Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛΛΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Απόδοση του Πάσχα

 Απόδοση του Πάσχα

31 Μαΐου 2022

Η Ανάσταση συνεχίζεται! Αυτό δείχνει και η γιορτή της Αποδόσεως του Πάσχα. Τα ίδια γράμματα της νύχτας της Αναστάσεως, ακούγονται και κατά την Απόδοση του Πάσχα. Τελείται μια μέρα πριν απ’ τη γιορτή της Αναλήψεως.


Κάθε μεγάλη γιορτή στην Ορθόδοξη λατρεία έχει την «απόδοσή» της. Κάθε γιορτή είναι ζωντανό γεγονός, που επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή του πιστού.


Αλλά και για άλλο λόγο γίνεται ο επανεορτασμός μιας εορτής, δηλαδή η απόδοσή της. Για ν’ απολαύσουμε ακόμα μια φορά την ομορφιά της γιορτής.


Όταν ένα θέαμα είναι ωραίο, ποθούμε να το ξαναδούμε. Όταν ένα φαγητό είναι νόστιμο, θέλουμε να το ξαναγευτούμε. Ο εορτασμός κάποιου γεγονότος της ζωής του Χριστού ή της Θεοτόκου, προξενεί γλυκύτητα στη ψυχή, που θέλει να το ξαναγιορτάσει.


Τη γλυκύτητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός, την αισθανόμαστε για τη γιορτή του Πάσχα. Γιορτή ευφροσύνης. «Πανήγυρις έστι πανη­γύρεων». Ποτέ άλλοτε δεν σκιρτά η ψυχή τόσο πολύ, όσο τη νύχτα της Αναστάσεως. Χαιρόμαστε για το θρίαμβο του Αναστάντος Κυρίου.




Θρίαμβος της ζωής κατά του θανάτου. Του Χριστού κατά του Άδη. Της χαράς κατά της λύπης. Της αλήθειας κατά του ψεύδους. Αυτή η ευφροσύνη για την Ανάσταση του Χριστού είναι καθολική και αιώνια. Ουρανός και γη συγχορεύουν. Όχι μια φορά. Πάντοτε, αιώνια. «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω· εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος. Χριστός γαρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώ­νιος» (κανόνας Πάσχα).


Η Ανάσταση συνεχίζεται. Κάθε φορά, που τελούμε τη θεία Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία ξαναζωντανεύει μπροστά μας όλα τα στάδια της ζωής του Χριστού. «Οδεύωμεν διά πασών των ηλικιών του Χριστού», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος.


Ο Χριστός γεννάται, στην «πρόθεση», που τελείται στην αριστερή κόγχη του ιερού που μοιάζει με φάτνη. Ο Χριστός βγαίνει στο κόσμο για να κηρύξει το Ευαγγέλιό Του, κατά τη μικρή είσοδο, που ο ιερέας βγαίνει με υψωμένο το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα για να θυσιαστεί, κατά τη μεγάλη είσοδο. Ο Χριστός υψώνεται πάνω στο Σταυρό και θυσιάζεται, κατά την προσφορά και τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, που γίνεται με την προσφώνηση: «Τα σα εκ των σων…». Ο Χριστός ανασταίνεται, κατά τη μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων, που πλημμυρίζει τη καρδιά από αναστάσιμη χαρά. Γι’ αυτό και ο λειτουργός, όταν κοινωνεί, ευθύς αμέσως λέει το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…».


Κάθε θεία Λειτουργία είναι μια ανάμνηση του Σταυρού και της Αναστάσεως. Είναι το σταυρώσιμο και αναστάσιμο Πάσχα. Ιδιαίτερα η Λειτουργία της Κυριακής έχει αναστάσιμο χαρακτήρα. Είναι η Λειτουργία της «μιας των σαββάτων». Την Κυριακή είναι όλα αναστάσιμα. Τα απολυτίκια των οκτώ ήχων, όλα αναστάσιμα. Αλλά και τα τροπάρια του όρθρου της Κυριακής. Κατεξοχήν αναστάσιμη είναι η περίοδος του Πάσχα, του Πεντηκοσταρίου, που αρχίζει τη νύχτα της Αναστάσεως και τελειώνει τη Κυριακή των Αγίων Πάντων.




Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται κάθε φορά, που οι πιστοί έχουν Πάσχα. Οι κοσμικοί συνάνθρωποί μας μια φορά το χρόνο έχουν Πάσχα. Και ούτε αυτό αντιλαμβάνονται. Δεν το απολαμβάνουν. Νομίζουν, πως Πάσχα είναι το σουβλιστό αρνί, τα κόκκινα αυγά, το γλέντι και το ξεφάντωμα! Οι πιστοί γιορτάζουν το αληθινό Πάσχα, μάλιστα πολλές φορές στη ζωή τους. Όταν με πίστη ζουν το μυστήριο του Χρίστου, το μυστήριο του Σταύρου και της Αναστάσεως. Ζουν το νέο Πάσχα. Όταν κατορθώνουν και κάνουν μεγάλα περάσματα. Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε, για να μας περάσει απ’ την ενοχή της αμαρτίας στη δικαίωση. Απ’ τα έργα του σκότους στην αγιότητα. Απ’ τη φθορά στην αφθαρσία.


Κάθε φορά, που ξεπερνάμε τα γήινα, που υπερπηδάμε τα προβλήματα, που υπερνικάμε τις θλίψεις, που περνάμε το ορμητικό ποτάμι της ζωής ή τη φουρτούνα της θάλασσας των πειρασμών, κάνουμε θαυμαστή διάβαση. Πάσχα γιορτάζουμε! Όταν αξιωνόμαστε να κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού. Με τη Θεία Κοινωνία κάνουμε όχι απλώς διάβαση, αλλά υπέρβαση. Ξεπερνάμε τα μέτρα μας. Αποκτάμε θεϊκές διαστάσεις. Αποσπόμαστε απ’ τη γη. Ξεκολλάμε απ’ τη λάσπη. Ανερχόμαστε προς τον ουρανό. Γινόμαστε κοινωνοί του Χριστού. Κοινωνοί των παθημάτων Του και της Αναστάσεώς Του. Γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως (Β’ Πέτρ. α’ 4). Γινόμαστε χριστοφόροι, θεοφόροι.


Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται στη ζωή των αγίων. Οι άγιοι είναι αμαρτωλοί, που αναστήθηκαν. Σ’ ένα τροπάριο παρακαλούμε· «Ανάστησον ημάς πεσόντας τη αμαρτία». Η αμαρτία είναι θάνατος. Η μετάνοια είναι ανάσταση. Νύχτα σκοτεινή η αμαρτία, μέρα λαμπρή η ζωή της μετανοίας. Κάθε χριστιανός, που μετανοεί, είναι ένας αναστημένος. Κάθε άγιος αποτελεί ζωντανή απόδειξη της δυνάμεως της Αναστάσεως. Η φωτεινή ζωή του αποτελεί ανταύγεια του αναστάσιμου φωτός.




Ο ιερός Χρυσόστομος στην ομιλία του « Εις το Άγιον Πάσχα», αναφερόμενος στους νεοφώτιστους χριστιανούς, για κείνους, δηλαδή, που βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μεγ. Σαββάτου, λέει: Θέλω ν’ απευθύνω το λόγο σ’ αυτούς, που τη φωτόλουστη αυτή μέρα αξιώθηκαν το θείο βάπτισμα. Οι νεοφώτιστοι είναι τα καλά δενδρύλλια της Εκκλησίας, τα λουλούδια τα πνευματικά, οι νέοι στρατιώτες του Χριστού. Πριν από χτες ο Κύριος μας βρισκόταν στο Σταυρό. Έτσι κι αυτοί, πριν από χτες βρίσκονταν στην κυριαρχία της αμαρτίας. Αλλά τώρα συναναστήθηκαν μαζί με το Χριστό. Ο Χριστός σωματικά πέθανε κι αναστήθηκε. Αυτοί ήσαν πεθαμένοι στο λάκκο της αμαρτίας. Κι απ’ την αμαρτία αναστήθηκαν. Η γη τώρα την άνοιξη τριαντάφυλλα και γιασεμιά κι άλλα λουλούδια μας χαρίζει. Το βαπτιστήριο με τ’ αγιασμένα νερά μας χάρισε σήμερα ανθόκηπο πιο όμορφο απ’ της γης.


Η αλλαγή του ανθρώπου αποτελεί την τρανότερη απόδειξη της Αναστάσεως. Απ’ τον τάφο της αμαρτίας ανασταίνεται ο άνθρωπος με τη δύναμη της μετανοίας.


Ποιό είναι δυσκολότερο; Το ν’ αναστηθεί ένας αμαρτωλός απ’ το μνήμα της ακολασίας ή το να αναστηθεί το σώμα του ανθρώπου απ’ τον τάφο της φθοράς; Φαίνεται το δεύτερο δυσκολότερο. Κι όμως, το πρώτο είναι. Για την ανάσταση των σωμάτων καμιά αντίσταση δεν προβάλλεται. Για την αλλαγή της ψυχής υπάρχει η αντίστασης της θελήσεως, του παλαιού άνθρωπου.


Πολύ δύσκολη η πνευματική ανάσταση. Το να γίνει: Ο θυμώδης, πράος. Ο χαρτοπαίκτης και φιλάργυρος, ελεήμων. Ο μέθυσος, εγκρατής. Ο σαρκολάτρης, σώφρων. Ο εγκληματίας, ήσυχος. Ο άγριος, άγιος. Αυτό το τόσο δύσκολο είναι γεγονός. Το βλέπουμε στο χώρο της χάριτος, στη ζωή της Εκκλησίας.


Η Εκκλησία έχει τη δύναμη της μεταμορφώσεως, της αλλαγής του ανθρώπου. Είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως. Ο Χριστός, η κεφαλή της Εκκλησίας, είναι όχι μόνο ο αναστάς εκ νεκρών, αλλά και ο εγείρων τους νεκρούς. Είναι νεκρεγέρτης ο Ιησούς Χριστός. Αφού, λοιπόν, γίνεται το δύσκολο, η ανάσταση τόσων αμαρτωλών, δεν μπορεί να γίνει το εύκολο, η ανάσταση των σωμάτων κατά την κοινή ανάσταση;


(Αρχιμ.Δανιήλ Γ. Αεράκη, «Πάσχα Κυρίου»)

https://www.pemptousia.gr/2022/05/apodosi-tou-pascha/

Γιά μία σωστή ἐξομολόγηση

 Ἕνα κείμενο περί Ἐξομολογήσεως

(ἀπό τό βιβλίο: «Οἱ περιπέτειες ἑνός προσκυνητοῦ»  ἐκδ.Παπαδημητρίου)

  Εἰς τό τέλος τῆς ἑβδομάδος, ἀφοῦ προπαρασκευάσθηκα καλά γιά τήν ἁγία Κοινωνία, πρίν ἐξομολογηθῶ, ἐσκέφθηκα ὅτι ἦταν μιά εὐκαιρία νά κάνω ἐκεῖ μιάν ἐξομολόγησιν ὅσον τό δυνατόν πιό λεπτομερῆ.   Ἄρχισα, λοιπόν, τήν προσπάθεια γιά νά θυμηθῶ ὅλα τά ἁμαρτήματα ἀπ’ τήν νεότητά μου καί γιά νά μή τυχόν λησμονήσω ἔστω καί τό παραμικρό, τά ἔγραψα μέ ὅση τό δυνατόν περισσότερη λεπτομέρεια.  Ἐγέμισα ἔτσι μιά μεγάλη κόλλα χαρτί μέ ὅλα αὐτά πού ἔγραψα.   Ἔπειτα, ὅμως, ἄκουσα ὅτι εἰς τήν Κιταβάγια Παστίνα, πού ἀπέχει περίπου τρία χιλιόμετρα ἀπό ἐκεῖ, ἐζοῦσεν ἕνας ἀσκητής ἱερεύς, ὁ ὁποῖος ἦτο σοφός ἄνθρωπος καί γεμᾶτος ἀπό κατανόηση.   Ὁποιοσδήποτε ἐπήγαινεν εἰς αὐτόν γιά νά ἐξομολογηθεῖ, εὑρισκόταν σέ μιάν ἀτμόσφαιρα γεμάτη ἀπό μειλιχιότητα καί συμπάθεια, ἀποχωροῦσε δέ χορτᾶτος ἀπό διδασκαλία γιά τήν σωτηρία του καί ἤρεμος ψυχικά.  Μέ μεγάλην εὐχαρίστηση ἐπληροφορήθηκα γιά ὅλα αὐτά καί ἀνεχώρησα ἀμέσως νά συναντήσω τόν ἄγιον αὐτόν γέροντα. Ὅταν ἔφθασα, εἰς τήν ἀρχή, ἐζήτησα ὁλίγες συμβουλές, ὕστερα δέ ἀπό κάμποσην ὥρα συνομιλίας τοῦ ἐδιάβασα τό χαρτί μέ τίς ἁμαρτίες μου, πού εἶχα γράψει.  Ὅταν ἐτελείωσα τό διάβασμα, ἐκεῖνος μοῦ εἶπε: «Παιδί μου, πολλά ἀπ’  αὐτά πού μοῦ ἐδιάβασες εἶναι χωρίς καμμιά ἀξία, οἱ συμβουλές μου δέ γιά τήν ἐξομολόγηση εἶναι γενικά οἱ ἐξῆς: Πρῶτον: Δέν εἶναι ἀνάγκη νά ἐξομολογῆσαι ἁμαρτήματα γιά τά ὁποῖα ἄλλοτε μετενόησες, τά ἐξαγορεύθηκες καί ἐπῆρες τήν συγχώρηση.  Ὅταν τά ξαναεξομολογῆσαι εἶναι σάν νά θέτεις σέ ἀμφιβολία τή δύναμη τοῦ Μυστηρίου τῆς θείας Ἐξομολογήσεως. Δεύτερον: Δέν πρέπει νά θυμᾶσαι εἰς τήν ἐξομολόγηση οὔτε καί νά ἀναφέρεις εἰς αὐτήν ἄλλα τυχόν πρόσωπα πού συνέβη νά εἶναι συνδεδεμένα μέ τίς ἁμαρτίες σου.  Δηλαδή, πρέπει νά ἐξομολογηθεῖς τά ἰδικά σου μόνον ἁμαρτήματα καί νά κρίνεις τόν ἑαυτό σου μόνον καί κανέναν ἄλλον. Τρίτον: Δέν πρέπει νά ξεχνᾶς ὅτι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς ἀπαγορεύουν νά ἀναφέρουμε μέ ὅλες τίς λεπτομέρειες τά διάφορα ἁμαρτήματά μας, ἐπειδή εἶναι καλύτερο νά τά ὁμολογοῦμε καί νά τά ἀναγνωρίζουμε εἰς τίς γενικές τους γραμμές γιά νά ἀποφεύγεται ὁ πειρασμός ἀπό τήν ἐπανάληψη τῶν λεπτομερειῶν καί γιά τόν ἑαυτό μας καί γιά τόν πνευματικό. Τέταρτον: Ὅταν μετανοεῖς πρέπει νά μετανοεῖς εἰλικρινά καί πραγματικά γιατί εἶναι γεγονός ὅτι ἡ μετάνοιά σου αὐτή σήμερα εἶναι ἀφρόντιστη χλιαρή καί πρόχειρη. Πέμπτον: Ἀσχολήθηκες σήμερα μέ ἕνα σωρό λεπτομέρειες, ἐνῶ παρέλειψες τό κυριότερο πρᾶγμα, δηλαδή δέν ἀνέφερες τίς πιό βαρειές ἀπ’ ὅλες τίς ἁμαρτίες, γιατί δέν παραδέχθηκες, οὔτε ἔγραψες εἰς τό χαρτί, ὅτι δέν ἀγαπᾶς τόν Θεό, ὅτι μισεῖς τόν πλησίον σου, ὅτι δέν πιστεύεις εἰς τόν Λόγον τοῦ Θεοῦ, καί ὅτι εἶσαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλοδοξία, γεγονότα πού ἀποτελοῦν τήν τετραπλῆ μάζα τοῦ κακοῦ καί τά ὁποῖα εἶναι ἡ αἰτία ὅλων τῶν ἄλλων ἁμαρτημάτων μας.  Αὐτά εἶναι οἱ τέσσερεις κυριώτερες ρίζες, ἀπό τίς ὁποῖες φυτρώνουν ὅλα τά ἄλλα ἁμαρτήματα εἰς τά ὁποῖα πέφτουμε ὅλοι». Ἡ ἔκπληξίς μου πραγματικά ἦταν μεγάλη ἀπό ὅσα ἄκουσα, γι’ αὐτό ἀπευθυνόμενος πρός τόν φημισμένο αὐτόν Πνευματικό, τοῦ εἶπα:   «Νά μέ συγχωρήσεις, σεβαστέ πάτερ, ἀλλά πῶς εἶναι δυνατόν νά μή ἀγαπῶ τόν Θεό, τόν Πατέρα ὅλων μας καί Συντηρητή;  Σέ τί ἄλλο θά μποροῦσα νά πιστεύσω, ἐκτός ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐλογία τοῦ ὁποίου ἁγιάζει τά πάντα;  Ἐγώ θέλω πάντα τό καλό τοῦ πλησίον μου, ποιόν δέ λόγο θά εἶχα γιά νά τούς μισῶ;  Ὡς πρός τήν ὑπερηφάνεια, δέν ἔχω τίποτα γιά νά ὑπερηφανευθῶ, ἐκτός ἀπ’ τά ἀναρίθμητά μου ἁμαρτήματα.  Ἀλλ’ ἀκόμη τί καλό ἔχω ἐπάνω μου γιά νά ὑπερηφανευθῶ;  Μήπως τά πλούτη μου ἤ τήν ὑγεία μου;  Μόνον ἄν ἤμουν μορφωμένος ἤ πλούσιος, θά μποροῦσα νά ἔχω πέσει σέ σφάλματα σάν αὐτά πού μοῦ ἀνέφερες».   «Ἀγαπητέ μου, εἶναι κρῖμα πού τόσο λίγο κατάλαβες τί ἐννοῶ μέ αὐτά πού εἶπα.  Κοίταξε!  Θά διδαχθεῖς πολύ καί γρήγορα, ἀπάνω σέ ὅσα σοῦ εἶπα, ἐάν διαβάσεις  αὐτές τίς σημειώσεις πού σοῦ δίνω, τίς ὁποῖες καί ἐγώ χρησιμοποιῶ εἰς τήν ἐξομολόγησή μου.  Διάβασέ τες προσεκτικά καί θά καταλάβεις ἐντελῶς καθαρά τήν ἀκριβῆ ἀπόδειξη ὅλων αὐτῶν πού σοῦ εἶπα καί τά ὁποῖα σέ ἐξέπληξαν» Μού ἔδωσε τίς σημειώσεις καί ἐγώ ἄρχισα νά τίς διαβάζω.  Οἱ σημειώσεις αὐτές ἔχουν ἀκριβῶς ὡς ἐξῆς: «Ἐξομολόγηση πού ὁδηγεῖ τόν ἔσω ἄνθρωπο σέ ταπείνωση».                                        «Στρέφοντας τά μάτια μου προσεκτικά εἰς τόν ἑαυτό μου καί παρακολουθῶντας τήν πορεία τῆς ἐσωτερικῆς μου καταστάσεως, πιστοποιῶ ἀπό τήν πεῖρα μου, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν, ὅτι δέν ἔχω θρησκευτική πίστη καί ὅτι εἶμαι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια καί ὑλοφροσύνη.  Ὅλα αὐτά τά βρίσκω εἰς τόν ἑαυτό μου μετά ἀπό λεπτο-μερῆ ἐξέταση τῶν αἰσθημάτων καί τῆς συμπεριφορᾶς μου.  Δέν ἀγαπῶ τόν Θεό.  Ἄν ἀγαποῦσα πραγματικά τόν Θεό θά εἶχα συνεχῶς τήν σκέψη μου στραμμένη πρός Αὐτόν καί θά ἤμουν εὐτυχισμένος.  Κάθε σκέψη γιά τό Θεό θά μοῦ ἔδινε χαρά καί ἀγαλλίαση.  Ἀντιθέτως, ὅμως, πολύ συχνότερα καί πολύ εὐκολώτερα σκέπτομαι διάφορα γήινα πράγματα, ἐνῶ ἡ ἀπασχόληση τῆς σκέψεώς μου μέ τόν Θεό καταντᾶ ἐργασία ἐπίπονη καί ξερή.  Ἐάν ἀγαποῦσα τόν Θεόν, ἡ συνομιλία μου μέ Αὐτόν, διά τῆς προσευχῆς θά ἦτο ἡ τροφή καί ἡ τρυφή μου καί θά μέ ὡδηγοῦσε σέ ἀδιάσπαστη ἐπικοινωνία μέ Αὐτόν.   Ὅμως, ὅλως ἀντίθετα, ὄχι μόνο δέν εὑρίσκω εὐχαρίστηση εἰς τήν προσευχή μου ἀλλά χρειάζεται κάθε φορά νά καταβάλλω προσπάθεια γιά νά προσευχηθῶ.  Ἀγωνίζομαι κατά τῆς ἀπροθυμίας, νικῶμαι ἀπό τήν ἁμαρτωλότητά μου καί εἶμαι πάντα πρόθυμος νά καταπατῶ μέ κάθε ἀνόητη σκέψη καί πρᾶγμα, ἀκόμη καί κατά τήν ὥρα τῆς προσευχῆς, γεγονότα, πού, ὅπως εἶναι φυσικόν, μικραίνουν τήν προσευχή καί ἀπομακρύνουν τήν σκέψιν ἀπό αὐτήν.  Ὁ καιρός μου περνᾶ ἀχρησιμοποίητος ἤ μᾶλλον χρησιμοποιεῖται σέ μάταιες ἀπασχολήσεις, ὅταν δέ ἀπασχολοῦμαι μέ τόν Θεόν, ὅταν θέτω τόν ἑαυτόν μου κάτω ἀπό τήν παρουσία Του, τότε κάθε ὥρα μοῦ φαίνεται πώς εἶναι ἕνας ὁλόκληρος χρόνος.  Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀγαπᾶ κάποιο πρόσωπο, τό σκέπτεται ὅλη τήν ἡμέρα χωρίς διακοπή, διατηρεῖ συνεχῶς τήν εἰκόνα του μέσα εἰς τήν καρδιά του, φροντίζει γι’ αὐτό καί σέ καμμιά περίπτωση τό ἀγαπημένο του πρόσωπο δέν φεύγει ἀπό τήν σκέψη του.  Ἐγώ, ὅμως ὁλόκληρη τήν ἡμέρα, εἶναι ζήτημα ἄν ξεχωρίζω ἔστω καί μιάν ὥρα γιά νά βυθισθῶ σέ ἐντρύφηση καί θεία μελέτη, γιά νά ζωογονήσω τήν καρδιά μου μέ τήν ἀγάπη μου πρός Αὐτόν, ἐνῶ μέ εὐκολία καί εὐχαρίστηση ἐξοδεύω τίς εἴκοσι τρεῖς ὧρες τοῦ ἡμερονυκτίου σάν μιά θερμή προσφορά καί θυσία  εἰς τά εἴδωλα τῶν διαφόρων παθῶν.  Ὁλονένα συζητῶ γιά τιποτένια πράγματα καί γεγονότα, τά ὁποῖα μολύνουν τό πνεῦμα, κι αὐτό μοῦ δίνει εὐχαρίστηση.  Εἰς τίς σκέψεις μου γιά τόν Θεό, εἶμαι ξηρός, ἀπρόθυμος καί ἀμελής.  Κι ὅταν ἀκόμη χωρίς νά τό θέλω, συμβαίνει ὥστε ἄλλοι νά μέ παρακινήσουν σέ πνευματική συζήτηση, κοιτάζω νά μετατρέψω τό θέμα σέ κάτι ἄλλο, πιό εὐχάριστο εἰς τίς ἐπιθυμίες μου.   Εἶμαι τρομερά περίεργος γιά κάθε μοντέρνο, γιά τά πολιτικά καί γιά χίλια δυό ἄλλα ζητήματα.  Πολύ συχνά ζητῶ τήν ἱκανοποίηση εἰς τήν ἀγάπη πρός τίς κοσμικές γνώσεις, εἰς τήν ἐπιστήμη, εἰς τήν τέχνη, καί θέλω ὅλο καί περισσότερα ἀγαθά νά ἀποκτήσω.  Ἡ μελέτη τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ, ἡ γνῶσις Αὐτοῦ καί τῆς Θρησκείας, δέν μοῦ κάνουν πολλήν ἐντύπωσιν, οὕτε ἱκανοποιοῦν τήν πνευματική  πεῖνα τῆς ψυχῆς μου.  Ὅλα αὐτά τά παραδέχομαι ὅτι εἶναι ὄχι μόνον ἀνούσια ἀπασχόληση γιά ἕνα χριστιανό, ἀλλ’ ἐπί πλέον καί ἀνωφελής.  Ἐάν ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό εἶναι ἡ τήρησις τῶν ἐντολῶν Του, ὅπως ὁ Χριστός εἶπε «εἰ ἀγαπᾶτε με τάς ἐντολάς τάς ἐμᾶς τηρήσατε» ἐγώ ὄχι μόνο δέν τηρῶ τάς ἐντολάς Του, ἀλλ’ οὔτε καμμιά προσπάθεια καταβάλλω νά κατορθώσω τήν τήρησή τους.  Ἔτσι εἶναι ἀπόλυτη ἀλήθεια, τήν ὁποία εὔκολα συμπεραίνει κανείς, ὅτι δέν ἀγαπῶ τόν Θεόν.  Ἐπάνω σ’ αὐτό ὁ Μέγας Βασίλειος λέει: Ἡ ἀπόδειξις ὅτι ὁ ἄνθρωπος δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό καί τόν Χριστόν, ἔγκειται εἰς τό γεγονός ὅτι δέν τηρεῖ τάς ἐντολάς του.   Δέν ἀγαπῶ οὔτε τόν πλησίον μου. Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, θά ἦτο δυνατόν νά σκεφθῶ καί νά ἀπόφασίσω νά δώσω καί τήν ζωήν μου γι’ αὐτόν, ἐάν θά ὑπῆρχε ἀνάγκη.  Ὄχι, ὅμως, αὐτό μόνον δέν κάνω, ἀλλ’ οὔτε καί τήν παραμικρή θυσία εἶμαι διατεθειμένος νά ὑποστῶ γι’ αὐτόν.  Ἐάν ἀγαποῦσα τόν πλησίον μου, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τοῦ Εὐαγγελίου, οἱ λύπες του θά ἦσαν καί δικές μου λύπες καί οἱ χαρές του θά ἀντανακλοῦσαν εἰς τό πρόσωπό μου, ὅπως εἰς τό δικό του.  Ἀντιθέτως, ὅμως, εὐχαριστοῦμαι νά ἀκούω διάφορα ἄσχημα πράγματα γι’ αὐτόν, ἀντί νά λυποῦμαι καί νά πονῶ.  Τό κάθε κακό τυχόν πού ἀκούω γιά τόν πλησίον μου, ὄχι μόνον δέν τό σκεπάζω μέ ἀγάπη, ἀλλά τό διατυμπανίζω ὅπου μπορῶ μέ ἐσωτερικήν ἱκανοποίηση.  Ἡ εὐτυχία τοῦ πλησίον μου, ἡ τιμή του, τά ἀγαθά του δέν μέ εὐφραίνουν, μοῦ δίνουν δέ ἀντιθέτως τό συναίσθημα τῆς ἀδιαφορίας.  Τέλος, ὄχι λίγες φορές, καταλαμβάνουν τήν ψυχή μου περιφρόνηση καί φθόνος γιά τόν πλησίον μου.  Δέν ἔχω θρησκευτική πίστη.  Οὔτε εἰς τήν ἀθανασίαν, οὔτε εἰς τό Εὐαγγέλιο, διότι ἐάν ἤμουν τέλεια πεπεισμένος καί ἐπίστευα χωρίς ἀμφιβολία ὅτι μετά ἀπό τόν τάφο ξανοίγεται ἡ αἰώνιος ζωή καί ἡ ἀνταπόδοσις τῶν πεπραγμένων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, θά ἐσκεπτόμουν συνεχῶς αὐτό, χωρίς ἀνάπαυλα.  Ἡ ἰδέα τῆς ἀθανασίας θά μέ συνέτριβε κυριολεκτικά καί θά ἐζοῦσα αὐτήν τήν πρόσκαιρη ζωή σάν ἕνας ξένος καί παρεπίδημος, που ἔχει πάντα εἰς τόν νοῦ του τήν φροντίδα νά ἀξιωθεῖ κάποτε νά φθάσει εἰς τήν γλυκειά του πατρίδα.   Ἀντίθετα, ὅμως, ἐγώ οὔτε κάν σκέπτομαι γιά τήν αἰωνιότητα καί συμπεριφέρομαι εἰς τήν ζωή μου σάν νά πιστεύω ὅτι τό τέλος τοῦ παρόντος βίου εἶναι καί τό τέρμα τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεώς μου.  Μέσα μου φωλιάζει ὑποσυνείδητα ἡ σκέψις πού συνοψίζεται εἰς τό : ποιός ξέρει καί ποιός εἶδε τά μετά θάνατον;   Ὅταν μιλῶ γιά τήν ἀθανασία, τό μυαλό μου συμφωνεῖ μ’ ἐκείνην, ἐνῶ ἡ καρδιά μου πολύ ἀπέχει ἀπό τοῦ νά εἶναι πεπεισμένη γι’ αὐτήν.  Ὅλη αὐτή ἡ ἀπιστία μου ἀποδεικνύεται ἀπό τίς πράξεις μου καί ἀπό τήν συνεχεῖ φροντίδα νά ἱκανοποιῶ τήν ζωή τῶν αἰσθήσεων.   Ἐάν ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου εἶχε κυριαρχήσει εἰς τή καρδιά μου μέ τήν ἀνάλογη πίστη, θά εἶχα καταλυφθεῖ ἀπ’ τό Λόγο τοῦ Θεοῦ καί θά τόν ἐμελετοῡσα, θἄβρισκε δέ ἡ ἀφοσίωσις καί ἡ προσοχή τήν κατοικία της εἰς τήν ψυχή μου.  Ἡ προσοχή, ἡ εὐσπλαγχνία, ἡ ἀγάπη πού κρύπτονται μέσα εἰς Αὐτόν θά μέ ὡδηγοῦσαν εἰς τήν χαρά καί τήν εὐτυχία τῆς μελέτης τοῦ Νόμου τοῦ Θεοῦ νύκτα καί ἡμέρα.  Εἰς τήν μελέτην αὐτήν θά εὕρισκα τροφή πνευματική, τόν ἐπιούσιον ἄρτον τῆς ψυχῆς μου καί ἡ καρδία μου θά παρεκινεῖτο εἰς τήν τήρησή του.  Τίποτα εἰς τόν κόσμον αὐτόν δέν θἆταν δυνατό νά μέ ἀποτρέψει ἀπ’ τήν ἐφαρμογή της εἰς τήν ζωή μου.  Ἀντιθέτως, ὅμως, ὅταν κάθε τόσο διαβάζω ἤ ἀκούω τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ, ἄν ἡ ἀνάγκη ἤ ἡ ἀγάπη πρός τή γνώση μέ ὠθοῦν πρός τοῦτο, τόν παρακολουθῶ χωρίς τήν δέουσα προσοχή καί τόν εὑρίσκω τίς περισσότερες φορές καταθλιπτικό ἤ χωρίς σπουδαῖο ἐνδιαφέρον.  Συνήθως φθάνω εἰς τό τέλος τῆς μελέτης του χωρίς σπουδαία ὡφέλεια καί πάντα πρόθυμος νά τόν ἀλλάξω μέ ἐλαφρά ἀναγνώσματα πού μοῦ εἶναι πολύ ἐν-διαφέροντα καί μέ εὐχαριστοῦν. Εἶμαι πλήρης ἀπό ὑπερηφάνεια καί φιλαυτία.  Ὅλες μου οἱ ἐνέργειες τό βεβαιώνουν.  Βλέποντας κάτι καλό εἰς τόν ἑαυτόν μου, ἐπιθυμῶ νά τό κάνω ἐμφανές ἤ νά ὑπερηφανευθῶ γι’ αὐτό μπροστά  σέ ἄλλους ἀνθρώπους ἤ νά τό θαυμάσω μόνος μου ἐσωτερικῶς.  Ἄν καί ἐπιδεικνύω μίαν ἐξωτερική ταπεινοφροσύνη,  τήν ἀποδίδω σέ ἀποτελεσματικότητα τῆς ἰδικῆς μου δυνάμεως, θεωρῶ δέ τόν ἑαυτόν μου ἤ ἀνώτερον ἀπό τούς ἄλλους, ἤ τουλάχιστον ὄχι χειρότητό τους.   Ὅταν ἀνακαλύπτω ἕνα σφάλμα μου προσπαθῶ νά τό δικαιολογήσω καί νά τό σκεπάσω, λέγοντας: Τί νά κάνω;  Ἔτσι εἶμαι φτιαγμένος, ἤ δέν πειράζει, κανείς δέν θά μέ παρεξηγήσει.  Θυμώνω μέ ὅσους δέν δείχνουν ἐκτίμηση πρός τό πρόσωπό μου καί τούς πιστεύω ὅτι εἶναι ἄνθρωποι πού δέν ἠμποροῦν νά ἐκτιμήσουν τήν ἀξία τοῦ ἄλλου.   Ἀγάλλομαι γιά τά χαρίσματά μου, καί ὅλες μου τίς πτώσεις τίς θεωρῶ ἐντελῶς προσωπικό μου ζήτημα.  Ἐνῶ εἶμαι μεμψίμοιρος, εὑρίσκω εὐχαρίστησιν εἰς τίς ἀτυχίες τῶν ἐχθρῶν μου.  Ὅταν ἀγωνίζωμαι γιά κάτι καλό τό κάνω μέ τόν σκοπό ἤ νά κερδίσω ἐπαίνους, ἤ νά δώσω κάποια ἐλαστικότητα εἰς τόν πνευματικό μου ἑαυτό, ἤ νά πάρω μιά πρόσκαιρη παρηγορία. Μέ μιά λέξη, συνεχῶς κατασκευάζω ἕνα εἴδωλο τοῦ ἑαυτοῦ μου πρός τό ὁποῖον ἀποδίδω ἀδιάκοπες τίς ὑπηρεσίες μου, φροντίζοντας μέ κάθε τρόπο γιά τήν εὐχαρίστησή μου καί τήν καλλιέργεια τῶν παθῶν καί τῶν ἐπιθυμιῶν μου.  Πράττοντας ὅλα αὐτά ἀναγωρίζω τόν ἑαυτόν μου νά εἶναι γεμᾶτος ἀπό ὑπερηφάνεια, ἀπό διάφορες σαρκικές ἐπιθυμίες, ἀπό ἀπιστίαν, ἀπό ἔλλειψιν ἀγάπης πρός τόν Θεό καί ἀπό κακία πρός τόν πλησίον μου.  Ποιά κατάσταση θά μποροῦσε νά ὑπάρξει πιό ἁμαρτωλή ἀπό αὐτήν;  Ἡ κατάστασις τῶν πνευμάτων τοῦ σκότους πρέπει νά εἶναι καλύτερη ἀπό τήν ἰδικήν μου.  Ἐκεῖνα, ἄν καί δέν ἀγαποῦν τόν Θεό, ἄν καί μισοῦν τούς ἀνθρώπους καί τροφή τους εἶναι ἡ ὑπερηφά-νεια, μ’ ὅλα ταῦτα πιστεύουν εἰς τόν Θεό καί φρίττουν.  Ἐγώ ὅμως; Μπορῶ νά βρεθῶ σέ χειρότερη κόλασιν ἀπ’ αὐτήν πού ἀντιμε-τωπίζω; Πῶς δέ δέν θά λάβω τήν πιό αὐστηρή τιμωρία γιά τήν ἀνόητη καί ἀπρόσεκτη ζωή μου, τήν ὁποίαν ἀναγνωρίζω ὅτι ζῶ;  Διαβάζοντας ὅλον αὐτόν τόν τύπον τῆς ἐξομολογήσεως πού μοῦ ἔδωσεν ὁ ἱερεύς, τρομοκρατημένος ἐσκέφθηκα καί εἶπα μέσα μου: «Θεέ καί Κύριε!  Τί φοβερά ἁμαρτήματα ὑπάρχουν κρυμμένα μέσα μου καί μέχρι τώρα δέν τά εἶχα ἀνακαλύψει!».   Ἡ ἐπιθυμία νά καθαρισθῶ ἀπό αὐτά μέ ἔκαναν νά ἱκετεύσω αὐτόν τόν μεγάλον ἐξομολόγο νά μέ διδάξει πῶς νά γνωρίσω τήν αἰτίαν ὅλου αὐτοῦ τοῦ κακοῦ καί πῶς νά θεραπεύσω ἀπ’ αὐτό τόν ἑαυτόν μου.   Ἔτσι ὁ ἅγιος αὐτός Πνευματικός ἄρχισε νά μέ καθοδηγεῖ λέγοντας:  Παιδί μου καί ἀδελφέ μου, ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως ἀγάπης πρός τόν Θεό εἶναι ἔλλειψις πίστεως.   Ἡ ἔλλειψις  αὐτή τῆς πίστεως εἶναι ἡ αἰτία τῆς ἐλλείψεως τῆς πεποιθήσεως καί ἡ αἰτία τοῦ τελευταίου αὐτοῦ, εἶναι ἡ ἀποτυχία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τῆς ἀληθινῆς καί ἁγίας γνώσεως καί ἡ ἀδιαφορία μας ὡς πρός τήν ἀναζήτηση τοῦ φωτός τοῦ πνεύματος.  Μέ μιά λέξη ἄν δέν πιστεύεις δέν μπορεῖς νά ἀγαπᾶς...  Μέ τήν ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί μέ τήν ἀπόκτηση πείρας, πρέπει νά γεννηθεῖ εἰς τήν ψυχή σου μία δίψα, μιά ἀκατάσχετη ἐπιθυμία, κάτι σάν θαῦμα, τό ὁποῖον θά σοῦ φέρει μιάν ἀσίγαστη ἐπιθυμία νά μάθεις, ὅσο μπορεῖς πιό πολύ, πιό τέλεια, πιό βαθειά, ὅ,τι περιβάλλει ὅλους μας...   Φαντάζομαι τώρα πώς θά κατάλαβες ὅτι ἡ αἰτία τῶν ἁμαρτημάτων, τά ὁποῖα ἐδιάβασες προηγουμένως, εἶναι ἡ ἀδράνεια τῆς ψυχῆς μας γιά σκέψεις ἐπάνω σέ πνευματικά πράγματα, ἀδράνεια πού ξηραίνει τά συναισθήματα καί τήν ἀνάγκη τῆς ψυχῆς γιά παρόμοιες πνευματικές ἐντρυφήσεις.   Ἐάν θέλεις νά μάθεις πῶς θά νικήσεις αὐτήν τήν αἰτία τοῦ κακοῦ, φρόντισε νά ἀποκτήσεις μέ ὅλη σου τήν δύναμη τήν φώτιση τοῦ πνεύματος, τήν φώτιση τῆς ψυχῆς, μέ ἐπιμελῆ καί ἁγιαστική μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, μέ τήν μελέτη τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, μέ τίς συμβουλές πνευματικῶν ἀνθρώπων καί μέ συζητήσεις μέ ἄτομα πού εἶναι σοφοί καί γεμᾶτοι ἀπό Χριστό...  Ἄς κάνουμε τήν προσπάθεια αὐτή καί ἄς προσευχώμεθα, ὅσο συχνότερα μποροῦμε μέ τά λόγια: Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, κάνε μας νά σέ ἀγαπήσουμε τόσον, ὅσο πρίν γνωρίσουμε Σένα, ἀγαπούσαμε τήν ἁμαρτία. Ἀμήν.

https://www.imkifissias.gr/index.php/plirofories/i-eksomologisi/gia-mia-sosti-eksomologisi

Δευτέρα 10 Ιανουαρίου 2022

«Όταν διαβάζεις το βιβλίο ενός Αγίου να ξέρεις ότι είναι παρών ο Άγιος και σε χαριτώνει»

 

 Άλλοτε ο Άγιος Πορφύριος έλεγε: «Μωρέ, πρέπει νά προσηλωθούμε στόν Χριστό. Καί τί σημαίνει προσηλώνομαι;

Πρός+ήλος. Καρφώνομαι. Μωρέ, άμα καρφωθής στόν Χριστό, καρφώθηκες στήν Αλήθεια καί στήν Ζωή. Δέν υπάρχει γιά σένα θάνατος, δέν υπάρχει γιά σένα διάβολος, δέν υπάρχει κόλασις. Υπάρχουν, αλλά γιά σένα δέν υπάρχουν. Καρφωμένος στήν Ζωή πορεύεσαι. Έ, κάποια στιγμή αφήνεις αυτή τήν ζωή καί καρφωμένος στήν Ζωή πορεύεσαι αιώνια μαζί Της».


Στόν Γέροντα δέν τού άρεσε νά ασχολήται μέ τίς αρνητικές καταστάσεις. Έλεγε: «Μωρέ, μή μιλάτε γιά τό κακό Αντί νά πολεμάτε τίς αιρέσεις, μιλήστε γιά τόν Χριστό, μιλήστε γιά τήν Ορθοδοξία». Σέ κάποιον συγγραφέα πού ασχολείτο μέ τόν Αντίχριστο έλεγε: «Μωρέ, μή μιλάς γιά τόν Αντίχριστο. Ο λαός μας σήμερα έχει ανάγκη από επανευαγγελισμό. Μίλα γιά τόν Χριστό καί μίλα γιά τούς μικρούς αντιχρίστους, δηλ. τά πάθη μας, πού μάς χωρίζουν από τόν Χριστό καί θά μάς κάνουν νά πιστέψουμε στόν Αντίχριστο»

Ο Άγιος ετόνιζε πολύ τήν αξία τού «Πανεπιστημίου τής Εκκλησίας», μέσα στό οποίο ο άνθρωπος «αποκτάει καί αγάπη καί ταπείνωση καί όλα». Τό Πανεπιστήμιο αυτό είναι η «αφοσίωση» καί η «απασχόληση μέ τούς ύμνους καί τ αναγνώσματα» τής Εκκλησίας, «ύμνους, κανόνες, μεσονυκτικά, μεσώρια, Ψαλτήρι, Παρακλητική, Μηναίο, Θεοτοκάριο, Τριώδιο, Πεντηκοστάριο», καί τά έργα τών «μεγάλων Πατέρων».

Έλεγε: «Μωρέ, μή διαβάζετε αυτά τά βιβλία πού κυκλοφορούν. Νά διαβάζετε τά βιβλία τών Αγίων, τήν Αγία Γραφή καί τά βιβλία τής Εκκλησίας. Νά ξέρης ότι, όταν διαβάζης τό βιβλίο ενός Αγίου, τό πιό σημαντικό είναι, όχι ότι απλώς τό έχει γράψει μέ τήν Χάρι τού Θεού, αλλά ότι είναι παρών ο Άγιος καί σέ χαριτώνει. Ενώ, άν διαβάσης τό βιβλίο ενός άλλου πού δέν είναι άγιος, σέ μπερδεύει. Μπερδεμένος άνθρωπος, μπερδεύει καί σένα»

Από το βιβλίο: «Όσιος Γρηγόριος», Περίοδος Β Έτος 2016, αριθ. 41, Ετήσια έκδοση της Ιεράς Μονής Οσίου Γρηγορίου, Αγίου Όρους


«Όταν διαβάζεις το βιβλίο ενός Αγίου να ξέρεις ότι είναι παρών ο Άγιος και σε χαριτώνει» - ΒΗΜΑ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ (vimaorthodoxias.gr)

Σάββατο 25 Δεκεμβρίου 2021

Τά χριστιανικά ἔθιμα ἀπαύγασμα τῆς πιστῆς ψυχῆς τοῦ λαοῦ μας

 Εὐάγγελος Στ. Πονηρός Δρ Θ., Μ.Φ.

Συντονιστής Ἐκπαιδευτικοῦ Ἔργου Θεολόγων Ἀττικῆς
Ἀντιπρόεδρος τῆς Πανελληνίου Ἑνώσεως Θεολόγων

 

 

 

[Πόνο μᾶς προξενεῖ ἡ στρέβλωση καί ἡ ἐμπορευματοποίηση τῶν ἐθίμων τῶν Χριστουγέννων, ὅσο καί τῶν λοιπῶν μεγάλων χριστιανικῶν ἑορτῶν, τήν ὁποία προβάλλουν κάποια Μέσα Ἐνημερώσεως, μέ τρόπο πιεστικό, διαρκῶς ἐπαναλαμβανόμενο, ἐπιχειρώντας νά ἐκτοπίσουν, ἴσως ἐνσυνείδητα, ἴσως ἀπό ἐπιπολαιότητα, τή χριστιανική ἑλληνική παράδοση ἀπό τή χώρα μας. Γι΄ αὐτό ἐπιλέξαμε ἕνα κεφάλαιο ἀπό βιβλίο μας[1], ὥστε νά ἐνισχύσουμε τή γνώση ὅποιου δέν ξέχασε, νά βοηθήσουμε νά ἀντισταθεῖ ὅποιος τείνει νά ξεχάσει, καί νά ἐνημερώσουμε ὅποιον διόλου δέ γνωρίζει.]

 

α΄. Ἡ σημασία τῶν ἐθίμων γιά τή ζωή τοῦ κάθε ἔθνους

 

Ἀναφέρει ὁ Ἰούλιος Τυπάλδος[2], ποιητής καί πεζογράφος τῆς ἑπτανησιακῆς σχολῆς, τά ἑξῆς γιά τήν ἀναγκαιότητα διαφυλάξεως τῶν ἐθνικῶν παραδόσεων κάθε λαοῦ:

«Ὅποιος στοχάζεται νά ὠφελήσῃ τό ἔθνος του κόβοντας τήν κλωστή τῶν παραδόσεων, συντρίβοντας τό ἀπερασμένο, δέν ἠξεύρει οὔτε πόθεν ἔρχεται, οὔτε ποῦ θέλει νά ὑπάγῃ. Ἡ ζωή τῶν ἐθνῶν, καθώς ἐκείνη τῶν ἀτόμων, δέν συνίσταται ἀπό μίαν ἤ ἄλλην ἐποχήν τῆς ὑπάρξεώς τους· ὅλες μαζί συνθέτουν μίαν ἀκέραιαν ὕπαρξη, πού κράζεται ἡ ἱστορία τοῦ ἔθνους· κάθε γενεά ἀφίνει εἰς ἐκείνη πού τήν διαδέχεται βαθύτατες ἀλήθειες, τές ὁποῖες συχνά οἱ σύγχρονοι δέν ἐννοοῦν, ἀλλά μόνο οἱ μεταγενέστεροι πού φωτίζονται ἀπ΄ αὐτές.[3]»

Στίς ἐθνικές παραδόσεις τῶν λαῶν ἀνήκει καί ἡ ἐθιμική παράδοση. Καί αὐτή μαζί μέ ὅλο τόν παραδοσιακό πλοῦτο τοῦ ἔθνους, ἱστορικό, γλωσσικό καλλιτεχνικό, ἀξίζει σεβασμό, διαφύλαξη καί καλλιέργεια. Ὁ περίφημος διηγηματογράφος μας Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης[4], ὁ ὁποῖος ἐκοιμήθη στήν πατρίδα του Σκιάθο ὡς μοναχός Ἀνδρόνικος, ἀναφέρει γιά τά ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας μέ λιτό ἀλλά διεισδυτικό καί περιεκτικό τρόπο:

«Τά ἔθιμα ῥιζόνουν μέσα εἰς τήν καρδίαν τῶν ἀνθρώπων. Καί ὅταν καταργῶνται, νεῦρον εὐαίσθητον ξερριζόνεται βιαίως ἀπό μέσα ἀπό τήν καρδίαν ἥτις πονεῖ καί ὀδυνᾶται μεταδίδουσα τόν πόνον εἰς ὅλον τό σῶμα. Ὁ ἄνθρωπος, ὅστις δέν ἔχει τό νεῦρον τοῦτο, δέν ἀνήκει εἰς ἔθνος. Εἶναι ἀλλότριος αὐτοῦ. Ἀνήκει εἰς ὅλα τά ἔθνη, καί εἰς οὐδέν. Νομίζει πώς εἶνε εἰς τόν κόσμον ὅλον, καί δέν εἶνε πουθενά. Εἶνε εἰς τόν ἀέρα ὅμως. Ἀεροβατεῖ. Εἶνε πολίτης τῆς «Νεφελοκοκκυγίας» τοῦ Ἀριστοφάνους. Ἐάν οἱ τοιοῦτοι ἄνθρωποι εἶνε ἄχρηστοι διά πᾶν ἔθνος, εἶνε πολύ περισσότερον διά τό ἑλληικόν. Εἶνε βλαβεροί. Τό ἑλληνικόν ἔθνος βλέπομεν ὅτι φεῦ! ὁλονέν ἐκλείπει καί χάνεται, διότι ἐκλίπουσι καί χάνονται οἱ ἔχοντες τό πονετικόν αὐτό νεῦρον ἐν τῇ καρδίᾳ των πολῖται, πληθύνονται δέ οἱ ἄλλοι, οἱ περιφρονοῦντες τά πάντα· οἱ λέγοντες τί εἶνε τοῦτο καί τί εἶνε ἐκεῖνο· καί τί θά πῇ νύκτα καί τί θά πῇ ἡμέρα, καί ἄλλα, τά ὁποῖα συνοψίζονται εἰς τό κατάψυχρον, ὡς μπάλα χιόνος, «δέν βαρυέσαι!»…[5]»

Τά ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας, στά ὁποῖα ἀναφέρεται ἐδῶ ὁ Μωραϊτίδης, τά ἔθιμα τά ὁποῖα ἄν ξεχάσει ὁ ἄνθρωπος χάνει τό ζωτικό του νεῦρο, ἀποξενώνεται ἀπό τό ἔθνος του, γίνεται πολίτης μιᾶς κάποιας ἀόριστης καί ἀνύπαρκτης οὐτοπίας, δέν εἶναι ἁπλῶς καί τυχαίως κάποια ἔθιμα, εἶναι τά χριστιανικά ἔθιμα[6]. Τό ἑλληνικό ἔθνος, τό ὁποῖο ἔβλεπε ὁ μεγάλος συγγραφέας νά χάνεται, δέν χάθηκε ἀκόμη, διότι δέν παύει ἡ ἀντίστασή του σέ κάθε διαβρωτική, καί μάλιστα γεμάτη θράσος καί ἀναισχυντία, προσπάθεια.

Σ΄ αὐτή τήν ἀντίσταση βοήθησε καί ὁ ἴδιος ὁ Μωραϊτίδης, ὅπως καί ὁ ἐξάδελφός του Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καί ὁ μικρός λειτουργικός λατρευτικός κύκλος στόν ὁποῖον μετεῖχαν οἱ ἴδιοι, ἀλλά καί οἱ ἅγιοι Νικόλαος Πλανᾶς καί Νεκτάριος Πενταπόλεως. Ὁ κύκλος αὐτός μέ τίς ἀγρυπνίες τίς ὁποῖες τελοῦσε στόν ναΐσκο τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου στό Μοναστηράκι κοντά στήν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, ἀποτέλεσε ἕνα «λεῖμμα»[7] τό ὁποῖο ἔφερε ἀναγέννηση στήν ἑλληνορθόδοξη παράδοση ἐκείνης τῆς ἐποχῆς, τήν ὁποίαν ἀπειλοῦσε ἡ πλημμυρίδα τῆς μιμήσεως τῶν εὐρωπαϊκῶν ἠθῶν καί ἐθίμων, ἄκριτα, ἀνεπεξέργαστα, ἀναιτιολόγητα καί σέ τελική ἀνάλυση ἀνόητα. Τό ἔχουμε ξαναγράψει: ἄλλο εἶναι ἡ ἀριστοτελική μίμηση «πράξεως σπουδαίας καί τελείας» καί ἄλλο ἡ παντελῶς ἀνόητη μίμηση πράξεως χυδαίας καί γελοίας. Τό πρῶτο δύναται νά ὠφελήσει, τό δεύτερο ἐπιφέρει σοβαρές ζημίες, οἱ ὁποῖες ἐπανορθώνονται μέ πολλούς κόπους, καί γι΄ αὐτό πρέπει πάσῃ θυσίᾳ νά ἀποφεύγεται.

β΄. Πίστη καί ἔθιμα στή ζωή τῆς ἐλληνικῆς ὑπαίθρου

 

Ἄς δοῦμε λοιπόν, πῶς ζοῦσαν οἱ ἄνθρωποι τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου, πρίν ἀρχίσει νά ἐξαπλώνεται ὁ σπόρος τῆς φθορᾶς. Οἱ ἀγνοί λοιπόν ἄνθρωποι τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου τηροῦσαν ἀπαρέγκλιτα τίς νηστεῖες, τίς ὁποῖες ἔχει θεσπίσει ἡ Ἐκκλησία μας. Ἐξ ἄλλου τακτικά, ἀλλά καί ἔκτακτα ἀνάλογα μέ τίς περιστάσεις καί τίς ἀνάγκες τῆς ζωῆς τους, καλοῦσαν τόν ἱερέα γιά ἁγιασμό ἤ ἐπεκαλοῦντο τή θεία χάρη τήν ὁποία φέρουν τά λείψανα τῶν ἁγίων καί φανέρωναν τήν πίστη τους μέ προσφορές στίς ἐκκλησίες καί στά μοναστήρια:

«Τή Μεγάλη Σαρακοστή τή φυλᾶνε οἱ γεωργοί. Δέν τρῶνε κρέας, γιά νά φᾶνε μέ ὄρεξη τ΄ ἀρνί τή Λαμπρή.

Ἐξόν τούτου φυλᾶνε Τετράδη καί Παρασκευή ὅλον τό χρόνο· νηστήσιμα μόνο φαγητά τρῶνε τίς δύο αὐτές μέρες.

Καί στή Φθιώτιδα τήν Παρασκευή δέν κόβουν ξυλεία στό δάσος, γιατί παραδέχονται πώς σαρακώνονται τά ξύλα.

Τήν κάθε πρωτομηνιά καλοῦν τόν παπά νά τούς διαβάση ἁγιασμό.

Ἄν στά χωράφια τους φανῆ σκουλήκι ἤ ἄλλα Ζούμπερα, καλοῦν τόν παπά καί διαβάζει ἁγιασμό.

Κάποτε καί ὡρισμένον παπά, πού τοῦ στρέει ὁ ἁγιασμός, δηλαδή πιάνεται ἡ εὐχή του.

Ἄν ἰδοῦν πώς τό κακό προοδεύει, καλοῦν κουτιά μέ ἅγια λείψανα πού βρίσκονται σέ παλιά μοναστήρια διατηρημένα ἤ καί διαλυμένα. Φέρνει ὁ καλόγερος τό κουτί τοῦ μοναστηριοῦ καί τό στήνει στήν ἄκρη στό χωράφι τους καί διαβάζει τόν ἁγιασμό.

Διηγοῦνται θαύματα ὕστερα ἀπό τόν ἁγιασμό:

– Μαζεύτηκε ἡ ἀκρίδα σύννεφο, τούς ἀκοῦς, καί πῆγε στό ποτάμι μόνη της καί πνίγηκε. Ψόφησαν τά σκαθάρια ἀμέσως.

Μεγάλη ἰδίως εἶναι ἡ φήμη τῶν κουτιῶν τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Ναυπακτίας Κοζίτσα, τοῦ Μοναστηριοῦ τῆς Παναγίας τῆς Προυσιώτισσας, τοῦ Κουμασιοῦ στό Καρπενήσι κοντά, τῆς Βαρνάκοβας στή Δωρίδα, τ΄ Ἄη Γιάννη τῆς Ἀρτοτίνας κλπ κλπ.

Τήν εὐσέβειά τους οἱ γεωργοί τή δείχνουν πάντοτε μέ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ πού κάνουν, ὅταν περνοῦν μπρός ἀπό ἐκκλησία, ἤ ὅταν ἀκούουν καμπάνα νά σημαίνη.

Ἐπίσης φτιάνουν μόνοι τους κεριά καί πᾶνε καί τ΄ ἀνάβουν στά ἐξωκλήσια· ἤ ἀνάβουν τά καντήλια τους μέ λάδι.

Φέρνουν ἄβραστο σιτάρι καί τό χαρίζουν στά μοναστήρια, ὅταν εἶναι ἡ μνήμη τους· ἤ δίνουν τόσες ὀκάδες λάδι, ὅσες ζυγίζει τό παιδί τους πού ἔταξαν καί ἄλλα πολλά δείγματα εὐσεβείας δείχνουν.»[8]

Αὐτά τά ὡραῖα εἶχε συλλέξει καί ἐκθέτει μέ τόσο ὡραία λογοτεχνική γλώσσα ὁ μεγάλος λαογράφος Δημήτρης Λουκόπουλος γιά τούς γεωργούς τῆς Ρούμελης, σημαντικά ὅμως εἶναι καί ὅσα ἀναφέρει ὁ ἀείμνηστος ἱεράρχης Εἰρηναῖος Γαλανάκης[9], μητροπολίτης Κισάμου καί Σελίνου[10] γιά τήν πίστη τῶν γεωργῶν τῆς Κρήτης. Ἀναφέρει λοιπόν γιά τό πῶς οἱ γεωργοί ἐργάζονταν:

 «Μέ τά πρωτοβρόχια πού πέφτουν κι΄ ἀπαλαίνουνε τή λιοκαμένη γῆ, οἱ παπποῦδες μας ἑτοιμάζανε τά σύνεργα τοῦ ζευγαριοῦ: Τ΄ ἀλέτρι, τό ζυγό, τό γυνί καί τό σποροσάκουλο. Τό πρωί πού φεύγανε, νύχτα ἀκόμη ἀπό τό σπίτι, κάνανε τό σταυρό των καί στό χωράφι ἀρχίζανε τή δουλειά «στ΄ ὄνομα τοῦ Θεοῦ». Ὕστερα ὅλη τήν ἡμέρα ὠργώνανε δίνοντας προσταγές στά βώδια των σέ μιά πανάρχαιη Ἑλληνική γλῶσσα: Ἄνω, ἔσω, παραβολή.»

Ἀλλά καί γιά τή συγκομιδή στήν Κρήτη μᾶς πληροφορεῖ μέ τήν ἄφθαστη σέ λογοτεχνική καλαισθησία ἔκφρασή του ὁ σεβάσμιος ἱεράρχης τά ἑξῆς:

«Κι΄ ὅταν τέλειωνε ὁ θερισμός ἄρχιζε τ΄ ἀλώνι. Κοντά στό χωριό καί στό σόχωρό του, ὁ καθένας εἶχε σωριασμένα τά σπαρτά του σέ χρυσές θεμωνιές καί κάθε μεσημέρι τ΄ ἁλυσοδεμένα βώδια γύριζαν ἀτέλειωτες βόλιτες στά στρογγυλά ἁλώνια καί κομμάτιαζαν κάτω ἀπό τά πόδια των τίς ράπες καί τ΄ ἀστάχυα. Τό «μάλαμα» γινόταν σιγά – σιγά κι οἱ παληοί ἁλωνάρηδες τό γυρίζανε συχνά μέ τά διχάλια κι΄ ὅταν φυσοῦσε ὁ ἄνεμος τό λιχνοῦσαν μέ τά θρινάκια καί σώριαζαν καθαρό τόν καρπό στή μέση τοῦ ἁλωνιοῦ. Καί τότε ὁ γέρο ζευγᾶς μέ μιά λειτουργική εὐλάβεια χάραζε πάνω στό σωρό τοῦ καρποῦ τό σημεῖο τοῦ σταυροῦ, ἔστηνε ἐπάνω σάν σημαία ἕνα ψηλό θρινάκι καί βγάζονας τό κεφαλομάντηλό του γονάτιζε καί προσκυνοῦσε τό εἰσόδημά του. «Δόξα σοι ὁ Θεός…»[11]»

Γνώριζε λοιπόν, ὁ γεωργός τῆς Κρήτης, ὅτι ὁ ἴδιος κόπιαζε, ἀλλά ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός εὐλογοῦσε τόν κόπο του καί δέν πήγαινε χαμένος. Γι΄ αὐτό καί ξεκινοῦσε τήν ἐργασία κάνοντας τόν σταυρό του, καί ὅταν συγκέντρωνε τή συγκομιδή του, σχημάτιζε ἐπάνω στό σωρό τοῦ σιταριοῦ ὁμοίως τόν σταυρό τοῦ Σωτῆρος καί ἐν τέλει δοξολογοῦσε τόν Θεό γιά τήν εὐλογία τήν ὁποία τοῦ εἶχε χαρίσει. Παρατηροῦμε ἀκόμη, ὅτι μέσα στήν ἀγνή ψυχή τοῦ γεωργοῦ τῆς Κρήτης ζοῦσε ἁρμονικά ἡ ἀρχαία Ἑλλάδα μαζί μέ τήν πίστη στόν Χριστό.

Μέ βάση λοιπόν  αὐτές τίς ἀδιάψευστες μαρτυρίες βλέπουμε, ὅτι ἀπ΄ ἄκρη σ΄ ἄκρη τῆς ἑλληνικῆς ὑπαίθρου διακρίνονταν οἱ πρόγονοί μας γιά τή χριστιανική τους πίστη, ἡ ὁποία διαπερνοῦσε ὅλες τίς φάσεις τῆς ζωῆς τους.

γ΄. Κίνδυνοι οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦν τά ἔθιμά μας

 

Κατά τήν ἐποχή τῶν ἐκλεκτῶν μας λογοτεχνῶν Μωραϊτίδη καί Παπαδιαμάντη, ὅταν ἐμφανίσθηκε ἡ πιστή ὁμήγυρις τοῦ ἁγίου Ἐλισσαίου ἐμφανίσθηκαν καί κάποιες καταλυτικές τάσεις στήν ἑλληνική κοινωνία:

«Ξεχωριστά ἡ τότε διανόηση εἶχε κυριολεκτικά ἀφηνιάσει!.. Κάθε ἑλληνικό, πατριωτικό, ὀρθόδοξο καί παραδοσιακό τό λοιδοροῦσε, τό πέταγε ὡς ἄχρηστο ἤ τό ἀγνοοῦσε. Καί στή θέση του πρότεινε μόνιμα, πρότυπα ἄσχετα μέ τόν ἑλληνικό χαρακτήρα καί τόν τρόπο ζωῆς τοῦ γνήσιου Γραικοῦ. Ἡ Ἀθήνα εἶχε φτάσει ἔτσι σ΄ ἕνα τέτοιο σημεῖο θολότητας καί τρέλας, ὥστε δέν μποροῦσε ἕνας χριστιανός νά κάνει τό σταυρό του, ὅταν περνοῦσε ἔξω ἀπό μιά Ἐκκλησιά, οὔτε ὅταν καθόταν στό τραπέζι κάποιας ταβέρνας γιά νά δειπνήσει. Τόν περιγελοῦσαν φωναχτά ἤ τοῦ πετοῦσαν σημαδιακές κουβέντες, τίς ὁποῖες εὐτύς συμμερίζονταν οἱ θαμῶνες κι ὅλοι μαζί τότε χαχάνιζαν καί γινότανε τοῦ σκοτωμοῦ! Κάποτε μάλιστα τά ἐπεισόδια αὐτά καί οἱ ἀντεγκλήσεις ἔφταναν καί στά χέρια!.. Ἀπό τό 1855 μάλιστα, μαζί μέ τήν ἐπιφανειακή πολυτέλεια πού εἶχε εἰσαχθεῖ στήν Ἀθήνα, ἦρθε καί ἡ διαφθορά. «…Τίμιες κερδοφόρες ἐργασίες δέν ὑπῆρχαν!». Καί «… τά κορίτσια ἔπαιρναν τόν κακό δρόμο προπάντων γιά νά κάνουν τά λοῦσα τους, τήν ἐπίδειξή τους».[12]»

Ὁ καθένας μας μπορεῖ νά συμπεράνει τί εἴδους «διανόηση» ἦταν ἐκείνη, ἡ ὁποία πολεμοῦσε τήν πίστη καί τά παραδοσιακά ἤθη καί ἔθιμα καί προωθοῦσε ὡς ἐπωφελεῖς συνήθειες τήν ξενομανία, τή μίμηση σαθρῶν προτύπων καί τή διαφθορά, ἀρρωστημένη τάση ἡ ὁποία μολονότι δέν ἐπικρατεῖ πλέον, δέν ἔχει παύσει καί σήμερα νά ὑπάρχει!

Ὁ καθένας μας ἐπίσης μπορεῖ νά συμπεράνει, ποιά πρέπει νά εἶναι ἡ ὑγιής διανόηση, αὐτή ἡ ὁποία πόρρω ἀπέχει ἀπό τήν ὡς ἄνω περιγραφείσα παράνοια! Εἶναι λοιπόν σοβαρός κίνδυνος ὄχι μόνο γιά τήν ἐπιβίωση τῶν ἐθίμων μας, ἀλλά καί γιά τήν ἐπιβίωσή μας ὡς ἔθνους, ἡ ἀρρωστημένη «διανόηση», ἡ ὁποία ὁδηγεῖ τόν κόσμο σέ ἐσφαλμένες καί κατά συνέπεια ζημιογόνες κατευθύνσεις.

Τήν ὑγιή διανόηση ἀντιπροσώπευαν ἐκείνη τήν ἐποχή ὁ Μωραϊτίδης καί ὁ Παπαδιαμάντης καί ὅσοι, σέ ἐκείνη ἀλλά καί στήν ὁποιαδήποτε ἐποχή καλλιεργοῦσαν καί καλλιεργοῦν τήν ἑλληνική ὀρθόδοξη παράδοση. Ἀντιμετωπίζοντας λοιπόν ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης κάποιους ἐκπροσώπους τῆς ἀρρωστημένης «διανοήσεως» ἔγραψε στό περίφημο διήγημά του «Λαμπριάτικος ψάλτης» τό 1893 τά ἑξῆς συνταρακτικά, τά ὁποῖα δέν πρέπει νά λησμονεῖ, ὅποιος ἐπιθυμεῖ ὄχι μόνο νά λέγεται, ἀλλά καί νά εἶναι Ἕλληνας:

 «Ἄγγλος ἤ Γερμανός ἤ Γάλλος δύναται νά εἶναι κοσμοπολίτης ἤ ἀναρχικός ἤ ἄθεος ἤ ὁτιδήποτε. Ἔκαμε τό πατριωτικόν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα εἶναι ἐλεύθερος νά ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τήν ἀπιστίαν καί τήν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλά ὁ Γραικύλος τῆς σήμερον ὅστις θέλει νά κάμῃ δημοσίᾳ τόν ἄθεον ἤ τόν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μέ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ΄ ἄκρων ὀνύχων καί τανυόμενον νά φθάσῃ εἰς ὕψος καί φανῇ καί αὐτός γίγας. Τό ἑλληνικόν ἔθνος, τό δοῦλον, ἀλλ΄ οὐδέν ἦττον καί τό ἐλεύθερον ἔχει καί θά ἔχει διά παντός ἀνάγκην τῆς θρησκείας του.»

Σοβαρό κίνδυνο ἀποτελοῦν σήμερα καί οἱ στρεβλώσεις τῶν χριστιανικῶν ἐθίμων μας, οἱ ὁποῖες διοχετεύονται μέσῳ τοῦ ἐμπορίου. Ἐδῶ θά πρέπει νά διακρίνουμε τό ἐμπόριο ἀπό τήν αἰσχροκέρδεια. Ὁ Χριστός δέν ἐξεδίωξε τούς ἐμπόρους ἀπό τόν ναό, ἁπλῶς καί μόνο ἐπειδή ἦταν ἔμποροι, ἀλλά ἐπειδή ἀσκοῦσαν τό ἐμπόριο μέσα στόν ναό. Αὐτό γίνεται ἀντιληπτό καί ἀπό τό γεγονός, ὅτι βοήθησε τούς μαθητές του νά πιάσουν ψάρια, τά ὁποῖα ὁπωσδήποτε ἐπρόκειτο κατόπιν νά ἐμπορευθοῦν. Δέν ἀπαγορεύεται λοιπόν τό ἐμπόριο, ἀλλά ἡ αἰσχροκέρδεια καί τό νά μήν ἔχουμε ἱερό καί ὅσιο.

Καθετί στρεβλό, τό ὁποῖο εἰσάγεται στήν Ἑλλάδα ἀναζητᾶ καταναλωτές μεταξύ τῶν Ἑλλήνων ὀρθοδόξων χριστιανῶν. Καί μάλιστα οἱ εἰσαγωγεῖς τῆς διαφθορᾶς ἐπιχειροῦν πάντοτε νά μᾶς πείσουν, ὅτι αὐτό τό ὁποῖο μᾶς διαφημίζουν – εἴτε «πολιτικός γάμος» λέγεται καί θέλει νά ἀντικαταστήσει τό χριστιανικό μυστήριο τοῦ γάμου, εἴτε «ἀποτέφρωση νεκρῶν» καί θέλει νά ἀντικαταστήσει τή χριστιανική ταφή, εἴτε ἔκλυση τῶν ἠθῶν καί θέλει νά ἀντικαταστήσει τή χριστιανική σωφροσύνη, εἴτε «νομιμοποίηση τῶν ἐκτρώσεων» λέγεται καί θέλει νά ἀντικαταστήσει τή χριστιανική ἀνατροφή τῶν τέκνων, εἴτε «χωρισμός τῆς Ἐκκλησίας ἀπό τήν πολιτεία λέγεται» καί παραβλέπει τό γεγονός ὅτι αὐτό τό κράτος ἱδρύθηκε μέ ἀγῶνες χριστιανῶν ὡς χριστιανικό κράτος – δῆθεν μᾶς συμφέρει καί μᾶς ἀπελευθερώνει καί ὅτι ἡ παράδοσή μας, ἡ ἱστορία μας, ἡ ταυτότητά μας, τό εἶναι μας, ἡ ὕπαρξή μας ἡ ἴδια, ἀποτελεῖ … περιορισμό τῆς ἐλευθερίας μας!!!

Ἕνα πρόβλημα τό ὁποῖο ἔχει προκύψει κατά τίς τελευταῖες δεκαετίες, εἶναι ἡ ἀπόπειρα νοθεύσεως τόσο τῶν ἱστορικῶν στοιχείων τῆς ζωῆς τοῦ μεγάλου Βασιλείου, ὅσο καί τῶν λαϊκῶν παραδόσεων οἱ ὁποῖες περιπλέκονταν γύρω ἀπό τή μνήμη του. Καί εἶναι πρόβλημα, διότι  προξενεῖ σύγχυση στά παιδιά. Ἡ φρικτή αὐτή στρέβλωση τῆς ἱστορίας, προωθεῖται μέ ἀξιοσημείωτο θράσος  καί ἀξιομνημόνευτη ἀσέβεια πρός τήν ἱστορική ἀλήθεια καί πρός τή μνήμη τοῦ ἁγίου, καί ἀναμειγνύεται μάλιστα καί μέ παγανιστικούς μύθους!

Ὁ ἅγιος Βασίλειος παρουσιάζεται ὡς ἔχων πατρίδα … τή Λαπωνία, τήν ὁποία δέν εἶχε ἀντικρύσει ποτέ, ἴσως μάλιστα δέν εἶχε ἀκούσει γι΄ αὐτήν ποτέ! Ἔχει ὡς μεταφορικό μέσον ταράνδους, εἶδος τοῦ ζωικοῦ βασιλείου τό ὁποῖο ποτέ δέν γνώρισε! Ἐπίσης παρουσιάζεται ὡς ἔχων βοηθούς διάφορά «ξωτικά», τερατόμορφα ἀνθρωπάκια, ἀνύπαρκτα στήν πραγματικότητα καί παράγωγα παγανιστικῆς φαντασίας. Καί ποιός παρουσιάζεται ὡς ἔχων βοηθούς τά παγανιστικά τερατάκια; Ὁ ἅγιος ὁ ὁποῖος ἀγωνίσθηκε σέ ὅλη του τή ζωή ἐναντίον τοῦ παγανισμοῦ! Πιστεύουμε, ὅτι θά ἔπρεπε νά ἀπαγορευθεῖ ἡ ἀναφορά τέτοιου εἴδους χονδροειδῶν ὅσο καί βδελυρῶν κατασκευασμάτων ἀπό τηλεόραση, ραδιόφωνο, ἐφημερίδες καί ὁποιοδήποτε ἄλλο μέσο ἐνημερώσεως, ὥστε νά μή ὑπάρχει πλέον κίνδυνος νά προξενήσουν σύγχυση στά παιδιά μας.

Γιά τό πῶς ὁ λαός μας εἶχε περιβάλει τό σεπτό πρόσωπο τοῦ μεγάλου ἁγίου μέ χαριτωμένες παραδόσεις, οἱ ὁποῖες ὀφείλονταν στήν πίστη του ἀλλά καί τήν ἐνίσχυαν ἐν τέλει, γράφει ὁ μεγάλος λαογράφος Δημήτριος Σ. Λουκᾶτος[13]:

«Ὅταν ἀκόμα στήν Ἑλλάδα τά Χριστούγεννα γιορτάζονταν μέ λατρευτική αὐτοτέλεια, χωρίς ν΄ ἀνακατεύονται μέ τά γενικότερα ἔθιμα τοῦ νέου χρόνου, ὁ Ἄϊ-Βασίλης ἦταν ἕνας καθαρά πρωτοχρονιάτικος ἅγιος, κάτι ἀνάμεσα στόν πραγματικό ἱεράρχη τῆς Καισάρειας καί σ΄ ἕνα πρόσωπο συμβολικό τοῦ ἑλληνισμοῦ, πού ξεκινοῦσε ἀπό τά βάθη τῆς ἑλληνικῆς Ἀσίας κι ἔφτανε τήν ἴδια μέρα σ΄ ὅλα τά πλάτη, ἀπό τόν Πόντο ὥς τήν Ἑπτάνησο κι ἀπό τήν Ἥπειρο ὥς τήν Κύπρο. Ξεκινοῦσε σάν μεσαιωνικός πεζοπόρος, ἀμέσως ὕστερ΄ ἀπό τά Χριστούγεννα, μέ τό ραβδί στό χέρι, καί περνοῦσε ἀπ΄ τούς διάφορους τόπους, καλόβολος πάντα καί κουβεντιαστής μέ ὅσους συναντοῦσε. Δέν κρατοῦσε κοφίνι στήν πλάτη του, οὔτε σακί φορτωμένο μέ δῶρα. Ἐκεῖνο πού ἔφερνε στούς ἀνθρώπους ἦταν περισσότερο συμβολικό: ἡ καλή τύχη ἰδιαίτερα κι ἡ ἱερατική εὐλογία του. Τό μόνο κάπως συγκεκριμένο ἦταν τό μαγικό ραβδί του, ἀπ΄ ὅπου μέ θαυμαστό τρόπο βλάσταιναν ἤ ζωντάνευαν κλαδιά καί πέρδικες, σύμβολα τῶν ἀντίστοιχων δώρων, πού θά μποροῦσε νά μοιράσει στούς εὐνοουμένους του.[14]»

Ὁ μέγας Βασίλειος ἦταν σύμφωνα μέ τίς διαπιστώσεις τοῦ μεγάλου λαογράφου «πρόσωπο συμβολικό τοῦ ἑλληνισμοῦ» καί καμμία διάθεση δέν εἶχε ὁ λαός μας νά τόν μετατρέψει … σέ Λάπωνα. Αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά μυθεύματα εἶναι τόσο ἀστεῖα, ὅσο ἐάν ἰσχυριζόμασταν ἐμεῖς οἱ Ἕλληνες, ὅτι ὁ Φινλανδός λογοτέχνης καί ἀκαδημαϊκός Μίκα Βαλτάρι εἶχε πατρίδα τήν Καλαμάτα ἤ τήν Πάτρα!

Κινδυνεύουν τά ἔθιμά μας, καί γενικά ἡ χριστιανική μας ζωή, ἀπό τήν ἐξάπλωση τῆς κερδοσκοπίας καί τή μανία πλουτισμοῦ, ἡ ὁποία ἀπειλεῖ νά τά σαρώσει. Γνώριζε ὁ χριστιανός, καί ὁ ἐγγράμματος, ἀλλά καί ὁ πιό ἁπλοϊκός, ὅτι τήν Κυριακή δέν θά ἐργασθεῖ καί θά πάει στήν Ἐκκλησία του. Σήμερα ἐπιχειρεῖται ἡ ἀπαγόρευση τῆς ἀργίας τῆς Κυριακῆς ἡμέρας. Ἄς δοῦμε πῶς περιγράφει τήν πίστη τῶν ἁπλοϊκῶν τσιγγάνων[15] ὁ μεγάλος λαογράφος Δημήτριος Λουκόπουλος[16]:

«Εἶναι θρῆσκοι οἱ γύφτοι. Νά εἴμαστε ἐξηγημένοι, ἐδῶ ἐννοῶ τούς χωριάτες γύφτους. Πολλά πράματα γιά τή θρησκεία δέν ξέρουν, ἀλλά τά ὅσα ξέρουν, τά φυλᾶνε σάν καλοί χριστιανοί. Καί νά τί φυλᾶνε:

Τήν Κυριακή τά δόντια νά τούς βγάλης, δουλειά δέν κάνουν· ἐπίσης τίς μεγάλες γιορτές, γιά ὅσες λέει ὁ παπάς πώς ἔχουν ἀργία, ἀλλά καί κάμποσες ἄλλες ἀλαφρογιορτές. (Ἀλαφρογιορτή λένε γιά κείνη πού δέν ἔχει ἀργία, βαρειά γιά κείνη πού ἔχει ἀργία.) Βάρεσε ἡ καμπάνα τῆς ἐκκλησίας γιά Ἑσπερινό, ἔχει δέν ἔχει ἀργία μιά γιορτή, τή φυλάει ὁ γύφτος, δέν ἐργάζεται.

– Ἄν ἦταν γιά νά ἐργαστῶ, σοῦ λέει, γιατί νά βαρέση ὁ παπάς τήν καμπάνα!

Δέ δουλεύει βαρειά καί σφυρί, ἔχει ὅμως κάτι ἄλλο νά κάμη τίς ἀλαφρογιορτές ὁ χαλκιάς· κι αὐτό τό κάτι δέ βαραίνει τή συνείδησή του, ὅπως θά τή βάραινε, ἄν ἄναβε τό καμίνι νά χτυπήσει σφυρί στ΄ ἀμόνι.

Φτιάνει λάσπη ἀπό χῶμα καί λασπώνει τό καμίνι, γιατί χαλάει ἀπ΄ τή φωτιά καί θέλει λάσπωμα ἀπό καιρό σέ καιρό. Ἤ πάει στό λόγγο καί φτιάνει γυφτοκάρβουνα, γιά νά τοῦ βρίσκωνται, ὅταν θά ἔχη ἀνάγκη νά κάμη δική του δουλειά· δηλαδή νά προετοιμάζη πρᾶμα (τσεκούρια, μαχαίρια, τσαπιά…) γιά τά παζάρια.

Τά φορτώνει στό ζῶ του τά κάρβουνα καί τά φέρνει καί τά ρίχνει σέ μιά ἀγγωνή ἀπ΄ τ΄ ἀργαστήρι.

– Ἄς βρίσκονται! λέει.

Ὅταν θά ἀραιώσουν τῶν χωριανῶν τά ξεδουλέματα (μικροδουλειές), θά δουλέψη γιά λογαριασμό του, γιά νά μή χάνεται ὁ καιρός στό καθησιό.

Οἱ δυό παραπάνω δουλειές ἐπιτρέπονται καί στίς ἀλαφρογιορτές· νομίζει πώς δέν ἔχει καμμιά ἁμαρτία κάνοντας αὐτές τίς δουλειές. Τοῦ τό λέει ὁ παπάς τοῦ χωριοῦ πώς δέν ἔχει, ἀλλά τό πιστεύει κιόλας, γιατί ἔτσι τόβρε ἀπ΄ τόν παππούλη του, ἔτσι θέλει νά τό ἀφήση καί γιά τούς ἄλλους γύφτους πού θά ἔρθουν πίσω του καί θά ἐξακολουθήσουν τή σιδεράδικη, ὅταν στά δικά του μάτια θά ἔχουν πιά φυτρώσει χορτάρια (=θά ἔχη πεθάνη).[17]»

Ὄχι ὅμως μόνον οἱ τσιγγάνοι σιδεράδες, ἀλλά ὅλος ὁ λαός τηροῦσε τίς χριστιανικές ἀργίες, ὅπως μᾶς περιγράφει ὁ ἴδιος μελετητής μέ ζωντανή κατανοητή λαϊκή γλῶσσα:

«Στίς γιορτάδες τῶν Ἁγίων δέ δουλεύουν οἱ γεωργοί.

Καί μιλοῦν γιά γιορτάδες βαριές καί γιορτάδες ἀλαφριές. Τίς ἀλαφριές τίς λένε ἀλαφρογιορτές.

Γιά ποιοῦ εἴδους γιορτή πρόκειται, τό κρίνουν ἀπ΄ τήν καμπάνα.

Βάρεσε ὁ παπάς πολύ τήν καμπάνα, σοῦ λένε: εἶναι βαριά γιορτή· τή βάρεσε λίγο: εἶναι ἀλφριά.

Ὡστόσο οἱ γεροντότεροι, τό ξέρουν κι ἀπό πέρσι κι ἀπό πρόπερσι, τό ξέρουν κι ἀπ΄ τούς γονέους τους, ποιές γιορτές εἶναι βαριές καί ποιές ἀλαφριές.

Κι ὅσο μέν γιά τίς βαριές, ὅπως εἶναι τοῦ Ἁγίου Βασιλείου, τ΄ Ἅη Γεωργίου, τ΄ Ἅη – Κωνσταντίνου, οὔτε λόγος πρέπει νά γίνεται γιά δουλειά.

– Θά σέ ξεδοκιμάση ὁ Θεός! τούς ἀκοῦς, ἄν ἰδοῦν κανένα τόσο ἀσεβῆ πού νά τολμήση νά δουλέψη χρονιάρα μέρα, ὅπως ὀνομάζουν τή βαριά γιορτή.

Φυλᾶνε ὅμως καί τίς ἀλαφριές γιορτές, καί πρό πάντων κεῖνες πού Ἅγιων τους ἐξωκλήσια βρίσκονται στήν περιφέρεια τοῦ χωριοῦ τους ἤ καί σέ γειτονικά χωριά.[18]»

Κάποιες φορές ἡ ὀκνηρία μας ὠθεῖ τό ἔθιμο σέ ξεπεσμό. Ἦταν χαρά γιά τό σπίτι, καρδιοχτύπι γιά τά παιδιά, παιχνίδι νά μπλέκονται στήν ποδιά τῆς μαμᾶς καί νά βοηθοῦν στό ζύμωμα τῆς πρωτοχρονιάτικης βασιλόπιτας ἤ τοῦ πασχαλιάτικου τσουρεκιοῦ καί στό βάψιμο τῶν πασχαλινῶν αὐγῶν. Ἦταν μοναδική ἡ μυρωδιά ὁλόκληρου τοῦ σπιτιοῦ, ὅταν ψήνονταν στό φοῦρνο οἱ βασιλόπιτες ἤ τά τσουρέκια, καί τά παιδιά δέν ἄντεχαν νά περιμένουν μέχρι νά τά δοκιμάσουν. Ἡ κάθε νοικοκυρά εἶχε τίς δικές της μυστικές συνταγές καί ἀνταγωνιζόταν τίς φίλες της γιά νά παρασκευάσει τά καλύτερα παραδοσιακά ἑορταστικά γλυκά καί λοιπά ἐδέσματα.

Αὐτή ἡ χαρά δέν πρέπει νά παύσει ἀπό τό ἑλληνικό σπίτι. Δέν πρέπει τά ἕτοιμα χριστόψωμα, οἱ ἕτοιμες δίπλες καί οἱ βασιλόπιτες τά Χριστούγεννα, τά ἕτοιμα τσουρέκια,  ἀκόμη καί τά ἕτοιμα βαμένα αὐγά τό Πάσχα νά ἀντικαταστήσουν ἐκείνη τή χαρά, τήν ὁποία νοιώθαμε στά παιδικά μας χρόνια. Ἀλλιῶς, ἡ «εὐκολία» νά ἀγοράζουμε τό ἕτοιμο, φέρνει μαζί καί τά ἐλαττώματά της: τά συντηρητικά τά ὁποῖα καταναλώνουμε μαζί μέ τά ἕτοιμα γλυκά, τίς πλαστικές συσκευασίες οἱ ὁποῖες περιέχουν ἄοσμα βιομηχανοποιημένα προϊόντα, τίς ὑψηλές τιμές τῶν ἕτοιμων προϊόντων καί τήν ἀπογοήτευση καί θλίψη ὅταν δέν μποροῦμε νά ἀνταποκριθοῦμε στίς ὑψηλές αὐτές τιμές λόγῳ οἰκονομικῶν προβλημάτων. Τότε προβάλλει καί πάλι ἡ παράδοση, τότε ἀγοράζουμε ὑλικά, ὅσο ἔχουμε ἀκόμη αὐτή τή δυνατότητα, καί ζητοῦμε νά μάθουμε παραδοσιακές συνταγές, τότε ξαναγυρνοῦν στό σπίτι χαρές, ὅπως αὐτές τίς ὁποῖες περιγράψαμε.

Ἡ ἀγάπη γιά ἐπίδειξη καί πολυτέλεια εἶναι ἕνας ἀκόμη κίνδυνος, ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τά χριστιανικά ἔθιμα καί τή χριστιανική ζωή ἐν γένει. Σ΄ αὐτήν ἐπιχειρεῖ ἐπίσης νά μᾶς ὠθήσει ἡ κερδοσκοπία. Ἕνα ἔκτυπο παράδειγμα αὐτοῦ τοῦ ἐγχειρήματος εἶναι οἱ παιδικές πασχαλινές λαμπάδες, οἱ ὁποῖες κυκλοφοροῦν στό ἐμπόριο, καί συνοδεύονται στήν ἴδια συσκευασία ἀπό πανάκριβα παιχνίδια. Αὐτές διαφημίζονται ἔντονα καί ἐπιχειροῦν νά αἰχμαλωτίσουν τίς παιδικές ψυχές, ὥστε νά τίς ἀπαιτήσουν μέ φορτικό τρόπο ἀπό τούς γονεῖς. Οἱ γονεῖς φέρουν τεράστια εὐθύνη, ὅταν δέν διαπαιδαγωγοῦν σωστά τά παιδιά, ὥστε νά μάθουν νά μή ἀγαποῦν τήν πολυτέλεια. Πρέπει ὅμως πρῶτα ἐμεῖς οἱ ἴδιοι οἱ γονεῖς ὡς ἐνήλικοι νά ἀποκτήσουμε σωστές χριστιανικές ἀρχές, ὥστε νά τίς περάσουμε στά παιδιά μας.

Αὐτό δέν εἶναι εὔκολο νά συμβεῖ, ὅταν ἕνας γάμος ξεκινᾶ μέ ἐσφαλμένο τρόπο, καί τά λιτά χριστιανικά γαμήλια ἔθιμα ἀντικαθίστανται ἀπό μανία γιά πολυτέλεια καί ἐπίδειξη πλούτου. Ἔτυχε νά δοῦμε νά δαπανῶνται τεράστια ποσά γιά γαμήλιες τελετές καί συμπόσια καί οἱ δαπανῶντες νά δηλώνουν, εὐθαρσῶς ὅσο καί ἀνοήτως: «στόν γάμο μου τά θέλω ὅλα τέλεια». Εἶναι ὁλοφάνερο, ὅτι οἱ ἄνθρωποι αὐτοί εἶχαν περιπέσει σέ σύγχυση καί ταύτιζαν τήν τελειότητα μέ τήν πολυτέλεια.

Καί τό σύνηθες ἀποτέλεσμα; Μετά ἀπό μερικά χρόνια ἤ σέ κάποιες περιπτώσεις μετά ἀπό ἐλάχιστους μῆνες, ἀποτύγχαναν παταγωδῶς καί διαλύονταν οἱ γάμοι, πληγώνονταν καί τά παιδιά ἄν ὑπῆρχαν. Καί τοῦτο διότι οἱ σύζυγοι εἶχαν ξεκινήσει τό γάμο τους δίνοντας προσοχή σέ πράγματα ἐπιφανειακά καί ἀνούσια, ἀντί νά φροντίσουν μέ βάση τήν πίστη στό Θεό καί τήν ἀφοσίωση πρός ἀλλήλους νά χαράξουν τήν κοινή πορεία τους στή ζωή. Αὐτό θά σήμαινε τελειότητα στό γάμο καί ὄχι οἱ ἀνούσιες ἐπιδείξεις καί οἱ περιττές δαπάνες.

Εἶναι λοιπόν ἡ πολυτέλεια ἕνας σοβαρός κίνδυνος ἀπό τόν ὁποῖο πρέπει νά προστατεύσουμε τά παιδιά μας, ἐάν στ΄ ἀλήθεια τά ἀγαποῦμε. Τόν εἶχαν ἐδῶ καί αἰῶνες ἐπισημάνει οἱ ἅγιοι πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἰδιαίτερα ὁ ἅγιος ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος. Ἄς δοῦμε ἕνα χαρακτηριστικό ἀπόσπασμα λόγου του, ὅπου ὁ μέγας πατήρ ἀποδοκιμάζει τήν ὀλέθρια συνήθεια τῆς ἐπιδιώξεως πολυτελείας:

«Διότι τί χειρότερο ἀπό αὐτή τή βλακεία θά μποροῦσε νά ὑπάρξει, ἀπ΄ τό νά κοιμᾶται κάποιος σέ κρεβάτι ἀπό ἐλεφαντόδοντο; Ἀκόμη κι ἄν οἱ ἄλλες ἁμαρτίες παρέχουν κάποια μικρή ἡδονή, ὅπως ἡ μέθη, ἡ πλεονεξία καί ἡ ἀσωτία, τό νά κοιμᾶσαι σέ κρεβάτια ἀπό ἐλεφαντόδοντο, ποιά ἡδονή παρέχει; Ποιά παρηγοριά; Μήπως ἡ ὀμορφιά τοῦ κρεβατιοῦ κάμει τόν ὕπνο πιό εὐχάριστο καί πιό γλυκό; Πιό ἀνυπόφορο καί πιό βαρύ θά γίνει αὐτό, ἄν εἴμαστε νουνεχεῖς. Ὅταν καταλάβεις, ὅτι ἐνῷ ἐσύ κοιμᾶσαι σέ κρεβάτι ἀπό ἐλεφαντόδοντο, κάποιος ἄλλος οὔτε ψωμί δέν μπορεῖ νά ἀπολαύσει, δέν θά σέ καταδικάσει ἡ συνείδησή σου, δέν θά ἐπαναστατήσει νά σέ κατηγορεῖ γιά τήν ἀνωμαλία αὐτή; Κι ἀφοῦ τό νά κοιμώμαστε σέ κρεβάτια ἀπό ἐλεφαντόδοντο εἶναι ἔγκλημα, ποιά δικαιολογία θά ἔχουμε, ὅταν τά κρεβάτια εἶναι ἐπενδεδυμένα ὁλόκληρα μέ ἀσήμι;[19]»

Ἕνας ἀκόμη σοβαρός κίνδυνος ὁ ὁποῖος ἀπειλεῖ τά ἔθιμά μας εἶναι ἡ ἐπιφανειακή μελέτη τῶν παραδόσεών μας καί οἱ ἀνεύθυνες γενικεύσεις στίς ὁποῖες προβαίνουμε. Στό ζήτημα αὐτό ἔχει σοβαρό μερίδιο εὐθύνης καί ἡ πολιτική ἡγεσία τοῦ τόπου, ἡ ὁποία γιά κάποιες ἰδέες καί ἀποφάσεις της, τίς ὁποῖες κατά τό παρελθόν προώθησε στόν λαό πρός ἐφαρμογή, δέν φρόντισε νά συμβουλευθεῖ τούς εἰδικευμένους στή λαογραφία ἐπιστήμονες.

Ὅταν, πρίν πολλά χρόνια, ἀκούσαμε γιά πρώτη φορά τήν … περίφημη ἰδέα, ὅτι τό νά στολίζουμε καραβάκι καί ὄχι δενδράκι εἶναι τό ἑλληνικό χριστουγεννιάτικο ἔθιμο, ἀπορήσαμε καί σκεφθήκαμε: ἡ Ἑλλάδα δέν ἔχει μόνο νησιά καί παραλίες, ἀλλά ἔχει καί πολλές ὀρεινές περιοχές, ὅπου οἱ κάτοικοι ποτέ δέν ἔχουν δεῖ θάλασσα καί καράβι[20], πῶς θά ἦταν ποτέ δυνατόν νά ἴσχυε τό ἔθιμο αὐτό καί στίς περιοχές ἐκεῖνες;

Καί ἡ ἐπιβεβαίωση ἦλθε ἀπό μέρους τῆς ἐπιστημονικῆς λαογραφίας. Γράφει γιά τό θέμα αὐτό μέ ἐξόχως διαφωτιστικό τρόπο ὁ Δημήτριος Σ. Λουκᾶτος:

«Βέβαια, εἶναι τό καράβι γνώριμο καί κάποτε συμβολικό στούς νησιώτικους ἤ παραθαλάσσιους ἑλληνικούς πληθυσμούς. Τί θά γίνει ὅμως μέ τούς μεσόγειους καί τούς ὀρεινούς; […] Ναί, τά παιδάκια τῶν νησιῶν ψάλλουν ἀπό χρόνια τά κάλαντα κρατώντας στά χέρια τους φωτισμένα καράβια (πού εἶναι φανάρια πορείας στίς βραδινές ὧρες τῆς ἐξόδου των), ἀλλά στούς μεσόγειους καί ὀρεινούς τόπους κρατοῦσαν ἄλλο συμβολικό θέμα (ἐπίσης φανταχτερό βραδοφάναρο), ἕνα ὁμοίωμα τῆς Ἁγιά-Σοφιᾶς. […] τό δεντρόκλαρο καί ὁ πράσινος θάμνος ἔμπαιναν πάντα τά Χριστούγεννα στό ἑλληνικό σπίτι εἴτε γιά τήν ἑστία, εἴτε σάν ἐλπιδοφόρος βλαστικός διάκοσμος. Καί αὐτό συνεχιζόταν τήν πρωτοχρονιά καί τά Φῶτα […] ναί μέν δέν εἶναι ἀπαραίτητο τό ἔλατο γιά χριστουγεννιάτικο δέντρο, ἡ πρασινάδα ὅμως καί τό κλαδί εἶναι ἀπαραίτητα γιά τόν ἀναβλαστικό συμβολισμό τους.[21]» «Ἡ μυρτιά καί ἡ λεμονιά, ἡ κουμαριά καί ὁ σκίνος κι ἡ δάφνη, κάθε ἀειθαλές, ἔμπαιναν πάντα στό σπίτι, εὐλογημένο στόλισμα τῆς Μεγάλης Γιορτής, δροσερή πρασινάδα γιά τό ξημέρωμα τῆς νέας χρονιᾶς. Ἡ ἴδια ἡ ἐκκλησιά παραγέμιζε τή διακόσμησή της μέ δάφνες καί μυρτιές καί μέ φοινικόκλαδα –  πυλῶνες, ἀπό τά Χριστούγεννα ὥς τά Φῶτα.[22]»

δ΄. Πῶς θά διαφυλάξουμε τήν ἐθιμική μας παράδοση

Πιστεύουμε κατ΄ ἀρχήν, ὅτι ἡ πίστη εἶναι αὐτή ἡ ὁποία τρέφει τήν ἐθιμική παράδοση. Ἄν ἡ πίστη μας εἶναι ὑγιής, δέν θά δυσκολευθοῦμε νά ἐπανασυνδεθοῦμε καί μέ τά ἔθιμά μας, διότι αὐτή θά τά καθιστᾶ ἀναγκαῖα.

Ἐξ ἄλλου καλό εἶναι νά μή λείπουν τά χριστιανικά ἔθιμα τοῦ λαοῦ μας ἀπό τό σχολεῖο. Γι΄ αὐτό εἶναι μέν ὑπεύθυνοι οἱ ἐκπαιδευτικοί, ἀλλά καλό εἶναι καί νά δέχονται παροτρύνσεις καί ὑπενθυμίσεις ἀπό μαθητές καί ἀπό γονεῖς. Τόσο ἡ διδασκαλία λογοτεχνικῶν ἀριστουργημάτων, ἤ μελετῶν οἱ ὁποῖες περιγράφουν ἔθιμα, ὅσο καί ἡ ἔμπρακτη ἐφαρμογή τῶν ἐθίμων στό σχολεῖο[23], βοηθᾶ στήν διαπαιδαγώγηση τῶν παιδιῶν μας σύμφωνα μέ τήν παράδοση καί στή μή ἐξάπλωση διαστρεβλωμένων, βιομηχανοποιημένων συνηθειῶν.

 Ἕνας ἀκόμη κίνδυνος, πιστεύουμε ὅτι εἶναι, τό νά ξεχνοῦμε τά ἔθιμά μας, ἐπειδή ἀποσπώμεθα ἀπό τόν τόπο καταγωγῆς μας καί βλέπουμε πιά μόνο τσιμέντο καί ἄσφαλτο, σέ ἕνα μεγάλο πολυθόρυβο καί ἀπρόσωπο ἀστικό κέντρο. Καί ὅμως, τά ἔθιμα μποροῦν νά σπάσουν τήν ἄχαρη καί καταθλιπτική μονοτονία τοῦ τσιμέντου καί τῆς ἀσφάλτου, ἄν τά θυμηθοῦμε, τά ἀγαπήσουμε καί ἀρχίσουμε καί πάλι νά τά ἐφαρμόζουμε.

Καί ἄν δέν μποροῦμε νά τά θυμηθοῦμε ἐπειδή ποτέ δέν τά μάθαμε, μποροῦμε μέ πλείστους ὅσους τρόπους νά τά πληροφορηθοῦμε: ἄν ρωτήσουμε τούς γεροντότερους, ἄν ἐπισκεφθοῦμε τούς τόπους καταγωγῆς μας καί τά δοῦμε νά συνεχίζονται, ἄν τά διαβάσουμε στά ἔργα τῶν μεγάλων λαογράφων, καί τῶν μεγάλων λογοτεχνῶν, ὅπως εἶναι ὅσοι ἀναφέραμε στήν παροῦσα μελέτη, ἄν ψάξουμε στό διαδίκτυο, βροῦμε καί ἀξιοποιήσουμε τήν ἀποθησαυρισμένη ἐργασία κάποιων ἀκάματων ἀνθρώπων, οἱ ὁποῖοι πασχίζουν ὥστε νά μή χαθεῖ ἡ ἑλληνορθόδοξη παράδοση.

Πιστεύουμε ἐν τέλει, ὅτι ὅσο ἀντιστεκόμαστε, ἡ ἐπιχειρούμενη damnatio memoriae[24] δέν ἐπιτυγχάνει καί ἡ παράδοση δέν ξεφτίζει. Τόσο ἡ καθαυτό θεολογική χριστιανική, ὅσο καί ἡ λαϊκή ἐθιμική, ἡ ὁποία ἀπορρέει ἀπό τήν πρώτη καί μαρτυρεῖ τή ζωντανή πίστη τοῦ λαοῦ μας. Κλασικό πρότυπο ἀντιστάσεως ἀποτελεῖ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος[25] , ὁ ὁποῖος ὅταν δίδασκε μέσα στόν ναΐσκο τῆς Ἀναστάσεως στήν Κωνσταντινούπολη, ἐκεῖ ὅπου δέχθηκε δολοφονική ἐπίθεση, ποτέ δέν σκέφθηκε πώς οἱ αἱρετικοί Ἀρειανοί εἶχαν πληθύνει ἐπικίνδυνα καί πώς οἱ ὀρθόδοξοι εἶχαν ἀπομείνει λίγοι γύρῳ του. Καί κατάφερε ἐν τέλει νά ἀντιστρέψει τά δεδομένα. Ἡ αἵρεση διαλύθηκε καί ἡ ὀρθοδοξία νίκησε[26].

Ἔτσι καί ἐμεῖς σήμερα. Ἄς μᾶς βομβαρδίζουν συστηματικά τά πολλά καί ποικίλα ὕποπτα συμφέροντα μέ ἐμπορευματοποιημένους παχύσαρκους ἁγιοβασίληδες ἀπό τή … Λαπωνία, ἐμεῖς ποτέ δέν θά παύσουμε νά τιμοῦμε τόν ἀσκητικό ἅγιο ἀρχιεπίσκοπο μέγα Βασίλειο ἀπό τήν Καισάρεια, νά μελετοῦμε τόν ἀνεπανάληπτο βίο του, τά σοφά του συγγράμματα, τό φιλανθρωπικό του ἔργο, τούς ἀνυποχώρητους ἀγῶνες του γιά τήν ὀρθόδοξη πίστη καί νά ἐμπνεόμαστε ἀπό ὅλα αὐτά γιά τό μέλλον μας!

[1]      Ὀρθοδοξία καί ἑλληνικός πολιτισμός, ἐκδ. Βοοkstars, Ἀθῆναι 2016,

        ISBN 978-960-571-209-9.

[2]      1814 – 1883.

[3]      Σπύρος Μελᾶς, Δάσκαλοι τοῦ γένους, Πνευματικές μορφές, ἐκδ. Μπίρης, Ἀθῆναι 1972, σ. 117.

[4]      1850 – 1929.

[5]      Ἀλέξανδρος Μωραϊτίδης, Διηγήματα τόμος Δ΄, ἐκδ. Ἰωάννης Ν. Σιδέρης, ἔκδοσις Β΄, Ἀθῆναι 1927, σελ. 123.

[6]      Τά κατάλοιπα εἰδωλολατρικῶν ἐθίμων, ὅπως εἶναι π.χ. τά τυχερά παιχνίδια κατά τήν πρωτοχρονιά, δέν συμμερίζεται ὁ συνειδητός καί σώφρων χριστιανός.

[7]      Ἡ λέξη κυριολεκτικά σημαίνει «ὑπόλοιπο». Ἔτσι χαρακτηρίζουν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἕνα μικρό τμῆμα τοῦ λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, τό ὁποῖο ἀντιστεκόταν καί δέν παρασυρόταν στήν ἀπιστία καί στή διαφθορά. Αὐτό τό μικρό ἀνόθευτο ὑπόλοιπο θά ὁδηγοῦσε ὁλόκληρο τόν λαό καί πάλι στήν πίστη καί στήν ἀρετή.

[8]      Δημήτρης Λουκόπουλος, Γεωργικά τῆς Ρούμελης, (α΄  ἔκδοση 1938), β΄ ἔκδοση, ἐκδόσεις «Δωδώνη», Ἀθήνα – Γιάννινα 1983, σ. 174.

[9]      1911 – 2013.

[10]     «Ὁ Εἰρηναῖος ὁ παππούς» ὅπως τόν ἔλεγαν ἀρκετοί ἀπό τούς Κρητικούς οἱ ὁποῖοι τόν εἶχαν γνωρίσει.

[11]     Εἰρηναῖος (Γαλανάκης), Μητροπολίτης Κισάμου καί Σελίνου, Ὁ Χριστός σημάδεψε τήν Κρήτη, Χανιά 1995, σ. 44.

[12]       Δημήτρης Φερούσης, Ὁ παπακαλόγερος Νικόλας Πλανᾶς, Ὁ ἅγιος ποιμένας, ἐκδ. «Ἀστήρ» Ἀλ. & Ε. Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 1997, σ. 55-56.

[13]     1908 – 2003.

[14]     Δημ. Σ. Λουκᾶτος, Ἔθιμα τῶν Χριστουγέννων, ἐκδ. Τά Νέα, Ἀθήνα 2013, σ. 130.

[15]     Ἐκείνη τήν ἐποχή δέν εἶχε καθιερωθεῖ ὁ χαρακτηρισμός «Ρομά» ὁ ὁποῖος χρησιμοποιεῖται σήμερα.

[16]     1872 – 1943.

[17]     Δημήτρης Λουκόπουλος, ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 72-73.

[18]     Ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 164.

[19]     «Tί γάρ ἄν γένοιτο τῆς βλακείας ταύτης χεῖρον, ἤ τό ἐπί κλινῶν ἐλεφαντίνων καθεύδειν; Αἱ ἄλλαι ἁμαρτίαι κἄν μικράν τινα ἡδονήν ἔχωσιν, οἵον ἡ μέθη, ἡ πλεονεξία καί ἀσωτία· τό δέ ἐπί κλινῶν ἐλεφαντίνων καθευδῆσαι, ποίαν ἡδονήν ἔχει; Ποίαν παραμυθίαν; Μή γάρ ἡδίω καί γλυκύτερον ἡμῖν τόν ὕπνον ἐργάζεται τῆς κλίνης τό κάλλος; Φορτικώτατον μᾶλλον μέν οὖν καί ἐπαχθέστερον τοῦτο, ἐάν νοῦν ἔχωμεν. Ὅταν γάρ ἐννοήσῃς ὅτι σοῦ καθεύδοντος ἐπί κλίνης ἐλεφαντίνης, ἕτερος οὐδ΄ ἄρτου μετά ἀδείας ἀπολαύειν ἔχει, οὐ καταγνώσεταί σου τό συνειδός, καί ἐπαναστατήσεται κατηγοροῦν τῆς ἀνωμαλίας ταύτης; Εἰ δέ τό ἐπί ἐλεφαντίνων κλινῶν καθεύδειν ἔγκλημα, ὅταν καί ἀργύρῳ περιβεβλημέναι πάντοθεν ὤσι, ποίαν ἕξομεν ἀπολογίαν;» Εἰς τόν πτωχόν Λάζαρον, Λόγος πρῶτος, P.G. 48, 972, 973.

[20]     Μᾶς ἐδιηγεῖτο πρό ἐτῶν συνάδελφος, ὅτι ὅταν ὑπηρετοῦσε σέ σχολεῖο τῆς ἡπειρωτικῆς Ἑλλάδος, συνόδευσε τούς μαθητές σέ ἐκδρομή στήν Αἴγινα, ὅπου οἱ μαθητές κατενθουσιάσθηκαν, διότι ποτέ δέν εἶχαν δεῖ θάλασσα καί νησί, ἀλλ΄ ὁ ἴδιος δέν συμμεριζόταν τόν ἐφηβικό τους ἐνθουσιασμό, διότι εἶχε ταξιδεύσει πολλές φορές σέ ἑλληνικά νησιά. Ἀντιθέτως, νησιωτικό σχολεῖο, στό ὁποῖο ἔτυχε νά ὑπηρετήσουμε, διοργάνωσε ἐκδρομή στήν ἡπειρωτική Ἑλλάδα, ὅπου οἱ μαθητές ἀντίκρυσαν γιά πρώτη φορά χιόνι καί τό περιεργάζονταν μέ μεγάλο ἐνδιαφέρον.

[21]     Δημ. Σ. Λουκᾶτος, Ἔθιμα τῶν Χριστουγέννων, ἐκδ. Τά Νέα, Ἀθήνα 2013, σ. 92 – 93.

[22]     Ἔνθ΄ ἀνωτέρω, σ. 89.

[23]     Ὑπῆρξαν κατά τά τελευταῖα χρόνια συνάδελφοι θεολόγοι, οἱ ὁποῖοι παρεσκεύαζαν μία φορά τό χρόνο μαζί μέ τούς μαθητές τους στό σχολεῖο πρόσφορα. Καί μάλιστα, σέ κάποιες περιπτώσεις, οἱ μαθητές ἔρχονταν πανέτοιμοι, ἔχοντας βρεῖ συνταγή ἀπό τό διαδίκτυο καί ἔχοντας προμηθευθεῖ ὅλα τά ἀπαραίτητα, χωρίς ὁ καθηγητής νά τούς δώσει ὁδηγίες!

[24]     Ἡ damnatio memoriae (= τιμωρία τῆς μνήμης – χαρακτηρισμός πολύ μεταγενέστερος, ὁ ὁποῖος ὅμως ἀποδίδει ἄριστα τήν τακτική αὐτή τῆς κλασικῆς Ρώμης) ἦταν μία συνήθεια, ἡ ὁποία ἐφαρμοζόταν στήν ἀρχαία Ρώμη καί εἶχε ὡς ἑξῆς: ὅταν κάποιος, πάλαι ποτέ ἰσχυρός ἄνδρας τῆς ρωμαϊκῆς πολιτείας, ἐξασθένιζε καί περιέπιπτε σέ δυσμένεια, τότε καταστρεφόταν ὁτιδήποτε περιεῖχε τό ὄνομά τό δικό του καί τῆς οἰκογενείας του, ὅπως ἀνδριάντες, ἐπιγραφές, ἔγγραφα, βιβλία, ὥστε νά ξεχάσει ὁ λαός τό ὄνομα τοῦ ἀνθρώπου αὐτοῦ γιά πάντα. Ἄν λοιπόν κάποιοι νομίζουν, ὅτι διά τῆς προπαγάνδας θά κατορθώσουν νά ἀπαλείψουν ἀπό τή μνήμη καί ἀπό τήν καρδιά τῶν Ἑλλήνων, τήν πίστη τους, τά ἤθη τους, τά ἔθιμά τους, τήν ἱστορία τους, τή γλώσσα τους, τήν ἀγάπη γιά τήν πατρίδα τους, ἄς γνωρίζουν ὅτι αὐταπατῶνται καί ματαιοπονοῦν.

[25]     Μέ αὐτή τήν ἐπωνυμία ἐτίμησε τόν μεγάλο ἅγιο ἡ Ἐκκλησία μας, ὅπως γίνεται ἄμεσα ἀντιληπτό καί ἀπό τό ἀπολυτίκιο τῆς ἑορτῆς τῶν τριῶν ἱεραρχῶν. Ἡ ἐπωνυμία «Ναζιανζηνός» ὀφείλεται σέ ἀποτυχημένη ἀπόπειρα μερικῶν Γερμανῶν θεολόγων νά ἀπαλείψουν τήν ἐπωνυμία «Θεολόγος», τήν ὁποία γέννησε ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νά τιμήσει τόν ἀνεπανάληπτο ἅγιο γιά τούς ἀριστουργηματικούς πέντε θεολογικούς του λόγους. Γι΄ αὐτό καί κανένας ὀρθόδοξος χριστιανός δέν πρέπει νά ξεχνᾶ τήν ἐπωνυμία «Θεολόγος» μέ τήν ὁποία τίμησε ἡ Ἐκκλησία τόν ἅγιο Γρηγόριο, ὅπως ἐπίσης κανένας ὀρθόδοξος χριστιανός δέν πρέπει νά προφέρει τήν ἐπωνυμία «Ναζιανζηνός», διά τῆς ὁποίας ἐπιχειρήθηκε ἡ συσκότιση τῆς ἱστορικῆς ἀληθείας.

[26]     Ὅπως διαλύθηκαν καί ὅσες αὐτοκρατορίες ἐπιχείρησαν ἀπό τόν πρώτο μέχρι καί τόν εἰκοστό αἰώνα, χρησιμοποιώντας τούς πλέον ἀνέντιμους ἀπό τούς πολίτες τους, νά πολεμήσουν καί νά ἐξοντώσουν τούς πλέον τίμιους καί ὠφέλιμους γι΄ αὐτές, ὅσους δηλαδή ἀνῆκαν στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Θά δοῦμε ἐδῶ ἕνα συνταρακτικό ἀπόσπασμα ἀπό τόν Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν, τόν νομπελίστα συγγραφέα ὁ ὁποῖος τόλμησε νά ἀντιταχθεῖ στό σοβιετικό καθεστώς, ὅταν αὐτό νόμιζε πώς ἦταν καί θά ἐξακολουθοῦσε νά εἶναι γιά πάντα παντοδύναμο. Παρατηρεῖ λοιπόν ὁ Σολζενίτσιν ἀπευθυνόμενος πρός τούς ἡγέτες τῆς πάλαι ποτέ Σοβιετικῆς Ἑνώσεως: «Εἴδαμε παραπάνω πώς ὅλες τίς μυλόπετρες πού σᾶς βουλιάζουν δέν σᾶς τίς φόρτωσε ἡ ὑγιής λογική σας, ἀλλά ἡ σαθρή Πρωτοποριακή Θεωρία πού κληρονομήσατε. […] Καί τόν διωγμό τῆς θρησκείας, πράγμα πολύ σπουδαῖο γιά τόν Μαρξισμό, μά παράλογο καί ἀσύμφορο γιά πρακτικούς πολιτικούς ἡγέτες – νά καταδιώκης μέ τή βοήθεια τῶν χασομέρηδων τούς πιό εὐσυνείδητους δουλευτές σου, ἀνθρώπους ξένους πρός τήν ἀπάτη καί τήν κλοπή καί νά ὑποφέρης ἔπειτα ἀπό τή γενική ἀπάτη καί τήν κλοπή. Γιά τόν πιστό ἡ πίστη του εἶναι ἡ ὑπέρτατη ἀξία, ἀνώτερη καί ἀπό τήν τροφή πού βάζει στό στομάχι του. Σκεφτήκατε ποτέ γιατί στερεῖτε ἀπό τήν πατρίδα αὐτά τά καλύτερα ἑκατομμύρια τῶν ὑπηκόων σας; Σέ σᾶς, τούς ἰθύνοντες τοῦ κράτους, αὐτό μόνο ζημιά προκαλεῖ, γιατί σᾶς τό ἐπιβάλλει ὁ μαρξισμός.» (Ἀλεξάντερ Σολζενίτσιν, Νά μή ζοῦμε μέ ψέματα!.. Ἀνοικτή ἐπιστολή πρός τούς ἡγέτες τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως, μετάφρ. Κύρας Σίνου, ἐκδ. Πάπυρος, Ἀθῆναι 1974, σ. 75 – 76). Ἀνέκαθεν πιστεύαμε, ὅτι ἡ ρωμαϊκή αὐτοκρατορία καταδιώκοντας τούς χριστιανούς ἐπέφερε πλήγματα στόν ἴδιο της τόν ἑαυτό, διότι ἔχανε τούς πλέον ἔντιμους ἀπό τούς πολίτες της καί ἔτσι ἔμενε τό κράτος στά χέρια τῶν ἀνέντιμων. Ὥσπου, πρό ὀλίγων ἐτῶν μελετώντας τό ὥς ἄνω μικρό βιβλίο, τό ὁποῖο βρήκαμε τυχαῖα καί ἀγοράσαμε ἀπό ἕνα περίπτερο τό ὁποῖο πωλοῦσε παλιά βιβλία, διαπιστώσαμε, ὅτι ἡ σκέψη αὐτή δέν ἦταν πρωτότυπη, διότι τήν εἶχε ἤδη διατυπώσει ὁ Σολζενίτσιν γιά τή Σοβιετική Ἕνωση! Τολμοῦμε δέ νά ποῦμε, ὅτι ἐάν οἱ τότε πολιτικοί ἡγέτες δέν εἶχαν τόσο περιορισμένο πνευματικό πεδίο καί ἄκουαν τίς ὑποδείξεις τοῦ σοφοῦ συγγραφέως, ἴσως εἶχαν καταφέρει νά σώσουν τό κράτος τους ἀπό τή διάλυση καί τήν πτώχευση. Ἀντ΄ αὐτοῦ ὅμως, κατεδίωξαν ἀπηνῶς, ὄχι μόνο τόν ἐν λόγῳ συγγραφέα, ἀλλά καί καθέναν ὁ ὁποῖος τολμοῦσε νά ὑψώσει μιά φωνή διαμαρτυρίας, μιά φωνή λογικῆς, καί ἔτσι, ἀπογυμνωμένοι ἀπό κάθε δημιουργική πνοή, ὑπέκυψαν στίς συνέπειες τῶν πράξεών τους.


https://www.antibaro.gr/article/31686