνου τῆς μεγαλωσύνης τοῦ Θεοῦ ὡς μέγας πρεσβευτὴς πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν μαζὶ μὲ τοὺς συνάθλους του.

Τοῦτο τὸ γεγονὸς ποιητικῶς ἀπέδωσεν ὁ Χαράλαμπος Παπαδόπουλλος τὸ 1922 στὸ ποίημά του «Μαρτύρων στεφάνωμα», μὲ τοὺς πιὸ κάτω στίχους:

«Γαλήνιον τὸ ἄπειρον μ’ ἀδάμαντας στρωμένον

τὴν αἰθερίαν πύλην του ἐκράτει ἀνοικτὴν

μ’ ἕνα στεφάνι ἄστρινον ἀγγελοκαμωμένον

καὶ τῶν ἀγγέλων ὁ στρατὸς μὲ θείαν προσοχὴν

τὸν στέφανον ἐκράτει.

Ἀνέβαινον οἱ μάρτυρες τὰς κυανὰς βαθμίδας,

Τὸν δρόμον τὸν ἀστρόστρωτον ἐπάτουν τοὐρανοῦ

καὶ φθάσαντες διέβησαν τὰς ὑψηλὰς ἁψίδας

καὶ μεταξὺ ἐτάχθησαν τἀγγελικοῦ στρατοῦ

ἐν ὄψει λευκοτάτῃ.

Εὐθὺς εἰς μέλος ἄφραστον ἐψάλη ὕμνος νέος

καὶ τοὐρανοῦ ἀντήχησαν τὰ ὕψη τἀχανῆ:

–“Κυπριανοῦ αἰώνιον καὶ ἄυλον τὸ κλέος!

Ἔχει ἰσάγγελος αὐτὸς φωνὴν θεοπειθῆ…

ὡς ἄγγελος ἄς ψάλλῃ”.

Ἄπλετον φῶς ἐξήστραψαν τῶν οὐρανῶν οἱ θόλοι

καὶ γίνεται φωτόλουστος ὁ μάρτυς τοῦ Χριστοῦ.

Κ’ εὐθὺς οἱ ἄγγελοι καταβιβάζουν ὅλοι

τὸν στέφανον τὸν ἄστρινον στὴν κεφαλὴν αὐτοῦ,

μεγάλου οἱ μεγάλοι!»[10].

Αὐτὸν τὸν μεγαλομάρτυρα Ἀρχιεπίσκοπο καὶ τοὺς σὺν αὐτῷ μάρτυρες τοῦ 1821 παρακαλοῦμε καὶ ἐμεῖς, μαζὶ μὲ τὴν λαϊκὴ μοῦσα, λέγοντες:

«Μάρτυρες τρισμακάριστοι, δόξα δκιαλαλημένη…

Ψυσιὲς ποὺ μαρτυρήσετε τζι ἔσιετε τέθκοιαν χάριν,

Ππέσετε στ᾽ ἀχναρόποδα τοῦ Πλάστη μας τζαὶ πέτε,

Νὰ κάμῃ τζιαὶ δαμέσα δὰ μέραν τζιαὶ καλοτάριν …

Νὰ δροσιστεῖ κάθε ψυσιὴ ὅπου πλαστεῖ τζι ἂν ἐνι,

Τζι ἐσεῖς οἱ μάρτυρες τζι ἐμεῖς, οἱ λὰς οἱ σκλαβωμένοι»[11].

 

Παραπομπές:

[1] Ἀρχιεπίσκοπος Κύπρου Κυπριανός, ὁ μάρτυρας τῆς πίστεως καὶ τῆς πατρίδος, Ἀρχεῖον Κειμένων, ἔκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Μαχαιρᾶ, Κύπρος 2009, σσ. 67-109 (Β. Μαρτυρίες ἁγιότητος).

[2] Ιωαννου Παπαπορφυριου, «Λόγος ἐπιμνημόσυνος εἰς τοὺς μάρτυρας τῆς Κύπρου τῆς 9ης Ἰουλίου 1821», Ἀπόστολος Βαρνάβας, ἔτος Α΄, τεῦχ. 1ον (1918), σ. 45.

[3] Ἡ ἑκατόμβη τῆς 9ης Ἰουλίου. Ἱστοριογραφική-ποιητική-ἐκκλησιαστικὴ τεκμηρίωσις, ἐπιμ. Θεοδώρου Παπαδοπούλλου, Κυπριολογικὴ Βιβλιοθήκη 20, Λευκωσία 2013, σ. 167.

[4] J. Carne, Letters from the East, London 1826, σ. 452.

[5] J. Carne, αὐτόθι, σσ. 448, 452.

[6] J. Carne, αὐτόθι, σ. 463.

[7] Ἀρχεῖον Κειμένων, ὅ.π., «Περιγραφὴ τῶν γεγονότων τοῦ Ἰουλίου 1821 ἀπὸ ἄρθρο ἀγγλικῆς ἐφημερίδας», σ. 365.

[8] Κ. Σπυριδακι, Μελέται, Διαλέξεις, Λόγοι, Ἄρθρα, τ. Α΄, Μέρος Α΄, Λευκωσία 1972, σ. 322. Ὁ συγγραφέας λαμβάνει τὰ στοιχεῖα ἀπὸ τὸ ἀγγλικὸ πρωτότυπο Travels and Adventures of the revJoseph Wolf, London 1861, σ. 172. Βλ. ἐπίσης Κ. Σπυριδακι, «Ὁ περιηγητὴς αἰδ. Ἰωσὴφ Γουὼλφ καὶ ἡ Κύπρος», Κυπριακαὶ Σπουδαί, ΚΖ΄ (1963) 11-22.

[9] Ἑβρ. 13,8.

[10] Ἡ ἑκατόμβη τῆς 9ης Ἰουλίου, ὅ.π., σ. 287 (στροφὲς 13 καὶ 14 τοῦ ποιήματος Μαρτύρων Στεφάνωμα τοῦ Χαραλάμπους Παπαδοπούλλου).

[11] Δημητρη Λιπερτη, «Στοὺς τζυπριώτες μάρτυρες τῆς 9ης Ἰουλίου 1821», Ἅπαντα, Κύπρος 1961, σσ. 271-272.

Πηγή: microphilologica.blogspot.com

Τρίτη 24 Ιουνίου 2025

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721-1813). Ένας μεγάλος διδάσκαλος του Γένους και ένας φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως.

 Μέσα στη χορεία των μεγάλων πνευματικών αναστημάτων της Ορθοδοξίας εξέχουσα θέση κατέχει ο εν Χίῳ οσιακώς κοιμηθείς στις 24 Ιουνίου 1813 άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο οποίος αναδείχθηκε διαπρεπής θεολόγος, φωτεινός διδάσκαλος του Γένους, ακαταπόνητος εθναπόστολος, στερρός υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, απαρέγκλιτος φρουρός και θεματοφύλακας της ορθοδόξου παραδόσεως, πολυγραφότατος συγγραφέας, ηγετικό στέλεχος του φιλοκαλικού κινήματος, ιδρυτής και σχολάρχης της περιωνύμου Μεγάλης Σχολής της Χίου.

Ο γενναίος και ακαταπόνητος αυτός αγωνιστής και ακοίμητος φρουρός των ορθοδόξων δογμάτων της αμωμήτου ημών πίστεως γεννήθηκε το 1721 στο χωριό Κώστος (ή Κόστος) της Πάρου, γεγονός που δικαιολογεί την επωνυμία « Πάριος», με την οποία έμεινε γνωστός στην Εκκλησιαστική Ιστορία, αφού το πραγματικό του επώνυμο ήταν Τούλιος. Είχε άλλα τρία αδέλφια, αλλά ο Αθανάσιος ήταν ο πρωτότοκος γιος του εκ Σίφνου καταγομένου πατρός του, ο οποίος ονομαζόταν Απόστολος Τούλιος, η δε μητέρα του ήταν από την Πάρο. Τα πρώτα του γράμματα διδάχθηκε στη γενέτειρα του, την Πάρο, ενώ σύμφωνα με κάποιες πληροφορίες φοίτησε στη Σχολή του Παναγίου Τάφου στη Σίφνο, αλλά και στη Σχολή του Γένους στην Άνδρο με δαπάνες της Μονής του Αγίου Αντωνίου Κεφάλου της Πάρου. Η επιθυμία του για περαιτέρω μόρφωση τον οδήγησε το 1745 στη Σμύρνη, όπου φοίτησε στην ιδρυθείσα το 1733 περιώνυμη Ευαγγελική Σχολή, στην οποία δίδασκαν ο ιδρυτής της, μοναχός Ιερόθεος Δενδρινός και ο Χρύσανθος Καραβίας που κατάγονταν και οι δύο από την Ιθάκη. Μετά από την εξαετή του φοίτηση αναχωρεί το 1751 για το Άγιο Όρος, όπου φοιτά στην περίφημη Αθωνιάδα Σχολή, την οποία διηύθυνε ο μοναχός Νεόφυτος Καυσοκαλυβίτης, ενώ το 1753 ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής ο εκ Κερκύρας ιεροδιάκονος Ευγένιος Βούλγαρης, ο οποίος ονομάσθηκε «ο νέος Αριστοτέλης της Ελλάδος». Από τον Ευγένιο Βούλγαρη ο Αθανάσιος διδάχθηκε τη φιλοσοφία και τις ξένες γλώσσες για να έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιεί και να μεταφράζει τα ξένα συγγράμματα. Παράλληλα η μεγάλη του δίψα για ολοένα και περισσότερες γνώσεις τον οδήγησε στη βιβλιοθήκη της Σχολής, αλλά και σε άλλες αγιορείτικες βιβλιοθήκες, όπου μελετούσε ακατάπαυστα την ελληνική ιστορία, την Αγία Γραφή και τα συγγράμματα των Πατέρων της Εκκλησίας. Οι άριστες επιδόσεις του στην Αθωνιάδα Σχολή εντυπωσίασαν τον Ευγένιο Βούλγαρη σε τέτοιο βαθμό, ώστε με την προτροπή του χειροτονήθηκε ο Αθανάσιος διάκονος, ενώ διετέλεσε και καθηγητής της Σχολής. Η πνευματική κατάρτιση του Αθανασίου και η φήμη που απέκτησε, παρακίνησε τους Θεσσαλονικείς να του ζητήσουν να αναλάβει τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης, το οποίο ήταν η Σχολή του Γένους για την πόλη. Ο Αθανάσιος αρχικά αρνήθηκε την πρόταση, αλλά ύστερα από την επιμονή του Ευγένιου Βούλγαρη και των Θεσσαλονικέων ανέλαβε τη διεύθυνση της Σχολής για δύο έτη (1758 -1760), όπου εργάσθηκε ως άριστος διδάσκαλος με καλλίκαρπη δράση. Παράλληλα διηκόνησε με ιδιαίτερο ζήλο το Ιερό Θυσιαστήριο, κηρύττοντας ανελλιπώς τον Θείο Λόγο και καθοδηγώντας πνευματικά το υπόδουλο Γένος.

Το 1760 ο Αθανάσιος αναγκάσθηκε όμως να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και τη Σχολή και να καταφύγει στην Κέρκυρα, αφού η επιδημία πανώλης που ενέσκυψε στην πόλη, οδήγησε και στο κλείσιμο της Σχολής. Η ευρυμάθεια και η πνευματική πολυπραγμοσύνη του φημισμένου θεολόγου, φιλοσόφου και φυσικομαθηματικού Νικηφόρου Θεοτόκη (1731 -1800) προσέλκυσε τον Αθανάσιο που διψούσε για διεύρυνση του πνευματικού του επιπέδου, στο να παρακολουθήσει στην Κέρκυρα κοντά στον επιφανή διδάσκαλο μαθήματα φιλοσοφίας, φυσικής και ρητορικής κατά τα έτη 1760-1764. Το 1764 προσκλήθηκε από τον συμμαθητή του στην Αθωνιάδα Σχολή, Παναγιώτη Παλαμά (1722 -1803), για να διδάξει στην Παλαμαία Σχολή του Μεσολογγίου, η οποία ιδρύθηκε το 1760 από τον φίλο και συμμαθητή του, ο οποίος είχε εκτιμήσει ιδιαίτερα τις ικανότητες και το ήθος του Αθανασίου. Έτσι ο Αθανάσιος εγκατέλειψε τις σπουδές του στην Κέρκυρα και έφτασε στο Μεσολόγγι, όπου δίδαξε μέχρι το 1767, ενώ παράλληλα εξήσκησε με επιτυχία και τα καθήκοντα του ιεροκήρυκος, αφού με τα φλογερά του κηρύγματα αναπτέρωνε το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του λαού. Το 1767 μετέβη στη Θεσσαλονίκη, όπου ανέλαβε για τέσσερα έτη (1767 -1771) τη διεύθυνση του «Ελληνομουσείου». Έτσι για δεύτερη φορά ανέλαβε ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της περίφημης Σχολής του Γένους της Θεσσαλονίκης.

Όμως το 1771 και μετά το ξέσπασμα των Ορλωφικών προσκαλείται από το Οικουμενικό Πατριαρχείο να αναλάβει τη σχολαρχία της Αθωνιάδος Σχολής στο Άγιο Όρος. Ο Αθανάσιος αναλαμβάνει Σχολάρχης και παραμένει στη θέση αυτή επί έξι έτη (1771 -1777). Κατά την παραμονή του στο Άγιο Όρος και συγκεκριμένα το 1775 χειροτονήθηκε ιερέας από τον ευρισκόμενο στο Αγιώνυμο Όρος άγιο Μακάριο τον Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου (1731 -1805). Την εποχή όμως αυτή το Άγιο Όρος συνταράσσεται από την κολλυβαδική έριδα και ο Αθανάσιος αναδεικνύεται ένθερμος υπερασπιστής του κολλυβαδικού κινήματος, της περίφημης Φιλοκαλικής Αναγέννησης, μαζί με τους στενούς συνεργάτες του, Μακάριο Νοταρά Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου και Νικόδημο Αγιορείτη. Σκοπός του πνευματικού κινήματος των Κολλυβάδων ήταν η επιστροφή στην αρχαία εκκλησιαστική παράδοση με ιδιαίτερη έμφαση στη σημασία της Κυριακής ως ημέρας της Αναστάσεως του Κυρίου μας και στη συχνή Θεία Μετάληψη. Η κολλυβαδική έριδα συνεκλόνισε το Άγιο Όρος στα μέσα του 18ου αιώνα σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο Αθανάσιος συκοφαντήθηκε και διώχθηκε από τους αντιπάλους του ως αιρετικός, γεγονός που οδήγησε το 1776 στην καθαίρεσή του. Όμως το 1781 αποκαταστάθηκε και πάλι στην κανονική του θέση, αφού οι κατηγορίες εναντίον του αποδείχθηκαν ανυπόστατες.


Μετά την αναχώρησή του από το Άγιο Όρος αναλαμβάνει για τρίτη φορά τη σχολαρχία του «Ελληνομουσείου» της Θεσσαλονίκης κατόπιν επίμονης πρόσκλησης των Θεσσαλονικέων. Κατά την περίοδο αυτή το «Ελληνομουσείο» γνώρισε μεγάλη ακμή και φήμη, γεγονός που παρακίνησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη στο να προσκαλέσει τον Αθανάσιο για να αναλάβει τη σχολαρχία της περίφημης Πατριαρχικής Σχολής της Κωνσταντινουπόλεως, αφού σύμφωνα με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ήταν ο πλέον κατάλληλος και καταξιωμένος διδάσκαλος. Μάλιστα η επιθυμία του Πατριαρχείου στο να αναλάβει ο Αθανάσιος τη σχολαρχία της Πατριαρχικής Σχολής ήταν τόσο μεγάλη και επίμονη, ώστε του προτάθηκε να καθορίσει ο ίδιος το ποσό της αμοιβής του, αλλά και να επιλέξει την περιοχή, στην οποία επιθυμεί να χειροτονηθεί Μητροπολίτης. Ο επιφανής όμως διδάσκαλος και ακαταπόνητος αγωνιστής της ορθοδόξου παραδόσεως αρνήθηκε τη δελεαστική αυτή πρόταση, λέγοντας χαρακτηριστικά «τάς μέν ἀρχιερατείας τιμῶ καί προσκυνῶ, ἀλλά ἐγώ δέν εἶμαι ἄξιος ……. διά τοῦτο ἄφετέ με, παρακαλῶ, ἐδῶ εἰς τά πέριξ νά ὠφελῶ ὅσον δύναμαι τούς ἀδελφούς μου καί τό Γένος».

Έτσι το 1786 και σε ηλικία εξήντα πέντε ετών ο Αθανάσιος αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και να μεταβεί στην πατρίδα του, την Πάρο, για να επιδοθεί στην άσκηση και τη συγγραφή, έχοντας αποκτήσει ήδη πολλές γνώσεις, αλλά και πολυτιμότατη πνευματική εμπειρία. Μάλιστα η επιθυμία του ήταν να εγκαταβιώσει στη Μονή του Αγίου Μηνά, όπου υπήρχαν και τα πατρικά κτήματα. Ο Αθανάσιος επιβιβάσθηκε σε πλοίο στη Θεσσαλονίκη με προορισμό την Πάρο, αλλά το πλοίο προσάραξε στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο, όπου έγινε δεκτός με πολλή χαρά από τους άρχοντες του νησιού. Ενδεικτικό είναι ότι μετά την άφιξή του, του παραχωρήθηκε από τους Δημογέροντες της Χίου ως κατοικία το μονύδριο της Αγίας Τριάδος στο Παλαιόκαστρο που αποτέλεσε το κάθισμά του και στο οποίο επιδόθηκε με ιδιαίτερη επιμέλεια στην προσευχή και το συγγραφικό του έργο. Την εποχή όμως αυτή οι φιλοπρόοδοι και φιλομαθείς Χίοι επιθυμούσαν να ιδρυθεί στο νησί τους μία σχολή που θα ήταν ανώτερη των ενοριακών – συνοικιακών σχολείων και εφάμιλλη των περιώνυμων σχολών της εποχής, όπως της Ευαγγελικής και της Αθωνιάδος Σχολής. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού θεωρούσαν ιδιαίτερα ευεργετική την παρουσία του Αθανασίου, ο οποίος ήταν ένας φωτισμένος διδάσκαλος με μεγάλη εμπειρία και πανελλήνια φήμη. Έτσι άρχισαν να προσπαθούν να πείσουν τον Αθανάσιο να παραμείνει στη Χίο και να αναλάβει τη διδασκαλία στην υπό ίδρυση σχολή. Ο Αθανάσιος δέχθηκε τελικά να παραμείνει προσωρινά στη Χίο και να διδάξει στη σχολή μέχρι να τελειώσει ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος (1787 -1792), ο οποίος είχε ήδη ξεσπάσει. Όμως η παραμονή του Αθανασίου στη Χίο παρατάθηκε, αφού αφενός μεν ο πόλεμος δεν είχε σταματήσει, αφετέρου δε οι Χίοι άρχισαν να ασκούν πιέσεις στον Αθανάσιο να παραμείνει στο νησί και να αναλάβει τη σχολαρχία και το διδακτικό έργο της Σχολής της Χίου. Μάλιστα για την επίτευξη του σκοπού αυτού ζητήθηκε η βοήθεια και η μεσολάβηση του φίλου και ομόφρονός του, αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου, ο οποίος την εποχή αυτή εγκαταβιώνει στη Χίο, καθώς και του οσίου Νήφωνος του Κοινοβιάρχου. Έτσι κατά τη διάρκεια της προσωρινής ήδη παραμονής του Αθανασίου στη Χίο άρχισε η λειτουργία της Σχολής της Χίου, η οποία επισήμως λειτούργησε το 1792. Σχολάρχης ανέλαβε ο ίδιος ο Αθανάσιος, ο οποίος διατήρησε τη θέση αυτή μέχρι το 1811. Η περίφημη Σχολή της Χίου απέκτησε πανελλήνια φήμη και ακτινοβολία, αφού με τη φωτισμένη πνευματική καθοδήγηση του Διδασκάλου και Σχολάρχου της, Αθανασίου του Παρίου, κατέστη η πνευματική κυψέλη, στην οποία καλλιεργήθηκαν τα ελληνοχριστιανικά ιδεώδη και η ανάγκη διατήρησης της ελληνορθοδόξου παραδόσεως ως ασπίδας προστασίας απέναντι στο ευρωπαϊκό πνεύμα του Διαφωτισμού, το οποίο ωθούσε προς τον ορθολογισμό και την αθεΐα. Ενδεικτικό είναι ότι στη Σχολή της Χίου φοίτησαν μαθητές από την Πελοπόννησο, την Κρήτη, τα νησιά του Αιγαίου, τη Σμύρνη, τη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Παρόλο όμως που η Σχολή της Χίου είχε αποκτήσει μεγάλη φήμη και είχε διαγράψει μία ανοδική πορεία και άνθηση χάρη στον σοφό, πολυμαθή, εργατικό και καταξιωμένο διδάσκαλό της, άγιο Αθανάσιο τον Πάριο, ο οποίος διακρινόταν για τις σπάνιες αρετές και τον ανεπίληπτο βίο του, αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη Σχολή το 1811, κατηγορούμενος από τους ιδεολογικούς αντιπάλους του ως συντηρητικός και ως φλογερός ζηλωτής της ορθοδόξου παραδόσεως.


Μετά από την παραίτησή του αποσύρθηκε στο μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, το οποίο βρίσκεται βορειοδυτικά της πόλεως της Χίου, ιδρύθηκε δε το 1770 από τον Χίο μοναχό Νείλο τον Καλόγνωμο που υπήρξε συμμοναστής του αγίου Μακαρίου του Νοταρά Αρχιεπισκόπου Κορίνθου. Στο γαλήνιο και καταπράσινο περιβάλλον του μονυδρίου του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά εγκαταβίωσε έχοντας ως συνοδεία του τον ιερομόναχο όσιο Νικηφόρο τον Χίο (1750 – 1821) και τον ιερομόναχο Ιωσήφ τον εκ Φουρνά της Ευρυτανίας. Εκεί επιδόθηκε με ιδιαίτερο ζήλο στην προσευχή, τη νηστεία και τις αγρυπνίες, αλλά και στο πολυσχιδές συγγραφικό του έργο. Σε ηλικία ενενήντα δύο ετών και συγκεκριμένα στις 24 Ιουνίου του έτους 1813 παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον δικαιοκρίτη και στεφανοδότη Κύριο, τον Οποίο σε όλη του την επίγεια πορεία υπηρέτησε και υπερασπίσθηκε με ξεχωριστό σθένος. Ενταφιάσθηκε στη νότια πλευρά του καθολικού και μάλιστα στον ίδιο χώρο, όπου παλαιότερα είχε ενταφιασθεί ο ιδρυτής του μονυδρίου, Νείλος ο Καλόγνωμος.

Ο λαμπρός και επιφανής αυτός διδάσκαλος με την ανεκτίμητη πνευματική προσφορά στο ελληνορθόδοξο Γένος μας, κατετάγη επίσημα στο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας με απόφαση του Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου Α΄ στις 9 Ιανουαρίου 1995, η δε μνήμη του καθιερώθηκε να τιμάται στις 24 Ιουνίου, την ημέρα δηλαδή της οσιακής κοιμήσεώς του στη μυροβόλο και αγιοτόκο νήσο Χίο. Δέκα έτη μετά από την επίσημη κατάταξή του στο ορθόδοξο αγιολόγιο και συγκεκριμένα στις 25 Ιουνίου 2005 τελέσθηκαν με την πρέπουσα εκκλησιαστική λαμπρότητα από τον αοίδιμο Μητροπολίτη Παροναξίας κυρό Αμβρόσιο Στάμενα (+ 25 Μαρτίου 2008) τα εγκαίνια του περικαλλούς Ιερού Ναού επ’ ονόματι του Αγίου Αθανασίου του Παρίου στο χωριό Κώστος Πάρου,το οποίο είναι και γενέτειρά του.Την ημέρα αυτή των εγκαινίων του ναού του Αγίου εορτάζεται πανηγυρικά και η μνήμη του στη νήσο Πάρο.Η μνήμη του τιμάται επίσης στον Ιερό Ναό της Αγίας Μαρίνης Αντιπάρου, αλλά και στον Ιερό Ενοριακό Ναό της Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων πόλεως Χίου, όπου το αριστερό του κλίτος (παράβημα) τιμάται από τις 24 Ιουνίου 2001 στον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να τονιστεί ότι το μονύδριο του Αγίου Γεωργίου του Ρεστά, όπου ο άγιος αποσύρθηκε από το 1811 μέχρι την οσιακή του κοίμηση στις 24 Ιουνίου 1813, περιήλθε το 1998 στην ενορία Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων, της οποίας έκτοτε αποτελεί μετόχιο. Λείψανα του Αγίου φυλάσσονται στους Ιερούς Ναούς Μεταμορφώσεως Σωτήρος Χριστού Λιβαδίων Χίου (τμήμα της τιμίας κάρας), Αγίου Αθανασίου Παρίου Κώστου Πάρου, Παναγίας Εκατονταπυλιανής Πάρου και Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου Χώρας Νάξου, ενώ την ασματική του ακολουθία εποίησε ο Μοναχός Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης. Αξιολογότατο είναι και το συγγραφικό έργο του αγίου Αθανασίου του Παρίου, αφού χάρη στην πλούσια συγγραφική του δραστηριότητα αναδείχθηκε με τη διδασκαλία και τις συγγραφές του ως ένας από τους μεγαλύτερους και πολυγραφότερους θεολόγους και διδασκάλους στα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνα. Τα φερόμενα έργα του υπολογίζονται σε 85 και κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Αντιρρητικά – Πολεμικά, Δογματικοκανονικά, Λειτουργικά, Διδακτικά, Αγιογραφικά – Υμνολογικά, Ομιλίες – Λόγοι και Επιστολές.

Η πνευματική προσφορά του λαμπρού διδασκάλου του Γένους και ακαταπόνητου αγωνιστού των δογμάτων της πίστεώς μας και της ορθοδόξου παραδόσεως, αγίου Αθανασίου του Παρίου, υπήρξε ανεκτίμητη και πολυτιμότατη για τη διατήρηση του ορθοδόξου φρονήματος του Γένους μας. Ο «ἄκρος ζηλωτής τῶν πατρῴων τῆς εὐσεβείας δογμάτων» άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, όπως χαρακτηριστικά αποκαλείται από τον βιογράφο του, Ανδρέα Ζ. Μάμουκα, υπήρξε βαθύτατα πατερικός και ησυχαστικός και αναδείχθηκε ηγετικό και δυναμικό στέλεχος του κολλυβαδικού κινήματος, αγωνιζόμενος με σθένος για τη διατήρηση της σχέσεως του ελληνορθοδόξου Γένους μας με την παράδοση, δηλαδή με την ομαλή και απρόσκοπτη συνέχεια της εν Χριστῴ ζωής. Παράλληλα αγωνίσθηκε και για την ύπαρξη μιας παιδείας, η οποία θα πρέπει να στηρίζεται στην παράδοση του Γένους, να μην θεοποιεί τη γνώση και να αποκαθαίρει την ψυχή του ανθρώπου από τα πάθη, καθιστώντάς τον ηθικό και ενάρετο. Ο ευρυμαθής και σοφός άγιος Αθανάσιος ο Πάριος υπήρξε βαθύτατα ευσεβής και εξαιρετικά φιλακόλουθος, θεωρώντας την ορθόδοξη πίστη ως καθολικό τρόπο ύπαρξης και τη λατρεία ως χώρο μέσα στον οποίο διασώζεται η παράδοση ή από τον οποίο ξεκινά η αλλοτρίωσή της με το πρόσχημα της «ανανεώσεως». Γι’ αυτό και έδινε ιδιαίτερη σημασία στην τιμή των αγίων, οι οποίοι θεωρούνται ως οι κύριοι συντελεστές για την πνευματική ακμή της Εκκλησίας. Ιδιαίτερη πνευματική βαρύτητα είχε για τον άγιο Αθανάσιο τον Πάριο η τιμή των νεομαρτύρων, αφού πρότεινε «νά τιμῶνται, ὅπως οἱ ἀρχαῖοι Μάρτυρες τῆς Ἐκκλησίας ἤ νά τιμῶνται ὡς ἅγιοι οἱ νεομάρτυρες καί πρίν ἀπό τήν ἔγκριση τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας», διότι με την τιμή τους αναπτερώνεται το εθνικοθρησκευτικό συναίσθημα του υπόδουλου λαού και ενδυναμώνεται η πίστη στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας. Αξιομνημόνευτη ήταν η φιλανθρωπία και η αφιλαργυρία του, δεδομένου ότι απεβίωσε πάμπτωχος με μοναδική περιουσία μία ενδυμασία, έναν λύχνο και ένα μελανοδοχείο. Ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος συνέχισε την παράδοση των ανυπέρβλητων μαχητικών ιεραρχών, αγίου Γρηγορίου του Παλαμά (1357) και αγίου Μάρκου του Ευγενικού (1444) ,ασκώντας έντονη κριτική στην Ευρώπη και τη Δύση που γι’ αυτόν ήταν έννοιες ταυτόσημες. Έτσι δικαιολογείται και ο σθεναρός του αγώνας εναντίον της «αθεΐας» και του πνεύματος του Διαφωτισμού. Με τον όρο «αθεΐα» και «άθεος» δεν εννοούσε μόνο την απόρριψη του Θεού στη ζωή του ανθρώπου, αλλά και την απομάκρυνση από τον Θεό των Πατέρων ημών που είναι η Ορθοδοξία. Παράλληλα αντιμαχόταν την αποχριστιανοποίηση των ιδεολογικών συνθημάτων της Γαλλικής Επανάστασης, η οποία έκανε λόγο για ελευθερία, ισότητα και αδελφοσύνη, ενώ ήταν εναντίον και όλων αυτών που καταφεύγουν να σπουδάσουν στις ακαδημίες της Ευρώπης, διότι προσπαθούσαν να υποκαταστήσουν την ελληνορθόδοξη παράδοση με ιδεολογίες ξένες προς την πίστη μας, τις οποίες μάλιστα χαρακτήριζε «νεωτερισμούς». Οι θέσεις του για την Ευρώπη και την παιδεία της έγιναν αντικείμενο τέτοιας αρνητικής κριτικής από τους υπέρμαχους της ευρωπαϊκής σκέψεως και τους επιφανείς λογίους της εποχής του, όπως ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ώστε τον θεωρούσαν «συντηρητικό» διδάσκαλο, άνθρωπο «περιορισμένου πνευματικού ορίζοντος», σύμβολο του «σκοταδισμού» και εκφραστή της «αντίδρασης». Όμως ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος μιμούμενος τους αρχαίους απολογητές της Εκκλησίας ανέλαβε να αποκρούσει τις κατηγορίες εναντίον του χριστιανισμού και ιδιαίτερα αυτούς που αμφισβητούσαν τη θεότητα του Ιησού Χριστού,καθώς και τα επιχειρήματα των αθέων οπαδών του Βολταίρου, αφού σύμφωνα με την άποψή του ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός συνδεδεμένος με την αθεΐα και υιοθετηθείς με τη Γαλλική Επανάσταση από το γαλλικό έθνος, ήταν πολύ πιο επικίνδυνος από τις αρχαίες αιρέσεις. Επικριτική ήταν και η θέση του απέναντι στον Παπισμό, ο οποίος εκμεταλλευόμενος την αμάθεια και τη φτώχεια του υπόδουλου ελληνικού λαού, επεδίωξε να τον αποσπάσει από την Ορθόδοξη Εκκλησία και να τον προσδέσει στον Παπισμό που εισήγαγε τον σχολαστικισμό και τη φιλοσοφία στη Θεολογία ,ενώ κατήργησε τη χάρη που προσφέρει πλουσιοπάροχα το Άγιο Πνεύμα.

Η πολύτιμη και ανεκτίμητη πνευματική παρακαταθήκη που μας άφησε ο άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, δίνει την ευκαιρία να επανεκτιμήσουμε στους σημερινούς χαλεπούς καιρούς μας τη βαρυσήμαντη πνευματική αξία της ελληνορθοδόξου παραδόσεως.Μιας παραδόσεως, της οποίας ανυποχώρητος υπερασπιστής υπήρξε ο οσιακώς κοιμηθείς στην ευλογημένη γη της μυροβόλου και αγιοτόκου νήσου Χίου στις 24 Ιουνίου 1813, άγιος Αθανάσιος ο Πάριος, ο λαμπρός αυτός διδάσκαλος του Γένους, ο πολυγραφότατος συγγραφέας, ο θαρραλέος ομολογητής της πίστεως, ο γνήσιος εκφραστής της πατερικής παραδόσεως, ο σθεναρός υπέρμαχος της ελληνοχριστιανικής παιδείας.

Βιβλιογραφία

· Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (1721 -1813), Πρακτικά Πνευματικού Συμποσίου, Έκδοση Χιακής Αδελφότητος Αττικοβοιωτίας «Ο Κοραής», Αθήναι 2004.

· Χαλκιά –Στεφάνου Πόπης, Οι Άγιοι της Χίου, Β΄ Έκδοσις, Εκδόσεις Επτάλοφος, Αθήναι 2008.

· Χαροκόπου Αντωνίου Ν., Η περιώνυμη Μεγάλη Σχολή της Χίου –Το ιστορικό «Γυμνάσιο Χίου», Εκδοτικός Οίκος Αφών Κυριακίδη Α.Ε., Θεσσαλονίκη 2006.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2025

Οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες ὥς μέγιστοι Θεολόγοι καί προστάτες τῆς Ἑλληνικῆς παιδεῖας

 

Οἱ Ἅγιοι Τρεῖς Ἱεράρχες ὥς μέγιστοι Θεολόγοι καί προστάτες τῆς Ἑλληνικῆς παιδεῖας

Υπό Κων/νου Παπαχριστοδούλου πτ. Θεολογίας, Καθηγητού Μουσικής, τέως πρωτοψάλτου του Ιερού μας Ναού

«Χαίροις Ιεραρχών η Τριάς, τής Εκκλησίας τά μεγάλα προπύργια, οι στύλοι τής ευσεβείας, ο τών πιστών εδρασμός, τών αιρετιζόντων η κατάπτωσις, οι ποιμάναντες τόν λαόν, Χριστού θείοις δόγμασι»

Η Εκκλησία μας, μέσα από ένα πλήθος θαυμάσιων ύμνων, αξιοποιεί όλο το μεγαλείο της λόγιας ελληνικής γλώσσας, προσπαθώντας να αποδώσει το μέγεθος και την αξία των τριών ιεραρχών που σήμερα εορτάζουμε. Τον Μέγα Βασίλειο, τον Ιερό Χρυσόστομο και τον Θεολόγο Γρηγόριο. Σπάνια η Εκκλησία δίνει απλόχερα τόσους και τέτοιου είδους χαρακτηρισμούς και επίθετα. Μέγα, έχει ονομάσει μόνο τον άγιο Αντώνιο, τον ασκητή της ερήμου. Ιερό, μόνο τον άγιο Αυγουστίνο ενώ Χρυσόστομο κάνεναν άλλο στην ιστορία της. Επίσης Θεολόγους ονόμασε μόνο άλλους δύο εκτός του αγίου Γρηγορίου. Τον απόστολο Ιωάννη και το Συμεών το νέο Θεολόγο. Οι τρεις όμως ιεράρχες εκτός από μεγάλοι πατέρες, ιεράρχες και άγιοι ονομάζονται και διδάσκαλοι. Η Εκκλησία μας δίδει αυτό τον τίτλο μόνο στους  πατέρες εκείνους που διέπρεψαν και σε συγγραφικό έργο η διάσταση του οποίου είναι αμιγώς διδακτική. 

Και οι τρείς ιεράρχες σημάδεψαν με την παρουσία, το έργο και τις γραφές τους τον 4ο και 5ο αιώνα. Τις απαρχές δηλαδή της  Εκκλησιαστικής ιστορίας. Με όχημα την πλούσια ελληνική τους παιδεία και οδηγό το άγιο Πνεύμα μπόρεσαν να θεμελιώσουν την πίστη και την ορθή και σώζουσα χριστιανική διδασκαλία. Για να καταλάβει κανείς το μέγεθος του έργου τους πρέπει να ταξιδέψει νοερά στις ταραγμένες εκείνες εποχές. Η Εκκλησία ταράζεται από αιρετικούς. Αμφισβητείται ο Τριαδικός Θεός, η σάρκωση του Υιού και Λόγου, η ύπαρξη του Αγίου Πνεύματος ως τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος. Οι πατέρες της Εκκλησίας καλούνται να δογματίσουν, να μιλήσουν στο λαό για την ορθή πίστη, να οριοθετήσουν και να περιχαρακώσουν την διδασκαλία της Εκκλησίας. Πολλές φορές οι σημερινοί άνθρωποι αδυνατούν να καταλάβουν τον αγώνα αυτό τον πατέρων. Δίνουν αρνητική σημασία στη λέξη δόγμα και θεωρούν την πίστη στα δόγματα της Εκκλησίας δυναστεία της ανθρώπινης ελευθερίας. Δεν είναι δυνατό να κατανοήσουν γιατί πατέρες όπως οι τρείς ιεράρχες μπορεί να έδιναν και το αίμα τους για μία λέξη. Ακόμη και για ένα γράμμα. Για το ότι ο Υιός πρέπει να είναι «ομοούσιος» και όχι «ομοιούσιος» με τον Πατέρα.

Ο απόλυτος και αντικειμενικός σκοπός των πατέρων, όταν δίδουν τη σωστή ερμηνεία του δόγματος, είναι ένας και μοναδικός. Η σωτηρία του ανθρώπου. Έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη σωτηρία μας αλλά και για την ζωή μας εν γένει, για τις σχέσεις μας με το Θεό αλλά και τους συνανθρώπους μας, αν πιστεύουμε σε Θεό που είναι μονάδα ή σε Θεό Τριαδικό. Σε Θεό πρόσωπο ή σε Θεό με την αφηρημένη σημασία που του δίνουν οι σημερινοί άνθρωποι. Η πίστη στο σωστό δόγμα για τους πατέρες, αποτελεί το διαβατήριο για τη σωτηρία. Γι’ αυτό αγωνίστηκαν για την ορθή διατύπωση και την ορθή εφαρμογή του.

Μέσα στο πλήθος των έργων τους οι τρείς Ιεράρχες απαντούν σε κάθε θέμα που μπορεί να απασχολήσει τον άνθρωπο. Πρώτα απ’ όλα επιδίδονται στην ερμηνεία των Γραφών. Τεράστιο το έργο του ιερού Χρυσοστόμου. Ερμηνεύει σχεδόν όλες τις επιστολές του Παύλου. Καταπληκτικές είναι οι ομιλίες του Μεγάλου Βασιλείου στην εξαήμερο δημιουργία του κόσμου αλλά και στους ψαλμούς του Δαβίδ. Είναι γεγονός ότι πολλές φορές οι μεγαλύτερες αιρέσεις και κακοδοξίες ξεκίνησαν μέσα από την παρερμηνεία των Γραφών. Το πλέον διαδεδομένο βιβλίο στον κόσμο μπορεί να είναι η Αγία Γραφή, είναι όμως και το πλέον ταλαιπωρημένο. Οι τρείς ιεράρχες έθεσαν ως πρωταρχικό τους μέλημα την ερμηνεία των Γραφών προκειμένου να δώσουν στους ανθρώπους το σωστό κανόνα για την ανάγνωση των ιερών κειμένων. Οι ερμηνείες τους θεωρούνται αυθεντικές και αγιοπνευματικές. Όταν λέμε ότι τη Γραφή την ερμηνεύει η Εκκλησία εννοούμε ότι η Εκκλησία αποδέχτηκε την ερμηνεία των πατέρων ως αποκλειστική και μοναδική. Σήμερα ακούμε πολλούς νεοπροτεστάντες, πεντηκοστιανούς κ.α. να λένε ότι ερμηνεύουν τη γραφή. Ο καθένας με ένα διαφορετικό τρόπο. Έτσι έχουμε χιλιάδες ομάδες που θέλουν να ονομάζουν τον εαυτό τους «εκκλησία». Η καθεμιά με διαφορετική διδασκαλία. Επικαλούνται μάλιστα και το Άγιο Πνεύμα στη διαδικασία της ερμηνείας. Αλλά το Άγιο Πνεύμα που καθοδηγεί τους πατέρες της Εκκλησίας είναι πνεύμα ενότητας. Γι’ αυτό όλοι οι πατέρες συμφωνούν στην ερμηνεία και παραδίδουν μία και μοναδική αλήθεια. Την αλήθεια που σώζει.

Εκτός από την οριοθέτηση της πίστης έναντι των αιρετικών, οι τρεις ιεράρχες, με προεξάρχοντα τον άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο, προσπάθησαν να αντικρούσουν τις εθνικές και προχριστιανικές δοξασίες. Αξίζει να αναφέρουμε ότι και οι τρεις είχαν κάνει λαμπρές σπουδές της λεγομένης «θύραθεν», κοσμικής δηλαδή παιδείας. Ο Μέγας Βασίλειος σπούδασε φιλοσοφία, ρητορική, νομικά, ιατρική, αστρονομία, γεωμετρία. Ο Ιερός Χρυσόστομος φιλοσοφία, ρητορική, νομικά και ο Άγιος Γρηγόριος  φιλοσοφία, ποίηση και ρητορική. Γι’ αυτό  εορτάζουμε και τους τρεις ως προστάτες των γραμμάτων και της παιδείας. Αυτή λοιπόν η γνώση, τους έδινε το δικαίωμα να ασκήσουν κριτική σε κάθε τι που παρέπεμπε στο ειδωλολατρικό παρελθόν.  Στα έργα και τη σκέψη τους δε, περιέχεται η πλήρη σύζευξη του χριστιανισμού και του ελληνισμού. Η ελληνική γλώσσα και η αρχαία φιλοσοφική σκέψη χρησιμοποιήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να εκφραστούν με την μέγιστη ακρίβεια οι αλήθειες της πίστεώς μας. Δύσκολες έννοιες όπως Τριαδικότητα, ομοούσιο,  φύση, πρόσωπο χρησιμοποιούνται από τους πατέρες και όπου χρειάζεται δίδεται καινούριο νόημα. Είναι χαρακτηριστική η φράση ότι οι πατέρες «καινοτομούν τα ονόματα», δίνουν δηλαδή νέο περιεχόμενο στις λέξεις προκειμένου να εξυπηρετήσουν τις νέες αλήθειες της πίστεως. Από την ελληνική σοφία κρατούν κάθε τι πολύτιμο και ωφέλιμο απορρίπτοντας  την ανθρωποκεντρική ειδωλολατρική  προσέγγιση του κόσμου και του θείου. Έτσι η ελληνική σκέψη και ο ελληνικός λόγος παίρνουν νέα διάσταση και εμβαπτίζονται μέσα στην Εκκλησία.

Είναι μάλιστα άξιο λόγου το ότι στις μέρες μας, μέσα στη συχνά ανερμάτιστη σκέψη του καιρού μας, ορισμένοι επιζητούν την αναθεώρηση του σχήματος Ελληνισμός-Χριστιανισμός. Ζητούν επιστροφή δήθεν στις αξίες του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και της αρχαίας ελληνική θρησκείας. Στην ουσία οδηγούνται σε ένα γραφικό «νεοπαγανισμό», μια νέα μορφή  ειδωλολατρίας. Ορισμένες εκδηλώσεις που βλέπουμε γύρω μας, κυρίως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, αποτελούν ένα μείγμα κακής πληροφόρησης  και ελλιπούς γνώσης του παρελθόντος, αρρωστημένης προγονολατρείας και κακώς εννοούμενης επιστροφής στις ρίζες. Φτάνουν μάλιστα κάποιες ακραίες φωνές να κραυγάζουν ότι ο ελληνικός πολιτισμός καταστράφηκε από τη στιγμή που στην Ελλάδα έφτασε ο χριστιανισμός. Επιζητούν, οι σύγχρονοι αυτοί «δωδεκαθεϊστές»  να ανατρέψουν το θεωρητικό σχήμα των τριών ιεραρχών, το οποίο έχει ωστόσο καθαγιαστεί από χρήση και άσκηση δύo χιλιάδων ετών, περίπου, και το οποίο έχει οδηγήσει την ανθρώπινη διανόηση σε κορυφαίες στιγμές, και τον ανθρώπινο πολιτισμό σε μοναδικά φιλοσοφικά και επιστημονικά επιτεύγματα. Άλλωστε οι τρεις ιεράρχες ποτέ δεν απέρριψαν το αρχαιοελληνικό πνεύμα αφού όπως προείπαμε μετείχαν της ελληνικής παιδείας. Φυσικά δεν ήταν δυνατόν να δεχθούν την αρχαιοελληνική θρησκευτικότητα η οποία βρίσκονταν σε πλήρη αντίθεση με τις αλήθειες του χριστιανισμού. Όσον αφορά τη σύγκριση που ατυχώς γίνεται από κάποιους, μεταξύ των ελλήνων φιλοσόφων και των τριών ιεραρχών αρκεί η άποψη του μεγάλου ιστορικού Παπαρηγόπουλου ο οποίος θαυμάσια υπογραμμίζει: «οι Βασίλειοι, οι Γρηγόριοι και οι Χρυσόστομοι υπερέβαλον κατά την ευγλωττίαν και την επιστήμην άπαντας τους έτι σωζομένους εθνικούς σοφιστάς και αυτούς τους μέχρι Πλουτάρχου προκατόχους αυτών, αποτελέσαντες εποχήν λόγου νέαν, μεγάλην και ένδοξον διά το ανθρώπινον γένος».  Αρκεί να αναφέρουμε ότι μόνο  ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος έγραψε 19.000 προσωδιακούς στίχους  βάσει των μέτρων του Ομήρου και του Ησιόδου. Απέδωσε δηλαδή σε μορφή αρχαιοελληνικής ποίησης όλο σχεδόν το θεολογικό του έργο.

Ο Μέγας Βασίλειος προτρέπει τους χριστιανούς να σέβονται τα έργα των  «έξωθεν συγγραφέων». Φρονούσε ότι οι νέοι πρέπει να μελετούν όλα εκείνα τα κείμενα τα οποία βοηθούν στην ηθική εξύψωση, και ιδίως την ποίηση του Ομήρου. Μέσα λοιπόν σε μία εποχή που η αρχαιότητα θεωρούνταν ειδωλολατρική και τα αρχαία γράμματα ρίπτονταν στον «κάλαθο των αχρήστων», ο Μέγας Βασίλειος άντλησε από την αρχαία σοφία άπειρα παραδείγματα, χρήσιμα για την αγωγή των παιδιών. Προχώρησε όμως και πέρα από αυτό. Κατέθεσε συγκεκριμένες και ρηξικέλευθες προτάσεις για το που πρέπει να χτιστούν σχολεία, για το πώς πρέπει να λειτουργούν Αυτά, για το τι πρέπει να διδάσκεται εκεί, ώστε οι νέοι να αντλούν τη μεγαλύτερη δυνατή ωφέλεια. Αυτή η αγωνία και η σπουδή του Μεγάλου Βασιλείου φαίνεται με τον καλύτερο τρόπο στην πραγματεία του με τίτλο: «προς τους νέους, όπως αν εξ ελληνικών ωφελοίντο λόγους». Είναι ένα έργο σε μορφή επιστολής και απευθύνεται στους ανεψιούς του οι οποίοι σπούδαζαν σε εθνικές φιλοσοφικές σχολές.

Την αξία της Παιδείας και της Αγωγής εξαίρει και ο ιερός Χρυσόστομος σε ειδική μελέτη του «περί κενοδοξίας και όπως δει τους γονέας ανατρέφειν τα τέκνα».  Οι απόψεις του θα έβρισκαν σύμφωνους πολλούς από εμάς που ασχολούμαστε ενεργά με την παιδεία για την οποία λέει ότι «της τέχνης ταύτης ουκ έστιν άλλη μείζων».

Οι τρείς πατέρες δεν μιλούν όμως στα έργα τους μόνο για τους μαθητές αλλά νουθετούν και τους διδασκάλους. Άξιος του ονόματός του, κατά τον Χρυσόστομο, είναι ο διδάσκαλος όταν ως μόνη του χαρά και ικανοποίηση θεωρεί την πρόοδο των μαθητών του. Κατά τον Μεγάλο Βασίλειο, «ευφραίνουσι μαθηταί διδασκάλους προς αύξησιν επιδόντες». Μόνο όταν ο διδάσκων είναι άψογος θα έχει το θάρος να επιτιμά τους μαθητές του. Χρήσιμο είναι κατά τον Χρυσόστομο, να είναι προσυνής. Κατά τον Γρηγόριο, «παιδαγωγικόν είναι το μικρόν τι συγχωρεί». Δεν πρέπει πάντοτε όμως ο διδάσκαλος να δυκνύει επιείκεια, προσθέτει ο Χρισόστομος αλλά και αυστηρότητα.

Όπως είναι καταφανές οι τρείς ιεράρχες είχαν αγωνία για τη σωστή παίδευση των νέων. Αγωνία που υπάρχει διάχυτη μέσα σε όλο το έργο τους. Η μετοχή τους αυτή στην ελληνική παιδεία αλλά και η σύζευξη που πέτυχαν μεταξύ ελληνισμού και χριστιανισμού είναι και ο σπουδαιότερος λόγος για τον οποίο η εκκλησία μας  τους έθεσε προστάτες της παιδείας και θέσπισε τον κοινό εορτασμό τους γι’ αυτό το λόγο.

Οι τρεις Ιεράρχες όμως δεν υπήρξαν απλώς διδάσκαλοι ή παιδαγωγοί ή καθοδηγητές. Υπήρξαν πρωτίστως και κυρίως άνθρωποι, οι οποίοι επόνεσαν βαθειά τον άνθρωπο. Ταυτόχρονα έζησαν το Θεό όχι σαν αφηρημένη ιδέα. Πυρακτώθηκαν ολόκληροι από το υπερφυές μυστήριο. Πλημμύρισαν από το θείο. Αυτή η βαθύτατη βίωση του θείου και του ανθρωπίνου είναι το μυστικό τους. Ο πολύ μεγάλος σύγχρονος θεολόγος π.Γεώργιος Μεταληνός συνηθίζει να λέει ότι οι πνευματοφόροι πατέρες και οι άγιοι ασκητές της Εκκλησίας μας αισθάνονται μέσα τους την παρουσία του Αγίου Πνεύματος όπως η έγκυος γυναίκα συναισθάνεται την παρουσία του εμβρύου. Οι Πατέρες κυοφορούν ουσιαστικά το Άγιο Πνεύμα. Πρόκειται για μια θαυμαστή σύζευξη ουρανού και γής που τελείται μυστηριακά εντός τους. Αυτό το μυστήριο δίδεται ως δώρο στον άνθρωπο με απώτερο σκοπό τη σωτηρία του. Η ρήση του Κυρίου Ιησού Χριστού ότι μετά την Ανάληψή του θα έλθει το Πνεύμα το Άγιον και θα οδηγήσει την Εκκλησία του, δηλαδή τον άνθρωπο «εις πάσαν την αλήθειαν» βρίσκει την εκπλήρωσή της στα πρόσωπα των πατέρων, και δή των τριών Ιεραρχών

«Επεφάνη η χάρις τού Θεού πάσιν ανθρώποις, παιδεύουσα ημάς διά τών Διδασκάλων, τά ήθη κοσμηθέντας, τούς τρόπους βελτιωθέντας, θεογνωσίας αίγλη, τόν νούν περιλαμφθήναι» Σε αυτά τα λόγια ο υμνογράφος συνοψίζει όλο το έργο της θείας οικονομίας όπως αυτό συντελείται στα πρόσωπα των τριών μεγάλων Ιεραρχών. «Η χάρις του Θεού φανερώθηκε σε όλους τους ανθρώπους, εκπαιδεύοντάς μας και αυξάνοντας την προκοπή μας  με τη βοήθεια των τριών Ιεραρχών και διδασκάλων. Πως γίνεται αυτό; Βελτιώνοντας τους τρόπους και τη συμπεριφορά μας απέναντι στο Θεό και τον άνθρωπο και γεμίζοντας το νού μας, την καρδιά και την ύπαρξή μας με την αίγλη, τη δόξα της Θεογνωσίας η οποία είναι και ο απώτερος σκοπός της ύπαρξης του ανθρώπου.

Είθε το έργο, το ήθος και η αγιότητα των τριών μεγάλων ιεραρχών και διδασκάλων Μεγάλου Βασιλείου, Ιωάννου του Χρυσοστόμου και Γρηγορίου του θεολόγου να αποτελέσουν παράδειγμα μίμησης μαθητών και διδασκάλων. Χρυσός δε κανόνας στην πορεία μας να γίνει το σύνθημα του Γρηγορίου όπως το εφάρμοζαν και οι τρείς πατέρες: 

«Σοφισθήναι και ούτω σοφίσαι
γενέσθε φως και φωτίσαι
εγγίσαι Θεώ και προσαγαγείν άλλους
αγιασθήναι και αγιάσαι»
 
Ομιλία εις την εορτήν των τριών Ιεραρχών
(Εκφωνήθηκε στον Ιερό Ναό μας την 30ή Ιανουαρίου 2016)

https://www.profitisilias.gr/enoria/index.php/eortologio/2010-09-20-05-05-20/702-o-agioi-treis-ierarxes-os-megistoi-theologoi-kai-prostates-tis-ellinikis-paideias

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος: Πῶς νὰ προσευχόμαστε

 Ἡ προσευχὴ βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ. Εἶναι ἡ ἀναπνοὴ τῆς ψυχῆς. Ὑπάρχει προσευχή; Ὑπάρχει ζωὴ στὴν ψυχή. Δὲν ὑπάρχει προσευχή; Δὲν ὑπάρχει ζωὴ στὴν ψυχή.

 
Δὲν εἶναι προσευχή τὸ νὰ στεκόμαστε μπροστὰ στὶς εἰκόνες καὶ νὰ κάνουμε μετάνοιες. Αὐτὰ εἶναι μόνο τὰ «μέσα» τῆς προσευχῆς. Δὲν εἶναι ἀκόμα προσευχή τὸ νὰ διαβάζουμε προσευχὲς ἀπὸ βιβλία ἢ νὰ τίς λέμε ἀπ᾿ ἔξω ἢ νὰ τίς ἀκοῦμε στὸ ναό. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα γιὰ τὴν ἀνακά-λυψη τῆς προσευχῆς ἢ γιὰ τὴ γέννησή της.
 
Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ ἀρχίζει μὲ τὴν ἐμφάνιση στὴν καρδιὰ ἀλλεπάλληλων εὐλαβικῶν αἰσθημάτων-αἰσθημάτων συντριβῆς καὶ αὐτομεμψίας, εὐγνωμοσύνης καὶ δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοσιώσεως καὶ ὑποταγῆς στὸ θέλημά Του κ.ἄ. Ὅλος ὁ προσευχητικός μας ἀγῶνας συνίσταται καὶ στοχεύει στὴ διέγερση τέτοιων αἰσθημάτων μέσα στὴν καρδιά μας καὶ στὴν πλήρωσή της μ᾿ αὐτά.
 
Προσευχὴ σημαίνει ἀπερίσπαστη προσήλωση τῆς καρδιᾶς στὸ Θεό. Μετὰ τὸ πρῶτο βῆμα γι᾿ αὐτὴ τὴν προσήλωση, τὴ γέννηση δηλαδὴ τῶν αἰσθημάτων ποὺ ἀναφέραμε, πρέπει νὰ σταθεροποιήσουμε τὴν προσευχὴ στὴν καρδιά. Καὶ πῶς θὰ πετύχουμε τὴ σταθεροποίησή της; Μὲ τὴν ἀδιάλειπτη καλλιέργειά της.
 
Θ᾿ ἀρχίσουμε μὲ τὴν ἐπιμελῆ ἀνάγνωση καὶ ἀκρόαση τῶν καθημερινῶν προσευχῶν, στὸ σπίτι ἢ στὸ ναό. Διάβαζε καὶ ἄκουε προσεκτικὰ τίς ἀκολουθίες. Ἔτσι, σιγὰ σιγὰ, θ᾿ ἀνεβάσεις τὴν καρδιὰ σου ὡς το Θεό. Οἱ προσευχές, ποὺ ἔχουν συντάξει οἱ ἅγιοι πατέρες, κρύβουν μεγάλη δύναμη. Ὅποιος, λοιπόν, εἰσχωρεῖ στὰ νοήματά τους μὲ προσοχὴ καὶ ζῆλο, ὁπωσδήποτε θὰ πάρει κάτι ἀπὸ τὴ δύναμή τους, λιγότερο ἢ περισσότερο, ἀνάλογα μὲ τὴ θερμότητα τῆς διαθέσεώς του.
 
Γιὰ νὰ γίνει ἡ ἀκολουθία ἐνεργητικὸ μέσο προσευχητικῆς ἀγωγῆς, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὴν ἐπιτελεῖς ἔτσι ὥστε, καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά σου νὰ ἀφομοιώνουν τὸ περιεχόμενό της. Καὶ νὰ τρεῖς ἁπλοῖ κανόνες γιὰ νὰ τὸ πετύχεις: 
 
α) Μὴν ἀρχίζεις τὴν ἀκολουθία χωρὶς τὴν κατάλληλη ψυχικὴ προετοιμασία 
 
β) Μὴν τὴν κάνεις ἀπρόσεκτα, μὲ βιασύνη καὶ προχειρότητα, ἀλλὰ μὲ προσοχή, συναίσθηση καὶ εὐλάβεια· 
 
γ) Ὅταν τὴν τελειώνεις, μὴν καταπιάνεσαι ἀμέσως μὲ τίς συνηθισμένες βιοτικὲς ἀσχολίες σου.
 
«Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἔγκλειστου - Ὁ ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Γράμματα σὲ μιὰ ψυχή» - Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ. Ἐκδ. δ'

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Η Ορθοδοξία ως θεραπεία Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός †

 Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός †

Αν θέλαμε να ορίσουμε συμβατικά τον Χριστιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμπειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού) [1] μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του ανθρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν».

Με δεδομένη την διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ, στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει την δυνατότητα διατήρησης ή αποκατάστασης της υγείας του μέσα από μια ορισμένη θεραπευτική διαδικασία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής.

Ο γράφων είναι σε θέση να κατανοήσει τη σύμπτωση ιατρικής και εκκλησιαστικής ποιμαντικής επιστήμης στο σημείο αυτό, διότι ως διαβητικός και ως χριστιανός γνωρίζει, ότι και στις δύο περιπτώσεις οφείλει να ακολουθήσει πιστά τα οριζόμενα εκατέρωθεν για την επίτευξη του διπλού στόχου.

Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώστε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν», αυτό που ο Θεός είναι από την φύσιν του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυτή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας…

Δεν πρόκειται για μια ηθική βελτίωση του ανθρώπου, αλλά για την εν Χριστώ ανα-δημιουργία, ανά-πλαση ανθρώπου και κοινωνίας μέσα από την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με το Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία.

Αυτό εκφράζει η φράση του απ. Παύλου (Β΄ Κορ. 5,17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χριστώ είναι καινούργιο δημιούργημα.

Γι’ αυτό χριστιανικά η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική «εισβολή» του Αιωνίου και Υπέρχρονου μέσα στον ιστορικό χρόνο, είναι η αρχή ενός νέου κόσμου, μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχίζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυθεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων.

Η Εκκλησία ως «σώμα Χριστού» και εν Χριστώ κοινωνία υπάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει την σωτηρία, ως ένταξη σε αυτή την αναγεννητική διαδικασία.[2] Το σωστικό αυτό έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί ως ένα παγκόσμιο θεραπευτήριο.

«Ιατρείον Πνευματικόν» (Πνεματικό Νοσοκομείο) ονομάζεται η Εκκλησία από τον ιερό Χρυσόστομο (†407).

Στην συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα:

1) Ποια είναι η αρρώστια την οποία θεραπεύει η χριστιανική Ορθοδοξία;

2) Ποια είναι η θεραπευτική μέθοδος που εφαρμόζει;

3) Ποια είναι η ταυτότητα του αυθεντικού χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας;[3]

1. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και συνάμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει» Ρωμ. 8.22) μαζί του. Η διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ενότητας σύννομη της ανθρωπότητας. (βλ. Πραξ.17.26).

Η Χριστιανική Ορθοδοξία δεν κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μόνο για τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωση αληθείς ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2.4), αφού ο Θεός είνα «σωτήρ πάντων ανθρώπων» (Α΄ Τιμ. 4.10). η αρρώστια λοιπόν για την οποία μιλάει ο Χριστιανισμός είναι πανανθρώπινη (Ρωμ. 5.12: «…εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω (= λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον» (=αστόχησαν στην πορεία τους προς την θέωση.

Όπως δε η πτώση (δηλαδή η αρρώστια) είναι πανανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία – θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε ανθρώπου.

Η φυσική (αυθεντική) κατάσταση του ανθρώπου προσδιορίζεται, αγιοπατερικά, από την λειτουργία μέσα του, τριών μνημονικών συστημάτων, δύο από τα οποία γνωρίζει και ελέγχει η επιστήμη της ιατρικής, ενώ το τρίτο είναι υπόθεση της ποιμαντικής θεραπευτικής.

Το πρώτο είναι η κυτταρική μνήμη (DNA), που καθορίζει τα πάντα στον ανθρώπινο οργανισμό. Το δεύτερο είναι η εγκεφαλική κυτταρική μνήμη, η λειτουργία του εγκεφάλου, που ρυθμίζει την σχέση μας με τον εαυτό μας και το περιβάλλον. Τα δύο αυτά συστήματα γνωρίζει η επιστήμη της ιατρικής και μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία τους.

Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα ακόμη μνημονικό σύστημα, την καρδιακή ή νοερά μνήμη, που λειτουργεί μέσα στην καρδιά.

Η καρδιά, στην Ορθόδοξη παράδοση, δεν λειτουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίματος.

Ακόμη κατά την πατερική διδασκαλία, δεν είναι ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα το κέντρο της αυτοσυνειδησίας μας, αλλά η καρδιά.

Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μια υπερφυσική λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλαδή ενέργειά Του. Βέβαια αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από την εμπειρία των Αγίων και όχι με τη λογική λειτουργία και τη διανοητική θεολόγηση.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (†1809), ανακαιφαλαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικό Εγχειρίδιον» ονομάζει την καρδιά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσικό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από τα πάθη. Η υπερφυσική λειτουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλαδή την θέωση του, ως πλήρη ένταξή του στην εν Χριστώ κοινωνία.

Στην υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νου. Στον γλωσσικό κώδικα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του ανθρώπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στην θέα του Θεού ή θεοπτία.

Βέβαια πρέπει να διευκρινήσουμε ότι η γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης και απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσιαστική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού.

Η ενέργεια του νου μέσα στην καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» (noetic faculty) της καρδιάς. Διευκρινίζουμε, και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ενεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νους στην καρδιά.

Η νερά λειτουργία πραγματώνεται ως αδιάλειπτη προσευχή (πρβλ. Α΄Θεσσ. 5,17) του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γαλ. 4,6 · Ρωμ.8,26· Α΄Θεσσ. 5,19), και ονομάζεται από τους αγίους πατέρες μας «μνήμη Θεού». Έχοντας ο άνθρωπος μέσα στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», ακούοντας δηλαδή στην καρδιά του την «φωνή» (Α΄ Κορ. 14,11ε. Γαλ. 4,6.κ.α.) έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8,11).

Ο Μ. Βασίλειος στη Β΄ επιστολή του λέγει, ότι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νους «αναχωρεί» προς τον Θεό.

Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο ενεργούμενος από την θεία ενέργεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία ή σε κάποια εκ-στάση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις οποίες ασχολείται η λογική. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που μας αγγίζει:

Ένας επιστήμονας που έχει αποκτήσει και πάλι την νοερά λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλήματα του, ενώ ο νους μέσα στην καρδιά διατηρεί αδιάλειπτη τη μνήμη του Θεού. Ο άνθρωπος που διασώζει και τα τρία παραπάνω μνημονικά συστήματα είναι ο Άγιος. Αυτός είναι ορθόδοξα ο υγιής (normal) άνθρωπος. Γι’ αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου προς την αγιότητα.

Η μη λειτουργία ή υπολετουργία της νοεράς ενέργειας του ανθρώπου είναι η ουσία της πτώσεως.

Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του ανθρώπου, στην αρχή ακόμα της ιστορικής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του. Σ’ αυτή την νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι απόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο ηθικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, †444 ) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο όπως η αρρώστια κάποιου δέντρου μεταδίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό.

Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας ή της μνήμης του Θεού και η σύγχυσή της με την λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει με όλους μας, υποδουλώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικισμό και της αντικοινωνικότητα.

Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της προσωπικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Η χρήση του Θεού γίνεται με την «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θεού), που μπορεί να εκφυλιστεί σε αυτοθεοποίηση του ανθρώπου («αυτείδολον εγενόμην» λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγαν Κανόνα» του). Η χρήση του συνανθρώπου και κατ’ επέκταση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση της με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή, λοιπόν, είναι η νόσος, την οποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ολόκληρος [4] στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλησίας.

2. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας, ως εν Χριστώ κοινωνίας στον κόσμο, είναι η θεραπεία του ανθρώπου, με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με τον Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας.

Κατά τον καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη: [«η πατερική παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείο αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως με την Ψυχιατρικήν.

Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικό όργανον, που όλοι το έχουν και το οποίο χρειάζεται θεραπεία.

Ούτε η φιλοσοφία, ούτε καμία των γνωστών θετικών ή κοινωνικών επιστημών δύναται να θεραπεύσει το όργανον αυτό (…) Δια τούτο ο αθεράπευτος δεν γνωρίζει ούτε καν την ύπαρξη αυτού του οργάνου».]

Η ανάγκη θεραπείας του ανθρώπου, κατά τα παραπάνω, είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε ανθρώπου στη φυσική του ύπαρξη με την ενεργοποίηση και της τρίτης μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνεται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου.

Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδερφός με τον συνάνθρωπό του, πρέπει η ιδιοτέλειά του, που λειτουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ Α΄ Κορ. 13,8: «η αγάπη… ου ζητεί τα εαυτής».

Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ.5,8· Α΄ Ιωαν.5,7 ε.), που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και το κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτημοσύνη», αλλά η «ακτημοσύνη», ως αυτοπαραίτηση από κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δικαιοσύνη.

Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονομημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεώς μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό ή αιώνιο θάνατο, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από την Χάρη του Θεού.

Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες εστίες του ανθρώπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χριστού και στην ανάστασή του. Ο Χριστιανός ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή- Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης που δέχεται με την μετοχή του στην μυστηριακή ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευμένος άνθρωπος, που δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του.

3. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:

α) Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο. Διαφορετικά δεν είναι Εκκλησία αλλά θρησκεία. Οι κληρικοί, εκλεγόταν αρχικά από τους θεραπευμένους, για να λειτουργούν ως θεραπευτές. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση (secularism) συνεχίζουν την Εκκλησία των Αποστολικών χρόνων.

β) Οι επιστήμονες της Εκκλησιαστικής θεραπείας είναι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της ιατρικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.

γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγχώρηση αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον!

Η Εκκλησία δεν μπορεί να στείλει κάποιον στον παράδεισο ή στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δεν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θεραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο Φώς Του ως παράδεισος και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12,29). Και αυτό, φυσικά, αφορά σε κάθε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώνια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.

δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). Έτσι, διαφοροποιείται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο της ποιμαντικής θεραπευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευματικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς την θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στην μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του ανθρώπου σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο (hinc et nunc).

Αυτό διαπιστώνεται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων, που νικούν την βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτανήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεοδώρας της Αυγούστας. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονείκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της ασκητικής θεραπευτικής της Εκκλησίας.

Θα παρακαλούσα δε τον ιατρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχτεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χάρης, διότι τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία…

Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύματα ως αποδείξεις της θεώσεως διότι ανήκουν σε άλλη σφαίρα.

ε) Τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κάποια Χριστιανική ιδεολογία, αλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η απλή ανάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση που ο ασθενής καταφεύγει στον γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο.

Αυτή με λίγα λόγια είναι η Ορθοδοξία. Δεν έχει σημασία αν την αποδέχεται κανείς ή όχι. Αναφερόμενος όμως σε επιστήμονες προσπάθησα, ως εν επιστήμη συνάδελφος, να απαντήσω επιστημονικά στο ερώτημα «τι είναι η Ορθοδοξία».

Κάθε άλλη εκδοχή για τον Χριστιανισμό συνιστά παραποίηση και διαστροφή του, έστω και αν θέλει να προβάλλεται σαν Ορθοδοξία.

Η Ορθοδοξία ως Θεραπεία

Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός †

Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας. Θεσσαλονίκη 1984.

Του ιδίου, Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της., στον τόμο. Ορθοδοξία, Ελληνισμός… Εκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Β΄ τόμος, 1996, σ.67-87.

Του ιδίου Church synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ.63 (1992) 421-450 και Ελληνικά, τ.66 (1995) 646-680.

Π Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μητροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986.

Του ιδίου, Μικρά είσοδος στην Ορθόδοξη Πνεύματικότητα, Αθήνα 1992.

Του ιδίου, Υπαρξιακή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Λειβαδιά 1995.

Ακόμη οι σχετικές κατά καιρούς δικές μας μελέτες, όπως π.χ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθήνα 1986. Θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας, Αθήνα 1996 κ.α. Στα βιβλία αυτά βρίσκει κανείς και τη λοιπή βιβλιογραφία.

Σημειώσεις- επεξηγήσεις:

1. Άκτιστος (=αδημιούργητος. άπλαστος στην λαϊκή γλώσσα) είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, δημιουργία, με κορυφαίο τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπαντική» δύναμη κατά την γλώσσα της Νέας Εποχής («όλοι ένα, όλοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του σύμπαντος, όντας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο (Das ganz Andere). Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Και γι’ αυτό το Άκτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του.

2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του Β΄ αιώνα, Ο Ποιμήν του Ερμά, λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χριστού, πρέπει να είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»!

3. Κατά τον π. Ι. Ρωμανίδη, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την επιστροφή στη «φιλοκαλική» (θεραπαυτικοακουστική) θεώρηση της Πίστης μας, σε ακαδημαϊκό μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε «ταύτιση» Ακτίστου και κτιστού, όπως συμβαίνει στην ειδωλολατρεία. Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος προβάλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις-νοήματα) στο χώρο του θείου, «κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη Πατερική Ορθοδοξία.). σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός» του «θείου» και, τελικά, η «χρήση» του θεού προς ίδιον όφελος (μαγική σχέση: do, ut des ). Στη δική μας, όμως, παράδοση, ο Θεός μας δεν έχει ανάγκη «εξευμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. 4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α΄Ιωάν. 4,16) και μάλιστα ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δεν ζητεί τίποτε από τα πλάσματά Του. Γι’ αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης που υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας.

4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λόγος : «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης ένταξη γίνεται κατά κανόνα στις Μονές, όταν λειτουργούν Ορθόδοξα, φυσικά. Γι’ αυτό οι Μονές (π.χ. οι αγιορείτικες) μένουν πρότυπα για τις ενορίες του «κόσμου».

Πηγή: alopsis.gr

Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός †

Ενωμένη Ρωμηοσύνη

6/7/2022