Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 24 Μαρτίου 2021

ΕΛΛΑΔΟΓΡΑΦΙΑ

 Τω καιρώ εκείνω ο ακμαιότερος κλάδος της πελασγικής δρυός

εκάλυπτε τρεις οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως.
Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν
εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδος του Τίγρεως και
προεκάλεσαν σύγχυσιν εις τας φρένας των ανθρώπων, οι οικισμοί
των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως.
Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία
του λεγομένου άστεως, το οποίο κατά τους αρχαιοπλήκτους ιστορικούς
εμεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλην της αιωνιότητος.

Επίσκοποι και προεστοί
κατακτητές και στρατηλάτες
επαναστάτες και αστοί
της ιστορίας οι πελάτες.

Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των δια τα υπόλοιπα πελασγικά
φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαία κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος
πόλεως και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου,
εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επόμενους μακρούς αιώνας
κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως,
αλλ΄ αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν
του γένους, η εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας
κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης,
αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν
δι΄ ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της
περιδεούς ανθρωπότητος.

Στο Σούλι και στην Αλαμάνα
κάναμε φως τη συμφορά
θα μας θυμούνται τάχα μάνα
καμμιά φορά;

Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσας αιωνιότητας,
ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι
Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα του νεοπαγούς κράτους, ήρχισαν να
προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδος του έθνους.
Αλλά η προγονική κληρονομία δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθεί και
οι μεταγενέστεροι αδελφοί του μικρού Χορμόπουλου, εκ των Ηπειρωτικών
ορέων και εξ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την
Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας.
Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ΄ ιδίαν εκάγχασαν ακριβώς όπως
αι Αθήναι.

Χτυπάτε της οργής προφήτες
καμπάνα στην Καισιαριανή
νά `ρθουν απόψε οι Διστομίτες
νά `ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί
με σπαραγμό κι απελπισία
για τη χαμένη τους θυσία.

Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω;
Ουδείς δύναται να αποφανθή μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να
προεξοφλήση το μέλλον διότι η ιστορία των ανθρώπων είναι μία
συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκουμένην υπερτροφίαν της
Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί. Οι αρχαίοι Θεοί δεν
υπάρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον η βράδιον,
αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν δια
παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν
κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα
συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του
και θα καταβροχθίσει αυτούς!
Γένοιτο! και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.

Πότε θ΄ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;
Πότε θα `ρθούνε καινούργιοι ανθρώποι
να συνοδεύσουνε την βλακεία
στην τελευταία της κατοικία;


ΝΙΚΟΣ ΓΚΑΤΣΟΣ

Παρασκευή 12 Ιουνίου 2020

Ο ήρωας της επανάστασης του 1821 που πέθανε πάμφτωχος

Υπήρξαν πολλοί επαναστάτες που μετά το τέλος της Επανάστασης του 21 διώχθηκαν, απομονώθηκαν, φυλακίστηκαν με διάφορες ψευδείς κατηγορίες και κάποιοι από αυτούς εκτελέστηκαν.
Παράδειγμα ανιδιοτελούς  προσφοράς και θυσίας για την πατρίδα ήταν ο οπλαρχηγός και στρατηγός Νικήτας Σταματελόπουλος ή Νικητηράς ο Τουρκοφάγος (1782 -1849) από τη Νέδουσα (Μεγάλη Αναστάσοβα) του Ταΰγετου.
Έζησε όλη τη ζωή του υπηρετώντας την υπέρτατη αξία της θυσίας για την πατρίδα και την λευτεριά.
Αναφέρει ο ίδιος: «Η μοίρα μου το θέλησε να γίνω καπετάνιος, μα δε θα ήτανε σωστό να κάνω πραμάτεια το καπετανλίκι μου για να καζαντίσω!!!»
Ακόμη και το πολύτιμο σπαθί που του προσφέρθηκε ως επάθλου μετά την κατάληψη της “Τριπολιτσάς”, το δώρισε για ενίσχυση των Δημοσίων Εσόδων.
Λίγα χρόνια πριν από το θάνατό του, φυλακίστηκε στην Αίγινα προληπτικά με τη χαλκευμένη κατηγορία-εικασία του Ρωσόφιλου που ίσως να έφερνε Ρώσο Πρίγκιπα να αντικαταστήσει το βασιλιά Όθωνα.
Ξεχασμένος, ένας πολύτεκνος ήρωας, τυφλός και πάμφτωχος αποφυλακίστηκε για να καταλήξει στον Πειραιά επαίτης στο δρόμο.
Το ελληνικό κράτος του έδωσε άδεια επαίτη (!) μόνο για κάθε Παρασκευή – κι όχι Κυριακή που είχε περισσότερο πλήρωμα στην εκκλησία – μπροστά στον Ιερό Ναό της Ευαγγελίστριας. Ο τότε πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας στην Αθήνα, όταν πληροφορήθηκε την τραγική κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο Στρατηγός, κατέβηκε στον Πειραιά.
 Τον αναζήτησε και τον βρήκε μπροστά στην Ευαγγελίστρια, του συστήθηκε και τον ρώτησε πως θα μπορούσε το κράτος της Μ. Βρετανίας να τον βοηθήσει, καθώς στην εποχή του ο Νικηταράς ήταν διάσημος σε όλη την Ευρώπη.
Περήφανος ο τυφλός Στρατηγός, αρνήθηκε κάθε βοήθεια, λέγοντας ότι το ελληνικό κράτος έχει μεριμνήσει για την περίπτωσή του, προσφέροντάς του αυτή την άδεια επαίτη. Φεύγοντας ο πρέσβης, άφησε να πέσει από την τσέπη του μπροστά στον Νικηταρά, ένα πουγκί με λίρες.
 Ο Στρατηγός άκουσε τον θόρυβο, κατάλαβε ότι ο πρέσβης ήθελε να του αφήσει χρήματα και τον φώναξε, λέγοντάς του ότι κάτι του έπεσε. Αρνούμενος να δεχθεί οποιαδήποτε βοήθεια από έναν εκπρόσωπο των ξένων δυνάμεων.
Πέθανε 67 ετών πάμπτωχος με τις μνήμες του έντιμου αγωνιστή για την ελευθερία της πατρίδας.
Επιμύθιο τιμής και μνήμης
Ο Στρατηγός πέθανε
Δεν μπορείτε να του κάνετε άλλο κακό
Ούτε καλό μπορείτε να του κάνετε
Δεν μπορείτε καν να πείτε: «Συγνώμη Στρατηγέ Νικηταρά»
Αλλά να θυμάστε το εξής
Υπάρχουν εκατοντάδες, χιλιάδες  Νικηταράδες που παραμένουν ανάμεσα μας, με τις αξίες, τα ιδανικά, την αγάπη για την πατρίδα, το σεβασμό για την ιστορία των προγόνων τους, με σεβασμό γι αυτό που είναι, με τις ζωές, τις ελπίδες, τους φόβους τους, τα βάσανα και τις ευκαιρίες που αναζητούν για να μπορούν κι αυτοί να «αναπνεύσουν».
Και Όλα όσα οι πρόγονοί μας, οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας, οι πατεράδες και μητέρες μας έκαναν είναι συνυφασμένα με τις ζωές μας με οτιδήποτε σκεφτόμαστε, και λέμε, και κάνουμε. Όλοι αυτοί μαζί είναι η Ιστορία του γένους των Ελλήνων μέσα σε χιλιάδες χρόνια
Και να θυμάστε κι αυτό. Μη το ξεχνάτε πότε
Όλοι όσοι με τον τρόπο τους, με αυτά που λένε, που κάνουν, που επιδιώκουν προσβάλλοντας τους προγόνους μας, την ίδια την ιστορία μας τότε ξανασκοτώνουν τον Στρατηγό και κάθε έναν μικρό ή μεγάλο στρατηγό. Όλους αυτούς τους απλούς χωριάτες που ξεσηκώθηκαν, που μάτωσαν, βιάστηκαν, βασανίστηκαν και πρόσφεραν τις ζωές τους για την ελευθερία, για να μπορούν κι αυτοί κι εμείς να «αναπνέουν». Γιατί ήξεραν πως ένα πιάτο φαγητό δεν αρκεί.
Δεν ζούμε μόνοι μας πάνω σε αυτή τη Γη
Είμαστε υπεύθυνοι ο ένας για τον άλλο
Κι αν ο ελληνισμός και η ανθρωπότητα δεν μάθει αυτό το μάθημα τότε σύντομα θα έρθει η ώρα που θα το διδαχτεί με φωτιά, αίμα και μαρτύριο
Το έχει άλλωστε ζήσει τόσες φορές αυτός ο λαός ξανά και ξανά μέχρι να ολοκληρώσει αυτό που ο Μοσχώφ έλεγε καημό της Ρωμιοσύνης ή μέχρι τη στιγμή που θα χαθεί στη λήθη της Ιστορίας.

https://ardin-rixi.gr/archives/221332

Τετάρτη 6 Μαΐου 2020

Ο Πόντιος αρχηγός της Επανάστασης Αλέξανδρος Υψηλάντης



https://www.in.gr/2020/03/11/plus/features/o-pontios-arxigos-tis-epanastasis-aleksandros-ypsilantis/




Εγκατέλειψε μια σπουδαία καριέρα και διέθεσε την προσωπική και οικογενειακή του περιουσία για ένα όνειρο: Τη δημιουργία ελεύθερου ελληνικού κράτους. Πέθανε στις 31 Ιανουαρίου 1828.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, ποντιακής καταγωγής πρίγκιπας, γιος και εγγονός ηγεμόνων της Μολδοβλαχίας, στρατηγός του τσαρικού στρατού, αρχηγός της Φιλικής Εταιρείας και πολιτικός αρχηγός της Επαναστάσεως του 1821, υπήρξε από τις πιο τραγικές και συνάμα ιερές μορφές του αγώνα


Πρωτότοκος γιος του Κωνσταντίνου Υψηλάντη, ανατράφηκε μέσα σε περιβάλλον που διαπνεόταν από έντονο πατριωτισμό. Κατατάχτηκε στο σώμα των εφίππων σωματοφυλάκων του τσάρου και διακρίθηκε στους πολέμους κατά του Ναπολέοντα, ενώ στη μάχη της Δρέσδης το 1813, όταν πολεμούσε ως συνταγματάρχης σε ηλικία μόλις 21 έτους, έχασε το δεξί του χέρι. Σε ηλικία 25 ετών, τον Μάρτιο του 1820, ο Εμμανουήλ Ξάνθος του πρόσφερε την αρχηγία της Φιλικής Εταιρείας, μετά την άρνηση του κόμη Ιωάννη Καποδίστρια. Τον ονόμασε «Επίτροπο», που κατά τη βυζαντινή εθιμοτυπία σήμαινε αντιβασιλέας, νόμιμος διάδοχος του θρόνου της Αυτοκρατορίας της Ρωμανίας, και πολιτικός αρχηγός της Επαναστάσεως.
Στις 12 Απριλίου 1820 υπογράφεται πρακτικό με το οποίο τα μέλη της Φιλικής Εταιρείας αναγνωρίζουν τον Αλέξανδρο Υψηλάντη ως «Γενικόν Έφορον της Ελληνικής Εταιρείας, ίνα εφορεύη και επιστατή εν πάσι όσα κρίνονται αναγκαία και ωφέλιμα». Παραιτείται από τον τσαρικό στρατό, περνά τον ποταμό Προύθο στις 22/2/1821 και υψώνει τη σημαία της Επαναστάσεως στο Ιάσιο της Μολδοβλαχίας όπου οι τοπικοί άρχοντες ήταν Έλληνες Φαναριώτες.
 Η ορκωμοσία των Ιερολοχιτών έγινε με τις φράσεις: «Ορκίζομαι να χύσω και αυτήν την υστέραν ρανίδα του αίματός μου υπέρ της θρησκείας και της πατρίδος μου. Να φονεύσω και αυτόν τον ίδιον τον αδελφόν αν τον εύρω προδότην της πατρίδος […]. Να μην παραιτήσω τα όπλα προτού να ίδω ελευθέραν την πατρίδα μου και εξολοθρευμένους τους εχθρούς της…». Μετά την ορκωμοσία οι νεοσύλλεκτοι τραγουδώντας το παρακάτω άσμα μετέβησαν στο αρχηγείο του Υψηλάντη: «Φίλοι μου συμπατριώται | Δούλοι να ‘μεθα ως πότε, | Των Αχρείων Μουσουλμάνων | Της Ελλάδος των τυράννων;».

Στις 4 Μαρτίου οι Έλληνες ναυτικοί εξοπλίζουν δεκαπέντε πλοία και στις 17 Μαρτίου ο Υψηλάντης υψώνει τη σημαία στο Βουκουρέστι, αντιμετωπίζοντας το στρατό τριών πασάδων στο Γαλάτσι, το Δραγατσάνι, τη Σλατίνα, το Σκουλένι και το Σέκο. Ο Ιερός Λόχος του Υψηλάντη καταστράφηκε στη μάχη του Δραγατσανίου στις 7/6/1821, και οι στρατιώτες άρχισαν να λιποτακτούν. Οργισμένος ο Υψηλάντης εξέδωσε προκήρυξη στην οποία χαρακτήριζε τους λιποτάκτες ανάνδρους.

Ο ίδιος (με τα δύο αδέλφια του) υποχώρησε προς τα αυστριακά σύνορα και οι Αυστριακοί, για να τον παγιδεύσουν, τον εφοδίασαν με πλαστό διαβατήριο για να φύγει με το ψευδώνυμο Παλαιογενείδης. Λίγο μετά όμως τον συνέλαβαν, τον έκλεισαν στα ανθυγιεινά κελιά του μεσαιωνικού φρουρίου του Μουγκάτς στο οποίο υπέστη τα πάνδεινα, αφού ήταν γνωστή η σκληρή «μετερνιχική» πολιτική απέναντι σε επαναστάτες. Αποφυλακίστηκε με παρέμβαση του Τσάρου και με βαριά κλονισμένη την υγεία του, στις 24/11/1827. Πέθανε στη Βιέννη στις 19/1/1828, σε ηλικία μόλις 36 ετών, χωρίς να προλάβει να δει την ολοκλήρωση του σχεδίου του και να βαδίσει στα ελεύθερα ελληνικά χώματα…


Το ταφικό μνημείο του Αλέξανδρου Υψηλάντη στην Αθήνα, στο Πεδίον του Άρεως

Πριν πεθάνει έμαθε ότι ο Καποδίστριας αναλαμβάνει κυβερνήτης της ελεύθερης πλέον Ελλάδας και είπε χαρούμενος «Δόξα σοι ο Θεός». Έπειτα άρχισε να απαγγέλει, με τα μάτια ψηλά στον ουρανό, το «Πάτερ ημών».

Η κηδεία του έγινε στη Βιέννη. Στην τελευταία του κατοικία τον συνόδευσαν όλοι οι Έλληνες που διέμεναν στην αυστριακή πρωτεύουσα.
https://www.in.gr/2020/03/11/plus/features/o-pontios-arxigos-tis-epanastasis-aleksandros-ypsilantis/

Τρίτη 29 Οκτωβρίου 2019

Γιατί οι πρόγονοί μας είπαν ΟΧΙ;

Γράφει ο Απόστολος Παπαδημητρίου.


Βιώνουμε μεγάλη παρακμή, ίσως τη μεγαλύτερη στη μακραίωνα ιστορία του ελληνισμού. Και επήλθε η παρακμή τόσο ραγδαία, ώστε να επέλθει σύγχυση τρομακτικού μεγέθους. Το θλιβερό είναι ότι οι βιώνοντες την παρακμή δεν έχουν τη συναίσθηση της κατάστασής τους, της κατάντιας τους το ορθότερο! Και επειδή η ανάμνηση ή η υπενθύμιση ηρωικών σελίδων, που έγραψαν οι πρόγονοί μας είναι άκρως ενοχλητικές, επιχειρείται να εφαπλωθεί πέπλο λήθης και να στραφεί η προσοχή του λαού, που άγεται και φέρεται ως κοπάδι, σε άλλα θέματα επουσιώδη, με σκοπό την ένταση της παραπλάνησης. Έτσι κατά τα τελευταία έτη επιχειρείται να υποτιμηθεί υο έπος του 1940 με τον πανηγυρισμό του τερματισμού του φονικότατου πολέμου, όπως συμβαίνει και στις άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες! Επιχειρείται από κάποιους κύκλους να προβληθεί η αποκαλούμενη εθνική αντίσταση, κι ας μην υπήρξε εθνική, ως ηρωική σελίδα μεγαλύτερης αξίας από το έπος του 1940-1941. Εμφανέστατος είναι ο σκοπός να υποκατασταθεί ο κύριος εορτασμός με την προβολή από τους τηλεοπτικούς σταθμούς ταινιών και ιστορικών παραγωγών με θέματα από τον Β΄ μεγάλο πόλεμο, μεταξύ των οποίων απαραίτητα αυτά του ολοκαυτώματος των Εβραίων! Προς αποφυγήν παρεξηγήσεως τονίζω: Δεν κατακρίνω την προβολή αυτών παρά μόνο την επιλογή της 28ης Οκτωβρίου ως ημέρας προβολής. Υπάρχουν άλλες 364 ημέρες στο έτος. Δεν αρκούν αυτές για την προβολή των θεμάτων αυτών;

                Ο πανηγυρισμός του τέλους του πολέμου έχει σημασία για τις χώρες που ή δεν πολέμησαν, αλλά υποτάχτηκαν αμαχητί, ή πολέμησαν για την λεγόμενη «τιμή των όπλων» ή κατέρρευσαν παρ’ ότι θεωρούνταν ισχυρές δυνάμεις, ικανές να αναχαιτίσουν την ορμή των χιτλερικών στρατευμάτων. Ο πανηγυρισμός του τερματισμού του πολέμου διανθίζεται με διακηρύξεις περί ειρήνης και της μεγάλης σημασίας προσπάθειας για τη διαφύλαξή της. Εμμέσως πλην σαφώς αφήνεται να εννοηθεί ότι οι επιθυμούντες να εορτάζουν με πανηγυρικό τρόπο τον πόλεμο διακατέχονται από φιλοπόλεμα αισθήματα! Άραγε να ήσαν φιλοπόλεμοι οι πρόγονοί μας που υπέστησαν τις παντοίες ταλαιπωρίες στα κακοκτράχαλα βουνά της Βορείου Ηπείρου υπό συνθήκες τρομακτικές, όπως ανελέητος βομβαρδισμός του εχθρού, ο ανεπαρκής επισιτισμός και οι φρικτές καιρικές συνθήκες; Να μην ήθελαν κι αυτοί να επιστρέψουν μιάν ώρα γρηγορότερα στη θαλπωρή της εστίας τους κοντά στα αγαπημένα τους πρόσωπα; Ασφαλώς και ήθελαν, όμως πρυτάνευε μέσα τους το χρέος, χρέος ιερό προς την πατρίδα. Το μαρτυρούν περίτρανα στίχοι από άκρως συγκινητικό άσμα σε στίχους Σογιούλ και Κοφιλιώτη, που τραγούδησε η τραγουδίστρια της νίκης, η θαυμάσια Σοφία Βέμπο:

Ούτ’ ένα δάκρυ από τα μάτια ας μη κυλήσει

στου χωρισμού μας το πικρό τώρα φιλί

Πρέπει ο καθείς μας τώρα πια να πολεμήσει

αφού η γλυκιά μας η πατρίδα το καλεί.

Είναι στιγμές που κι η αγάπη γονατίζει

για τα μεγάλα της φυλής ιδανικά

για μας η πιο όμορφη σελίδα τώρα αρχίζει

ναι, πίστεψέ με κι έλα γέλασε γλυκά.

Μας χωρίζει ο πόλεμος

μα θεριεύει η ελπίδα

πως για τη γλυκιά πατρίδα

φεύγω τώρα εκδικητής.

                Παίρνοντας την κατηφόρα στο ξέφρενο κυνηγητό των «αξιών» της Δύσης, εγκολπωθήκαμε με υπερηφάνεια το «φιλειρηνικό» σύνθημα δεν «κάνω πόλεμο, κάνω έρωτα» και αυτοθαυμαζόμαστε ναρκισσιστικά με το σάλπισμά του. Και επειδή δεν επαρκεί η επιχείρηση στραγγαλισμού του εθνικού αισθήματος με την ποινικοποίηση του πατριωτισμού, ο οποίος έχει εντέχνως ταυτιστεί με τον εθνικισμό και τον φασισμό από τους απάτριδες, επιχειρείται πλέον η εξ απαλών ονύχων δηλητηρίαση των νεοσσών του έθνους μας. Έτσι οι μικροί μαθητές μας διδάσκονται ότι μόλις ήχησαν οι σειρήνες, οι πρόγονοί μας έσπευσαν να κρυφτούν στα καταφύγια. Ότι μέθυσαν με τα αθάνατο κρασί του 21, κατά προτροπή του μεγάλου μας ποιητή, του Κωστή Παλαμά, πρέπει να λησμονηθεί!  Και κάποιοι «εκπαιδευτικοί» αποκαλούν τις γυναίκες της Πίνδου, που μετέφεραν εφόδια στους πολεμιστές, κακομοιριασμένες! Πόσο κακόμοιροι πρέπει να είναι οι ίδιοι, που δεν αισθάνονται ότι, ως νέοι κατακτητές, διαπαιδαγωγούν σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης απάτριδες νεογενίτσαρους στην υπηρεσία της νέας τάξης πραγμάτων!

                Είναι πολλά τα γραφέντα από τους πρωταγωνιστές του έπους. Αυτά δεν θα αναγνωστούν σε καμμιά τάξη ούτε σε κάποια τηλεοπτική εκπομπή. Πρέπει πάση θυσία το έπος να λησμονηθεί, καθώς οι εξουσιαστές του λαού μας ένα ιδανικό έχουν: Να υποτάσσονται στους ισχυρούς, προκειμένου να διατηρούνται στην εξουσία. Γι’ αυτό και καλλιέργησαν πνεύμα ηττοπάθειας και δειλίας στους Νεοέλληνες! Ας παραθέσουμε κάποιο απόσπασμα από χρονικό που κατέγραψε ο Βασίλης Σαββανάκης, απλός στρατιώτης του έπους.

                «Εκεί που καθόμασταν όρθιοι το κρύο ήταν υπερβολικό και αβάσταχτο. Άρχισαν πολλές λιποθυμίες και πολλοί ζητούσαν γιατρούς. Ένας της διμοιρίας μου, ψηλός, λεβέντης, κάτι ψέλλισε δίπλα μου και έπεσε αναίσθητος. Ήρθε σε λίγο ο γιατρός, μας έδιωξε και μας είπε να κινούμαστε συνέχεια. Τον σκέπασαν με μια κουβέρτα. Να ήταν νεκρός; Δεν μάθαμε. Άκουσα ότι το θερμόμετρο ήταν 38 υπό το μηδέν. Τα κρούσματα λιποθυμιών ήταν πολλά και από παντού ζητούσαν βοήθεια. Δεν υπήρχε όμως ούτε σταλιά νερό, για να βρέξει κάποιος το στόμα του. Το ποταμάκι δίπλα μας ήταν σκέτος πάγος. Τα παγούρια όλα παγωμένα. Ακόμη και τα παγούρια των αξιωματικών με το κονιάκ ήταν κι αυτά παγωμένα».

                Ο Δημήτρης Ίτσιος από τα Πορόια αντιστάθηκε μέχρι εσχάτων στην φοβερή επίθεση των Γερμανών κατά των οχυρών μας. Παρά τη διαταγή να εγκαταλείψει το πολυβολείο του, παρέμεινε σ’ αυτό με δύο συντοπίτες του και πολέμησε μέχρι εσχάτων, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στους επιτιθέμενους, ώστε να αποσπάσει τον θαυμασμό των Γερμανών αξιωματικών. Απέδωσαν αυτοί τιμές στον ήρωα και στην συνέχεια τον εκτέλεσαν. Οι σχολικές εκδρομές δεν κατευθύνονται  προς τα οχυρά και το μνημείο του ήρωα, αλλά στα κοσμοπολίτικα κέντρα να εκπαιδευτούν στην κραιπάλη, ώστε να καταφρονήσουν τα μεγάλα της φυλής ιδανικά!

                Ήρωες της εποχής μας είναι εκείνοι που καταδικάζουν τον Τσολάκογλου, επειδή απέτρεψε την ολοσχερή εξόντωση του στρατού μας, που όμως θα έδινε περισσότερο χρόνο στους Άγγλους «συμμάχους» μας να οργανώσουν την άμυνα στην Αφρική! Η ενδοτικότητα στις ιταμές απαιτήσεις των «συμμάχων» και εταίρων» μας, οι οποίοι πλέκουν το εγκώμιο για τη «συνετή» πολιτική του ακραίου ενδοτισμού και της παραίτησης από την προάσπιση των εθνικών μας δικαίων, προβάλλεται ως ρεαλισμός, σεβασμός του διεθνούς δικαίου και φιλειρηνική διάθεση! Οι βιώνοντες παρακμή δεν έχουν λόγους να φυλάγουν Θερμοπύλες.

                Ήρωες της εποχής μας είναι εκείνοι, που αφού συμβουλευτούν το δελτίο καιρού, μουντζουρώνουν με την άνεσή τους τους τοίχους, γράφοντας «επαναστατικά συνθήματα» ή προκαλούν εμπρησμούς και καταστροφές με τη βεβαιότητα ότι δεν θα υποστούν συνέπειες. Και βέβαια στην έπαρσή τους απαξιώνουν τον νέο της κατοχής, που έγραφε, περιφρονώντας τη γερμανική περίπολο, «κάτω ο φασισμός»!

                Οι ισχυροί και ανέντιμοι πέτυχαν εκείνο πού είχε προβλέψει κατά θαυμαστό τρόπο ο Μίμης Τραϊφόρος (1947) και τραγούδησε πάλι η Βέμπο:

                                Ίσως μια μέρα εμάς που τόσο αίμα χύσαμε

                                Θα μας καθίσουν στο σκαμνί, γιατί νικήσαμε …

                Μας κάθισαν με τη βοήθεια βέβαια των δικών μας εθνομηδενιστών. Είναι δύσκολο να καταλάβουμε, γιατί οι πρόγονοί μας είπαν ΟΧΙ, ενώ εμείς εθιζόμαστε στο ΝΑΙ;


                                                                                                «ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗΣ»
http://www.antibaro.gr/article/24882

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2019

Τί έκαναν οι ποιητές μας στον ελληνο-ιταλικό πόλεμο του 1940;

Στις τρεις και μισή τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Γιώργος Σεφέρης ξύπνησε από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Σηκώθηκε αμέσως και πήγε στο Υπουργείο Τύπου.

Από την Βίκυ Αναστασιάδου




Στις τρεις και μισή τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου του 1940 ο Γιώργος Σεφέρης ξύπνησε από το κουδούνισμα του τηλεφώνου. Ο Ιταλός πρέσβης Γκράτσι είχε δώσει το γνωστό τελεσίγραφο στον Μεταξά μισή ώρα πριν. Σηκώθηκε αμέσως και πήγε στο Υπουργείο Τύπου. Μέχρι εκείνη τη στιγμή κανείς δεν γνώριζε με ποια πλευρά θα συντασσόταν ο Μεταξάς.



Ο Σεφέρης, προϊστάμενος τότε της Διεύθυνσης Εξωτερικού Τύπου του Υφυπουργείου Τύπου, μαζί με τον τότε υφυπουργό ανέλαβαν να συντάξουν το κείμενο της επίσημης κήρυξης πολέμου. Ο Γ. Σ. απεχθανόταν ενστικτωδώς τους Ναζί, μολονότι υπηρετώντας στο γραφείο Τύπου ήταν υποχρεωμένος μέχρι την είσοδο της Ελλάδας στον πόλεμο να τηρεί αυστηρή ουδετερότητα. Έχει νηφάλια και με πολλή οξυδέρκεια καταλάβει ότι είναι προς όφελος της Ελλάδας και της επιβίωσής της μέσα στην γεωπολιτική σκακιέρα να ταχτεί με το μέρος των Συμμάχων.  Με την διορατικότητα που τον διέκρινε είχε ήδη αναρωτηθεί και απαντήσει για το τι μέλλει γενέσθαι στο μέλλον στην «Τελευταία Ημέρα», ποίημα που δημοσιεύτηκε το 1939:

Κι όμως ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται  πώς πεθαίνει ένας άντρας; Κι όμως κερδίζει κανείς το θάνατό του, το δικό του θάνατο, που δεν ανήκει σε κανέναν άλλον και τούτο το παιχνίδι είναι η ζωή.

Ο ποιητής, σαραντάρης τότε, ήταν διπλωμάτης καριέρας και τα καθήκοντά του τον υποχρέωσαν να ακολουθήσει την ελληνική κυβέρνηση πρώτα στην Κρήτη και μετά στην Αίγυπτο.



Το «Όχι» του Μεταξά  ενώνει σύσσωμο τον ελληνικό λαό που με υπέρμετρο ενθουσιασμό κινεί για το μέτωπο να αντιμετωπίσει τον εξωτερικό εχθρό. Στο ημερολόγιο του ο  Άγγελος Τερζάκης μας δίνει μια χαρακτηριστική εικόνα :

«Φεύγουμε για το Μέτωπο. Κυριακή απόγευμα ώρα 4.40΄. Όλη η κακομοίρα η Ρωμιοσύνη μας χαιρέτησε στο πέρασμά μας. Νέοι, γέροι, γυναίκες, παιδιά. Μας στέλνουν φιλιά. Κάνανε το σταυρό τους κι ύστερα σηκώνανε στον ουρανό τα χέρια. Λυπάμαι τους συναδέλφους μου που δεν γνώρισαν τέτοιες στιγμές. Τα δάκρυα σούρχονται στα μάτια. Οι συνάδελφοι πρόσφεραν καραμέλες, τσιγάρα.» (18 Νοεμβρίου 1940)



Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει εκδώσει την προηγούμενη χρονιά τους «Προσανατολισμούς», την πρώτη ποιητική του συλλογή. Επιστρατεύεται ως ανθυπολοχαγός και τον Δεκέμβριο βρίσκεται να πολεμά στην ζώνη του πυρός, στα χιονισμένα βουνά της Αλβανίας. Ο χειμώνας του 1940-41 ήταν πρόωρος και ένας από τους βαρύτερους του 20ου αιώνα. Στο μέτωπο της Ηπείρου ο ελληνικός στρατός εκτός από τα εχθρικά πυρά και τους ανελέητους βομβαρδισμούς έχει να αντιμετωπίσει το ψύχος, την έλλειψη σε τρόφιμα και τις δυσχέρειες στον ανεφοδιασμό. Τον Φεβρουάριο του 1941 ο Ελύτης παθαίνει κοιλιακό τύφο και μεταφέρεται ετοιμοθάνατος στο νοσοκομείο Ιωαννίνων. Γλυτώνει από θαύμα. Όταν αναρρώνει η Ελλάδα βρίσκεται υπό τριπλή κατοχή. Στο «Άσμα ηρωικό και πένθιμο για τον χαμένο ανθυπολοχαγό της Αλβανίας», γραμμένο το 1941, ο επιτάφιος θρήνος για τον ανώνυμο μαχητή μέσα στον δυσοίωνο χειμώνα μετατρέπεται σε ύμνο για τα νιάτα, τον έρωτα και την επικράτηση της ζωής.



Αντίθετα από τον Ελύτη, ο πρωτοπόρος ποιητής Γιώργος Σαραντάρης δεν γλύτωσε τον θάνατο. Πολέμησε στην πρώτη γραμμή του Αλβανικού μετώπου, αρρώστησε από τύφο και πέθανε. Στα Ανοιχτά Χαρτιά ο Ελύτης γράφει:

«Ήταν η μόνη και πιο άδικη απώλεια [...] Θέλω απροκάλυπτα να καταγγείλω το επιστρατευτικό σύστημα που επικρατούσε την εποχή εκείνη και που, δεν ξέρω πως, κατάφερε να κρατήσει στα γραφεία και τις επιμελητείες όλα τα χοντρόπετσα θηρία των αθηναϊκών ζαχαροπλαστείων και να ξαποστείλει στην πρώτη γραμμή το πιο αγνό και ανυπεράσπιστο πλάσμα. Έναν εύθραυστο διανοούμενο που μόλις στεκόταν στα πόδια του, που όμως είχε προφθάσει να κάνει τις πιο πρωτότυπες και γεμάτες από αγάπη σκέψεις για την Ελλάδα και το μέλλον της.»



Ο Άγγελος Σικελιανός, 56 ετών τότε ζήτησε να σταλεί στο μέτωπο. Αν και τελικά δεν βρέθηκε ποτέ κοντά στο μέτωπο δημοσιεύει πατριωτικά και εμψυχωτικά ποιήματα που μοιάζουν να έχουν γραφεί από κάποιον που πολεμά στην πρώτη γραμμή.



Ο Γιώργος Κατσίμπαλης, γνωστότερος ως ο «Κολοσσός του Μαρουσιού», βετεράνος πολεμιστής, καθώς είχε πολεμήσει στο μακεδονικό μέτωπο στη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου και στη συνέχεια στη Μικρασιατική εκστρατεία, παρόλη την αναπηρία του, υπηρέτησε στην αντιαεροπορική άμυνα με τον βαθμό του εφέδρου υπολοχαγού του Πυροβολικού.



Ο Δ. Ι. Αντωνίου , ο αγαπημένος «Τόνυ» της συντροφιάς λογοτεχνών που γνωρίζουμε ως «γενιά του ‘30», παρέμεινε πλοίαρχος στο δικό του καράβι, το οποίο είχε επιταχθεί για τις ανάγκες του ναυτικού, και το οποίο θα βυθιστεί. Ο Αντωνίου ευτυχώς  θα σωθεί.



Ο Νίκος Καββαδίας, ο ιδανικός εραστής «των μακρυσμένων θαλασσών και των γαλάζιων πόντων», παρόλο που είχε ήδη πάρει το δίπλωμα ασυρματιστή στα πλοία, βρέθηκε στρατιώτης στην Αλβανία. Με την κατάρρευση του μετώπου γύρισε στην Αθήνα και παρέμεινε στην στεριά μέχρι τη λήξη του πολέμου.



Ο Νικηφόρος Βρεττάκος στρατεύτηκε στην πρώτη γραμμή και κινδύνεψε να σκοτωθεί στο ύψωμα της Κλεισούρας. Με την υποχώρηση γύρισε πίσω κι αυτός στην Αθήνα και εντάχθηκε στον ΕΑΜ.

Ο Τάκης Σινόπουλος επιστρατεύτηκε το 1941 ως λοχίας του υγειονομικού στο Λουτράκι.

Η κήρυξη του πολέμου βρήκε τον Κωνσταντίνο Τσάτσο, τον μετέπειτα πρόεδρο της Ελληνικής δημοκρατίας,  εκτοπισμένο στα νησιά. Με την κατοχή επανήλθε στη θέση του στη Νομική σχολή. Το 1941, στις 28 Οκτωβρίου, με αφορμή την πρώτη επέτειο του «Όχι», εκφώνησε στους φοιτητές του λόγο για την μελλοντική κοινωνία που πρέπει να χτίσουν οι νέοι σε μια ελεύθερη Ελλάδα. Στην μνήμη των Ελλήνων η 28η Οκτωβρίου συμβόλιζε ήδη την άρνηση της υποταγής. Την επομένη απολύθηκε από την Κυβέρνηση των δοσίλογων.

Ο Μεταξάς πέθανε στις  29 Ιανουαρίου 1941. Την 1η Μαρτίου η Βουλγαρία εισέρχεται στον πόλεμο με το μέρος του Άξονα. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού πολεμά στην Αλβανία. Παρόλη τη σθεναρή αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων που υπερασπίζονταν τα σύνορα της Μακεδονίας, ουσιαστικά η «γραμμή Μεταξά» υπερφαλαγγίζεται καθώς τα γερμανικά στρατεύματα εξαπολύουν σφοδρή επίθεση σε δύο μέτωπα, στα σύνορα με την Βουλγαρία και στα ανοχύρωτα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία. Η Ελλάδα σύντομα βρέθηκε κάτω από τριπλή γερμανο-ιταλο-βουλγαρική κατοχή.



Οι κατοχικές αρχές και η λογοκρισία δεν σιώπησαν τις φωνές των ποιητών. Στις 27 Φεβρουαρίου του 1943 πεθαίνει ο Κωστής Παλαμάς. Η είδηση του θανάτου του διαδόθηκε με αστραπιαία ταχύτητα. Την επομένη από νωρίς το πρωί ο λαός της Αθήνας συγκεντρώνεται στο Α’ νεκροταφείο. Ο Άγγελος Σικελιανός με τη βροντερή φωνή του απαγγέλνει τους στίχους που μόλις είχε γράψει:

Ηχήστε οι σάλπιγγες… Καμπάνες βροντερές,

δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...

Βόγκα Παιάνα ! Οι σημαίες οι φοβερές

της Λευτεριάς ξεδιπλωθείτε στον αέρα!

 Όταν ο εκπρόσωπος της Γερμανικής πρεσβείας προχώρησε να καταθέσει στεφάνι, μόνος από όλο το πλήθος ο «Κολοσσός» Γιώργος Κατσίμπαλης  άρχισε να τραγουδά τον Εθνικό  Ύμνο. Το πλήθος στην αρχή δειλά και μετά με πάθος τον ακολούθησε. Όπως έλεγαν οι στίχοι του Σικελιανού: «Σ` αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!», μονιασμένη για μια μέρα.
https://www.klik.gr/gr/el/stories/ti-ekanan-oi-poiites-mas-ston-ellino-italiko-polemo-tou-1940/

Τρίτη 22 Οκτωβρίου 2019

«Η ΩΡΑΙΟΤΕΡΗ ΤΟΥ ΣΤΙΓΜΗ»

Τοῦ Κώστα Οὐράνη

(Περιοδικὸν «Νέα Ἑστία», ἔτος ΚΓ' - 1949, τόμος 49ος, τεῦχος 536, Ἀθῆναι, 1 Νοεμβρίου 1949, σελ. 1374-1375)

Θυμᾶμαι πάντα, κι ἔτσι σὰν νὰ τὶς ζῶ στὸ ἐνεστώς, τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες τοῦ πρωϊνοῦ τῆς 28ης Ὀκτωβρίου 1940 ποὺ ξύπνησα ξαφνισμένος ἀπὸ τοὺς διάτορους γόους τῆς σειρήνας γιὰ νὰ πληροφορηθῶ ἀπὸ τὸ γέρο θυρωρό μου, σὰν μοῦ ἀνέβασε τὴν ἐφημερίδα, ὅτι ἡ Ἰταλία μᾶς εἶχε κηρύξει τὸν πόλεμο.

Ἄκουσα τὴν εἴδηση, διάβασα τὶς λεπτομέρειες στὴν ἐφημερίδα - κι᾿ ἀπόμεινα σιωπηλός. Ὄχι ἀποσβολωμένος. Σιωπηλὸς - καὶ ἀκίνητος, καὶ μὲ τὰ μάτια στυλωμένα στὸ πρωινὸ φῶς.

Δὲν εἶχα καμμία ἀπὸ τὶς συνειθισμένες ἀντιδράσεις ποὺ φέρνει, αὐτόματα, μιὰ τέτοια εἴδηση, δὲν ἔκανα καμμία ἀπὸ τὶς σκέψεις ποὺ προκαλεῖ. Δὲν κόχλασε μέσα μου ἄξαφνο μῖσος ἐναντίον τῶν Ἰταλῶν γιὰ τὴν τόσο ἄδικη (καὶ τόσο δειλὴ ἀπὸ μέρους μιᾶς Μεγάλης Δύναμης) ἐπίθεση. Δὲν μὲ κατέλαβε φοβισμένη ταραχὴ γιὰ τὸ ἄνισο τοῦ πολέμου αὐτοῦ, γιὰ τὶς πιθανότητες τῆς ἥττας καὶ τὶς συνέπειές της. Δὲν μὲ κέντρισε τυφλὸ πολεμικὸ μένος. Τίποτα. Ὅ,τι ἔνιωθα ἔτσι ποὺ εἶχα ἀπομείνει σιωπηλὸς κι᾿ ἀκίνητος, δὲν τὸ εἶχα νιώσει ποτὲ ἄλλοτε στὴ ζωή μου καὶ σὲ κανένα, πρίν, ἄλλο πόλεμο. Ἦταν σὰν νὰ εἶχα μπεῖ σὲ μία «κατάσταση Χάριτος». Ἡ ψυχή μου ἦταν γεμάτη κατάνυξη - σὰν μιὰ ψυχὴ ποῦ ἀπογυμνώνεται ἀπὸ κάθε τι τὸ γήινο καὶ γίνεται ἕτοιμη νὰ πλουτισθεῖ μὲ τὸ Θεῖο. Καὶ μέσα σ᾿ αὐτὴν τὴν κατάνυξη, εὐαγγελίστηκα τὴν Ἑλλάδα.

Δὲν ἦταν ἡ ἀφηρημένη τῆς ἔννοια, ἢ ἡ συμβολική της παράσταση, ἢ κι᾿ αὐτὸ ἀκόμα τὸ ὅραμά της, ποὺῦ εἶχε εἰσχωρήσει μέσα μου, ποὺ γέμιζε τὸ εἶναι μου καὶ ξεχείλιζε. Ἦταν ἡ Ἑλλάδα αὐτούσια, στὴ ζωντανή της ὑπόσταση: μὲ τὰ βουνὰ καὶ τοὺς κάμπους της, τὶς θάλασσες καὶ τὰ ποτάμια της, τὰ δάση καὶ τὰ λουλούδια της - καὶ μ᾿ ὅλους τους ἀνθρώπους ποὺ ζοῦσαν σ᾿ αὐτήν. Ὁ ἴδιος ἐγὼ εἶχα γίνει Ἑλλάδα. Ὅλα της ἦταν μέσα μου - κι᾿ ἐγὼ ἤμουν μέσα σ᾿ ὅλα. Ὅλα της μοῦ ἀνῆκαν - καὶ τοὺς ἀνῆκα. Δὲν ὑπῆρχε τίποτα ποὺ νὰ μὴν τὸ γνώριζα καὶ νὰ μὴν τ᾿ ἀγαποῦσα. Τίποτα ποὺ νὰ μὴ μὲ θέρμαινε καὶ ποὺ νὰ μὴν τὸ θέρμαινα. Ἡ ψυχή μου ξεχείλιζε ἀπὸ τρυφερότητα γιὰ ὅ,τι ἑλληνικό, ἀπὸ ἀδελφωσύνη γιὰ κάθε Ἕλληνα. Χάιδευε ἁπαλὰ τὰ πάντα, χαμογελοῦσε ἤρεμα σὲ ὅλους. Κι᾿ ἡ πνοὴ τοῦ ἀέρα, κι᾿ ὁ ρόχθος τῶν θαλασσῶν, κι᾿ οἱ μυρωδιὲς τῶν λουλουδιῶν καὶ τῶν θυμαριῶν, καὶ τὸ μουρμούρισμα τῶν τρεχούμενων νερῶν, καὶ τὸ τραγούδι τῶν πουλιῶν μοῦ ἀνταποδίδαν τὸ χάδι. Κι᾿ οἱ ἄνθρωποι, νέοι καὶ γέροι, γυναῖκες καὶ παιδιά, ἀπὸ πολιτεῖες, ἀπὸ βουνά, ἀπὸ κάμπους κι᾿ ἀπὸ νησιά μοῦ ἀνταποδίδαν τὸ χαμόγελο. Κι᾿ ἕνα φῶς ἀναστάσιμο ἔλουζε κι᾿ ἐξωράϊζε ὅλους καὶ ὅλα...

Τὸν «εὐαγγελισμὸ» αὐτὸν τὸν ἔνιωσαν ὅλοι οἱ Ἕλληνες τὴν ἡμέρα ἐκείνη γιατὶ μόνο αὐτὸς ἐξηγεῖ καὶ φωτίζει τὴν προσφυγή τους στὰ ὅπλα χωρὶς τίποτα τὸ σαστισμένο, ἢ τὸ σκυθρωπό, ἢ τὸ μοιρολατρικό, ἢ καὶ τὸ πολεμόχαρο, ἀλλὰ μὲ μιὰ ἤρεμη καὶ ἥμερη ἀπόφαση νὰ πολεμήσουν μ᾿ ὅλες τους τὶς δυνάμεις - τεντωμένες ἕως τὸ ἄκρο. Αὐτὸς καὶ διαφοροποιεῖ τὸν πόλεμο τοῦτον ἀπὸ κάθε ἄλλο πόλεμο στὴν ἱστορία τῶν λαῶν γιατὶ κι᾿ ἄλλοι λαοὶ πολέμησαν ἀπὸ «Χρέος πρὸς τὴν πατρίδα», ἢ «ὑπὲρ βωμῶν καὶ ἑστιῶν», ἢ γιὰ νὰ προασπίσουν τὴν ἐλευθερία τους (κι᾿ ὅταν ἀκόμα εἶχαν ν᾿ ἀντιμετωπίσουν πολὺ δυνατότερους ἐχθρούς), ἐνῶ δὲν συνέβηκε ποτὲ σὲ λαὸ νὰ πάρει τὰ ὄπλα ὅπως οἱ Ἕλληνες τὸ 1940: ἔχοντας, ὁ κάθε ἕνας τους, μοναδικὸ κίνητρο τὴν Ἀγάπη, - μιὰν ἀπέραντη, τρυφερὴ κι᾿ ἀφιλοκερδῆ ἀγάπη ποὺ ἀγκάλιαζε, μὲ χάδι καὶ μὲ χαμόγελο, τὸν τόπο τους ὅλο κι᾿ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους τοῦ τόπου τους.

Κι᾿ εἶναι γι᾿ αὐτὸ - κι᾿ ὄχι γιὰ τὸν ἡρωισμὸ ποῦ ἔδειξε ἢ καὶ γιὰ τὴ νίκη ποὺ κατήγαγε στὸν πόλεμο - ποὺ ἡ 28η Ὀκτωβρίου θὰ μείνει στὴν Ἱστορία ὡς «ἡ ὡραιότερη στιγμὴ» τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ σ᾿ ὅλη, τὴ μακραίωνη, ζωή του.

ΚΩΣΤΑΣ ΟΥΡΑΝΗΣ
Πρόεδρος τῆς Ἑλληνικῆς Ἑταιρείας Λογοτεχνῶν
http://pheidias.antibaro.gr/1940/ouranis.htm

Τρίτη 1 Οκτωβρίου 2019

Παιδεία…λειτουργικώς αναλφάβητη

«Στοιχεία σοκ», έγραφαν πριν από λίγο καιρό οι εφημερίδες.  «Λειτουργικά αναλφάβητοι» οι μισοί μαθητές των Λυκείων.  Και τι σημαίνει λειτουργικώς αναλφάβητοι;  Παρένθεση:  Το σωστό είναι λειτουργικώς» και όχι οι νεοφανείς σολοικισμοί του τύπου «ομολογουμένα» και «λειτουργικά»  Πώς να εξηγήσεις στους ημιμαθείς κονδυλοφόρους ότι άλλο το επίρρημα αδιακρίτως (χωρίς διάκριση) και άλλο το αδιάκριτα (χωρίς διακριτικότητα, λεπτότητα).  Άλλο το περιέργως (παραδόξως) και άλλο το περίεργα (παράξενα, ακατανόητα).  Άλλο το τελείως (εντελώς, και είναι κυρίως ποσοτικό) και άλλο το τέλεια (με τελειότητα, και είναι ποιοτικό).  Εδώ ισχύει το «ιατρέ, θεράπευσον σεαυτόν».
Λειτουργικώς αναλφάβητος είναι ο άνθρωπος που, με απλά λόγια, δυσκολεύεται στην ανάγνωση, στην γραφή και στο μέτρημα, στην αριθμητική. Tις όμως ή τι πταίει;  Εύκολη η απάντηση.  «Ιχθύς εκ της κεφαλής όζει». Υπουργείο Παιδείας. Έτσι ακριβώς τιτλοφορείται.  Επιμένει ακόμη… Τι σημαίνει Παιδεία;  Απάντηση.  Να είναι τον Σεπτέμβριο οι δάσκαλοι και τα βιβλία στα σχολεία.  Να μην παρατηρούνται «κενά και ελλείψεις».  Το περιεχόμενο των βιβλίων;  Αδιάφορο.  Το ποιών των δασκάλων;  Ποιος ασχολείται;  Ερωτώ;  Μήπως τώρα δρέπουμε τους καρπούς, της εισαγωγής το 2006, των νέων, «σύγχρονων» βιβλίων Γλώσσας, «περιοδικών ποικίλης ύλης», όπως απροκάλυπτα τα ονομάζω;  Ότι σιγά-σιγά ξεβράζονται τα δηλητήρια και οι ακαθαρσίες που φιλοξενούν;
Οι μαθητευόμενοι μάγοι του δήθεν προοδευτισμού – ένας απ’ αυτούς γίνεται πάντοτε υπουργός παιδείας – πειραματίστηκαν με τις μίζερες, ξέψυχες και σχιζοφρενικές ιδεοληψίες τους και τα παιδιά νιώθουν την ναυτία που προκαλεί μουχλιασμένη τροφή, η παιδεία της αμάθειας.
Αποτέλεσμα;  Ανδρώθηκε μια νεολαία χωρίς μνήμη, γεννημένη από το μηδέν. Μια νεολαία.. βαρβάρων. «Ένα νέο είδος ανθρώπου έχει αναδυθεί τον τελευταίο καιρό: Ο μορφωμένος βάρβαρος-που έχει σπουδάσει είκοσι χρόνια, έχει αποκατασταθεί θαυμάσια επαγγελματικά, αλλά δεν έχει διαβάσει τίποτα, δεν ξέρει ιστορία, αγνοεί οτιδήποτε βρίσκεται εκτός της ειδικότητάς τους», θα γράψει η Βρετανίδα συγγραφέας Ντ. Λέσινγκ.  Με λίγα λόγια ουδέποτε υπήρξαν στον κόσμο και στον τόπο μας τόσοι εγγράμματοι και τέτοια φτώχεια πνευματική.
Παιδεία σημαίνει όμως κυρίως γλώσσα. Η λέξη «αναλφάβητος» αυτό κυρίως υπονοεί-τελείως αγράμματος, αστοιχείωτος.
Το 2006, ως γνωστό, άλλαξαν όλα τα βιβλία της εκπαίδευσης, πρώτης και δεύτερης σχολικής βαθμίδας.  Μεταξύ αυτών και τα γλωσσικά βοηθήματα. Για πρώτη φορά εξοβελίστηκαν όλοι οι παλαιότεροι σπουδαίοι λογοτέχνες μας και αντικαταστάθηκαν από αξιολύπητα ερεθίσματα και ανάξια λόγου παραθέματα.
Πιο συγκεκριμένα:
Στα 10 βιβλία Γλώσσας της Ε και Στ Δημοτικού, εκπροσωπούνται με ένα μόλις κείμενο πεζό ή ποίημα οι εξής λογοτέχνες μας:  Σολωμός, Παλαμάς, Ελύτης, Σεφέρης, Παπαντωνίου, Νιρβάνας, Ξενόπουλος.
Απουσιάζουν:  Παπαδιαμάντης, Κόντογλου, Μυριβήλης, Κρυστάλλης, Καρκαβίτσας, Πολέμης, Δροσίνης, Κάλβος, Βαλαωρίτης, Βιζυηνός, Άγρας, Ρώτας, Ουράνης, Σικελιανός, Ψαθάς, Σαμαράκης και άλλοι.
Εξοστρακίστηκαν τα δημοτικά μας τραγούδια «το τελεσφορώτατατον όργανον της εθνικής αγωγής, εκτρέφουσα και συντηρούσα το εθνικόν φρόνημα», γράφει ο μεγάλος Νικόλαος Πολίτης.
Απουσιάζουν κείμενα των αρχαίων κλασσικών, των Πατέρων της Εκκλησίας, οι διδακτικότατοι μύθοι του Αισώπου.  Και με τι αντικαταστάθηκαν;
  1. Άρθρα εφημερίδων: Πληθώρα άρθρων, σχετικών και άσχετων, ατάκτως ερριμμένα εντός των πολλών σελίδων των νέων βιβλίων, αλλά και κατά συνέπεια εντός των κεφαλιών των μικρών μαθητών. Σε 15 τουλάχιστον μαθήματα υπάρχουν αποκόμματα εφημερίδων (ΕΘΝΟΣ, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, ΝΕΑ, ΧΡΥΣΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ, ΒΗΜΑ, ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ).
  2. Ιστοσελίδες. Σε 10 ανέρχονται τα κείμενα που προέρχονται από ιστοσελίδες κυρίως ελληνικών ιστοτόπων (ΦΟΚΟΥΣ, ΠΛΑΝΗΤΑΡΙΟ, ΖΩΟΦΙΛΙΑ ΚΛΠ.).
  3. Αλλά εκεί που δείχνουν μια αδυναμία τα νέα βιβλία είναι τα περιοδικά. Όχι ένα, όχι δύο αλλά σαράντα δύο κείμενα σε σύνολο 239 προέρχονται από διάφορα κυρίως παιδικά περιοδικά όπως: KID’S FUN (3), ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ (4), ΜΙΚΥ (2) και αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο, η πραγματική εμμονή: το Περιοδικό ΕΡΕΥΝΗΤΕΣ της εφημερίδας ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΉ που εμφανίζεται 15 φορές.
  4. Τέλος, υπάρχουν και 15 κείμενα -άχυρα- της συγγραφικής ομάδας και 5 κείμενα με κατασκευές που κατέχουν κεντρική θέση στη διδασκαλία.
  5. Και για τη λογοτεχνία τι μένει 102 κείμενα και ποσοστό 42,5 %, ενώ μέσα σε αυτά συμπεριλαμβάνονται και κείμενα ήσσονος σημασίας, αποσπασματικά ή κείμενα που ως βασικό στόχο έχουν την εφαρμογή κάποιων γραμματικών φαινομένων και όπου το κείμενο δεν αντιμετωπίζεται καθόλου λογοτεχνικά, νοηματικά, εννοιολογικά.
  6. Μέσα σ’ αυτά τα 102 κείμενα παρελαύνουν συνταγές μαγειρικής.  Κείμενα-κουτσουλιές δύσοσμες-του τύπου:  «Η Ιταλία μας κήρυξε τον πόλεμο κι εμείς κρυφτήκαμε στο υπόγειο».  (Γλώσσα Ε΄ Δημοτικού, α΄ τεύχος, σελ. 44-45).
Συνθέσεις κρανιοκενείς, προσβλητικές για πρόσωπα, σημαίες της εθνικής μας ιστορίας, όπως το βλακώδες με τις τρεις εικόνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου, της Κοκκινοσκουφίτσας και του Καραγκιόζη όπου κάποιο κακόγουστο απολειφάδι της νεοταξικής παράνοιας τους θέλει πρωταγωνιστές σε κοινή ιστορία.  (Τετράδιο εργασιών Γλώσσας Στ΄ Δημοτικού, β΄ τεύχος, σελ. 39).
Τα ίδια και χειρότερα συμβαίνουν στο Γυμνάσιο και το Λύκειο.  Και μετά διαρρηγνύουμε τα ράκη μας για την γλωσσική παιδεία των νέων.  Μια από τις σημαντικότερες συνέπειες αυτής της γλωσσικής ανεπάρκειας είναι ότι προτρέπει σε πράξεις βίας, που θα μπορούσαν να αποφθεχθούν μόνο με λόγο. Πολλά παιδιά φτάνουν στην εξαλλοσύνη και την απελπισία ή δραπετεύουν έως εθισμού στον χαώδη κόσμο της εικονικής αυταπάτης και επικοινωνίας γιατί δεν μπορούν να εκφραστούν «πάρε τον λόγο του, δωσ’ μου το χέρι σου» θα πει ο Εμπειρίκος.  Οι παλιοί οι παππούδες μας έλεγαν: «να ιδωθούμε», όταν είχαν καιρό να τα πουν.  Να κοιταχτούν στα μάτια και να κουβεντιάσουν, ήσυχα και απλά. Αυτό είναι κοινωνία. «Καθ’ ότι  αν κοινωνήσωμεν αληθεύομεν, δε αν ιδιάσωμεν ψευδόμεθα». Αληθής βίος είναι αυτός που κοινωνείς με τον άλλον. Ο ψεύτικος βίος είναι να ιδιωτεύσεις ή – με σύγχρονους όρους – όταν επικοινωνείς με λόγια του ή στον αέρα (Ηράκλειτος).
Ας το καταλάβουμε.  Σήμερα το σχολείο καλλιεργεί το μίσος για το παρελθόν.  Το φανερώνει αυτό η πολεμική κατά της Γλώσσας, της Ιστορίας και των Θρησκευτικών.  Γκρεμίσαμε ασυλλόγιστα τις γέφυρες που μας φέρνουν στις ρίζες μας, την μόνη δύναμη που μπορεί να στηρίζει το ελληνικό έθνος στις μεγάλες δοκιμασίες του καιρού μας.
 Δημήτρης Νατσιός
δάσκαλος-θεολόγος
Κιλκίς
http://www.antibaro.gr/article/24412

Δευτέρα 15 Ιουλίου 2019

Μολιέρος: H Ζωή Και Το Έργο Του Ουμανιστή Γάλλου Συγγραφέα Ευαγγελία Δημηνάκη

‘Ο Μισάνθρωπος’, ‘Ο Φιλάργυρος’, ‘Ο Αρχοντοχωριάτης’,’Ο Κατά Φαντασίαν Ασθενής’  είναι μόνο μερικά από τα λογοτεχνικά έργα που κληροδότεισε ο Μολιέρος στην ανθρωπότητα. Ο Μολιέρος ή κατά κόσμον Jean-Baptiste Poquelin γεννήθηκε πρίν από 395 χρόνια στο Παρίσι και συγκεκριμένα την 15η Ιανουραίου 1622 και πέθανε 51 χρόνια μετά το δηλαδή στις 17 Φεβρουαρίου του 1673. Αν και αρχικά ήθελε να ασχοληθεί με το δράμα αποτυγχάνει παταγωδώς και έτσι καταλήγει να γράφει κωμικά ή καλύτερα άκρως σατυρικά έργα σχετικά με τα τεκταινόμενα της τότε εποχής. Αν και προερχόμενος από μια ευκατάστατη οικογένεια γιός εμπόρου υφασμάτων,προορισμένος να γίνει θαλαμηπόλος του βασιλιά  Λουδοβίκου ΙΔ’.με εξαιρετική μόρφωση για τα δεδομένα της εποχής αφού σπούδασε στο περίφημο ιησουίτικο κολέγιο του Κλερμόν ( εκεί σπούδασε και ο Βολταίρος)  και μετέπειτα Νομική στο Πανεπιστήμιο της Ορλεάνης ο Μολιέρος δεν επαναπαύται στις δάφνες του.Αρνείται το αξίωμα του θαλαμηπόλου και ασχολείται με την δικηγορία. Όμως η αναπάντεχη γνωριμία με την πανέμορφη ηθοποιό Μαντλέν Μπεζάρ τον οδηγεί να ασχοληθεί με αυτό που αληθινά τον ενδιέφερε και δεν ήταν τίποτα άλλο από το θέατρο. Μαζί ιδρύουν τον θίασο «Ένδοξο Θέατρο» και κάπως έτσι ξεκινούν περιοδείες σε όλη την Γαλλία. Ο Μολιέρος δεν ήταν μόνο θεατρικός συγγραφέας αλλά  ηθοποιός  και σκηνοθέτης το γεγονός αυτό δεν συγκινείσαι ιδιαιτέρως τον πατέρα του ο οποίος στάθηκε απέναντι του στην επιλογή του να αφήσει την δικηγορία και να ‘πάρει τους δρόμους μαζί με κάποιους τυχάρπαστους της εποχής’. Έχοντας στο ενεργητικό του ήδη δυο άκρως επιτυχημένες κωμωδίες τον ‘Ασυλλόγιστο της Λυών’ στη Λυών το 1655 και το ‘Ερωτικό πείσμα’ στην Μπεζιέ το 1656 επιστρέφει στο Παρίσι το 1658 επιθυμώντας να κατοικήσει εκεί αλλά και να μεγαλουργήσει στην θεατρική σκηνή του Παρισιού.Έτσι το 1658 παρουσιάζει τον ‘Ερωτευμένο Γιατρό’ στον Βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ’ κερδίζοντας όχι μόνο την φιλία του του αδερφού του Βασιλιά. την χρηματοδότηση όλων των επικείμενων παραστάσεων του αλλά και το δικό του θέατρο δώρο του Βασιλιά! Για να ευχαριστήσει τον Βασιλιά για την γενναιοδωρία του ο Μολιέρος μετονομάζει τον θίασο του σε ‘Θίασος του Βασιλιά’ και γράφει για χάρη του Βασιλιά το θεατρικό έργο οι ‘Ψευτοσπουδαίες’ το οποίο κερδίζει την εύνοια του Βασιλιά. Ο Μολιέρος αποκτά πολύ γρήγορα την θέση την οποία επιθυμούσε διακαώς στην γαλλική σκηνή, παρόλαυτα η συνέχεια μόνο ρόδινη δεν προμηνύεται. Ήδη το 1662 ο Μολιέρος γίνεται δέκτης χλευασμών αφού παρουσιάζοντας το έργο του ‘Σχολείο Γυναικών’ σηκώνει θύελλα αντιδράσεων. Η υπόθεση του έργου συνδεόταν με καταστάσεις την τότε κοινωνίας και αυτό ενοχλούσε τους τότε συντηρητικούς αλλά και τους ευγενείς τους οποίους αφορούσε στην ουσία το συγκεκριμένο θεατρικό έργο. Το ‘Σχολείο Γυναικών’ είχε ως πρωταγωνιστή  έναν ώριμο άντρα -τον Αρνόλφο- που τρέμει στην ιδέα ότι η μελλουσα γυναίκα του δεν θα του είναι πιστή. Έτσι υιοθετεί ένα κοριτσάκι το οποίο και φροντίζει να μεγαλώσει μέσα στην άγνοια και τον τρόμο της αμαρτίας, για να μπορέσει ήσυχος κάποια στιγμή να το απολαύσει. Έπειτα από χρονια η Αγνή τρομοκρατημένη καθώς είναι από τον κηδεμόνα της που δεν έχει καταφέρει να της εμπνεύσει τα συναισθήματα που θα ήθελε, θα το σκάσει με τον πρώτο νεαρό που θα βρει μπροστά της.. Καταδικάζοντας τη στάση του Αρνόλφου, ο Μολιέρος κριτικάρει ζητήματα όπως εκείνα  του έρωτα, της κοινωνίας , των θεσμών της. Εκείνος δεν παραμένει με σταυρωμένα χέρια μπροστά στις δριμύες κριτικές του κοινού και ανταπαντά με τα έργα : ‘Κριτική του Σχολείου Γυναικών’(Ιούνιος 1663) και ‘Αυτοσχεδιασμός των Βερσαλλιών’ (1664). Tην ίδια περίοδο και μη έχοντας προλάβει να κατευνάσουν τα πνεύματα ο Μολιέρος παρουσιάζει μερικές πράξεις από το έργο του ‘Ταρτούφος’.Το έργο παρουσίαζε τον Ταρτούφο ένα ψευτοθρησκευόμενο μικροαπατεώνα που παρουσιάζεται ως υπέρμαχος της ενάρετης ζωής, φιλοξενείται από μια πλούσια, αστική οικογένεια του Παρισιού και διαταράσσει τις ενδοοικογενειακές σχέσεις επηρεάζοντας τον πατέρα της οικογένειας, Οργκόν. Παρόλες τις εκκλήσεις των υπολοίπων μελών της οικογένειας που προσπαθούν να τον πείσουν ότι ο Ταρτούφος είναι κατ’ επίφαση μόνο άνθρωπος της εκκλησίας, ο Οργκόν επιμένει ότι η παρουσία του μέσα στο σπίτι είναι προς όφελος ολόκληρης της οικογένειας. Από την πρεμιέρα κιόλας του έργου οι αντιδράσεις ήταν τόσο έντονες που ο Βασιλιάς Λουδοβίκος ΙΔ’ αναγκάστηκε να απαγορέψει το ανέβασμα του.Πέντε ολόκληρα χρόνια κράτησε η απαγόρεψη. Η υποβοηθούμενη επιστροφή του έργου στο θεατρικό σανίδι από τον Βασιλιά Λουδοβίκο ΙΔ’ όταν η «παλιά Αυλή» είχε αποδυναμωθεί τελείως ήταν άκρως επιτυχημένη αποσπώντας όχι μόνο διθυραμβικές κριτικές αλλά και μια θέση στο λεξικό της Γαλλικής Ακαδημίας για την λεκη ‘Ταρτουφος’ ( συνώνυμο της λέξης απατεώνας). Η κατακραυγή για τα έργα του Μολιέρου δεν σταματά εκεί αφού εκείνος ποτέ δεν συμμορφώθηκε με τις κοινωνικές νόρμες της εποχής.Συνέχισε ακάθεκτος να σατυρίζει τα τετκταινόμενα και ιδιαίτερα την αψεγάδιαστη εικόνα την οποία ήθελαν να περνάνε οι ευγενείς προς τα έξω. Έτσι ο Μολιέρος παρουσιάζει το έργο του ‘Δον Ζουάν’ το οποίο όμως κατεβαίνει άρων-άρων από το θεατρικό σανίδι. ‘Επειτα από όλες αυτές τις απαγορεύσεις η κατάσταση ομαλοποιείται ελαφρώς έτσι κωμωδίες όπως ΄’Φιλάργυρος’ το 1668, ‘Αρχοντοχωριάτης’ το 1870, ‘Οι κατεργαριές του Σκαπίνου’ το 1671, ‘Οι σοφολογιότατες’ το 1672 σώζουν τον Μολιέρο από την οικονομική καταστροφή την οποία είχε βιώσει ουκ ολίγες φορές κατά το παρελθόν παρά την βασιλική χρηματοδότηση την οποία εισέπρατε ανα τακτά χρονικά διαστήματα. Το τέλος δεν άργησε να έρθει. Η ζωή του Μολιέρου χαρακτηρίζονταν από υπερβολική δουλειά , ψυχολογικά σκαμπανεβάσματα όχι μόνο από τις διώξεις οι οποίες είχαν ασκηθεί εις βάρος του αλλά και από τα οικογενειακά προβλήματα όπως ο θάνατος της γυναίκας του και σχεδόν όλων των παιδιών του. Η ‘τελευταία’ πράξη για τον Μολιέρο γράφτηκε επί σκηνής. Στις 17 Φεβρουαρίου του 1673 και όντας άρρωστος καταρρέει επι σκηνής ερμηνεύοντας τον ρόλο του ‘Κατά φαντασίαν ασθενή’ στην ομώνυμη παράσταση. Λίγες ώρες αργότερα εξέπνευσε στην οικία του.Όντας ηθοποιός δεν μπορούσε να τελεστεί χριστιανική κηδεία καθώς και δεν μπορούσε να ταφεί στο νεκροταφείο καθώς αυτό απαγορευόταν από την Εκκλησία. Το άψυχο σώμα του Γάλλου συγγραφέα τάφηκε στο τμήμα του νεκροταφείου που ενταφιάζονταν τα αβάπτιστα βρέφη μετα την δύση του ηλίου της 21ης Φεβρουαρίου του 1673. Έπειτα από αρκετά χρόινια περί το 1792  τα οστά του μεταφέρθηκαν στο μουσείο μνημείων της Γαλλίας και το 1817 μεταφέρθηκαν στο νεκροταφείο Le Père Lachaise. Όσο πιο πολύ αγαπάς κάποιον, τόσο πιο λίγο χρειάζεται να τον κολακεύεις. Μολιέρος

Πηγή: https://frapress.gr/2017/02/molieros-zoi-ke-ergo-tou/
https://frapress.gr/2017/02/molieros-zoi-ke-ergo-tou/

Τετάρτη 10 Ιουλίου 2019

ΝΙΚΟΣ ΜΟΣΧΟΝΑΣ



O Νικόλαος Μοσχονάς (1907, Αθήνα - 1975) θεωρείται από πολλούς ως ο πρώτος κορυφαίος πρεσβευτής της ελληνικής όπερας, αφού από το 1938 που εισήλθε στην Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης ως πρωταγωνιστής αφενός παρέμεινε τα περισσότερα χρόνια από κάθε άλλον Έλληνα, αφετέρου ήταν ο πρώτος Έλληνας βαθύφωνος που έκανε το αστέρι του να λάμψει στον διεθνή μουσικό στίβο. Έφτασε να τραγουδήσει ως κορυφαίος σολίστας στο Ρέκβιεμ του Βέρντι, με μαέστρο τον άφθαστο Τοσκανίνι. Λένε μάλιστα πως στο συγκεκριμένο έργο ο Μοσχονάς επιλέχθηκε από τον ίδιο τον Τοσκανίνι! Την επομένη ημέρα της συναυλίας το αμερικανικό περιοδικό TIMES της Νέας Υόρκης, έγραψε «Ο Μοσχονάς στο Ρέκβιεμ αναδείχθηκε αντάξιος του μεγάλου μαέστρου που διηύθυνε», ενώ η εφημερίδα SUN έγραψε πως «ο Έλληνας βαθύφωνος απέδωσε το Ρέκβιεμ του Βέρντι, όπως κανείς άλλος πριν». Επίσης στις επιτυχίες του Μοσχονά, αξίζει να αναφερθεί και η συναυλία που έδωσε στο Carnegie Hall, στην οποία συγκέντρωσε πάνω από 3.000 ακροατές. Ακόμα και οι αυστηρότεροι α Αμερικανοί  μουσικοκριτικοί μιλούσαν με ενθουσιασμό για τον όγκο, την μελωδικότητα και την ένταση της φωνής του, ενώ έφτασαν πολλοί εξ αυτών να τον συγχαρούν και στα παρασκήνια, κάτι που ουδέποτε κάνουν! Η σταδιοδρομία του Μοσχονά ουσιαστικά ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του ’30 από το Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, που ακόμα κρατούσε κάτι από τις λαμπρές ημέρες του παρελθόντος. Οκτώ μόλις χρόνια μετά από τις Πειραϊκές εμφανίσεις του, έφθασε στην Όπερα της Νέας Υόρκης! Στη Νέα Υόρκη δεν παρέμεινε ήρεμος με την γρήγορη άνοδό του, αλλά παράλληλα μάθαινε αγγλικό, γαλλικό και ιταλικό ρεπερτόριο. Αξίζει να αναφερθεί πως όταν προσλήφθηκε στην Όπερα της Νέας Υόρκης δεν γνώριζε καν την Αγγλική γλώσσα! Ο ίδιος έλεγε πως η χρονική διάρκεια για να μπορεί κάποιος να μιλά μια ξένη γλώσσα, είχε να κάνει με το επίπεδο αντίληψης και ουδέποτε φάνηκε να ανησυχεί για το γεγονός πως έφθασε στην Αμερική χωρίς να μιλά τα αγγλικά. Τραγούδησε στο μεγαλύτερο αμερικανικό ραδιοφωνικό σταθμό τον N.B.C. και το 1939 στην Σκάλα του Μιλάνου. Ο Μοσχονάς γεννημένος στην Αθήνα το 1907, αν και λόγω της αμερικανικής δόξας που γνώρισε, ουδέποτε ξέχασε την πόλη των παιδικών του χρόνων. Νοσταλγούσε τις βόλτες που έκανε κάποτε στον Βασιλικό (νυν Εθνικό) Κήπο και την ταβέρνα που σύχναζε (του Σιλιβάνη) που συνοδεία κρασιού τραγουδούσε καντάδες. Επίσης θυμόταν συχνά τους καθηγητές της μουσικής από την εποχή του Εθνικού Ωδείου Αθηνών, το οποίο είχε τελειώσει. Κλείνοντας να αναφερθεί πως ο Μοσχονάς μέχρι σήμερα αναφέρεται για την υπέροχη εμφάνισή του ως Ράμφις στην όπερα «Αΐντα». Πέθανε το 1975 τιμώμενος με πλήθος χρυσών μεταλλίων τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό.

Κυριακή 14 Απριλίου 2019

Οικογένεια

mitera
Κάθε ἡμέρα ἡ μητέρα τῆς Ἑλενίτσας καὶ τοῦ Χρόνη σηκώνεται πρωί. Πιὸ πρωὶ ἀπ’ ὅλους μέσα στὸ  σπίτι. Καθὼς μπαινοβγαίνει στὰ δωμάτια, περπατεῖ σιγὰ - σιγά, για νὰ μὴ ξυπνήσῃ τἀ παιδιά της. Ἔχει  νὰ σκουπίσῃ, νὰ συγυρίσῃ, ν’ ἀνάψῃ φωτιά. Νὰ ψήσῃ τὸν καφὲ γιὰ τὸν πατέρα, ποὺ θὰ φύγῃ γιὰ τὴ δουλειά. Νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ ζεστὸ γιὰ τὰ παιδιά της, ποὺ πηγαίνουν στὸ σχολεῖο.
Καὶ ὅταν εἶναι ἡ ὥρα γιὰ νὰ ξυπνήσουν, ἔρχεται σιγά - σιγά, γιὰ νὰ μὴ τά τρομάξῃ, καὶ τὰ φωνάζει μὲ χαϊδευτικὴ φωνή:
- Ἔ! ὑπναρᾶδές μου! Ξυπνᾶτε! Φθάνει πιὰ τόσο ποὺ ἐκοιμηθήκατε.
Ἐκεῖνα ἀκοῦν τὴ φωνή, ἀνοίγουν τὰ μάτια τους, μὰ πάλι τὰ ξανακλείνουν. Τοὺς ἀρέσει ὁ ὕπνος.
Ἡ μητέρα, ὅμως, ἂν δὲν ξυπνήσουν, δὲν φεύγει.
- Τὰ ρουχαλάκια τους εἶναι στὴ θέσι τους ἕτοιμα καὶ καθαρά. Τὰ παπούτσια τους λουστραρισμένα.
Ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Ὅταν τὰ παιδιά της νιφθοῦν, ἑτοιμασθοῦν καὶ κάμουν τὴν προσευχή τους, οἱ κοῦπες μὲ τὸ ζεστὸ ρόφημα τὰ περιμένουν στὸ τραπέζι. Βουτοῦν τὸ ψωμί τους στὸ ρόφημα καὶ τρώγουν μὲ μεγάλη ὄρεξι.
- Σιγά! μὴ βιάζεσθε! τοὺς λέγει ἡ μητέρα. Μὴν τρῶτε λαίμαργα. Μασᾶτε καλά. Προσέξετε νὰ μὴ λερώσετε τὰ ροῦχά σας.
Καὶ ὅταν ἡ ῾Ελενίτσα καὶ ὁ Χρόνης χορτάσουν, σηκώνονται καὶ εἶναι ἕτοιμοι γιὰ τὸ σχολεῖο. Αὐτὸ γίνεται κάθε ἡμέρα μὲ τὴ μητέρα. Γίνεται ἑβδομάδες, γίνεται μῆνες, γίνεται χρόνια.
Καὶ σὰν τὴ μητέρα τῆς Ἑλενίτσας καὶ τοῦ Χρόνη κάνουν ὅλες οἱ μητέρες τῶν παιδιῶν.
Ἡ μητέρα πάντα μᾶς ξυπνᾷ μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ τὸ σχολεῖο. Αὐτὴ μᾶς φροντίζει καὶ μᾶς παραστέκει στὴν ἀρρώστεια μας. Σ᾽ ὅλα ἡ μητέρα καὶ παντοῦ ἡ μητέρα.
Πηγή  : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963
http://www.kapodistrias.info/oikogeneia/i-mitera

Ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, που έγινε τύραννος της Σμύρνης & μισήθηκε απο σμυρνιούς και ηπειρώτες



Ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, που έγινε τύραννος της Σμύρνης & μισήθηκε απο σμυρνιούς και ηπειρώτες

Του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη

Στις 22 Ιουνίου 1949, πέθανε ξεχασμένος στη  Νίκαια της Γαλλίας, ο άνθρωπος που μισήθηκε από ηπειρώτες και μικρασιάτες για τον αυταρχικό χαρακτήρα του, που χειροδίκησε με μητροπολίτες και ιερείς, ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1861 και διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο αρμοστής, στην ΄Ηπειρο το 1917 και στη Σμύρνη το 1919.

Στην Πρέβεζα, ο μητροπολίτης Ιωακείμ, «τόλμησε!» να τον επισκεφθεί στο γραφείο του, όπου βρισκόταν και ο υπουργός Περιθάλψεως  Σίμος. Μόλις τον είδε ο Στεργιάδης, έγινε έξαλλος και μπροστά στον υπουργό, του λέει: «Τι θέλεις εδώ δέσποτα; Ποιος σε κάλεσε;». Και σύμφωνα με την εφημερίδα «Ακρόπολις», «όρμησε, τον ήρπασε από το εγκόλπιο το οποίον έσφιγγε δυνατά το λαιμό του και τον έσυρε βιαίως προς την έξοδο. Η αλυσίδα του εγκολπίου παρά ολίγον  να τον πνίξη!» Μία ώρα μετά, επιτέθηκε στο βουλευτή Πρεβέζης Γερογιάννη με ύβρεις και τον απέπεμψε, ενώ χαστούκισε για ασήμαντο λόγο, τον τελωνιακό υπάλληλο Κρεβατά!

Φωτό: Ο Στεργιάδης σε σκίτσο της εποχής

Στις 4-5-1919, ο Βενιζέλος, τον στέλνει αρμοστή στη Σμύρνη με εντολές, να προλάβει  παρεκτροπές Στρατού και Λαού, που θα υπονόμευαν τα ελληνικά συμφέροντα. Αυτό ίσως εξηγεί  τις δικτατορικές του ενέργειες, που ξέφευγαν, με υπερβάσεις και μεροληψίες πάντα υπέρ των Τούρκων και σε βάρος των Ελλήνων. 

Τον επισκέφθηκε μια μέρα η Δημογεροντία (Τσαρακτσόγλου, Κλημάνογλου, Σολωμονίδης κ.α.) για σοβαρά κοινοτικά ζητήματα.΄Εγιναν δεκτοί με ύβρεις και φωνές! « Τι γυρεύετε εδώ; Γιατί ήρθατε; Ποιος σας έφερε; Εμπρός, να φύγετε αμέσως, δεν είναι δική σας δουλειά» και τους έσπρωξε βιαίως στην έξοδο! 

Το Σεπτέμβρη του 1919, ο εφοπλιστής  Δημοσθένης Πανταλέων, επιστρέφοντας οικογενειακώς από τον Πειραιά στη Σμύρνη, η σύζυγός του Δέσποινα, βρίσκει, στην έπαυλη τους στο Βουτζά εγκατεστημένο από τον Στεργιάδη, τον  Άγγλο πρόξενο, που τη ρωτά αυστηρά «Τι ζητείτε εδώ;» Εκείνη ταραγμένη απαντά, «ήρθα στο σπίτι μου». Εκείνος την έδιωξε λέγοντας  « Τώρα είναι δικό μου!» Ο Στεργιάδης, οργισμένος επειδή έθιξε τον πρόξενο, διέταξε τον αστυνόμο Νικηφοράκη, να τη συλλάβει και να τη φυλακίσει! 

Η αυταρχισμός του εκδηλωνόταν κυρίως στον Κλήρο. Ταπείνωσε τον μητροπολίτη Κυδωνιών Γρηγόριο κι εξευτέλισε τον Σμύρνης Χρυσόστομο, όταν αδίστακτα διέκοψε  το κήρυγμα του, στη δοξολογία για τον εορτασμό της συμμαχικής νίκης, λέγοντας οργισμένος, «ξεφεύγετε από τα θρησκευτικά όρια και επιδίδεσθε εις εθνικοπατριωτικάς πολιτικολογίας». 
Φωτό: Οκτώβριος του 1920 στη Σμύρνη κατά την διάρκεια εκδήλωσης. Αριστερά ο Αρμοστής Στεργιάδης, δίπλα του ο στρατηγός Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και δεξιά ο στρατηγός Θόδωρος Πάγκαλος 

Στις 18-11-1919, ο Χρυσόστομος διαμαρτύρεται εγγράφως στον Στεργιάδη. «Εξοχώτατε, ήλθον εξάκις εις το μέγαρόν σας, αλλά εστάθη αδύνατον να σας ιδώ!» Ο Στεργιάδης αντιδρά. Κόβει την κυβερνητική επιχορήγηση  για κοινωνικούς σκοπούς, επισκέπτεται τον… «καταχραστή» Χρυσόστομο και του λέει « Είσαι ή δεν είσαι κλέφτης; Τι παπάς είσαι; Δώσε μου γρήγορα λογαριασμό!»  Ο Χρυσόστομος δείχνει τις αποδείξεις και ο Στεργιάδης λέει ειρωνικά « Μπά; Κρατάς και αποδείξεις; Άκουσε καλά, εγώ είμαι αρμοστής, σε μένα λογοδοτείς κι εσύ είσαι ενας απλός παπάς!» Όταν κατάλαβε ότι παραφέρθηκε, έστειλε για να τον εξευμενίσει ένα αυτοκίνητο, το οποίο δεν δέχτηκε ο ιεράρχης! 

Φωτό: Ο εθνομάρτυς μητροπολίτης Χρυσόστομος, τον οποίο εξευτέλιζε ο Στεργιάδης. 

Απάνθρωπα φέρθηκε στο γραφείο του και στον ιερέα Δωρόθεο που αδικηθείς, ζήτησε δικαίωση. «Βρε τραγόπαπα, τολμάς να κάνεις του κεφαλιού σου;» του είπε ο Στεργιάδης και όταν τόλμησε να δικαιολογηθεί, αφηνίασε: « Σκασμός παλιάνθρωπε» και άρπαξε ένα μαστίγιο, τον δέρνει ανηλεώς και να τον κλωτσά αλύπητα! Ακόμα και τον διοικητή του στρατού κατοχής Σμύρνης στρατηγό Κων. Νίδερ εξευτέλισε σε εκδήλωση παρουσία επισήμων!

Το τέλος Χρυσόστομου και Στεργιάδη 

Οι  υπουργοί, Ρέπουλης και Διομήδης, τον κατήγγειλαν στον Βενιζέλο. Εκείνος τον υπερασπίστηκε αποδίδοντας υπερβολές  στις καταγγελίες από ζηλοφθονία. Αγνόησε την καταγγελία Χρυσοστόμου: «… απεστείλατε ως ύπατον αρμοστήν έναν παράφρονα, εγωϊστήν, φλύαρον» που βρίζει, δέρνει εξορίζει και φυλακίζει, «τα υγιή και σώφρονα στοιχεία του τόπου, διότι εν τω φρενοκομείω του δεν είχον τόπον…»  Στις 26-8-22, ο Στεργιάδης κρυφά μπήκε σε βάρκα  που τον οδήγησε  στο Αγγλικό πλοίο « Iron Duke» και με ρουμανικό, μέσω Κωστάντζας έφυγε στη Γαλλική Νίκαια. Ο Χρυσόστομος παρέμεινε κοντά στο ποίμνιο του, συνελήφθη την επομένη και κατακρεουργήθηκε άγρια από τον τουρκικό όχλο… 

*Το αρθρο δημοσιευτηκε στην εφημερίδα Real News

Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Σε εκδήλωση, ο Στεργιάδης επιπλήττει φραστικά τον στρατηγό Νίδερ!
http://www.pontos-news.gr/article/21988/o-ypatos-armostis-aristeidis-stergiadis-poy-egine-tyrannos-tis-smyrnis-misithike-apo

Σάββατο 30 Μαρτίου 2019

Παντελής Ζερβός, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος: Δράματα ανυπόφορα για εκείνους που σκόρπιζαν γέλιο (Μέρος Β’) Πόλεμοι, ορφάνια, σφαίρες σε λάθος στόχο, παιδιά θαμμένα ζωντανά, εγκαταλειμμένα μωρά σε ζωές που έμοιαζαν έντονα χρωματιστές, αλλά δεν ήταν..

Δεξαμενές χαώδεις και αβυσσαλέες, χωρίς πάτο και με υπόγεια σύνδεση σε ωκεανούς, οι ψυχές των ανθρώπων και πόσο περισσότερο εκείνες των καλλιτεχνών, που παίζουν με το υστέρημα σε πίκρα και συχνά φθονερή, από το θείο, εκδίκηση για τις υπόλοιπες τους χάρες. Σα να ισορροπεί το ζύγι την αγάπη του κόσμου, τα ταλέντα, την εμφάνιση, την ευγένεια της μορφής με το χτύπημα απ την μοίρα. Και σαν οι καλλιτέχνες να μπορούν να γεννηθούν μόνο μέσα απ το δράμα και ποτέ απ την χαρά και το περίσσευμα.
Αν πάμε πίσω σε εποχές ασπρόμαυρες και σέπια, που σήμερα σε λεύκωμα εκδοτικά θεματικά ή σε ταινίες μοιάζουν όλο νοσταλγικά, αθώα, αυθόρμητα, ίσως ανέμελα, μέσα απ την παραπλάνηση του χρόνου και την απατηλότητα της νοσταλγίας, στέκεται τόσο πικρά αντιφατικό, θλιμμένο, αλμυρό σαν βούρκωμα το γεγονός πως άνθρωποι που μας χάρισαν γέλιο, εκείνοι οι ταλαντούχοι της κωμωδίας, έζησαν τεράστιες τραγωδίες, απ’ αυτές που δεν αντέχει ο άνθρωπος να τις σηκώσει, τον συνθλίβουν σα βράχια, σα βουνά ολόκληρα που πάνε και χτίζονται στο στήθος του.
Ο Παντελής Ζερβός, ο Βασίλης Αυλωνίτης, η Κυβέλη,  ακόμα και ο Λογοθετίδης έζησαν ανείπωτα δράματα και ερημιά, πριν μοιράσουν γέλιο, χαρά, όνειρο στο κοινό και σφραγίσουν την συναισθηματική εκπαίδευση της γενιάς του. Και έμαθαν καλά, αυτό που ο Όμηρος από κείνη την άκρη του καιρού, σ αυτή τη γη έλεγε παρηγορώντας μας: «… σε τίποτα δεν ωφελούν τα κλαψουρίσματα.
Οι Θεοί έκλωσαν έτσι το νήμα της ζωής των δυστυχισμένων ανθρώπων, που αυτοί ζούνε μέσα στα βάσανα, ενώ εκείνοι μένουν αμέριμνοι. Δύο δοχεία βρίσκονται κοντά στην πόρτα του Δία: το ένα γεμάτο από κακά δώρα και το άλλο γεμάτο από δώρα καλά. Αυτά ο κεραυνοβόλος Δίας τ’ ανακατώνει και δίνει σ’ άλλον κακά και σ’ άλλον καλά…» και ίσως το μετανιώνει, μετρά και δίνει κι άλλα. Σε θείο ζύγι οι ζωές όλων, σα πραγματάκια για εμπόριο…

Ο Παντελής Ζερβός και το κοριτσάκι του που θάφτηκε ζωντανό

Ο Παντελής Ζερβός έζησε πίκρα και απώλεια από νωρίς στη ζωή του, από όταν γεννήθηκε, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1908 στην Περαχώρα Λουτρακίου. Τη μάνα του, την έχασε 4 μόλις χρόνων, χωρίς  προλάβει να έχει ανάμνηση της. Ο πατέρας του, που ήταν παπάς, πέθανε, όταν ο Παντελής ήταν 8 ετών, σε ηλικία που καταλάβαινε τι σημαίνει να χεις σπίτι και να το χάνεις, γονιό που να χάνεται και να σε κλείνουν σε ορφανοτροφείο. Οι συγγενείς δεν είχαν χώρο για εκείνον. Τον έβαλαν στον Τζάνειο. Θα διαλέξει να φύγει και να αγωνιστεί μονάχος, δουλεύοντας και διαβάζοντας, μικρό παιδάκι αυτό σε έναν μεγάλο, σκληρό κόσμο. Θα πηγαίνει στο Σχολαρχείο, θα το τελειώσει, θα κάνει ό,τι δουλειά βρίσκει χωρίς να βαρυγκωμά.
Παντελής Ζερβός
Μαθαίνει τέλεια Αγγλικά, μελετώντας μόνος του. Θα υπηρετήσει στο Βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό. Με τη στολή του ναυτικού, αφού διακριθεί σε διαγωνισμό ταλέντων της Λυρικής, γιατί είχε σπουδαία φωνή, θα πάει να δώσει εξετάσεις στο νέο και πολλά υποσχόμενο Θέατρο Τέχνης. Ο Κουν θα ακούσει ένα γάργαρο νεανικό γέλιο, ενώ εξετάζει. Θα βγει να δει ποιος γέλασε τόσο ιδιαίτερα. Ένας ναύτης! Θα γίνει από τους θεμέλιους λίθους του Τέχνης. Επίδαυρος πολύ! Κλασσικό ρεπερτόριο και δύσκολοι ρόλοι. Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης,  Ελληνική Σκηνή του σπουδαίου Ροντήρη, δικό του θίασος και κάποτε και μέχρι το τέλος της ζωής του, πρωταγωνιστής του Εθνικού Θεάτρου!
Ήταν θερμός οπαδός του Παναθηναϊκού. Κάπνιζε και του άρεσε η παρέα και το καλό φαγητό. Πήρε βραβεία, παράσημα από το ελληνικό έθνος, γνώρισε τιμές. Και σακατεύτηκε για πάντα η ζωή του, από τη θέληση μιας κακής μοίρας, που τον βάραινε πάντα με απώλειες, απόγνωση και ορφάνευα.
Ο Παντελής Ζερβός είχε νέος ερωτευτεί την ωραία Μαρία του, μια μελαχρινή καλομεγαλωμένη Σαντορινιά. Κάναν τρείς κόρες. Τρεις χαϊδεμένες μικρούλες που έμοιαζαν να ζουν μόνο καλοκαιριά σε Φάληρο και Σαντορίνη. Ταξίδια, παιχνίδια, βιβλία, κούκλες, μεγάλοι λευκοί φιόγκοι στα μαλλιά, ελευθερία στα βράχια της Θήρας, μπλε και πορτοκαλί. Όπως η θάλασσα και ο ήλιος.
Ο Παντελής στις τέσσερις γυναίκες του, χατίρι δε χαλάει! Σίγουρος πως διασκεδάζουνε το καλοκαίρι τους στην Σαντορίνη, εκείνος δουλεύει πυρετωδώς για άλλη μια μεγάλη παράσταση στην Επίδαυρο. Είναι Ιούλιος του 1956. Ο φονικός σεισμός, πρωί Δευτέρας, ζηλεύοντας το νησί, το ισοπεδώνει όλο! Χαλασμός και ερείπια, μέσα σε στιγμές. Το μικρό κορίτσι, η Ευδοξία, θάβεται στο σπίτι των παππούδων της, τσακισμένο κορμάκι στα χαλάσματα, θαμμένο κάτω από τόνους σκόνης, ξύλου, ασβέστη. Δεν πρόλαβε, μικρό αυτό, να πηδήξει έξω όπως η μάνα του και οι αδελφές του!
Πρωί χάθηκε το κορίτσι, που για άλλους ήταν 8 ετών και για άλλους 11. Τι σημασία έχει, αστεράκι ήταν και έσβησε και πάει… Βράδυ, λίγο πριν βγει ο πατέρας στην σκηνή, να μετρηθεί με τους ρόλους και το κοινό, να ιδρώσει για την τέχνη, να περάσει πάθη για τους ανθρώπους, για την κάθαρση τους, τα νέα απ τη Σαντορίνη έχουν φτάσει. «…Σκοτώθηκε η Ευδοξούλα», του ψιθυρίζουν, ενώ πατάει το σανίδι. Σαν υπνωτισμένος, βγαίνει στο φως της παράστασης. Παίζει. Τελειώνει. Υποκλίνεται. Το κοινό δεν ξέρει… το κοινό μόνο θέλει… Οκτώ φορές, εκείνο το βράδυ, τον ζητάνε στη σκηνή για τον χειροκροτήσουν. Σε ύπνωση βαθιά σχεδόν και τις οκτώ φορές υποκλίνεται μπροστά τους! Σαν σωπάσουν τα παλαμάκια, γυρνά στο καμαρίνι του. Η ύπνωση τελειώνει. Σωριάζεται λιπόθυμος στο πάτωμα. Πότε πια δεν θα είναι ο ίδιος.
Όμως, το βάσανο δεν τέλειωσε εδώ. Σαν τους τραγικούς ήρωες που έβλεπε τα παθήματα τους στην Επίδαυρο, οι θεοί είχαν και άλλον, περισσότερο πόνο για αυτόν… Η Μαρία σακατεμένη, μοιάζει να μην αντέχει άλλον σπαραγμό. Εκείνη βγήκε, σώθηκε. Και άφησε πίσω το παιδί! Ποιος ξέρει σε τι βάθη ωκεανών θλίψης βυθιζόταν η ψυχή της. Δεν ξαναπήγε στην Σαντορίνη! Να προστατεύει ό,τι μπορεί παλεύει ο Παντελής Ζερβός και τρία χρόνια μετά το θάνατο του παιδιού, πήγαινε εκείνος στο νησί για την εκταφή. Και εκεί, στα ηφαιστειώδη βράχια της Θήρας, η τραγωδία κορυφώνεται καταστροφικά. Το παιδί είχε θαφτεί ζωντανό! Ο σκελετός της δεν ήταν ανάσκελα, αλλά στο πλάι, γιατί το κορμάκι γύρευε να βρει διέξοδο και να σωθεί και το στόμα ήταν ανοιχτό στην εναγώνια προσπάθεια για να πάρει ανάσα. Το σήκωσαν από τα έρεπα, το κοίταξαν τραυματισμένο και το έθαψαν βιαστικά γιατί οι αρχές φοβόταν τις μολυσματικές ασθένειες απ τις σωρούς των σκοτωμένων. Τα τραύματα της Ευδοξούλας δεν ήταν θανατηφόρα. Άνοιξε τα μάτια, προσπάθησε να γεμίσει τα πνευμονία της, πάλεψε για λίγο και τελικά παραδόθηκε, από ασφυξία, στο σκοτάδι. Ο Παντελής Ζερβός κράτησε αυτή την αποτρόπαιη και ασήκωτη για γονιό μυστικό απ την Μαρία του και από τον κόσμο όλο. Μόνο λίγο πριν από το θάνατό του εξομολογήθηκε αντί για παπά σε δημοσιογράφο ένα δειλό, σκεπτικό: «…εκείνες τις τραγικές μέρες στη Σαντορίνη, όποιον σκουντούσαν και δεν σάλευε, τον έθαβαν αμέσως για λόγους υγείας καθώς τα μέσα ήταν ανύπαρκτα…».
Συνέχισε να παίζει, να παίρνει υμνητικές κριτικές, να συναντιέται με τα ιερά τέρατα της εποχής σαν ίσος, να δημιουργεί, να ζει, να λαμβάνει βραβεία και παράσημα. Και πριν κλείσει τα μάτια του στις 22 Ιανουάριου, είχε ήδη μισοξεράνει στο βράχο της Σαντορίνης, σκύβοντας πάνω από ό,τι είχε απομείνει από παιδικό κορμί.
«Ο Χρόνος τα παίρνει στο τέλος όλα, είτε μας αρέσει, είτε όχι», λοιπόν, αλλά τώρα, όσες φορές κι αν δούμε τον Ζερβό στις ταινίες του στις τηλεόραση, πώς να μη σταθούμε σε εκείνη την αδιόρατη μελαγχολία στα μάτια του, σαν οι σκιές μέσα του να παλεύουν για ανάσες…

Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος που πέθανε μόνος και τον βρήκαν μέρες μετά

Ήταν το όγδοο παιδί από τα δέκα μιας οικογένειας στο Διακοφτό, που αγωνιζόταν να επιβιώσει. Άριστος αθλητής, στο ακόντιο και στο ποδόσφαιρο, λάτρευε τα αρχαία, που τα ‘χε γνωρίσει διαβάζοντας Ηρόδοτο σε μια εφημερίδα που ‘χαν τυλίξει ψάρια για να τα πάει στο σπίτι. Μια ερασιτεχνική παράσταση στο σχολείο, ένα κορίτσι που τον φίλησε για συγχαρητήρια και το φιλί της ήταν ό,τι πιο γλυκό και ευωδιαστό του ‘χε συμβεί! Ψέματα στους γονείς και να ‘τος στο ελληνικό θέατρο, σπουδαίος, ξεχωριστός, αγαπημένος και τόσο μοναχικός!
Αυτός που σκόρπιζε το γέλιο, γελούσε ο ίδιος στη ζωή του και απέφευγε την μεμψοιρία και την μιζέρια, είχε ζήσει τον μεγάλο πόλεμο στο Αλβανικό μέτωπο. Πολέμησε στη Χιμάρα. Είδε νέους άνδρες, σχεδόν αγόρια, να πεθαίνουν διπλά του. Έζησε το χαλασμό, τη τρέλα και τέλος, την ήττα. Με τα ποδιά γύρισε από την Αλβανία στο Διακοφτό και στον μοναχικό, όλο πείνα και κατεβασμένα κεφάλια, ατέλειωτο σχεδόν δρόμο του, ήξερε ήδη πως θα μείνει μόνος στη ζωή. Το είχε αποφασίσει. Όταν η Ελλάδα βρισκόταν πλέον υπό γερμανική κατοχή και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος επιστρέφει στο θέατρο, για επιβίωση και για παρηγοριά σε ένα κοινό που υπέφερε σα να μην ξημέρωνε πια και όλα ήταν νύχτα.
Η παράσταση που πρωταγωνιστούσε, κάνοντας τον Βρουμ, που θα πει σκουλήκι, έκανε τεράστια επιτυχία.  Ένα βράδυ, ανάμεσα στο κοινό βρέθηκε και ο Γερμανός διοικητής της Βορείου Ελλάδας, ο διαβόητος Μαξ Μέρτεν, ένας εγκληματίας πολέμου, που έστειλε στο Άουσβιτς 50.000 Έλληνοεβραίους της Θεσσαλονίκης αφού, λεηλάτησε τις περιουσίες τους, που η συνολική τους αξία ξεπερνούσε τότε τα 125.000.000 χρυσά φράγκα. Ο φρικαλέος αυτός εγκληματίας, κάποια χορδή ανθρωπιάς, ζωντανή, ένιωσε να πάλλεται εντός του, βλέποντας την ερμηνεία του Παπαγιαννόπουλου.
Όταν έπεσε η αυλαία, ο «δήμιος της Θεσσαλονίκης» θέλησε να συγχαρεί τον ηθοποιό, που του είχε τραβήξει την προσοχή. Οι προσπάθειες του απεσταλμένου του Μέρτεν να έρθει σε επαφή με τον Παπαγιαννόπουλο έπεσαν στο κενό. Αρχικά ο ηθοποιός ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα του, γιατί άλλαζε ρούχα. Ο γερμανός απεσταλμένος επέμεινε, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταδώσει προφορικά το μήνυμα του Μέρτεν προς τον Παπαγιαννόπουλο. Το μήνυμα του ναζί έλεγε: «Τον ρόλο αυτό στη Γερμανία τον παίζει ο καλύτερος ηθοποιός που έχουμε, αλλά σε ορισμένες σκηνές ο δικός σας, δηλαδή ο Παπαγιαννόπουλος, ήταν καλύτερος. Και αυτό έγκειται στην πονηριά και στην καπατσοσύνη την οποία έχει ο Έλληνας». Η απέχθεια του ηθοποιού φάνηκε με το μην ανοίξει ποτέ η πόρτα του για τον κατακτητή με κάθε κόστος για τον ίδιο, που είχε γνωρίσει ήδη, πόλεμο, ήττα, πίκρα και μια ζωή αγέλαστη στην κατάκτηση.
Κάποτε ερωτεύτηκε την καλλονή, την μοιραία Άννα Καλουτά. Την ερωτεύτηκε με σφοδρότητα, με πάθος, με λατρεία στα όρια της θρησκευτικής αφοσίωσης. Μα εκείνη ζούσε το πάθος της με τον γόη Λάμπρο Κωσταντάρα. Κλείστηκε στον εαυτό του. Δεν την διεκδίκησε. Δεν έβαλε εμπόδια. Καμία άλλη δε θα υπήρχε ποτέ εκτός από αυτή! Όταν τον ρωτούσαν γιατί δε παντρεύτηκε, απαντούσε πως ροχάλιζε και καμία δε τον ήθελε, γελώντας.
Σχέσεις πολλές υπήρξαν στη ζωή του, αλλά η απόφαση της μοναξιάς του δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ.  Και έτσι μόνος, έσβησε στο δυαράκι του, στον δεύτερο όροφο μια πολυκατοικίας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Να πόνεσε λίγο πριν; Να ζήτησε βοήθεια; Να κατάλαβε πως τελειώνει μονάχος, εκείνες τις μέρες του 1984, λίγο πριν τον Πάσχα; Ήταν Μεγάλη Τρίτη όταν τον βρήκαν. Αυτός που όταν τέλειωνε το έργο είχε συνηθίσει να δέχεται χειροκροτήματα, έφυγε μέσα στη σιωπή για άλλο ένα εντελώς μοναχικό, οριστικό ταξίδι…
https://www.mononews.gr/life-style/pantelis-zervos-dionisis-papagiannopoulos-dramata-anipofora-gia-ekinous-pou-skorpizan-gelio-meros-v