Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΚΥΠΡΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2022

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος: Πῶς νὰ προσευχόμαστε

 Ἡ προσευχὴ βρίσκεται στὸ κέντρο τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ χριστιανοῦ. Εἶναι ἡ ἀναπνοὴ τῆς ψυχῆς. Ὑπάρχει προσευχή; Ὑπάρχει ζωὴ στὴν ψυχή. Δὲν ὑπάρχει προσευχή; Δὲν ὑπάρχει ζωὴ στὴν ψυχή.

 
Δὲν εἶναι προσευχή τὸ νὰ στεκόμαστε μπροστὰ στὶς εἰκόνες καὶ νὰ κάνουμε μετάνοιες. Αὐτὰ εἶναι μόνο τὰ «μέσα» τῆς προσευχῆς. Δὲν εἶναι ἀκόμα προσευχή τὸ νὰ διαβάζουμε προσευχὲς ἀπὸ βιβλία ἢ νὰ τίς λέμε ἀπ᾿ ἔξω ἢ νὰ τίς ἀκοῦμε στὸ ναό. Αὐτὰ εἶναι τὰ μέσα γιὰ τὴν ἀνακά-λυψη τῆς προσευχῆς ἢ γιὰ τὴ γέννησή της.
 
Ἡ ἀληθινὴ προσευχὴ ἀρχίζει μὲ τὴν ἐμφάνιση στὴν καρδιὰ ἀλλεπάλληλων εὐλαβικῶν αἰσθημάτων-αἰσθημάτων συντριβῆς καὶ αὐτομεμψίας, εὐγνωμοσύνης καὶ δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοσιώσεως καὶ ὑποταγῆς στὸ θέλημά Του κ.ἄ. Ὅλος ὁ προσευχητικός μας ἀγῶνας συνίσταται καὶ στοχεύει στὴ διέγερση τέτοιων αἰσθημάτων μέσα στὴν καρδιά μας καὶ στὴν πλήρωσή της μ᾿ αὐτά.
 
Προσευχὴ σημαίνει ἀπερίσπαστη προσήλωση τῆς καρδιᾶς στὸ Θεό. Μετὰ τὸ πρῶτο βῆμα γι᾿ αὐτὴ τὴν προσήλωση, τὴ γέννηση δηλαδὴ τῶν αἰσθημάτων ποὺ ἀναφέραμε, πρέπει νὰ σταθεροποιήσουμε τὴν προσευχὴ στὴν καρδιά. Καὶ πῶς θὰ πετύχουμε τὴ σταθεροποίησή της; Μὲ τὴν ἀδιάλειπτη καλλιέργειά της.
 
Θ᾿ ἀρχίσουμε μὲ τὴν ἐπιμελῆ ἀνάγνωση καὶ ἀκρόαση τῶν καθημερινῶν προσευχῶν, στὸ σπίτι ἢ στὸ ναό. Διάβαζε καὶ ἄκουε προσεκτικὰ τίς ἀκολουθίες. Ἔτσι, σιγὰ σιγὰ, θ᾿ ἀνεβάσεις τὴν καρδιὰ σου ὡς το Θεό. Οἱ προσευχές, ποὺ ἔχουν συντάξει οἱ ἅγιοι πατέρες, κρύβουν μεγάλη δύναμη. Ὅποιος, λοιπόν, εἰσχωρεῖ στὰ νοήματά τους μὲ προσοχὴ καὶ ζῆλο, ὁπωσδήποτε θὰ πάρει κάτι ἀπὸ τὴ δύναμή τους, λιγότερο ἢ περισσότερο, ἀνάλογα μὲ τὴ θερμότητα τῆς διαθέσεώς του.
 
Γιὰ νὰ γίνει ἡ ἀκολουθία ἐνεργητικὸ μέσο προσευχητικῆς ἀγωγῆς, εἶναι ἀπαραίτητο νὰ τὴν ἐπιτελεῖς ἔτσι ὥστε, καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά σου νὰ ἀφομοιώνουν τὸ περιεχόμενό της. Καὶ νὰ τρεῖς ἁπλοῖ κανόνες γιὰ νὰ τὸ πετύχεις: 
 
α) Μὴν ἀρχίζεις τὴν ἀκολουθία χωρὶς τὴν κατάλληλη ψυχικὴ προετοιμασία 
 
β) Μὴν τὴν κάνεις ἀπρόσεκτα, μὲ βιασύνη καὶ προχειρότητα, ἀλλὰ μὲ προσοχή, συναίσθηση καὶ εὐλάβεια· 
 
γ) Ὅταν τὴν τελειώνεις, μὴν καταπιάνεσαι ἀμέσως μὲ τίς συνηθισμένες βιοτικὲς ἀσχολίες σου.
 
«Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἔγκλειστου - Ὁ ΔΡΟΜΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ Γράμματα σὲ μιὰ ψυχή» - Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ. Ἐκδ. δ'

Πέμπτη 7 Ιουλίου 2022

Η Ορθοδοξία ως θεραπεία Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός †

 Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός †

Αν θέλαμε να ορίσουμε συμβατικά τον Χριστιανισμό, ως Ορθοδοξία, θα λέγαμε ότι είναι η εμπειρία της παρουσίας του Ακτίστου (του Θεού) [1] μέσα στην ιστορία και η δυνατότητα του κτιστού (του ανθρώπου) να γίνει Θεός «κατά χάριν».

Με δεδομένη την διηνεκή παρουσία του Θεού εν Χριστώ, στην ιστορική πραγματικότητα, ο Χριστιανισμός προσφέρει στον άνθρωπο την δυνατότητα θεώσεως, όπως η Ιατρική Επιστήμη του παρέχει την δυνατότητα διατήρησης ή αποκατάστασης της υγείας του μέσα από μια ορισμένη θεραπευτική διαδικασία και ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής.

Ο γράφων είναι σε θέση να κατανοήσει τη σύμπτωση ιατρικής και εκκλησιαστικής ποιμαντικής επιστήμης στο σημείο αυτό, διότι ως διαβητικός και ως χριστιανός γνωρίζει, ότι και στις δύο περιπτώσεις οφείλει να ακολουθήσει πιστά τα οριζόμενα εκατέρωθεν για την επίτευξη του διπλού στόχου.

Ο μοναδικός και απόλυτος στόχος της εν Χριστώ ζωής είναι η θέωση, η ένωση δηλαδή με τον Θεό, ώστε ο άνθρωπος, μετέχοντας στην άκτιστη ενέργεια του Θεού, να γίνει «κατά χάριν», αυτό που ο Θεός είναι από την φύσιν του (άναρχος και ατελεύτητος). Αυτή είναι χριστιανικά η έννοια της σωτηρίας…

Δεν πρόκειται για μια ηθική βελτίωση του ανθρώπου, αλλά για την εν Χριστώ ανα-δημιουργία, ανά-πλαση ανθρώπου και κοινωνίας μέσα από την υπαρκτική και υπαρξιακή σχέση με το Χριστό, ο Οποίος είναι η ένσαρκη φανέρωση του Θεού στην ιστορία.

Αυτό εκφράζει η φράση του απ. Παύλου (Β΄ Κορ. 5,17): «ει τις εν Χριστώ, καινή κτίσις». Ο ενωμένος με τον Χριστώ είναι καινούργιο δημιούργημα.

Γι’ αυτό χριστιανικά η ενανθρώπιση του Θεού Λόγου, η λυτρωτική «εισβολή» του Αιωνίου και Υπέρχρονου μέσα στον ιστορικό χρόνο, είναι η αρχή ενός νέου κόσμου, μιας κυριολεκτικά «Νέας Εποχής» (New Age), που συνεχίζεται ως τα πέρατα των αιώνων, στα πρόσωπα των αυθεντικών χριστιανών, δηλαδή των Αγίων.

Η Εκκλησία ως «σώμα Χριστού» και εν Χριστώ κοινωνία υπάρχει στον κόσμο, για να προσφέρει την σωτηρία, ως ένταξη σε αυτή την αναγεννητική διαδικασία.[2] Το σωστικό αυτό έργο της Εκκλησίας επιτελείται με μια συγκεκριμένη θεραπευτική μέθοδο, ώστε ουσιαστικά η Εκκλησία να ενεργεί ως ένα παγκόσμιο θεραπευτήριο.

«Ιατρείον Πνευματικόν» (Πνεματικό Νοσοκομείο) ονομάζεται η Εκκλησία από τον ιερό Χρυσόστομο (†407).

Στην συνέχεια θα δοθεί απάντηση στα ερωτήματα:

1) Ποια είναι η αρρώστια την οποία θεραπεύει η χριστιανική Ορθοδοξία;

2) Ποια είναι η θεραπευτική μέθοδος που εφαρμόζει;

3) Ποια είναι η ταυτότητα του αυθεντικού χριστιανισμού, που τον διαφοροποιεί ριζικά από τις αιρετικές αποκλίσεις του, αλλά και από κάθε μορφή θρησκείας;[3]

1. Η αρρώστια της ανθρώπινης φύσης είναι η πτωτική κατάσταση του ανθρώπου και συνάμα και όλης της κτίσεως, που συμπάσχει («συστενάζει και συνωδίνει» Ρωμ. 8.22) μαζί του. Η διάγνωση αυτή αφορά σε κάθε άνθρωπο, ανεξάρτητα από το αν είναι χριστιανός ή όχι, αν πιστεύει ή όχι, λόγω της φυσικής ενότητας σύννομη της ανθρωπότητας. (βλ. Πραξ.17.26).

Η Χριστιανική Ορθοδοξία δεν κλείνεται στα στενά όρια ενός θρησκεύματος, που ενδιαφέρεται μόνο για τους οπαδούς του, αλλά, όπως ο Θεός, «πάντας ανθρώπους θέλει σωθήναι και εις επίγνωση αληθείς ελθείν» (Α΄ Τιμ. 2.4), αφού ο Θεός είνα «σωτήρ πάντων ανθρώπων» (Α΄ Τιμ. 4.10). η αρρώστια λοιπόν για την οποία μιλάει ο Χριστιανισμός είναι πανανθρώπινη (Ρωμ. 5.12: «…εις πάντας ανθρώπους ο θάνατος διήλθεν, εφ’ ω (= λόγω του οποίου θανάτου) πάντες ήμαρτον» (=αστόχησαν στην πορεία τους προς την θέωση.

Όπως δε η πτώση (δηλαδή η αρρώστια) είναι πανανθρώπινη, έτσι και η σωτηρία – θεραπεία εξαρτάται άμεσα από τη λειτουργία του εσωτερικού του κάθε ανθρώπου.

Η φυσική (αυθεντική) κατάσταση του ανθρώπου προσδιορίζεται, αγιοπατερικά, από την λειτουργία μέσα του, τριών μνημονικών συστημάτων, δύο από τα οποία γνωρίζει και ελέγχει η επιστήμη της ιατρικής, ενώ το τρίτο είναι υπόθεση της ποιμαντικής θεραπευτικής.

Το πρώτο είναι η κυτταρική μνήμη (DNA), που καθορίζει τα πάντα στον ανθρώπινο οργανισμό. Το δεύτερο είναι η εγκεφαλική κυτταρική μνήμη, η λειτουργία του εγκεφάλου, που ρυθμίζει την σχέση μας με τον εαυτό μας και το περιβάλλον. Τα δύο αυτά συστήματα γνωρίζει η επιστήμη της ιατρικής και μεριμνά για την εύρυθμη λειτουργία τους.

Η εμπειρία των Αγίων γνωρίζει ένα ακόμη μνημονικό σύστημα, την καρδιακή ή νοερά μνήμη, που λειτουργεί μέσα στην καρδιά.

Η καρδιά, στην Ορθόδοξη παράδοση, δεν λειτουργεί μόνο φυσικά, ως αντλία διακίνησης του αίματος.

Ακόμη κατά την πατερική διδασκαλία, δεν είναι ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα το κέντρο της αυτοσυνειδησίας μας, αλλά η καρδιά.

Διότι πέρα από τη φυσική έχει και μια υπερφυσική λειτουργία. Υπό ορισμένες προϋποθέσεις γίνεται χώρος κοινωνίας με τον Θεό, με την άκτιστη δηλαδή ενέργειά Του. Βέβαια αυτό γίνεται αντιληπτό μέσα από την εμπειρία των Αγίων και όχι με τη λογική λειτουργία και τη διανοητική θεολόγηση.

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (†1809), ανακαιφαλαιώνοντας όλη την πατερική παράδοση, στο έργο του «Συμβουλευτικό Εγχειρίδιον» ονομάζει την καρδιά κέντρο φυσικό, υπερφυσικό, αλλά και παραφυσικό, όταν η υπερφυσική λειτουργία αδρανεί, διότι η καρδιά κυριαρχείται από τα πάθη. Η υπερφυσική λειτουργία της καρδιάς είναι η απόλυτη προϋπόθεση για την τελείωση, την ολοκλήρωση του ανθρώπου, δηλαδή την θέωση του, ως πλήρη ένταξή του στην εν Χριστώ κοινωνία.

Στην υπερφυσική της λειτουργία η καρδιά γίνεται χώρος ενεργοποίησης του νου. Στον γλωσσικό κώδικα της Ορθοδοξίας ο νους (στην Κ.Δ. ονομάζεται «πνεύμα» του ανθρώπου και «οφθαλμός της ψυχής») είναι ενέργεια της ψυχής, με την οποία ο άνθρωπος γνωρίζει τον Θεό, φθάνοντας στην θέα του Θεού ή θεοπτία.

Βέβαια πρέπει να διευκρινήσουμε ότι η γνώση του Θεού δεν σημαίνει γνώση της αμέθεκτης και απρόσιτης θείας ουσίας, αλλά της θείας ενέργειας. Η διάκριση ουσίας και ενέργειας στον Θεό είναι η ουσιαστική διαφορά της Ορθοδοξίας από κάθε άλλη εκδοχή του Χριστιανισμού.

Η ενέργεια του νου μέσα στην καρδιά ονομάζεται «νοερά λειτουργία» (noetic faculty) της καρδιάς. Διευκρινίζουμε, και πάλι, ότι Νους και Λόγος (Λογική) ορθόδοξα δεν ταυτίζονται, διότι η λογική ενεργείται στον εγκέφαλο, ενώ ο νους στην καρδιά.

Η νερά λειτουργία πραγματώνεται ως αδιάλειπτη προσευχή (πρβλ. Α΄Θεσσ. 5,17) του Αγίου Πνεύματος μέσα στην καρδιά (πρβλ. Γαλ. 4,6 · Ρωμ.8,26· Α΄Θεσσ. 5,19), και ονομάζεται από τους αγίους πατέρες μας «μνήμη Θεού». Έχοντας ο άνθρωπος μέσα στην καρδιά του τη «μνήμη του Θεού», ακούοντας δηλαδή στην καρδιά του την «φωνή» (Α΄ Κορ. 14,11ε. Γαλ. 4,6.κ.α.) έχει αίσθηση της «ενοικήσεως» του Θεού μέσα του (Ρωμ. 8,11).

Ο Μ. Βασίλειος στη Β΄ επιστολή του λέγει, ότι η μνήμη του Θεού μένει αδιάλειπτη, όταν δεν διακόπτεται από τις γήινες φροντίδες, αλλά ο νους «αναχωρεί» προς τον Θεό.

Αυτό όμως δεν σημαίνει, ότι ο ενεργούμενος από την θεία ενέργεια πιστός αποφεύγει τις αναγκαίες φροντίδες της ζωής, μένοντας στην απραξία ή σε κάποια εκ-στάση, αλλά την απελευθέρωση του νου από τις φροντίδες αυτές, με τις οποίες ασχολείται η λογική. Για να χρησιμοποιήσουμε ένα παράδειγμα που μας αγγίζει:

Ένας επιστήμονας που έχει αποκτήσει και πάλι την νοερά λειτουργία, με την λογική ασχολείται με τα προβλήματα του, ενώ ο νους μέσα στην καρδιά διατηρεί αδιάλειπτη τη μνήμη του Θεού. Ο άνθρωπος που διασώζει και τα τρία παραπάνω μνημονικά συστήματα είναι ο Άγιος. Αυτός είναι ορθόδοξα ο υγιής (normal) άνθρωπος. Γι’ αυτό η θεραπεία της Ορθοδοξίας συνδέεται με την πορεία του ανθρώπου προς την αγιότητα.

Η μη λειτουργία ή υπολετουργία της νοεράς ενέργειας του ανθρώπου είναι η ουσία της πτώσεως.

Το περιβόητο «προπατορικό αμάρτημα» είναι ακριβώς η αστοχία του ανθρώπου, στην αρχή ακόμα της ιστορικής του παρουσίας, να διασώσει την μνήμη του Θεού, την κοινωνία δηλαδή με τον Θεό, στην καρδιά του. Σ’ αυτή την νοσηρά κατάσταση μετέχουν όλοι οι απόγονοι των πρωτοπλάστων, διότι δεν είναι κάποιο ηθικό, προσωπικό δηλαδή, αμάρτημα, αλλά νόσος της φύσεως του ανθρώπου («Νενόσηκεν ημών η φύσις την αμαρτίαν», παρατηρεί ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, †444 ) και μεταδίδεται από άνθρωπο σε άνθρωπο όπως η αρρώστια κάποιου δέντρου μεταδίδεται σε όσα άλλα προέρχονται από αυτό.

Η αδρανοποίηση της νοεράς λειτουργίας ή της μνήμης του Θεού και η σύγχυσή της με την λειτουργία του εγκεφάλου, όπως συμβαίνει με όλους μας, υποδουλώνει τον άνθρωπο στο άγχος και στο περιβάλλον και στην εκζήτηση της ευδαιμονίας μέσα από τον ατομικισμό και της αντικοινωνικότητα.

Στην κατάσταση της νόσου της πτώσεως ο άνθρωπος χρησιμοποιεί τον Θεό και τον συνάνθρωπο για την κατοχύρωση της προσωπικής του ασφάλειας και ευτυχίας. Η χρήση του Θεού γίνεται με την «θρησκεία» (προσπάθεια απόσπασης της δύναμης του Θεού), που μπορεί να εκφυλιστεί σε αυτοθεοποίηση του ανθρώπου («αυτείδολον εγενόμην» λέει ο άγιος Ανδρέας Κρήτης στον «Μέγαν Κανόνα» του). Η χρήση του συνανθρώπου και κατ’ επέκταση της κτίσης γίνεται με την εκμετάλλευση της με κάθε δυνατό τρόπο. Αυτή, λοιπόν, είναι η νόσος, την οποία ζητεί να θεραπεύσει ο άνθρωπος, εντασσόμενος ολόκληρος [4] στο «πνευματικό θεραπευτήριο» της Εκκλησίας.

2. Σκοπός της παρουσίας της Εκκλησίας, ως εν Χριστώ κοινωνίας στον κόσμο, είναι η θεραπεία του ανθρώπου, με την αποκατάσταση της καρδιακής κοινωνίας του με τον Θεό, της νοεράς δηλαδή λειτουργίας.

Κατά τον καθηγητή π. Ι. Ρωμανίδη: [«η πατερική παράδοσις δεν είναι ούτε κοινωνική φιλοσοφία, ούτε ηθικόν σύστημα, ούτε θρησκευτικός δογματισμός, αλλ’ είναι θεραπευτική αγωγή. Εις το σημείο αυτό ομοιάζει πολύ με την Ιατρική και κυρίως με την Ψυχιατρικήν.

Η νοερά ενέργεια της ψυχής, που προσεύχεται νοερώς και αδιαλείπτως εις την καρδίαν, είναι ένα φυσιολογικό όργανον, που όλοι το έχουν και το οποίο χρειάζεται θεραπεία.

Ούτε η φιλοσοφία, ούτε καμία των γνωστών θετικών ή κοινωνικών επιστημών δύναται να θεραπεύσει το όργανον αυτό (…) Δια τούτο ο αθεράπευτος δεν γνωρίζει ούτε καν την ύπαρξη αυτού του οργάνου».]

Η ανάγκη θεραπείας του ανθρώπου, κατά τα παραπάνω, είναι πανανθρώπινη υπόθεση, σχετιζόμενη πρώτα με την αποκατάσταση του κάθε ανθρώπου στη φυσική του ύπαρξη με την ενεργοποίηση και της τρίτης μνημονικής λειτουργίας. Επεκτείνεται όμως και στην κοινωνική παρουσία του ανθρώπου.

Για να μπορεί ο άνθρωπος να κοινωνεί ως αδερφός με τον συνάνθρωπό του, πρέπει η ιδιοτέλειά του, που λειτουργεί τελικά ως φιλαυτία, να μεταβληθεί σε ανιδιοτέλεια (πρβλ Α΄ Κορ. 13,8: «η αγάπη… ου ζητεί τα εαυτής».

Ανιδιοτελής είναι η αγάπη του Τριαδικού Θεού (Ρωμ.5,8· Α΄ Ιωαν.5,7 ε.), που δίνει τα πάντα χωρίς αντάλλαγμα. Γι’ αυτό και το κοινωνικό ιδανικό της χριστιανικής Ορθοδοξίας δεν είναι η «κοινοκτημοσύνη», αλλά η «ακτημοσύνη», ως αυτοπαραίτηση από κάθε απαίτηση. Διότι μόνον τότε είναι δυνατή η δικαιοσύνη.

Η μέθοδος θεραπείας, που προσφέρεται από την Εκκλησία, είναι η πνευματική ζωή, ως ζωή εν Αγίω Πνεύματι. Η πνευματική ζωή βιώνεται ως άσκηση και μετοχή στην παρεχόμενη μέσω των μυστηρίων άκτιστη Χάρη. Η άσκηση είναι βιασμός της αυτονομημένης και νεκρωμένης από την αμαρτία φύσεώς μας, που πορεύεται προς τον πνευματικό ή αιώνιο θάνατο, τον αιώνιο δηλ. χωρισμό από την Χάρη του Θεού.

Η άσκηση αποβλέπει στη νίκη πάνω στα πάθη, για να νικηθεί η εσωτερική δουλεία στις νοσογόνες εστίες του ανθρώπου και να μετάσχουμε στο σταυρό του Χριστού και στην ανάστασή του. Ο Χριστιανός ασκούμενος υπό την καθοδήγηση του Θεραπευτή- Πνευματικού του, γίνεται δεκτικός της Χάρης που δέχεται με την μετοχή του στην μυστηριακή ζωή του εκκλησιαστικού σώματος. Χριστιανός ανάσκητος δεν μπορεί να υπάρξει, όπως δεν υπάρχει θεραπευμένος άνθρωπος, που δεν τηρεί τη θεραπευτική αγωγή, που του όρισε ο γιατρός του.

3. Τα παραπάνω οδηγούν σε κάποιες σταθερές, που τεκμηριώνουν την ταυτότητα της χριστιανικής Ορθοδοξίας:

α) Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού, λειτουργεί ως θεραπευτήριο-Νοσοκομείο. Διαφορετικά δεν είναι Εκκλησία αλλά θρησκεία. Οι κληρικοί, εκλεγόταν αρχικά από τους θεραπευμένους, για να λειτουργούν ως θεραπευτές. Η θεραπευτική λειτουργία της Εκκλησίας σώζεται σήμερα κυρίως στις Μονές, που αντέχοντας ακόμη στην εκκοσμίκευση (secularism) συνεχίζουν την Εκκλησία των Αποστολικών χρόνων.

β) Οι επιστήμονες της Εκκλησιαστικής θεραπείας είναι ήδη θεραπευμένοι. Όποιος δεν έχει εμπειρία της θεραπείας δεν μπορεί να είναι θεραπευτής. Αυτή είναι η ουσιαστική διαφορά μεταξύ ποιμαντικής θεραπευτικής και ιατρικής επιστήμης. Οι επιστήμονες της ιατρικής θεραπευτικής (Πατέρες και Μητέρες) αναδεικνύουν άλλους θεραπευτές, όπως οι Καθηγητές της Ιατρικής αναδεικνύουν τους διαδόχους τους.

γ) Ο περιορισμός της Εκκλησίας στην απλή συγχώρηση αμαρτιών για την είσοδο μετά θάνατον στον παράδεισο συνιστά αλλοτρίωση και ισοδυναμεί με το να συγχωρεί η ιατρική επιστήμη τον ασθενή, για να θεραπευθεί μετά θάνατον!

Η Εκκλησία δεν μπορεί να στείλει κάποιον στον παράδεισο ή στην κόλαση. Παράδεισος και κόλαση, άλλωστε, δεν είναι τόποι, αλλά τρόποι υπάρξεως. Η Εκκλησία, θεραπεύοντας τον άνθρωπο, τον προετοιμάζει να βλέπει τον Χριστό αιώνια μέσα στο άκτιστο Φώς Του ως παράδεισος και όχι ως κόλαση, δηλαδή «πυρ καταναλίσκον» (Εβρ. 12,29). Και αυτό, φυσικά, αφορά σε κάθε άνθρωπο, διότι ΟΛΟΙ οι άνθρωποι θα βλέπουν αιώνια τον Χριστό, ως «Κριτή» του κόσμου.

δ) Η εγκυρότητα της επιστήμης τεκμηριώνεται από την επίτευξη των στόχων της (π.χ. στην ιατρική, από τη θεραπεία του ασθενούς). Έτσι, διαφοροποιείται η αυθεντική επιστημονική ιατρική από τον κομπογιαννιτισμό. Κριτήριο της ποιμαντικής θεραπευτικής της Εκκλησίας είναι η επίτευξη της πνευματικής θεραπείας, με το άνοιγμα της πορείας προς την θέωση. Η θεραπεία δεν μετατίθεται στην μεταθανάτια ζωή, αλλά συντελείται στη ζωή του ανθρώπου σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο (hinc et nunc).

Αυτό διαπιστώνεται από τα άφθαρτα λείψανα των Αγίων, που νικούν την βιολογική φθορά, όπως αυτά των Αγίων της Επτανήσου: Σπυρίδωνος, Γερασίμου, Διονυσίου και Θεοδώρας της Αυγούστας. Τα άφθαρτα ιερά λείψανα είναι στη παράδοση μας οι αδιαφιλονείκητες τεκμηριώσεις της θεώσεως, της ολοκληρώσεως δηλαδή της ασκητικής θεραπευτικής της Εκκλησίας.

Θα παρακαλούσα δε τον ιατρικό κόσμο της Χώρας μας να προσέξει ιδιαίτερα την περίπτωση των ακεραίων ιερών λειψάνων, διότι όχι μόνο δεν έχουν δεχτεί επιστημονική επέμβαση, αλλά φανερώνεται σ’ αυτά η ενέργεια της θεϊκής Χάρης, διότι τη στιγμή ακριβώς που αρχίζει η διάλυση του κυτταρικού συστήματος, σταματά αυτόματα και αντί δυσοσμίας εκπέμπεται ευωδία…

Περιορίζομαι στα ιατρικά συμπτώματα, και δεν επεκτείνομαι στα θαύματα ως αποδείξεις της θεώσεως διότι ανήκουν σε άλλη σφαίρα.

ε) Τα ιερά κείμενα της Εκκλησίας (Γραφή, συνοδικά και πατερικά κείμενα) δεν κωδικοποιούν κάποια Χριστιανική ιδεολογία, αλλά έχουν θεραπευτικό χαρακτήρα λειτουργώντας όπως τα πανεπιστημιακά συγγράμματα στην ιατρική επιστήμη. Αυτό ισχύει και για τα λειτουργικά κείμενα, λ.χ. τις Ευχές. Η απλή ανάγνωση μιας Ευχής (προσευχής), χωρίς παράλληλη ένταξη του πιστού στη θεραπευτική διαδικασία της Εκκλησίας, δεν θα διέφερε από την περίπτωση που ο ασθενής καταφεύγει στον γιατρό με ισχυρούς πόνους, και εκείνος αντί να επέμβει δραστικά, περιορίζεται στο να τον ξαπλώσει στο χειρουργικό κρεβάτι και να του διαβάσει το σχετικό με τη νόσο του κεφάλαιο.

Αυτή με λίγα λόγια είναι η Ορθοδοξία. Δεν έχει σημασία αν την αποδέχεται κανείς ή όχι. Αναφερόμενος όμως σε επιστήμονες προσπάθησα, ως εν επιστήμη συνάδελφος, να απαντήσω επιστημονικά στο ερώτημα «τι είναι η Ορθοδοξία».

Κάθε άλλη εκδοχή για τον Χριστιανισμό συνιστά παραποίηση και διαστροφή του, έστω και αν θέλει να προβάλλεται σαν Ορθοδοξία.

Η Ορθοδοξία ως Θεραπεία

Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός †

Κοσμήτορας Θεολογικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΣΗΜΕΙΩΣΗ:

Π. Ιωάννου Σ. Ρωμανίδου, Ρωμαίοι ή Ρωμηοί Πατέρες της Εκκλησίας. Θεσσαλονίκη 1984.

Του ιδίου, Η θρησκεία είναι νευροβιολογική ασθένεια, η δε Ορθοδοξία η θεραπεία της., στον τόμο. Ορθοδοξία, Ελληνισμός… Εκδ. Ιεράς Μονής Κουτλουμουσίου, Β΄ τόμος, 1996, σ.67-87.

Του ιδίου Church synods and Civilisation, στη ΘΕΟΛΟΓΙΑ, τ.63 (1992) 421-450 και Ελληνικά, τ.66 (1995) 646-680.

Π Ιερόθεου Βλάχου (τώρα μητροπ. Ναυπάκτου), Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Έδεσσα 1986.

Του ιδίου, Μικρά είσοδος στην Ορθόδοξη Πνεύματικότητα, Αθήνα 1992.

Του ιδίου, Υπαρξιακή Ψυχολογία και Ορθόδοξη Ψυχοθεραπεία, Λειβαδιά 1995.

Ακόμη οι σχετικές κατά καιρούς δικές μας μελέτες, όπως π.χ. Γ. Δ. Μεταλληνού, Ορθόδοξη θεώρηση της Κοινωνίας, Αθήνα 1986. Θεολογική μαρτυρία της εκκλησιαστικής λατρείας, Αθήνα 1996 κ.α. Στα βιβλία αυτά βρίσκει κανείς και τη λοιπή βιβλιογραφία.

Σημειώσεις- επεξηγήσεις:

1. Άκτιστος (=αδημιούργητος. άπλαστος στην λαϊκή γλώσσα) είναι μόνο ο Τριαδικός Θεός. Κτιστή είναι η κτίση, δημιουργία, με κορυφαίο τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν είναι «συμπαντική» δύναμη κατά την γλώσσα της Νέας Εποχής («όλοι ένα, όλοι Θεός!»), διότι ως δημιουργός υπέρκειται του σύμπαντος, όντας στην ουσία Του «Κάτι» εντελώς άλλο (Das ganz Andere). Ουδεμία αναλογική σχέση υπάρχει μεταξύ κτιστού και Ακτίστου. Και γι’ αυτό το Άκτιστο, γνωρίζεται με την αυτοαποκάλυψη (αυτοφανέρωσή) Του.

2. Ένα σημαντικό χριστιανικό κείμενο του Β΄ αιώνα, Ο Ποιμήν του Ερμά, λέγει ότι, για να γίνουμε μέλη του Σώματος του Χριστού, πρέπει να είμαστε «λίθοι τετράγωνοι» (οικοδομήσιμοι) και όχι «στρογγυλοί»!

3. Κατά τον π. Ι. Ρωμανίδη, στον οποίο κυρίως οφείλουμε την επιστροφή στη «φιλοκαλική» (θεραπαυτικοακουστική) θεώρηση της Πίστης μας, σε ακαδημαϊκό μάλιστα επίπεδο, «θρησκεία» είναι κάθε «ταύτιση» Ακτίστου και κτιστού, όπως συμβαίνει στην ειδωλολατρεία. Ο «θρησκευτικός» άνθρωπος προβάλει τις «προλήψεις» του (σκέψεις-νοήματα) στο χώρο του θείου, «κατασκευάζοντας» αυτός τον Θεό του (Αυτό μπορεί να συμβεί και στη μη Πατερική Ορθοδοξία.). σκοπός του είναι η «εξιλέωση», ο «εξευμενισμός» του «θείου» και, τελικά, η «χρήση» του θεού προς ίδιον όφελος (μαγική σχέση: do, ut des ). Στη δική μας, όμως, παράδοση, ο Θεός μας δεν έχει ανάγκη «εξευμενισμού» διότι «Αυτός πρώτος ηγάπησεν ημάς» (Α΄ Ιωάν. 4,19). Ο Θεός μας ενεργεί ως «Αγάπη» (Α΄Ιωάν. 4,16) και μάλιστα ανιδιοτελής. Δίδει τα πάντα και δεν ζητεί τίποτε από τα πλάσματά Του. Γι’ αυτό και η ανιδιοτέλεια είναι η ουσία της χριστιανικής αγάπης που υπερβαίνει την πρακτική μιας δοσοληψίας.

4. Αυτό εκφράζει ο γνωστός και συχνά επαναλαμβανόμενος λόγος : «Εαυτούς και αλλήλους και πάσαν την ζωήν ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Η πλήρης ένταξη γίνεται κατά κανόνα στις Μονές, όταν λειτουργούν Ορθόδοξα, φυσικά. Γι’ αυτό οι Μονές (π.χ. οι αγιορείτικες) μένουν πρότυπα για τις ενορίες του «κόσμου».

Πηγή: alopsis.gr

Μακαριστός π. Γεώργιος Μεταλληνός †

Ενωμένη Ρωμηοσύνη

6/7/2022

Παρασκευή 3 Ιουνίου 2022

Οι επτά σωματικές πράξεις της Μετάνοιας!

 Οι επτά σωματικές πράξεις της Μετάνοιας! Πως θα επέλθει η μετάνοια στον άνθρωπο; «Το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η πράξη το απέδειξε ο Κύριος μας, όταν ανέλαβε με την παρουσία του την ανάπλασή μας…». Διαβάστε παρακάτω την πρακτική των πατέρων όπως μας την περιγράφει ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός.Στην πρακτική των Πατέρων, που αναλύουμε αναφέρονται επτά σωματικές πράξεις στις οποίες στηρίζονται οι τρόποι και τα έργα της μετάνοιας.


Ως πρώτη πράξη στη μετάνοια οι Πατέρες τοποθετούν την ησυχία.


Είναι η απερίσπαστη διαγωγή. Η απομάκρυνση από τα αίτια, που δημιουργούν τις αφορμές της πτώσης και της ήττας, ειδικά σε όσους είναι ασθενείς χαρακτήρες, αλλά και από αυτόν τον «ὡς λέοντα περιπατοῡντα καί ζητοῡντα νά μάς καταπιή» (Πέτρ. ε’ 8).


Με την ησυχία απέχει ο αγωνιστής από τη μάταιη και άσκοπη μέριμνα και του επιτρέπεται αν θέλει να στρέψει τη σκέψη και ασχολία του προς το Θεό, απ’ όπου φωτιζόμενος από τη θεία Χάρη ανακαλύπτει τον εαυτό του, που είναι απαραίτητο καθήκον.


Δεύτερη πράξη θεωρείται η νηστεία.


Με αυτήν καταβάλλεται και δεσμεύεται ένας από τους γίγαντες της διαστροφής -η γαστριμαργία- ο ακαταγώνιστος σύμμαχος της φύσης και του διαβόλου. Με αυτήν αιχμαλωτίζει ο τελευταίος τα πλείστα των θυμάτων του.


Το πόσο απαραίτητη είναι αυτή η πράξη το απέδειξε ο Κύριος μας, όταν ανέλαβε με την παρουσία του την ανάπλασή μας, μετά το θείο βάπτισμα στον Ιορδάνη. Ποιος τώρα μπορεί να αμφισβητήσει το βάθρο αυτό της μετανοίας, της ανάπλασης, της ανάστασης, της σωτηρίας;


Εάν ο αναμάρτητος και απαθής νηστεύει – και μάλιστα παρατεταμένα – ποιος θα προφασιστεί αδυναμία ή άρνηση; Αφήνω και την άσκηση της δίψας που οι έμπειροι της εγκρατείας προβάλλουν ως άριστο άθλημα κατά των παράλογων ορέξεων.


Την αγρυπνία, ως τρίτη πράξη, συνιστούν οι Πατέρες.


Είναι το αποτελεσματικότερο μέσο φωτισμού του νου και γεννήτρια της προσευχής. Ο κόρος της υπνηλίας υποβιβάζει άμεσα τη διαύγεια του νου. Μειώνεται η διανοητική ικανότητα της λογικής φύσης να συγκρίνει, διακρίνει, επιλέξει και εφαρμόσει όσα η νόμιμη άσκηση απαιτεί.


Η αγρυπνία, ως μέσο της φίλης των Πατέρων μας φιλοπονίας, πάντοτε προηγείτο στους ασκητικούς αγώνες. Και είναι γνωστή η υπερβολική άσκηση των Πατέρων στην αγρυπνία. Επέμεναν στα πολλαπλά οφέλη αυτής της αρετής, επειδή συντελούσε άριστα στη διανοητική εργασία από την οποία εξαρτώνται όλα εφ’ όσον «νοῡς ορᾶ καί νοῦς ακούει» και εκλέγει και εκτελεί.


Τέταρτη και πέμπτη πράξη τοποθετούν οι Πατέρες την προσευχή και την ψαλμωδία.


Πράγματι διαιρούσαν την εργασία της προσευχής σε δύο τρόπους, που επικρατούν στην τόσο σημαντική αυτή παναρετή. Στο όνομα της προσευχής χάραξαν την έννοια της εσωστρέφειας και ειδικά της «κατά μόνας» προς το Θεό συνομιλίας.


Εκεί ο καθένας επιρρίπτει τον εαυτό του μπροστά στη θεία ευσπλαχνία και αγαθότητα και με επίμονη εξομολόγηση, δέηση, ικεσία, παράκληση ή και ευχαριστία αναφέρει τον πόνο και τον πόθο του προς «τόν δυνάμενον σῴζειν» Χριστό, το Θεό μας.


Η ψαλμωδία χρησιμοποιείται στις ομαδικές συναθροίσεις των πιστών.


Με την υμνολογία επιτελείται εορταστικότερα η κοινή προσευχή και αυτό είναι περισσότερο αποδεκτό και εφαρμόσιμο από το λαό.


Έκτη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την ανάγνωση και μελέτη λόγων και παραγγελμάτων που μας κατευθύνουν στην εν Χριστώ πνευματική μας ζωή.


Ο λόγος του Κυρίου μας «ὁ ἔχων τάς ἐντολάς μου» αυτό σημαίνει: Να μάθει και να κατανοήσει τις εντολές μου το θέλημά μου και μετά να γίνει τηρητής (τηρών αυτάς). Και αυτός «ἐστιν ό ἀγαπῶν με».


Στο Μωσαϊκό νόμο απαιτητικότερα διέταζε ο Θεός τη μελέτη του θελήματός του και την ενασχόληση με αυτό για να μη παραλείπεται, ως καθήκον, η ακριβής τήρηση και εφαρμογή του.


«Ἐν τῷ νόμῳ αὐτοῦ μελετήσει ἡμέρας καί νυκτός» (Ψαλμ α’ 2). Μια από τις σπουδαιότερες φροντίδες αυτού που θέλει να απαλλαγεί από τη λύσσα του «ὠρυομένου ὡς λέοντος» εναντίον μας, κατά τον Παύλο, είναι το να «μή ἀγνοώμεν τά νοήματα αὐτοῦ» (πρβλ Β’ Πετρ. α’ 21).


Επειδή οι φίλοι και δούλοι του Θεού «οὐκ ἰδίῳ θελήματι ἀλλά Πνεύματι Ἁγίῳ φερόμενοι ἐλάλησαν καί ἔγραψαν» (πρβλ Β’ Πετρ. α’ 21), είναι πλέον καθήκον η μελέτη και έρευνα των λόγων και των συγγραφών τους προς πλήρη διαφώτιση και μάθηση του αόρατου πολέμου που ασίγαστα διεξάγουμε.


Έβδομη πράξη θεωρούν οι Πατέρες την επερώτηση των εμπείρων για κάθε λόγο και πράξη.


Με αυτόν τον τρόπο επισφραγίζεται το ταπεινό φρόνημα. Απουσιάζει ή αυταρέσκεια και η απειρία. «Τοῖς ταπεινοῖς» δίνει ο Κύριος το φωτισμό και τη Χάρη του. Το τέλος όλης αυτής της προσπάθειας και ετοιμασίας είναι η υπομονή, ώστε «μήτε θαρρεῖν, μήτε ἀπογιγνώσκειν» απ’ όσα συνήθως συμβαίνουν είτε χαροποιά είτε επίπονα. – Η μετάνοια


Γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός

 

Πηγή:https://www.agiotopia.gr/

Τετάρτη 1 Ιουνίου 2022

Απόδοση του Πάσχα

 Απόδοση του Πάσχα

31 Μαΐου 2022

Η Ανάσταση συνεχίζεται! Αυτό δείχνει και η γιορτή της Αποδόσεως του Πάσχα. Τα ίδια γράμματα της νύχτας της Αναστάσεως, ακούγονται και κατά την Απόδοση του Πάσχα. Τελείται μια μέρα πριν απ’ τη γιορτή της Αναλήψεως.


Κάθε μεγάλη γιορτή στην Ορθόδοξη λατρεία έχει την «απόδοσή» της. Κάθε γιορτή είναι ζωντανό γεγονός, που επαναλαμβάνεται στη ζωή της Εκκλησίας, στη ζωή του πιστού.


Αλλά και για άλλο λόγο γίνεται ο επανεορτασμός μιας εορτής, δηλαδή η απόδοσή της. Για ν’ απολαύσουμε ακόμα μια φορά την ομορφιά της γιορτής.


Όταν ένα θέαμα είναι ωραίο, ποθούμε να το ξαναδούμε. Όταν ένα φαγητό είναι νόστιμο, θέλουμε να το ξαναγευτούμε. Ο εορτασμός κάποιου γεγονότος της ζωής του Χριστού ή της Θεοτόκου, προξενεί γλυκύτητα στη ψυχή, που θέλει να το ξαναγιορτάσει.


Τη γλυκύτητα περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο γεγονός, την αισθανόμαστε για τη γιορτή του Πάσχα. Γιορτή ευφροσύνης. «Πανήγυρις έστι πανη­γύρεων». Ποτέ άλλοτε δεν σκιρτά η ψυχή τόσο πολύ, όσο τη νύχτα της Αναστάσεως. Χαιρόμαστε για το θρίαμβο του Αναστάντος Κυρίου.




Θρίαμβος της ζωής κατά του θανάτου. Του Χριστού κατά του Άδη. Της χαράς κατά της λύπης. Της αλήθειας κατά του ψεύδους. Αυτή η ευφροσύνη για την Ανάσταση του Χριστού είναι καθολική και αιώνια. Ουρανός και γη συγχορεύουν. Όχι μια φορά. Πάντοτε, αιώνια. «Ουρανοί μεν επαξίως ευφραινέσθωσαν, γη δε αγαλλιάσθω· εορταζέτω δε κόσμος, ορατός τε άπας και αόρατος. Χριστός γαρ εγήγερται, ευφροσύνη αιώ­νιος» (κανόνας Πάσχα).


Η Ανάσταση συνεχίζεται. Κάθε φορά, που τελούμε τη θεία Λειτουργία. Η θεία Λειτουργία ξαναζωντανεύει μπροστά μας όλα τα στάδια της ζωής του Χριστού. «Οδεύωμεν διά πασών των ηλικιών του Χριστού», όπως λέει ο άγιος Γρηγόριος ό Θεολόγος.


Ο Χριστός γεννάται, στην «πρόθεση», που τελείται στην αριστερή κόγχη του ιερού που μοιάζει με φάτνη. Ο Χριστός βγαίνει στο κόσμο για να κηρύξει το Ευαγγέλιό Του, κατά τη μικρή είσοδο, που ο ιερέας βγαίνει με υψωμένο το Ευαγγέλιο. Ο Χριστός ανεβαίνει στα Ιεροσόλυμα για να θυσιαστεί, κατά τη μεγάλη είσοδο. Ο Χριστός υψώνεται πάνω στο Σταυρό και θυσιάζεται, κατά την προσφορά και τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων, που γίνεται με την προσφώνηση: «Τα σα εκ των σων…». Ο Χριστός ανασταίνεται, κατά τη μετάληψη των αχράντων Μυστηρίων, που πλημμυρίζει τη καρδιά από αναστάσιμη χαρά. Γι’ αυτό και ο λειτουργός, όταν κοινωνεί, ευθύς αμέσως λέει το «Ανάστασιν Χριστού θεασάμενοι…».


Κάθε θεία Λειτουργία είναι μια ανάμνηση του Σταυρού και της Αναστάσεως. Είναι το σταυρώσιμο και αναστάσιμο Πάσχα. Ιδιαίτερα η Λειτουργία της Κυριακής έχει αναστάσιμο χαρακτήρα. Είναι η Λειτουργία της «μιας των σαββάτων». Την Κυριακή είναι όλα αναστάσιμα. Τα απολυτίκια των οκτώ ήχων, όλα αναστάσιμα. Αλλά και τα τροπάρια του όρθρου της Κυριακής. Κατεξοχήν αναστάσιμη είναι η περίοδος του Πάσχα, του Πεντηκοσταρίου, που αρχίζει τη νύχτα της Αναστάσεως και τελειώνει τη Κυριακή των Αγίων Πάντων.




Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται κάθε φορά, που οι πιστοί έχουν Πάσχα. Οι κοσμικοί συνάνθρωποί μας μια φορά το χρόνο έχουν Πάσχα. Και ούτε αυτό αντιλαμβάνονται. Δεν το απολαμβάνουν. Νομίζουν, πως Πάσχα είναι το σουβλιστό αρνί, τα κόκκινα αυγά, το γλέντι και το ξεφάντωμα! Οι πιστοί γιορτάζουν το αληθινό Πάσχα, μάλιστα πολλές φορές στη ζωή τους. Όταν με πίστη ζουν το μυστήριο του Χρίστου, το μυστήριο του Σταύρου και της Αναστάσεως. Ζουν το νέο Πάσχα. Όταν κατορθώνουν και κάνουν μεγάλα περάσματα. Πάσχα σημαίνει διάβαση, πέρασμα. Ο Χριστός σταυρώθηκε και αναστήθηκε, για να μας περάσει απ’ την ενοχή της αμαρτίας στη δικαίωση. Απ’ τα έργα του σκότους στην αγιότητα. Απ’ τη φθορά στην αφθαρσία.


Κάθε φορά, που ξεπερνάμε τα γήινα, που υπερπηδάμε τα προβλήματα, που υπερνικάμε τις θλίψεις, που περνάμε το ορμητικό ποτάμι της ζωής ή τη φουρτούνα της θάλασσας των πειρασμών, κάνουμε θαυμαστή διάβαση. Πάσχα γιορτάζουμε! Όταν αξιωνόμαστε να κοινωνούμε το Σώμα και το Αίμα του Ιησού Χριστού. Με τη Θεία Κοινωνία κάνουμε όχι απλώς διάβαση, αλλά υπέρβαση. Ξεπερνάμε τα μέτρα μας. Αποκτάμε θεϊκές διαστάσεις. Αποσπόμαστε απ’ τη γη. Ξεκολλάμε απ’ τη λάσπη. Ανερχόμαστε προς τον ουρανό. Γινόμαστε κοινωνοί του Χριστού. Κοινωνοί των παθημάτων Του και της Αναστάσεώς Του. Γινόμαστε κοινωνοί θείας φύσεως (Β’ Πέτρ. α’ 4). Γινόμαστε χριστοφόροι, θεοφόροι.


Η Ανάσταση συνεχίζεται! Επαναλαμβάνεται στη ζωή των αγίων. Οι άγιοι είναι αμαρτωλοί, που αναστήθηκαν. Σ’ ένα τροπάριο παρακαλούμε· «Ανάστησον ημάς πεσόντας τη αμαρτία». Η αμαρτία είναι θάνατος. Η μετάνοια είναι ανάσταση. Νύχτα σκοτεινή η αμαρτία, μέρα λαμπρή η ζωή της μετανοίας. Κάθε χριστιανός, που μετανοεί, είναι ένας αναστημένος. Κάθε άγιος αποτελεί ζωντανή απόδειξη της δυνάμεως της Αναστάσεως. Η φωτεινή ζωή του αποτελεί ανταύγεια του αναστάσιμου φωτός.




Ο ιερός Χρυσόστομος στην ομιλία του « Εις το Άγιον Πάσχα», αναφερόμενος στους νεοφώτιστους χριστιανούς, για κείνους, δηλαδή, που βαπτίζονταν ομαδικά κατά τη νύχτα του Μεγ. Σαββάτου, λέει: Θέλω ν’ απευθύνω το λόγο σ’ αυτούς, που τη φωτόλουστη αυτή μέρα αξιώθηκαν το θείο βάπτισμα. Οι νεοφώτιστοι είναι τα καλά δενδρύλλια της Εκκλησίας, τα λουλούδια τα πνευματικά, οι νέοι στρατιώτες του Χριστού. Πριν από χτες ο Κύριος μας βρισκόταν στο Σταυρό. Έτσι κι αυτοί, πριν από χτες βρίσκονταν στην κυριαρχία της αμαρτίας. Αλλά τώρα συναναστήθηκαν μαζί με το Χριστό. Ο Χριστός σωματικά πέθανε κι αναστήθηκε. Αυτοί ήσαν πεθαμένοι στο λάκκο της αμαρτίας. Κι απ’ την αμαρτία αναστήθηκαν. Η γη τώρα την άνοιξη τριαντάφυλλα και γιασεμιά κι άλλα λουλούδια μας χαρίζει. Το βαπτιστήριο με τ’ αγιασμένα νερά μας χάρισε σήμερα ανθόκηπο πιο όμορφο απ’ της γης.


Η αλλαγή του ανθρώπου αποτελεί την τρανότερη απόδειξη της Αναστάσεως. Απ’ τον τάφο της αμαρτίας ανασταίνεται ο άνθρωπος με τη δύναμη της μετανοίας.


Ποιό είναι δυσκολότερο; Το ν’ αναστηθεί ένας αμαρτωλός απ’ το μνήμα της ακολασίας ή το να αναστηθεί το σώμα του ανθρώπου απ’ τον τάφο της φθοράς; Φαίνεται το δεύτερο δυσκολότερο. Κι όμως, το πρώτο είναι. Για την ανάσταση των σωμάτων καμιά αντίσταση δεν προβάλλεται. Για την αλλαγή της ψυχής υπάρχει η αντίστασης της θελήσεως, του παλαιού άνθρωπου.


Πολύ δύσκολη η πνευματική ανάσταση. Το να γίνει: Ο θυμώδης, πράος. Ο χαρτοπαίκτης και φιλάργυρος, ελεήμων. Ο μέθυσος, εγκρατής. Ο σαρκολάτρης, σώφρων. Ο εγκληματίας, ήσυχος. Ο άγριος, άγιος. Αυτό το τόσο δύσκολο είναι γεγονός. Το βλέπουμε στο χώρο της χάριτος, στη ζωή της Εκκλησίας.


Η Εκκλησία έχει τη δύναμη της μεταμορφώσεως, της αλλαγής του ανθρώπου. Είναι η Εκκλησία της Αναστάσεως. Ο Χριστός, η κεφαλή της Εκκλησίας, είναι όχι μόνο ο αναστάς εκ νεκρών, αλλά και ο εγείρων τους νεκρούς. Είναι νεκρεγέρτης ο Ιησούς Χριστός. Αφού, λοιπόν, γίνεται το δύσκολο, η ανάσταση τόσων αμαρτωλών, δεν μπορεί να γίνει το εύκολο, η ανάσταση των σωμάτων κατά την κοινή ανάσταση;


(Αρχιμ.Δανιήλ Γ. Αεράκη, «Πάσχα Κυρίου»)

https://www.pemptousia.gr/2022/05/apodosi-tou-pascha/

Παρασκευή 16 Απριλίου 2021

Οι Μάρτυρες στά χρόνια της Τουρκοκρατίας ( Ν ε ο μ ά ρ τ υ ρ ε ς )

 ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

 (ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΕΣ)




Της Λαμπρινής Ιω. Μαστρογιάννη, Θεολόγος - Εκπαιδευτικός, Μεταπτυχιακά: 
Θρησκειολογία με ειδίκευση στη Φιλοσοφία και Επικοινωνιακή Θεολογία.

Νεομάρτυρες ονομάστηκαν όσοι υπέστησαν μαρτυρικό θάνατο για την ορθόδοξη χριστιανική πίστη του και την άρνησή τους να μεταστραφούν στον Ισλαμισμό κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, που νοείται με την ευρύτερη έννοια (περίοδοι δουλείας στους Τούρκους ακόμα και πριν την Άλωση (1453) και μετά την απελευθέρωση μέρους της Ελλάδας (1821-1830) έως τον 20 αιώνα), τόσο στον Τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό όσο και τους άλλους Ορθόδοξους λαούς της Μωαμεθανικής Αυτοκρατορίας ή του νεώτερου Τουρκικού Κράτους.




Σε πολλές περιπτώσεις οι υποψήφιοι μάρτυρες της ομολογίας της Ορθόδοξης πίστεως μπροστά στους αρμόδιους άρχοντες του Ισλάμ και της τουρκικής εξουσίας, προηγουμένως ασκούνταν επί μήνες ή και πολλά έτη (με προσευχή, νηστεία και υπακοή) κοντά σε πνευματικούς, κυρίως του Αγίου Όρους, τους λεγόμενους «αλείπτες». 

Αυτοί, όπως οι αρχαίοι αλείπτες (από το αλείφω με λάδι) των γυμναζομένων, ασκούσαν πνευματικά όσους Χριστιανούς μετανοούσαν για την προηγούμενη προδοσία της πίστεώς τους (και κατόπιν απέρριπταν τον Μουσουλμανισμό) για να αντέξουν στα μαρτύρια, που επέβαλε το Ισλάμ.

Τα «μαρτύρια» που γίνονταν πριν από το μαρτυρικό θάνατο ήταν φρικτά, συνήθως με διακοπές επαναλαμβανόμενα βασανιστήρια και υποσχέσεις εύνοιας εκ μέρους των Τούρκων για να μεταστραφούν οι Χριστιανοί στον Ισλαμισμό. 

Ο θάνατος στους Νεομάρτυρες (αθλητές και ομολογητές, όπως υπογραμμίζει ο Πατριάρχης Νεκτάριος Ιεροσολύμων 1602-1676) της πίστεως γινόταν με απαγχονισμό, αποκεφαλισμό, πυρά, σουβλισμό, λιθοβολισμό ή και πυροβολισμό και συχνά, η σορός των νεκρών ριχνόταν στη θάλασσα. 

Νεομάρτυρες της Ορθόδοξης πίστης κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας στην Κύπρο, είναι και οι 13 Κύπριοι μοναχοί της Μονής Καντάρας, που το 1231 καταδικάστηκαν σε θάνατο και κάηκαν ζωντανοί ως «αιρετικοί» με απόφαση του Πάπα και των κατακτητών, διότι δεν υπέκυψαν στον Καθολικισμό, δεν αρνήθηκαν την Ορθοδοξία. («Μαρτύριον Κυπρίων»)

Το πνεύμα της παρρησίας, των αγώνων, της ομολογίας και της θυσίας των Νεομαρτύρων, καθώς και η απήχηση που είχε το παράδειγμά τους στους πιστούς και τον υπόδουλο λαό, μπορούν να κατανοηθούν μελετώντας τόσο τα μαρτυριολόγιά τους (βίους) όσο και τις ακολουθίες, που συνέταξαν υμνογράφοι της Εκκλησίας.

Η Φιλοθέη είναι μία μόνο από τις έξι γυναίκες που μαρτύρησαν κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι άνδρες νεομάρτυρες ανέρχονται στους 170.

http://aktines.blogspot.com/2021/04/blog-post_82.html

Δευτέρα 5 Απριλίου 2021

Στην Κύπρο «αναπνέεις» Ελλάδα!

 1η Απριλίου έναρξη αγώνα της ΕΟΚΑ)

   Άρθρο του Πέτρου Γ. Γώγου

   Το έχει η μοίρα του Λαού μας  κάθε μήνας, κάθε ημέρα του έτους, να είναι ημέρα μνήμης Ηρώων, Μαρτύρων, Αγώνων, ημέρα Αγίων. Αναρίθμητα τα κομποσκοίνια που έχει φτιάξει ο λαός μας, με δάκρυα, προσευχές, δεήσεις προς τον Θεό για λευτεριά και όνειρα. Κάθε κόμπος πλεγμένος με πόνο για το αίμα που χύθηκε και συνεχίζει να ρέει για τα ιδανικά της φυλής μας. Ένα τέτοιο κομποσκοίνι αφορά και την πολύπαθη Κύπρο. Αυτό, δεν έχει τελειώσει ακόμα.

    Οι διώξεις που έχει υποστεί ο Ελληνισμός της μαρτυρικής Κύπρου, ήταν σκληρές και απάνθρωπες.  Επιλεκτικές οι σφαγές από τους Τούρκους πρίν, κατά την διάρκεια και μετά την επανάσταση του 1821, με πρωτομάρτυρα τον Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό, μητροπολίτες, πρόκριτους, ακολούθησαν την μοίρα του Πατριάρχη Γρηγορίου και των υπολοίπων μαρτύρων του Γένους. Έπειτα, ήρθαν οι Άγγλοι, άλλοι δυνάστες «από την δύση» χειρότεροι… Είναι τέτοια η γεωστρατηγική θέση που κατέχει η Κύπρος, που την έχει φέρει σε αυτήν την κατάσταση, όπως επίσης και ο αδελφοκτόνος «διχασμός», που πάντοτε υπάρχει και τρώει το Γένος μας. Έτσι ήρθε και η διπλή εισβολή του 1974, υποκινούμενη και με την ανοχή των μεγάλων δυνάμεων. Δεν χάρηκαν τα αδέλφια μας την ελευθερία, ακόμα ονειρεύονται την απελευθέρωση των εδαφών, πόλεων και σπιτιών τους, που όπως έχει αποδειχθεί μοσχοπουλιούνται σε μερικούς υπήκοους του βασιλείου του προηγούμενου κατακτητή…   «Ρωτήσανε την Λευτεριά Ποιάς κόρης είναι Μάνα Κι αποκρίθηκε, γεννήθηκα από το ελληνικό το αίμα Στον αγώνα για Ελευθερία Μέσα είναι και η θυσία Ο θάνατος είναι το πέρασμα προς την αθανασία!»

Αντίσταση

   Πρώτη Απριλίου του 1955. Η απαρχή ενός νέου κεφαλαίου αντίστασης, συμπληρώνει το βιβλίο της ιστορίας με θυσίες ελληνόπαιδων που είχαν άσβεστη την φλόγα της λευτεριάς όπως ο Ευαγόρας Παλληκαρίδης «Γνωρίζω ότι θα με κρεμάσετε. Ό,τι έκαμα το έκαμα ως Έλλην Κύπριος όστις ζητεί την Ελευθερίαν του. Εύχομαι να είμαι ο τελευταίος Κύπριος που θ’ αντικρίσει την αγχόνη. Ζήτω η Ένωση της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα. Τίποτα άλλο» (έτσι και έγινε), ηρώων όπως ο Κυριάκος Μάτσης “Ου περί χρημάτων των αγώνα ποιούμεθα…αλλά περί αρετής (η απάντησή του για να προδώσει έναντι χρημάτων), ελληνόψυχων όπως ο Υπαρχηγός της ΕΟΚΑ, Γρηγόρης Αυξεντίου που με τον μαρτυρικό του θάνατο έδειξε (on camera) «πως πεθαίνουν οι Έλληνες».(Αυγουστής Ευσταθίου).

 https://www.youtube.com/watch?v=Xrv_72yWgXU

   Πώς να μην υποκλιθείς σε τέτοιες πράξεις αντρειοσύνης και ψυχής;  Νιώθεις μικρός μπροστά σε όλους αυτούς τους γίγαντες της ρωμιοσύνης, είναι  τόσοι πολλοί και όλοι τους είχαν στο μυαλό τους την Ένωση με την Μητέρα Ελλάδα.

   Είχα την ευλογία να επισκεφτώ την Κύπρο, να γνωρίσω «ταπεινούς» γίγαντες, σύγχρονους ήρωες και ηρωίδες της ΕΟΚΑ, όπως  τον ζωντανό «θρύλο» Αυγουστή Ευσταθίου (Ματρόζο), τον άνθρωπο που είδε τελευταία φορά ζωντανό-κατακαμένο (όπως μου περιέγραψε) τον αρχηγό τον «Μάστρο» Γρ. Αυξεντίου. Βουρκώνουν τα μάτια στις θύμισες…  όταν αναπολώ την  αρχόντισσα κυρία Έλλη, την «φύλακα» εν ζωή της κρυψώνας στο σπίτι της, μα και ύστερα, του τάφου του «Διγενή» στρατηγού Γ. Γρίβα και του ιστορικού πλοιαρίου «Σειρήν». Μύρισα τον αέρα στα κελιά των φυλακών των αγωνιστών της Κύπρου, γεύτηκα και φίλησα το χώμα στα «Φυλακισμένα Μνήματα», χώμα «ιερό». Έσπασα αντικρίζοντας τα ικριώματα, τις κρεμάλες, τα σχοινιά, τα δεσμά, ραγίζει η καρδιά σπάει… σαν αντικρίζεις την αδελφή του Ευαγόρα, βλέπεις φωτογραφίες, ακούς φωνές…

  Έπειτα, στο μουσείο του Αγώνα της ΕΟΚΑ, ή στο Παγκύπριο Γυμνάσιο – το φυτώριο αγωνιστών- στην Λευκωσία, ή στην Δερύνεια, αντικρίζοντας την Αμμόχωστο, το έρημο «Βαρώσι», μπροστά σου ένας νέος τόπος μαρτυρίου για δυό παλικάρια τον Ισαάκ και τον Σολωμό, και η μεγάλη έκπληξη η κυρία που μας μίλησε, με το όνομα Ελλάδα, όπως και η μικρή κόρη του αδελφικού φίλου μου (πλέον) Αντώνη Μανδρίτη πρώην πρόξενου της Κυπριακής Δημοκρατίας στην Θεσσαλονίκη. Τελικά όπου και αν πάς στην Κύπρο μυρίζεις-γεύεσαι Χριστό και Ελλάδα. Στο ¨Ομοδος, στο Σταυροβούνι στη μονή της Παναγιάς του Μαχαιρά και του Κύκκου όπου και αν πάς νιώθεις ευλογία, το ΄χει η «ρίζα» μας.

   Μυρίζεις Ελλάδα ! Να πώ για τον φίλο μου τον Γιώργη Χατζηγιάγκου, που  έχει ψηλά την ελληνική σημαία, όπως και αυτήν με το αστέρι της Μακεδονίας, για τον πατέρα Ανδρέα Β. που δεν θυμάμαι πόσες εκκλησίες έχει χτίσει, για τους ακούραστους Σωτήρη (μικρό τσιλιαδόρο όπως όλα τα παιδιά) και την σύζυγό του Ελένη Χατζημιχαήλ, με το τεράστιο ιεραποστολικό έργο, νυν δήμαρχο Ακανθούς του χωριού (ένα από τα πολλά) που έκρυβε σε «κοινή θέα» τους Αυξεντίου και Μάτση, που σήμερα είναι κατεχόμενη, με «σκλαβωμένη» την εκκλησιά του Χρυσοσώτηρα (της Μεταμορφώσεως). Να ακούς  τις ιστορίες αγώνων της ΕΟΚΑ, να ριγά η καρδιά σου από δέος και συγκίνηση τι να πρωτοπεριγράψω!

   Κάθε γωνιά της μαρτυρικής μεγαλονήσου, είναι ποτισμένη με αίμα ηρώων και δάκρυα  πόνου. Κάθε  οικογένεια έχει και μια ιστορία να σου πεί, όλες για αγώνες, όλες για θυσίες που έμειναν μισές λόγω της διχοτόμησης, της τουρκικής εισβολής και κατοχής επειδή η ελίτ της Ελλάδας πιεζόμενη από τον ξένο παράγοντα, αποφάσισε ότι «η Κύπρος κείται μακράν».

Ανεξαρτησία

   Επανέρχομαι. Οι αγώνες της ΕΟΚΑ οδήγησαν στην ανεξαρτησία της Κύπρου, είναι μια ακόμα νίκη ελλήνων κατά ενός κατακτητή. Θα το ξαναγράψω και ας παρεξηγηθώ. Μπορεί για κάποιους οι απελευθερωτικοί αγώνες να σταμάτησαν στον Έβρο και στα Γιάννενα.  Όμως όπως οι αγωνιστές του 1821 στο μυαλό τους θεωρούσαν ως πρωτεύουσα του νέου κράτους την Κωνσταντινούπολη, την δόξα του Βυζαντίου, έτσι και οι αγωνιστές της ΕΟΚΑ, εξεγέρθηκαν με σκοπό την Ανεξαρτησία και την ΕΝΩΣΗ με την Μάνα Ελλάδα (που δυστυχώς δεν επετεύχθη για τους γνωστούς λόγους). Είμαστε Αδέλφια! Ο  Εθνικός ύμνος είναι κοινός, ίδιος όπως και οι καρδιές μας μιας και έχουμε τα τέσσερα στοιχεία του Ηροδότου: «το όμαιμον, το ομόγλωσσον, το ομόδοξον και τα ήθεα ομότροπα». Μένω στα τελευταία λόγια του Γ. Αυξεντίου!

«Ναι Ματρόζο, εμείς σπείραμε τον σπόρο άλλοι θα θερίσουν»

Και αυτά της Αντωνούς Αυξεντίου Μάνας του Γρηγόρη :

«Χαλάλιν της Πατρίδος μου

ο γιος μου, η ζωή μου,
τζι αφού εν επαραδόθηκεν
τζι έμεινεν τζι εσκοτώθηκεν
ας έσιει την ευτζήν μου

 https://www.antibaro.gr/article/30089

https://www.youtube.com/watch?v=yYNed6vwDks

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου: Γιά τή Θεομήτορα

 Ὅταν ἡ ψυχή κατέχεται ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τότε, ὤ, πῶς εἶναι ὅλα εὐχάριστα, ἀγαπημένα καί χαρούμενα. Αὐτή ἡ ἀγάπη ὅμως συνεπάγεται θλίψη· κι ὅσο βαθύτερη εἶναι ἡ ἀγάπη, τόσο μεγαλύτερη εἶναι κι ἡ θλίψη.

Ἡ Θεοτόκος δέν ἁμάρτησε ποτέ, οὔτε κἄν μέ τό λογισμό, καί δέν ἔχασε ποτέ τή Χάρη, ἀλλά κι Αὐτή εἶχε μεγάλες θλίψεις. Ὅταν στεκόταν δίπλα στό Σταυρό, τότε ἦταν ἡ θλίψη Της ἀπέραντη σάν τόν ὠκεανό κι οἱ πόνοι τῆς ψυχῆς Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτεροι ἀπό τόν πόνο τοῦ Ἀδάμ μετά τήν ἔξωση ἀπό τόν Παράδεισο, γιατί κι ἡ ἀγάπη Της ἦταν ἀσύγκριτα μεγαλύτερη ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Ἀδάμ στόν Παράδεισο. Κι ἄν ἐπέζησε, ἐπέζησε μόνο μέ τή Θεία δύναμη, μέ τήν ἐνίσχυση τοῦ Κυρίου, γιατί ἦταν θέλημά Του νά δῆ τήν Ἀνάσταση κι ὕστερα, μετά τήν Ἀνάληψή Του, νά παραμείνη παρηγοριά καί χαρά τῶν Ἀποστόλων καί τοῦ νέου χριστιανικοῦ λαοῦ.

Ἐμεῖς δέν φτάνουμε στήν πληρότητα τῆς ἀγάπης τῆς Θεοτόκου, καί γι᾽ αὐτό δέν μποροῦμε νά ἐννοήσωμε πλήρως τό βάθος τῆς θλίψεώς Της. Ἡ ἀγάπη Της ἦταν τέλεια. Ἀγαποῦσε ἄπειρα τό Θεό καί Υἱό Της, ἀλλ᾽ ἀγαποῦσε καί τό λαό μέ μεγάλη ἀγάπη. Καί τί αἰσθανόταν τάχα, ὅταν ἐκεῖνοι, πού τόσο πολύ ἀγαποῦσε ἡ Ἴδια καί πού τόσο πολύ ποθοῦσε τή σωτηρία τους, σταύρωναν τόν ἀγαπημένο Υἱό Της;

Αὐτό δέν μποροῦμε νά τό συλλάβωμε, γιατί ἡ ἀγάπη μας γιά τό Θεό καί τούς ἀνθρώπους εἶναι λίγη. Κι ὅμως ἡ ἀγάπη τῆς Παναγίας ὑπῆρξε ἀπέραντη καί ἀκατάληπτη, ἔτσι ἀπέραντος ἦταν κι ὁ πόνος Της πού παραμένει ἀκατάληπτος γιά μᾶς.

Ἄσπιλε Παρθένε Θεοτόκε, πές σ᾽ ἐμᾶς τά παιδιά Σου, πῶς ἀγαποῦσες τόν Υἱό Σου καί Θεό, ὅταν ζοῦσες στή γῆ; Πῶς χαιρόταν τό πνεῦμα Σου γιά τό Θεό καί Σωτῆρα Σου; Πῶς ἀντίκρυζες τήν ὀμορφιά τοῦ προσώπου Του; Πῶς σκεφτόσουν ὅτι Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος, πού Τόν διακονοῦν μέ φόβο καί ἀγάπη ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν οὐρανῶν;

Πές μας, τί ἔνοιωθε ἡ ψυχή Σου, ὅταν κρατοῦσες στά χέρια Σου τό Θαυμαστό Νήπιο; Πῶς τό ἀνέτρεφες; Πῶς πονοῦσε ἡ ψυχή Σου, ὅταν μαζί μέ τόν Ἰωσήφ Τόν ἀναζητοῦσες τρεῖς μέρες στήν Ἱερουσαλήμ; Ποιάν ἀγωνία ἔζησες, ὅταν ὁ Κύριος παραδόθηκε στήν σταύρωση καί πέθανε στό Σταυρό;

Πές μας, ποιά χαρά αἰσθάνθηκες γιά τήν Ἀνάσταση ἤ πῶς σπαρταροῦσε ἡ ψυχή Σου ἀπό τόν πόθο τοῦ Κυρίου μετά τήν Ἀνάληψη;

Οἱ ψυχές μας λαχταροῦν νά γνωρίσουν τή ζωή Σου μέ τόν Κύριο στή γῆ· ἀλλά Σύ δέν εὐδόκησες νά τά παραδώσης ὅλ᾽ αὐτά στή Γραφή, ἀλλά σκέπασες τό μυστήριό Σου μέ σιγή.

Πολλά θαύματα καί ἐλέη εἶδα ἀπό τόν Κύριο καί τή Θεοτόκο, ἀλλά μοῦ εἶναι τελείως ἀδύνατο ν᾽ ἀνταποδώσω κάπως αὐτή τήν ἀγάπη.

Τί ν᾽ ἀναταποδώσω ἐγώ στήν Ὑπεραγία Θεοτόκο, πού δέν μέ περιφρόνησε ἐνῶ ἤμουν βυθισμένος στήν ἁμαρτία, ἀλλά μ᾽ ἐπισκέφθηκε σπλαγχνικά καί μέ συνέτισε; Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά Τήν ἀναγνωρίσω ἀπό τά γεμάτα χάρη λόγια Tης καί τό πνεῦμα μου χαίρεται κι ἡ ψυχή μου παρασύρεται τόσο ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν, ὥστε καί μόνη ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Tης γλυκαίνη τήν καρδιά μου.

Ὅταν ἤμουν νεαρός ὑποτακτικός, προσευχόμουν μιά φορά μπροστά στήν εἰκόνα τῆς Θεομήτορος καί μπῆκε τότε στήν καρδιά μου ἡ προσευχή τοῦ Ἰησοῦ κι ἄρχισε ἀπό μόνη της νά προφέρεται ἐκεῖ.

Μιά ἄλλη φορά ἄκουγα στήν ἐκκλησία τήν ἀνάγνωση τῶν προφητειῶν τοῦ Ἡσαΐα, καί στίς λέξεις «Λούσασθε καί καθαροί γίνεσθε» (Ἡσ. α ́ 16) σκέφτηκα: «Μήπως ἡ Παναγία ἁμάρτησε ποτέ, ἔστω καί μέ τό λογισμό;». Καί, ὤ τοῦ θαύματος! Μέσα στήν καρδιά μου μιά φωνή ἑνωμένη μέ τήν προσευχή πρόφερε ρητῶς: «Ἡ Θεοτόκος ποτέ δέν ἁμάρτησε, οὔτε κἄν μέ τήν σκέψη». Ἔτσι τό Ἅγιο Πνεῦμα μαρτυροῦσε στήν καρδιά μου γιά τήν ἁγνότητά Της.

Ἐν τούτοις κατά τόν ἐπίγειο βίο Tης δέν εἶχε ἀκόμα τήν πληρότητα τῆς γνώσεως καί ὑπέπεσε σ᾽ ὁρισμένα ἀναμάρτητα λάθη ἀτέλειας. Αὐτό φαίνεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο· ὅταν ἐπέστρεφε ἀπό τήν Ἱερουσαλήμ, δέν ἤξερε πού εἶναι ὁ Υἱός Της καί Τόν ἀναζητοῦσε τρεῖς μέρες μέ τόν Ἰωσήφ (Λουκ. β ́ 44-46).

Ἡ ψυχή μου γεμίζει ἀπό φόβο καί τρόμο, ὅταν ἀναλογίζωμαι τή δόξα τῆς Θεομήτορος.

Εἶναι ἐνδεής ὁ νοῦς μου καί φτωχή κι ἀδύναμη ἡ καρδιά μου, ἀλλά ἡ ψυχή μου χαίρεται καί παρασύρομαι στό νά γράψω ἔστω καί λίγα λόγια γι᾽ Αὐτήν.

Ἡ ψυχή μου φοβᾶται νά τό ἀποτολμήση, ἀλλά ἡ ἀγάπη μέ πιέζει νά μήν κρύψω τίς εὐεργεσίες τῆς εὐσπλαγχνίας Tης.

Ἡ Θεοτόκος δέν παρέδωσε στή Γραφή οὔτε τίς σκέψεις Tης οὔτε τήν ἀγάπη Tης γιά τόν Υἱό καί Θεό Tης οὔτε τίς θλίψεις τῆς ψυχῆς Tης, κατά τήν ὥρα τῆς σταυρώσεως, γιατί οὔτε καί τότε θά μπορούσαμε νά τά συλλάβωμε. Ἡ ἀγάπη Tης γιά τό Θεό ἦταν ἰσχυρότερη καί φλογερότερη ἀπό τήν ἀγάπη τῶν Χερουβείμ καί τῶν Σεραφείμ κι ὅλες οἱ Δυνάμεις τῶν Ἀγγέλων καί Ἀρχαγγέλων ἐκπλήσσονται μ᾽ Αὐτήν.

Παρ᾽ ὅλο ὅμως πού ἡ ζωή τῆς Θεοτόκου σκεπαζόταν, θά λέγαμε, ἀπό τήν ἅγια σιγή, ὁ Κύριος ὅμως φανέρωσε στήν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας πώς ἡ Παναγία μας ἀγκαλιάζει μέ τήν ἀγάπη Tης ὅλο τόν κόσμο καί βλέπει μέ τό Ἅγιο Πνεῦμα ὅλους τούς λαούς τῆς γῆς καί, ὅπως καί ὁ Υἱός Tης, ἔτσι κι Ἐκείνη σπλαγχνίζεται καί ἐλεεῖ τούς πάντες.

Ὤ, καί νά γνωρίζαμε πόσο ἀγαπᾶ ἡ Παναγία ὅλους, ὅσους τηροῦν τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ, καί πόσο λυπᾶται καί στενοχωριέται γιά κείνους πού δέν μετανοοῦν! Αὐτό τό δοκίμασα μέ τήν πείρα μου.

Δέν ψεύδωμαι, λέω τήν ἀλήθεια ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πώς γνωρίζω πνευματικά τήν Ἄχραντη Παρθένο. Δέν Τήν εἶδα, ἀλλά τό Ἅγιο Πνεῦμα μοῦ ἔδωσε νά γνωρίσω Αὐτήν καί τήν ἀγάπη Tης γιά μᾶς. Χωρίς τήν εὐσπλαγχνία Tης ἡ ψυχή θά εἶχε χαθῆ ἀπό πολύν καιρό. Ἐκείνη ὅμως εὐδόκησε νά μ᾽ ἐπισκεφθῆ καί νά μέ νουθετήση, γιά νά μήν ἁμαρτάνω. Μοῦ εἶπε: «Δέν μ᾽ ἀρέσει νά βλέπω τά ἔργα σου». Τά λόγια Της ἦταν εὐχάριστα, ἤρεμα, μέ πραότητα καί συγκίνησαν τήν ψυχή. Πέρασαν πάνω ἀπό σαράντα χρόνια, μά ἡ ψυχή μου δέν μπορεῖ νά λησμονήση ἐκείνη τή γλυκειά φωνή καί δέν ξέρω πῶς νά εὐχαριστήσω τήν ἀγαθή καί σπλαγχνική Μητέρα τοῦ Θεοῦ.

Ἀληθινά, Αὐτή εἶναι ἡ βοήθειά μας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί μόνο τ᾽ ὄνομά Της χαροποιεῖ τήν ψυχή. Ἀλλά κι ὅλος ὁ οὐρανός κι ὅλη ἡ γῆ χαίρονται μέ τήν ἀγάπη Tης.

Ἀξιοθαύμαστο κι ἀκατανόητο πράγμα. Ζῆ στούς οὐρανούς καί βλέπει ἀδιάκοπα τήν δόξα τοῦ Θεοῦ, ἀλλά δέν λησμονεῖ κι ἐμᾶς τούς φτωχούς κι ἀγκαλιάζει μέ τήν εὐσπλαγχνία Της ὅλη τή γῆ κι ὅλους τούς λαούς.

Κι Αὐτή τήν Ἄχραντη Μητέρα Του ὁ Κύριος τήν ἔδωσε σ᾽ ἐμᾶς.

Αὐτή εἶναι ἡ χαρά καί ἡ ἐλπίδα μας.

Αὐτή εἶναι ἡ πνευματική μας Μητέρα καί βρίσκεται κοντά μας κατά τή φύση σάν ἄνθρωπος καί κάθε χριστιανική ψυχή ἑλκύεται ἀπό τήν ἀγάπη πρός Αὐτήν.

------------

Ἀπό το βιβλίο: Ἅγιος Σιλουανός ὁ Ἀθωνίτης, Ἔκδ.Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου ΕΣΣ

Πηγή: www.imaik.gr

 http://www.immorfou.org.cy/articles-form-the-net/805-evagelismos-silouanos.html

Τρίτη 4 Αυγούστου 2020

Μακάριος Α' αρχιεπίσκοπος

Μακάριος Α΄: Αρχιεπίσκοπος Κύπρου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και συγκεκριμένα από το 1854 μέχρι το 1865. Προκάτοχός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο ήταν ο Κύριλλος Α΄ (1849-1854) και διάδοχός του ο Σωφρόνιος Γ΄ (1865-1900), τελευταίος αρχιεπίσκοπος της περιόδου της Τουρκοκρατίας και πρώτος της περιόδου της Αγγλοκρατίας.

Ο Μακάριος Α΄ καταγόταν, όπως και ο Μακάριος Β΄, από την Μαραθάσα. Αναφέρεται δε ως Μακάριος Χριστοδουλίδης Μυριανθεύς. Γεννήθηκε στο χωριό Πρόδρομος και πέθανε στη Λευκωσία τον Αύγουστο του 1865 από χολέρα, αρνούμενος να εγκαταλείψει την πόλη της οποίας οι κάτοικοι αποδεκατίζονταν από την επιδημία που είχε ενσκήψει.

Το 1854 ο Μακάριος ήταν ιεροδιάκονος, όταν πέθανε ο αρχιεπίσκοπος Κύριλλος στις 23 Ιουλίου 1854, κι εξελέγη διάδοχός του στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, χαρακτηριζόμενος ως «ἀνήρ πεπαιδευμένος, σώφρων, συνετός, ἱεροπρεπής καί μέ τά εἰς τόν ἀρχιερατικόν χαρακτῆρα ἀπαιτούμενα προσόντα». Η χειροτονία του έγινε στον καθεδρικό ναό της Λευκωσίας στις 26 Αυγούστου 1854 από τους επισκόπους Πάφου Χαρίτωνα, Κιτίου Μελέτιο και Κυρηνείας Μελέτιο. Υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Κυπρίους ιεράρχες της περιόδου της Τουρκοκρατίας, κι ένας από εκείνους των οποίων έχουν διασωθεί τα βεράτια. Τα βεράτια ήσαν επίσημα οθωμανικά έγγραφα διά των οποίων αφ’ ενός αναγνωριζόταν από τις αρχές η εκλογή ιεραρχών και συνεπώς αυτοί μπορούσαν ν’ αναλάβουν τα καθήκοντά τους, αφ' ετέρου δε περιείχαν τις βασικές σχέσεις μεταξύ της Εκκλησίας και του Κράτους καθώς και τα προνόμια των κληρικών. Τα λίγα σχετικά βεράτια Κυπρίων ιεραρχών που σώθηκαν είναι του 19ου αιώνα. Ένα απ’ αυτά είναι εκείνο του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Α΄ που εξεδόθη στα τέλη Μουχαρέμ 1271 (=1855).

Από την αρχή της αρχιεπισκοπείας του Μακαρίου Α΄, αυτός ασχολήθηκε με το ζήτημα του επισκόπου Πάφου Χαρίτωνος που βρισκόταν σε διάσταση προς το ποίμνιό του και σε θέση κατηγορουμένου από τον λαό της Πάφου. Μεταξύ άλλων, κατηγορείτο για επίδειξη αδιαφορίας, για αποδιοργάνωση της επισκοπής Πάφου, για άσκοπες δαπάνες και κακή διαχείριση κλπ. (βλέπε κατηγορίες στο λήμμα Χαρίτων επίσκοπος [Πάφου]). Ο γηραιός Χαρίτων αντιδρούσε στις κατηγορίες μέσω δικών του ανθρώπων. Το ζήτημα όμως που απασχόλησε την Εκκλησία έληξε με το θάνατο του Χαρίτωνος το 1855 και την εκλογή ως διαδόχου του του Λαυρεντίου, ικανού ιεράρχη και συγχωριανού του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Α΄.

Ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Α΄, εκμεταλλευόμενος τις ευκαιρίες και τα προνόμια που παραχωρήθηκαν στους Κυπρίους διά του χαττ-ι χουμαγιούν (μεταρρυθμίσεις) που εκδόθηκε επί των ημερών του (το 1856) ως αποτέλεσμα της συνθήκης των Παρισίων (του 1854), κατόρθωσε να προσφέρει ικανές υπηρεσίες τόσο στην Κυπριακή Εκκλησία όσο και στον Ελληνισμό του νησιού γενικότερα.

Έτσι, επί ημερών του αρχιεπισκόπου Μακαρίου Α΄ κατέστη δυνατή η χρησιμοποίηση κωδώνων στις εκκλησίες (που ήταν απαγορευμένη έως τότε), με βεζυρική διαταγή ημερομηνίας 18 Σαφέρ 1275. Η πρώτη δε καμπάνα που ήχησε στην Κύπρο μετά την κατάκτησή της από τους Τούρκους το 1570-71, αναρτήθηκε στον καθεδρικό ναό του Αγίου Ιωάννη στη Λευκωσία το 1859. Επίσης, το 1856, με διάβημά του προς τις τουρκικές αρχές, ο αρχιεπίσκοπος κατόρθωσε να εξασφαλίσει όπως οι Κύπριοι ιερείς μη παρεμποδίζονται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, γιατί τότε ήσαν υποχρεωμένοι και αυτοί να συμμετέχουν στην καταδίωξη των ακρίδων, εγκαταλείποντας ακόμη και τις λειτουργίες και κλειδώνοντας τους ναούς.

Κατά το 1858 η Εκκλησία της Κύπρου προσκλήθηκε να αντιπροσωπευθεί σε μεγάλη γενική συνέλευση που είχε συγκληθεί στην Κωνσταντινούπολη προς εξέταση και ρύθμιση των εκκλησιαστικών και πνευματικών υποθέσεων των υπόδουλων Ελλήνων. Σύσκεψη στην Αρχιεπισκοπή αποφάσισε την εκπροσώπηση της Κύπρου από τον ίδιο τον αρχιεπίσκοπο και έναν λαϊκό, τον δάσκαλο Ονούφριο Παυλίδη. Τελικά όμως, άγνωστο για ποιους λόγους, η μετάβασή τους στην Κωνσταντινούπολη δεν πραγματοποιήθηκε.

Κατά το 1861 δημιουργήθηκε ένταση ύστερα από καταγγελία των πατέρων του μοναστηριού του Αγίου Παντελεήμονος (Μύρτου) ότι ο επίσκοπος Κερύνειας Μελέτιος επενέβαινε στη διοίκηση του μοναστηριού και σφετεριζόταν τα έσοδά του. Το ζήτημα διευθετήθηκε με επέμβαση του αρχιεπισκόπου. Σοβαρό θέμα με τον επίσκοπο Μελέτιο δημιουργήθηκε και το 1864, όταν αυτός βρέθηκε σε οξεία διαφωνία με τον λαό της εκκλησιαστικής περιφέρειάς του. Αφού ο αρχιεπίσκοπος δεν κατόρθωσε να επιτύχει τη συμφιλίωση, προτίμησε να ικανοποιήσει τον λαό καλώντας τον Μελέτιο να παραιτηθεί. Όταν ο τελευταίος αρνήθηκε, ο αρχιεπίσκοπος κάλεσε σύνοδο στην Αρχιεπισκοπή, η οποία και τον έπαυσε. Επίσης, σύνοδος του 1864 (13 Μαΐου) στη Λευκωσία, πήρε μέτρα προστασίας της εκκλησιαστικής περιουσίας, τα οποία βασικά απαγόρευαν σε οποιονδήποτε ιεράρχη να πωλεί κτηματική περιουσία ή αφιερώματα, ή να κάνει απαλλοτριώσεις ή να δανείζεται χρήματα επ’ ονόματι του θρόνου του, χωρίς συγκατάθεση της Ιεράς Συνόδου. Τα μέτρα αποσκοπούσαν στον τερματισμό των αυθαιρεσιών Κυπρίων ιεραρχών που πολλές φορές δημιουργούσαν σοβαρά προβλήματα, εκμεταλλευόμενοι τη θέση τους.

Κατά το 1862-63 ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Α΄ ανοικοδόμησε το κτίριο της Αρχιεπισκοπής στη Λευκωσία.

Σ’ ό,τι αφορούσε την ακρίδα, που μάστιζε τότε την Κύπρο, μεταξύ άλλων ο αρχιεπίσκοπος προέβη σε διαβήματα στην Κωνσταντινούπολη, όπου έστειλε και 2μελή αποστολή, χωρίς όμως ικανά αποτελέσματα.

Με τις μεταρρυθμίσεις του 1856 ιδρύθηκαν δυο συμβούλια (διοικητικό και δικαστικό) στη Λευκωσία, καθώς και επαρχιακά παρόμοια, με δικαίωμα συμμετοχής και των αρχιερέων. Ο αρχιεπίσκοπος και τρεις άλλοι Χριστιανοί μετείχαν στο γενικό διοικητικό συμβούλιο [ιταρέ μετζιλίς]. Ως απόρροια, επίσης, του χαττ-ι χουμαγιούν, ιδρύθηκαν και τα πρώτα δημαρχεία στις πόλεις. Επί Μακαρίου έγινε επίσης κατορθωτό να εξασφαλισθούν διάφορα σημαντικά δικαιώματα των Ελλήνων του νησιού, όπως: α) το δικαίωμα καταγραφής των περιουσιών των αποθανόντων Ελλήνων Κυπρίων υπό των θρησκευτικών ηγετών τους αντί των εκπροσώπων των οθωμανικών αρχών που ήσαν ευάλωτοι προς κάθε αυθαιρεσία, υπεξαίρεση και προσπάθεια για ατομικό πλουτισμό, β) να γίνονται δεκτές στα δικαστήρια οι μαρτυρίες των Χριστιανών. Επίσης, επί Μακαρίου Α΄ έγινε και σημαντική διοικητική μεταβολή: η Κύπρος αφαιρέθηκε από τη διοίκηση του νομού του Αρχιπελάγους και απετέλεσε ανεξάρτητο μουτεσαριφλίκι υπό την άμεση διοίκηση της Υψηλής Πύλης.

Κατά το 1860 ο Μακάριος Α΄ προέβη σε παραστάσεις προς τον μεγάλο βεζύρη Μεχμέτ πασά (που ήταν Κύπριος την καταγωγή), επιδιώκοντας την ελάττωση των φόρων (σχετική επιστολή του αρχιεπισκόπου, ημερομηνίας 8 Μαίου 1860, διά της οποίας γίνεται και έκκληση προς τον βεζύρη να φροντίσει για τους συμπατριώτες του Χριστιανούς της Κύπρου, σώζεται στο αρχείο της Αρχιεπισκοπής). Ως αποτέλεσμα των ενεργειών αυτών, ένας τουλάχιστον φόρος, ο επί των χοίρων, καταργήθηκε μετά το 1860.

Προς τον Μεχμέτ πασά Κιμπρισλί, τον μεγάλο βεζύρη, ο Μακάριος Α΄ είχε διαβιβάσει μέσω του πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, το 1859, και υπόμνημα των αναγκών και των προβλημάτων των Κυπρίων. Το υπόμνημα είχε ετοιμάσει για να δώσει προσωπικά στον σουλτάνο Αβδούλ* Μετζίτ που επρόκειτο τότε να επισκεφθεί την Κύπρο και που η επίσκεψή του τελικά δεν πραγματοποιήθηκε (βλέπε Κ. Δελικάνη, Ἔγγραφα Πατριαρχικά Ἐκκλησιῶν, Β΄, σ. 631).

Εκεί όμως που ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος Α΄ επιτέλεσε σημαντικότατο για την εποχή και υπό τις περιστάσεις έργο, ήταν στον τομέα της εκπαίδευσης. Πράγματι, από της εκλογής του και εξής, πρωταρχικό μέλημά του ήταν η πνευματική ανάπτυξη των Ελλήνων της Κύπρου. Ο ίδιος προσωπικά ίδρυσε, το 1859, το πρώτο παρθεναγωγείο, ενώ τον ίδιο χρόνο προχώρησε στην αναδιοργάνωση και ενίσχυση της Ελληνικής Σχολής Λευκωσίας.

Επιστράτευσε επίσης όλους τους ιεράρχες και τα μοναστήρια της Κύπρου για εργασία και εισφορές υπέρ της εκπαιδεύσεως και υπέρ της παροχής υποτροφιών. Υπέρ ενισχύσεως της παιδείας στην Κύπρο, ο αρχιεπίσκοπος απέστειλε και εκκλήσεις σε πολλά μέρη εκτός Κύπρου, ιδίως σε μέρη όπου υπηρετούσαν Κύπριοι την καταγωγή ιεράρχες. Αρκετοί ανταποκρίθηκαν κι έστειλαν χρηματική βοήθεια, όπως οι Κύπριοι Ιωαννίκιος (της μονής Βατοπεδίου στο Άγιον Όρος), Μελέτιος (επίσκοπος Πέτρας), Φιλήμων (επίσκοπος Γάζης) κ.α.

Μεταξύ εκείνων που ευεργετήθηκαν με υποτροφίες από τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο, και προσέφεραν αργότερα πολλές υπηρεσίες στον τόπο, ήσαν ο μετέπειτα αρχιεπίσκοπος Σωφρόνιος και ο μετέπειτα επίσκοπος Κιτίου Κυπριανός.

Την πρόοδο της εκπαίδευσης στην πρωτεύουσα παρακολουθούσε στενότατα και συνεχώς ο ίδιος ο αρχιεπίσκοπος, ενώ γενικότερα για την Κύπρο, όπως γράφει ο Φ. Γεωργίου (Εἰδήσεις Ἱστορικαί περί τῆς Ἐκκλησίας τῆς Κύπρου, Αθήνα, 1870, σ. 131), ὁ Μακάριος Α΄ διήγειρε τήν φιλοτιμίαν καί τόν πρός τήν παιδείαν ζῆλον πολλῶν εἰς τάς κώμας καί ἐν τοῖς χωρίοις, οἳτινες συνέστησαν αὐτόθι πολλά ἀλληλοδιδακτικά...

Πράγματι, η ίδρυση για πρώτη φορά σχολείων σε πολλά μέρη της Κύπρου, οφείλεται στον αρχιεπίσκοπο Μακάριο Α΄. Σώζονται μάλιστα επιστολές του προς τους κατοίκους χωριών (όπως την Αθηένου) με τις οποίες τους καλούσε να ιδρύσουν σχολεία.

Η ίδρυση και λειτουργία σχολείων (έστω και εντελώς ανεπαρκών) σε μια εποχή που χαρακτηριζόταν από σχεδόν πλήρη και καθολική αγραμματοσύνη και άγνοια, αποτελούσε ένα δύσκολο έργο, όχι μόνο κοινωνικής αλλά και εθνικής αξίας.

Ο Μακάριος Α΄ συνδεόταν στενά με τον γιατρό και προξενικό πράκτορα της Γαλλίας Αδόλφο Λαφφών, πατέρα του φιλέλληνα Γουσταύου Λαφφών, που κάποτε μάλιστα τον είχε θεραπεύσει. Ο αρχιεπίσκοπος όμως δεν απέφυγε τον θάνατο από επιδημία χολέρας που είχε ενσκήψει στην πρωτεύουσα το καλοκαίρι του 1865. Αρνούμενος να φύγει από τη Λευκωσία, ο αρχιεπίσκοπος παρέμεινε ανάμεσα στον λαό της πόλης που αποδεκατιζόταν. Αποτέλεσμα ήταν να προσβληθεί και ο ίδιος από την ασθένεια και να πεθάνει στις 4 Αυγούστου του 1865. Ετάφη στην Παλλουριώτισσα.


Α. ΠΑΥΛΙΔΗΣ
http://www.polignosi.com/cgibin/hweb?-A=6981&-V=limmata