Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2020

"Φόνισσα και διαβολογυναίκα, δεν ήρθες γιατί έκανες φόνους αλλά γιατί είχες εφιάλτες"

 Θα σας πω όμως μια ιστορία για μια μαμή, πώς σώθηκε επί των παιδικών μου ημερών. Τρείς γυναίκες το 1938, ξεκίνησαν για εξομολόγηση, στον όσιο Γεώργιο Καρσλίδη, που ασκήτευε στη Σίψα της Δράμας. Έξω απ’ τη Δράμα δέκα χιλιόμετρα. Ο Άγιος που είχε μεταξύ των πολλών χαρισμάτων, το προορατικόν, το προφητικόν και τα λοιπά, αυτός ο Άγιος λοιπόν, - μικρό είναι το εκκλησάκι του, όσοι έχετε πάει στη Σίψα...

το έχετε δει το εκκλησάκι πόσο μικρό είναι και πόσο το κελάκι του, ύστερα κατόπιν οι μοναχές το μεγάλωσαν λιγάκι, αλλά το πρώτο και το παλιό ήτανε πολύ μικρό,- βγήκε μπροστά στην πόρτα, και όταν οι γυναίκες έφτασαν περίπου στα είκοσι μέτρα τις σταμάτησε.


Εεπ, σταθείτε εκεί, (εδώ δηλαδή στην πόρτα). Για σταθείτε. Στάθηκαν οι καημένες, δεν τολμούσαν να πλησιάσουν. Από μακριά τις έλεγε τις αμαρτίες τους. Και αποκάλυπτε ακόμα και τι είχαν κρυμμένα μέσα στις τσέπες τους. Δεν έβλεπε μόνο τις καρδιές. Έβλεπε και τις άκρες εδώ των ρούχων τους στη γωνία εδώ, σ’ αυτή τη γωνία, τι κρύβανε.


Πούχαν πάρει απ’ τους χοτζάδες τις Κομοτηνής. Απευθύνεται λοιπόν σε αυτήν που ήταν αριστερά και της λέει, «Εσύ κυρά Μαριώ, είσαι αθεόφοβη, δεν έχεις καθόλου φόβον Θεού, γιατί; γιατί τα χέρια σου είναι ματωμένα. Είσαι μαμή αλλά και φόνισσα. Καθαρά πράματα, ξεκάθαρα. Σκοτώνεις τα μωρά στις κοιλιές των εγκύων γυναικών, των μανάδων που δεν είναι μάνες, και συ είσαι μια διαβολογυναίκα, και ήρθες εδώ με την παρέα τρέμοντας απ’ το φόβο σου, να σου διαβάσω μια ευχή, για να σου φύγουν οι εφιάλτες.


Γι’ αυτό ήλθες! Δεν ήρθες γιατί έκανες φόνους, αλλά γιατί είχες εφιάλτες. Και δεν μπορούσες να κοιμηθείς! Βλέπεις μωρά στον ύπνο σου διαρκώς, να θέλουν να σου βγάλουν τα μάτια. Και σου λένε, γιατί κακούργα μας σκότωσες; Γιατί; Και πετάγεσαι πάνω τρομαγμένη, και πηγαίνεις ύστερα στο γιατρό, για να του ζητήσεις τα τότε εκείνης της εποχής ψυχοφάρμακα.


Για να σου διαβάσω λοιπόν εγώ ευχή, πρέπει να εξομολογηθείς πρώτα, και ύστερα από σήμερα, πρώτον, δεν θα ξεγεννήσεις με σκοπό τον φόνον του εμβρύου. Δεν θα το δεχτείς ποτέ! Αλλιώς στον πρώτο φόνο που θα κάνεις θα πεθάνεις αμέσως, την ίδια ώρα. Που να τολμήσει ξανά να κάνει τέτοιο πράγμα!- Δεύτερον, Δεν θα ξαναδώσεις δηλητηριώδη φυτά, αυτό που λέει και ο όρκος του Ιπποκράτη, δεν ξέρω αν έχουμε κανένα γιατρό εδώ, θα του δώσω φθόριον, λέει, για να κάνει η γυναίκα αποβολή.


Τρίτον, θα ξεγεννάς κανονικά, και τα λεφτά που θα σου δίνουν θα τα δίνεις όλα μέχρι δεκάρας, στο γηροκομείο της Δράμας. Τέταρτον, θα εξομολογηθείς ύστερα από τρείς μήνες εδώ, αφού προηγουμένως προετοιμαστείς σωστά. Πέμπτον, δεν θα κοινωνήσεις παρά μόνον μία φορά στη ζωή σου, και αυτή θα είναι η τελευταία εβδομάδα της ζωής σου πάνω στη γη. Τρομαγμένη αυτή, είχε πέσει, κόντεψε να λιποθυμήσει, είχε πέσει και κάτω, λέει «και πώς θα ξέρω η άμοιρη, τούπαν και οι άλλες, πώς θα ξέρει λέει, ποια είναι η τελευταία εβδομάδα της ζωής; Δεν θα αρρωστήσεις ποτέ, απάντησε ο άγιος, παρά μόνον μία φορά, και θα σε πάνε στο νοσοκομείο της Δράμας.


Αυτή η εβδομάδα που θα μείνεις θα είναι και η τελευταία της ζωής σου, τότε θα ζητήσεις τη Θεία Κοινωνία, για να την πάρεις ως εφόδιο για την άλλη ζωή, και ο Θεός να σε συγχωρέσει. Αυτός είναι ο κανόνας σου και αλίμονό σου αν δεν τον τηρήσεις. Έτσι και έγιναν σύμφωνα με τις μαρτυρίες αυτόπτων μαρτύρων, όπως εμένα μου τις διηγήθηκαν τώρα.


Θυμάστε, που το περιγράφει το βιβλίο, όσοι έχετε διαβάσει την ζωήν και τον βίον του Αγίου Γεωργίου του Καρσλίδη, του νέου αυτού ομολογητού, που ’πε σε μια δασκάλα πού ’κανε μία έκτρωση, μία, πρέπει να αρχίσω να την βάζω και γώ αυτή την τιμωρία, αυτό τον κανόνα μάλλον, ξέρετε τι την έκανε, το ξέρετε ε; της είπε επί τρία καλοκαίρια, θα ντύνεσαι σα τσιγκάνα, με βρώμικα ρούχα και μπογιές πασαλειμμένη στο πρόσωπο και στα χέρια, θα ζητιανεύεις αυτά τα τρία καλοκαίρια, δασκάλα του ’38, σκεφτείτε τι τιμή είχε τότε μια δασκάλα, ε!


Λοιπόν, και τα λεφτά που θα μαζεύεις από ζητιανιά, τα ψωμιά και ό,τι άλλο σου δίνουν, θα τα πηγαίνεις στο γεροκομείον της Δράμας. Και αφού περάσουν τα τρία χρόνια, τότε θα έλθεις, τότε θα σου διαβάσω ευχή, και τότε θα κοινωνήσεις. Όποιος έβριζε τα θεία; Μμμμ, να κάτι που πρέπει να εφαρμόσουμε όλοι οι πνευματικοί στις ημέρες μας και δεν το κάνομε, και θα μας πιάσει ο Θεός απ’ τη γλώσσα και απ’ το λαιμό, και δεν ξέρω από πού αλλού, να τους βάζουμε αυτό που τους έκανε αυτός, να γλύφουν, όλη την Εκκλησία από την είσοδο, μέχρι μπροστά εδώ το Άγιο Βήμα, έτσι με τη γλώσσα τους κάτω, τώρα έχει και χαλιά και είναι και εύκολο, όχι, όχι, όταν θα είναι τα πλακάκια.


Απομαγνητοφωνημένα κηρύγματα του Πρωτοπρεσβυτέρου π. Στεφάνου Αναγνωστοπούλου.

https://www.iellada.gr/thriskeia/fonissa-kai-diavologynaika-den-irthes-giati-ekanes-fonoys-alla-giati-eihes-efialtes-3?utm_source=projectagora&utm_medium=contentdiscovery

Διάβαζε το ψαλτήρι κάθε μέρα. Έστω και από λίγο. Και ο Κύριος δεν θα σε αφήσει...

 Όσιος Στάρετς Βαρσανούφιος

-Πώς θα απαλλαγώ από αυτή την πίκρα και την ψυχική κόπωση;»


Απαντά ο γέροντας:


Του απάντησα με την συμβουλή να διαβάσει το ψαλτήρι. Εκεί, στον ψαλμό 93, θα ιδεί τα λόγια: 


«Κύριε, κατά το πλήθος των οδυνών μου εν τη καρδία μου, αι παρακλήσεις σου εύφραναν την ψυχή μου» (Ψαλμ. 93,19). Πιάσου από τον στίχο αυτό.


Και βάλσου να το διαβάσεις το Ψαλτήρι ολόκληρο. Πιστεύω, πώς ο Θεός θα σε αναπαύσει.


Περνάει λίγος καιρός, λαμβάνω ένα γράμμα. «Έκαμα υπακοή. Άρχισα να διαβάζω το ψαλτήρι. Μα δεν καταλαβαίνω τίποτε!».


Του απαντώ: «Ο όσιος στάρετς Αμβρόσιος σε μια ανάλογη περίπτωση έδωκε την εξής απάντηση: «Συ, δεν το καταλαβαίνεις. Μα τα δαιμόνια το καταλαβαίνουν μια χαρά. Και θα φύγουν μακρυά σου. Διάβαζε το. Και ας μη το καταλαβαίνεις.


Εγώ δεν ξέρω, τι θα γίνει, μα σου επαναλαμβάνω: Διάβαζε το ψαλτήρι κάθε μέρα. Έστω και από λίγο. Και ο Κύριος δεν θα σε αφήσει. Θα έλθει με το έλεος Του. Και θα σε βοηθεί. Και θα σε παρηγορεί. Για πάντα».


ΟΣΙΟΣ ΣΤΑΡΕΤΣ ΒΑΡΣΑΝΟΥΦΙΟΣ ΨΑΛΤΗΡΙ

 https://www.iellada.gr/thriskeia/diavaze-psaltiri-kathe-mera-esto-kai-apo-ligo-kai-o-kyrios-den-tha-se-afisei?utm_source=projectagora&utm_medium=contentdiscovery

Ο Οδυσσέας Ελύτης πολέμησε στο αλβανικό μέτωπο το 1940 ως ανθυπολοχαγός

 Με τον όρο Άξιον Εστί αναφερόμαστε στην εικόνα της Παναγίας, της «εφέστιας προστάτιδας», του Αγίου Όρους. Με το ίδιο όνομα επίσης τιτλοφορήθηκε το ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη Άξιον Εστί (έκδοση, 1959), το οποίο αργότερα μελοποίησε ο Μίκης Θεοδωράκης στο λαϊκό ορατόριο Άξιον Εστί.


της Σοφίας Ντρέκου 


Η εικόνα της Παναγίας, το «Άξιον Εστί», είναι μια από τις περίφημες εικόνες του Αγίου Όρους. Βρίσκεται στο ναό του Πρωτάτου στις Καρυές του Αγίου Όρους, θεωρούμενη ως «κοινή εφέστιος προστάτις» εικόνα όλων των Αγιορείτικων Μονών, φέρουσα στο πλαίσιό της τις σφραγίδες και των 20 Μονών. Επί της εικόνας αυτής έγιναν κατά καιρούς πλείστα πιστά αντίγραφα ανά ένα εκ των οποίων βρίσκεται σε κάθε Μονή του Άθω. Εορτάζει με μεγάλη θρησκευτική λαμπρότητα τη Δευτέρα του Πάσχα και στις 11 Ιουνίου σε ανάμνηση του κάτωθεν θαύματος, αρχή της φήμης της εικόνας και ως θαυματουργής.




Άξιον εστί. Η θαυματουργή εικόνα του Πρωτάτου – 


Έργο και φωτογραφία Βενιαμίν ιερομονάχου Κοντράκη (1872)


Ο Ανθυπολοχαγός Οδυσσέας Ελύτης στο Αλβανικό Μέτωπο


«Συνήθως λησμονούμε, όμως, – κάποιοι και αγνοούν – ότι ο Ελύτης πολέμησε στο Αλβανικό Έπος 1940-41, στην πρώτη γραμμή του μετώπου. Προσβλήθηκε από τύφο και τελικά διασώθηκε «από θαύμα», όπως ο ίδιος ομολογεί. Ας δούμε συνοπτικά πώς ο ίδιος περιγράφει την εμπειρία του στο μέτωπο και σε ποια ποιητικά του έργα αποτυπώθηκε αυτή η συγκλονιστική για τον ποιητή εμπειρία.


Στις 28 Οκτωβρίου 1940 ο Ελύτης κατατάσσεται ως ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου του Α’ Σώματος Στρατού. Στις 26 Φεβρουαρίου 1941 μεταφέρεται με βαρύ κοιλιακό τύφο στο νοσοκομείο Ιωαννίνων κι έπειτα από περιπετειώδη πορεία καταλήγει στην Αθήνα.


Αλβανία, κακουχίες στα λασπωμένα χιόνια των βουνών, οιμωγές θανάτου, πείνα, υποχώρηση, αρρώστιες, γερμανική εισβολή, κατοχή, θυσίες, περηφάνεια, αντίσταση, προδοσία…


Από μια συνέντευξη του Οδυσσέα Ελύτη στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική» με τίτλο «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας» το 1965, διαβάζουμε:




Ο Οδυσσέας Ελύτης στο αλβανικό μέτωπο το 1941. 


Μόνο αυτή η φωτογραφία ξεχώριζε στο λιτό του σπίτι.


. «Έζησα το θαύμα της Αλβανίας»


-Προσωπικά εσείς, σαν έφεδρος ανθυπολοχαγός, τι κάνατε στον αγώνα; τον ρωτούν.


-Τι να έκανα εγώ, ένα χαλασμένο παιδί της Αθήνας. Με κόπο ανυπολόγιστο, κατάφερα να είμαι απλώς συνεπής προς την αποστολή μου. Αλλά είδα στο πρόσωπο των στρατιωτών μου τη λάμψη που είναι ικανός ο Ελληνισμός ν’ αναδύσει όταν πιστεύει στο δίκιο του. Και γνώρισα από πολύ κοντά την αψηφισιά του θανάτου, την ακατάβλητη θέληση της ζωής που έγινε τελικά και δική μου.


Στο μέτωπο, αρρώστησα από βαρύτατο τύφο. Τα νερά που πίναμε, όπου βρίσκαμε, ανάμεσα στα πτώματα των μουλαριών, ήτανε μολυσμένα. Χωρίς να γνωρίζω τι έχω, χρειάστηκε να κάνω τρία μερόνυχτα με τα πόδια και με ζώο σε βατόδρομο και να διακομισθώ στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων.


Έμεινα εκεί σαράντα μέρες με σαράντα πυρετό, ακίνητος, με πάγο στην κοιλιά. Με είχανε αποφασίσει αλλά εγώ δεν είχα αποφασίσει τον εαυτό μου. Θυμάμαι, ότι αρνήθηκα να με μεταφέρουν στο μικρό θάλαμο των ετοιμοθανάτων, όπως κάποιο άλλο βράδυ αρνήθηκα πεισματικά να κοινωνήσω και να εξομολογηθώ στον παπά που μου φέρανε, όταν η κρίση της αρρώστιας έφτασε στο κατακόρυφο. Μόλις αρχίζανε οι βομβαρδισμοί, ανοίγανε το διπλανό μου παράθυρο -μη σπάσουν τα τζάμια και τιναχτούν επάνω μου- και φεύγανε όλοι στα καταφύγια. Έτσι πέρασα όλες τις τρομερές πρώτες μέρες της γερμανικής επιθέσεως. Κατάμονος, σ’ έναν έρημο θάλαμο, και γεμάτος πληγές από την απόλυτη ακινησία.




Και την ημέρα που κρίθηκε ότι είχα γλυτώσει και άρχισε να υποχωρεί ο πυρετός, ήρθε η διαταγή να εκκενωθεί το Νοσοκομείο. Με βάλανε όπως-όπως σ’ ένα φορείο, που το χώσανε σ’ ένα φορτηγό αυτοκίνητο.


Η φάλαγγα από τα Γιάννενα ως το Αγρίνιο πυροβολήθηκε οχτώ φορές από τα «στούκας». Οι φαντάροι τρέχανε στα χωράφια, όμως εγώ ήταν αδύνατον να σταθώ όρθιος έστω και για μια στιγμή. Τελικά στο Αγρίνιο, με παρατήσανε σ’ ένα πεζούλι και φύγανε. Μια καλή κοπέλλα, εθελοντής νοσοκόμος με άλλη αποστολή, με βοήθησε κα μ’ έσυρε ως το υπόγειο μιας καπναποθήκης, όπου σωριάστηκα κι έμεινα τρεις μέρες (…) Οι γιατροί στην Αθήνα τρίβανε τα μάτια τους. Σύμφωνα με την Επιστήμη, θα έπρεπε με την πρώτη παραμικρή μετακίνηση να πάθω εντερορραγία και να τελειώσω (…) αν «έζησα το θαύμα» σώθηκα και από ένα θαύμα.


Η συμμετοχή του Ελύτη στον ελληνοϊταλικό πόλεμο το χειμώνα του 1940-41 έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ποιητική και ιδεολογική του διαμόρφωση και σήμανε την αρχή μιας νέας περιόδου στην πνευματική του πορεία. Η εμπειρία του πολέμου ώθησε τον Ελύτη να στραφεί πιο άμεσα προς την ιστορία και το συλλογικό αίσθημα στο έργο του. Όπως σημειώνει ο ίδιος στην Αυτοπροσωπογραφία του:


Η Αλβανία, για τη σωματική μου υπόσταση ήταν μια περιπέτεια αβάσταχτη, αλλά για την ψυχική μου όμως ιστορία, μια τομή βαθιά. (…) έγινε αιτία ο πόλεμος να συνειδητοποιήσω τι είναι ο αγώνας, ο ομαδικός πλέον και όχι ο προσωπικός. Θέλω να πω τι σημαίνει να μάχεσαι ενταγμένος σε μιαν ομάδα, που έχει ορισμένα ιδανικά, και να μάχεσαι κι εσύ γι’ αυτά.


Ο Ελύτης έγραψε τρία εκτεταμένα ποιήματα με θέμα τον Αλβανικό πόλεμο, την άνοιξη του 1941 μόλις επέστρεψε από το μέτωπο: την Αλβανιάδα, τη Βαρβαρία και το Άσμα Ηρωικό και Πένθιμο για τον Χαμένο Ανθυπολοχαγό της Αλβανίας.


Η «Αλβανιάδα», έργο ημιτελές σε τρία μέρη, δημοσιεύθηκε τον Οκτώβριο του 1962 (μόνο ένα μέρος – τα υπόλοιπα καταστράφηκαν) στο φοιτητικό περιοδικό «Πανσπουδαστική», με εκτενή συνέντευξη του ποιητή και σχέδια του Γιάννη Μόραλη. Ας δούμε ένα σχετικό απόσπασμα από εκείνη τη συνέντευξη:


Πώς συμβαίνει να μην έχει εκδοθεί ακόμη η «Αλβανιάδα»; Μήπως έχουν δημοσιευθεί αποσπάσματα σε κανένα περιοδικό;


– Όχι, το ποίημα αυτό δεν δημοσιεύθηκε ποτέ. Μεταδόθηκε όμως τον Οκτώβριο του 1956 από το Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών, με απαγγελία Θάνου Κωτσόπουλου και Μήτσου Λυγίζου, ραδιοσκηνοθεσία Νίκου Γκάτσου και μουσική Μάνου Χατζιδάκι. Δεν είχε, απ’ όσο ξέρω, καμιάν απήχηση, μολονότι η ραδιοφωνική παρουσίαση βοηθούσε στην ανάδειξη της ιδιότυπης τεχνικής του. Ίσως να έφταιγα εγώ, ίσως το θέμα. Γεγονός είναι ότι μου έλειψε από κει και πέρα η διάθεση να συνεχίσω ένα έργο με τόσο μεγάλες διαστάσεις. Καλά ή κακά δεν είμαι από τους ποιητές που μπορούν να γράφουν ερήμην του κοινού. Μου χρειάζεται ο «αντίκτυπος».


Κάτι περισσότερο: μου χρειάζεται αυτό που λέμε «αόρατη παραγγελία», η συναίσθηση ότι μια ομάδα ανθρώπων, έστω και μικρή, περιμένει κάτι από μένα. Προχώρησα αρκετά στο δεύτερο μέρος, κ’ ύστερα, ξαφνικά, σταμάτησα.


Με τράβηξε το «Άξιον Εστί» που είχε αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου και που έμελλε να ηχήσει αλλοιώς. Ωστόσο, μια που αυτό το πρώτο μέρος εξακολουθεί, προσωπικά, να με ικανοποιεί απολύτως κ’ έχει εξάλλου πάρει κατά κάποιο τρόπο το βάφτισμα της δημοσιότητας, ευχαρίστως σας το παραχωρώ.


Η Βαρβαρία, δεν δημοσιεύτηκε ποτέ και έχει καταστραφεί. Από τον Ήλιο τον Πρώτο, τρία κομμάτια έμειναν έξω από τη έκδοση των ποιημάτων της συλλογής τo 1943 και ενσωματώθηκαν στην Καλοσύνη στις Λυκοποριές, που δημοσιεύτηκε τον Ιανουάριο του 1947 στο περιοδικό Τετράδιο. Το πρώτο σχέδιο για το Άξιον Εστί τοποθετείται στο 1950 και το ποίημα δημοσιεύεται το 1959.




Ο Ελύτης ως στρατιώτης στο Μέτωπο


Ο Ελύτης συνέθεσε την ελεγεία του για τον ανθυπολοχαγό με σκοπό να τιμήσει τους συμπολεμιστές του στην Αλβανία. Σημειώνει στην Αυτοπροσωπογραφία του: «Λίγοι ξέρουνε ότι το κύριο βάρος του πολέμου το σήκωναν οι ανθυπολοχαγοί. Και συμβολικά αυτό θέλησα να δείξω ηρωοποιώντας έναν ανθυπολοχαγό, με το Άσμα που έγραψα».


Κάποιοι μελετητές υποστηρίζουν πως έγραψε το ποίημα αυτό για το φίλο του ποιητή Γιώργο Σαραντάρη, ο οποίος επίσης πολέμησε στην Αλβανία και πέθανε αφού μεταφέρθηκε στην Αθήνα βαριά άρρωστος.


Σε μια επιστολή του στον Kimon Friar, ο Ελύτης αναφέρθηκε στον έλληνα ήρωα, ενσαρκωμένο στο πρόσωπο του ανθυπολοχαγού, με τα παρακάτω λόγια:


«Χίλιες φορές τον είχανε σκοτώσει και χίλιες φορές είχε ξαναναστηθεί ανάμεσά μας. Αυτό ήταν χωρίς αμφιβολία το μέτρο και η αξία ενός πολιτισμού βασισμένου στην αγάπη της ζωής και όχι του θανάτου. Στην ελευθερία που ξαναγεννούσε τη ζωή μέσα απ’ τα ερείπια του θανάτου».

Στην ερώτηση δημοσιογράφου: Τι είναι εκείνο που σας συγκίνησε στο Έπος του Σαράντα; ο Ελύτης απάντησε:


– Πώς να σας το πω: ήταν ό,τι διάβαζα στην πράξη, και μ’ ένα σφίξιμο στην καρδιά μην τύχει και δακρύσω, αυτά που με ανία και δυσφορία διάβαζα ώς τότε στα βιβλία και για την ιστορία της χώρας μου. Ηταν μια βίαιη φορά προς τα εμπρός του λαού που είχε κάποτε ηττηθεί, όχι εξ αιτίας του, στη Μικρασία, και που τώρα θα έπαιρνε την εκδίκησή του. Ετσι το έβλεπα εγώ. Σαν άχτι μακροχρόνιο που έβγαινε και ξεθύμαινε. Δεν έπαιζε ρόλο που ο εχθρός ήταν διαφορετικός. Ο εχθρός ήτανε η Τυραννία, ήτανε η μορφή του Άδικου, που την είχαμε υποστεί κάτω από διαφορετικές μορφές επί αιώνες και είχε γίνει μοίρα μας. Αυτή η εξέγερση εναντίον της Μοίρας, χωρίς υπολογισμό, μες στα όλα, αυτή η «όμορφη αφροσύνη», όπως λέω κάπου αλλού, ήτανε που ανέβαζε το γεγονός σε μιαν άλλη σφαίρα, ποιητική. Μέσα μου έγινε μια αναπαρθένευση των τριμμένων εννοιών. Οι λέξεις ξεφουσκώνανε και ξαναγεμίζανε με καθαρή ουσία. Με τη βοήθεια της ουσίας αυτής βρήκα το θάρρος να ξαναπροφέρω λόγια που ώς τότε φοβόμουνα επειδή τα συναντούσα μόνο στα χείλη των κούφιων πολιτικών και των πατριδοκαπήλων.


Το Άξιον Εστί αποτελεί τη μετουσίωση της εμπειρίας του Ελύτη στην Αλβανία, σε μια ύψιστη ποιητική, που δεν έχει σχέση με συνθήματα ή παχιά λόγια.

Η Πορεία προς το μέτωπο είναι τόσο αληθινή σα μεταφυσική! Γράφει ο ποιητής:


Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα.


Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετό, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αεροπλάνα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ‘χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως…


Το Άξιον Εστί έχει θεολογική δομή (Η Γένεση – Ανάγνωσμα – Προφητικόν – Τα Πάθη – Το Δοξαστικό) μα στην ουσία του συνιστά μια ανθρωπολογική προφητεία – και τούτη η προφητεία είναι πειστική: των φονιάδων το αίμα με φως ξεπληρώνω.


Στην πρόσφατη διάλεξή της στη Γεννάδειο (19.10.2011) για τον Ελύτη η ποιήτρια Ιουλίτα Ηλιοπούλου αποκάλυψε ότι ετοιμάζεται μια μελέτη που θα περιλαμβάνει λεπτομερειακά την πορεία του ποιητή στην Αλβανία. Την περιμένουμε με ενδιαφέρον για να δούμε αυτή την άγνωστη στους πολλούς πλευρά της ζωής του Ελύτη.


Σε τούτες τις δύσκολες μέρες που περνάμε νομίζω πως ο λόγος του ποιητή είναι επίκαιρος παρά ποτέ. Μη, παρακαλώ σας, μη, μη λησμονάτε τη χώρα μου![1]


3. ♪♫ Βίντεο: Η «Πορεία προς το μέτωπο» από το Άξιον Εστί


του μεγάλου Οδυσσέα Ελύτη. Απαγγέλλει ο Μάνος Κατράκης.




Ξημερώνοντας τ’ Αγιαννιού, με την αύριο των Φώτων, λάβαμε τη διαταγή να κινήσουμε πάλι μπροστά, για τα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες. Έπρεπε, λέει, να πιάσουμε τις γραμμές που κρατούσανε ως τότε οι Αρτινοί, από Χιμάρα ως Τεπελένι. Λόγω που εκείνοι πολεμούσανε απ’ την πρώτη μέρα, συνέχεια, κι είχαν μείνει σκεδόν οι μισοί και δεν αντέχανε άλλο.


Δώδεκα μέρες κιόλας είχαμε μεις πιο πίσω, στα χωριά. Κι απάνω που συνήθιζε τ’ αυτί μας πάλι στα γλυκά τριξίματα της γης, και δειλά συλλαβίζαμε το γάβγισμα του σκύλου ή τον αχό της μακρινής καμπάνας, να που ήταν ανάγκη, λέει, να γυρίσουμε στο μόνο αχολόι που ξέραμε: στο αργό και στο βαρύ των κανονιών, στο ξερό και στο γρήγορο των πολυβόλων.


Νύχτα πάνω στη νύχτα βαδίζαμε ασταμάτητα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή το πιο συχνά ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας. Και τις λίγες φορές όπου κάναμε στάση να ξεκουραστούμε, μήτε που αλλάζαμε κουβέντα, μονάχα σοβαροί και αμίλητοι, φέγγοντας μ’ ένα μικρό δαδί, μία μία εμοιραζόμασταν τη σταφίδα. Ή φορές πάλι, αν ήταν βολετο, λύναμε βιαστικά τα ρούχα και ξυνόμασταν με λύσσα ώρες πολλές, όσο να τρέξουν τα αίματα. Τι μας είχε ανέβει η ψείρα ως το λαιμό, κι ήταν αυτό πιο κι απ’ την κούραση ανυπόφερτο. Τέλος, κάποτε ακουγότανε στα σκοτεινά η σφυρίχτρα, σημάδι ότι κινούσαμε, και πάλι σαν τα ζα τραβούσαμε μπροστά να κερδίσουμε δρόμο, πριχού ξημερώσει και μας βάλουνε στόχο τ’ αερόπλανα. Επειδή ο Θεός δεν κάτεχε από στόχους ή τέτοια, κι όπως το ’χε συνήθειο του, στην ίδια πάντοτε ώρα ξημέρωνε το φως.


Τότες, χωμένοι μες στις ρεματιές, γέρναμε το κεφάλι από το μέρος το βαρύ, όπου δε βγαίνουνε όνειρα. Και τα πουλιά μάς θύμωναν, που δε δίναμε τάχα σημασία στα λόγια τους — ίσως και που ασκημίζαμε χωρίς αιτία την πλάση. Άλλης λογής εμείς χωριάτες, μ’ άλλω λογιώ ξινάρια και σιδερικά στα χέρια μας, που ξορκισμένα να ’ναι.


Δώδεκα μέρες κιόλας, είχαμε μεις πιο πίσω στα χωριά κοιτάξει σε κατρέφτη, ώρες πολλές, το γύρο του προσώπου μας. Κι απάνω που συνήθιζε ξανά το μάτι μας τα γνώριμα παλιά σημάδια, και δειλά συλλαβίζαμε το χείλο το γυμνό ή το χορτάτο από τον ύπνο μάγουλο, να που τη δεύτερη τη νύχτα σάμπως πάλι αλλάζαμε, την τρίτη ακόμη πιο πολύ, την ύστερη, την τέταρτη, πια φανερό, δεν ήμασταν οι ίδιοι. Μόνε σαν να πηγαίναμε μπουλούκι ανάκατο, θαρρούσες, απ’ όλες τις γενιές και τις χρονιές, άλλοι των τωρινών καιρών κι άλλοι πολλά παλιών, που ’χαν λευκάνει απ’ τα περίσσια γένια. Καπεταναίοι αγέλαστοι με το κεφαλοπάνι, και παπάδες θεριά, λοχίες του ’97 ή του ’12, μπαλτζήδες βλοσυροί πάνου απ’ τον ώμο σειώντας το πελέκι, απελάτες και σκουταροφόροι, με το αίμα επάνω τους ακόμη Βουργάρων και Τούρκων.


Όλοι μαζί, δίχως μιλιά, χρόνους αμέτρητους αγκομαχώντας πλάι πλάι, διαβαίναμε τις ράχες, τα φαράγγια, δίχως να λογαριάζουμε άλλο τίποτε. Γιατί, καθώς όταν βαρούν απανωτές αναποδιές τους ίδιους τους ανθρώπους πάντα, συνηθάν εκείνοι στο Κακό, τέλος του αλλάζουν όνομα, το λεν Γραμμένο ή Μοίρα — έτσι κι εμείς επροχωρούσαμε ίσια πάνου σ’ αυτό που λέγαμε Κατάρα, όπως θα λέγαμε Αντάρα ή Σύγνεφο. Με κόπο ξεκολλώντας το ποδάρι από τη λάσπη, όπου, φορές, εκαταβούλιαζε ίσαμε το γόνατο. Επειδή, το πιο συχνά, ψιχάλιζε στους δρόμους έξω, καθώς μες στην ψυχή μας.




Κι ότι ήμασταν σιμά πολύ στα μέρη όπου δεν έχει καθημερινές και σκόλες, μήτε αρρώστους και γερούς, μήτε φτωχούς και πλούσιους, το καταλαβαίναμε. Γιατί κι ο βρόντος πέρα, κάτι σαν καταιγίδα πίσω απ’ τα βουνά, δυνάμωνε ολοένα, τόσο που καθαρά στο τέλος να διαβάζουμε το αργό και το βαρύ των κανονιών, το ξερό και το γρήγορο των πολυβόλων. Ύστερα και γιατί, ολοένα πιο συχνά, τύχαινε τώρα ν’ απαντούμε, απ’ τ’ άλλο μέρος να ’ρχονται, οι αργές οι συνοδείες με τους λαβωμένους. Όπου απιθώνανε χάμου τα φορεία οι νοσοκόμοι, με τον κόκκινο σταυρό στο περιβραχιόνιο, φτύνοντας μέσα στις παλάμες, και το μάτι τους άγριο για τσιγάρο. Κι οπού κατόπι σαν ακούγανε για πού τραβούσαμε, κουνούσαν το κεφάλι, αρχινώντας ιστορίες για σημεία και τέρατα. Όμως εμείς το μόνο που προσέχαμε ήταν εκείνες οι φωνές μέσα στα σκοτεινά, που ανέβαιναν, καυτές ακόμη από την πίσσα του βυθού ή το θειάφι. «Όι, όι, μάνα μου», «όι, όι, μάνα μου», και κάποτε, πιο σπάνια, ένα πνιχτό μουσούνισμα, ίδιο ροχαλητό, που ’λεγαν, όσοι ξέρανε, είναι αυτός ο ρόγχος του θανάτου.


Ήταν φορές που εσέρνανε μαζί τους κι αιχμαλώτους, μόλις πιασμένους λίγες ώρες πριν, στα ξαφνικά γιουρούσια που κάναν τα περίπολα. Βρωμούσανε κρασί τα χνότα τους, κι οι τσέπες τους γιομάτες κονσέρβα ή σοκολάτες. Όμως εμείς δεν είχαμε, ότι κομμένα τα γιοφύρια πίσω μας, και τα λίγα μουλάρια μας, κι εκείνα ανήμπορα μέσα στο χιόνι και στη γλιστράδα της λασπουριάς.


Τέλος, κάποια φορά, φανήκανε μακριά οι καπνοί που ανέβαιναν μεριές μεριές, κι οι πρώτες στον ορίζοντα κόκκινες, λαμπερές φωτοβολίδες.


Από τη συλλογή Το Άξιον εστί (1959) Ολόκληρο το Έργο ΕΔΩ [PDF] [πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ποίηση, Ίκαρος, Αθήνα 2002, σ. 136-139]. Πηγή, Επιμέλεια: www.sophia-ntrekou.gr


Ναι, ο Ελύτης, όπως και άλλοι ομότεχνοί του, ήταν στο αλβανικό μέτωπο !

O Γιώργος Ζεβελάκης δίνει σημαντικές πληροφορίες και για άλλους ποιητές και συγγραφείς που στρατεύθηκαν το 1940.


Αντιγράφω, αυτούσιο, το κείμενό του, γιατί αισθάνομαι τη Μνήμη ως χρέος:


“Τα “φύλλα πορείας” των λογοτεχνών που συμμετείχαν στον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο του 1940 συνοψίζουν την ιστορία εκείνης της εθνικής εποποιίας.


Άλλοι ζήτησαν και πήγαν εθελοντές επειδή είχε περάσει η σειρά τους, ενώ οι νεώτεροι στρατεύτηκαν.


– Ο Γιώργος Θεοτοκάς, αγύμναστος του 1926, κατατάχθηκε στο Χαϊδάρι, εκπαιδεύτηκε στους όλμους και στάλθηκε στον Κιθαιρώνα.


– Ο Άγγελος Τερζάκης, δεκανέας πυροβολικού του 1927, υπηρέτησε στο Αργυρόκαστρο.


– Ο νεώτερης ηλικίας Οδυσσέας Ελύτης επιστρατεύτηκε μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος και τοποθετήθηκε με τον βαθμό του ανθυπολοχαγού στο Α’ Σώμα Στρατού. Πολέμησε ως διμοιρίτης στις μάχες της Μπολένας, δεξιά από τη Χειμάρρα. Όταν το τάγμα του αποδεκατίστηκε, σώθηκε ως εκ θαύματος. Τον Μάρτιο του 1941 προσβλήθηκε από τύφο και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο των Ιωαννίνων. Εκεί τον βρήκαν οι βομβαρδισμοί των Γερμανών καθηλωμένο στο κρεβάτι. Μετά την υποχώρηση και ύστερα από πολλές κακουχίες ο Ελύτης έφτασε στην Αθήνα, «στηριζόμενος σ’ ένα μπαστούνι, κάτωχρος και ρακένδυτος».

– Ο Στέλιος Ξεφλούδας ήταν έφεδρος λοχαγός πεζικού και πολέμησε με τον λόχο του στα υψώματα της Τρεμπεσίνας.


– Ο Νίκος Καββαδίας, αγύμναστος λόγω θαλάσσιας υπηρεσίας, έγινε ημιονηγός (μουλαράς) και τους «διαλόγους» με το άλογο του αφηγήθηκε σε ένα τρυφερό πεζό που έστειλε στο περιοδικό της ΧΙΙ Μεραρχίας, «Λόγχη».


– Ο Λουκής Ακρίτας βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του μετώπου και δημοσίευσε στον αθηναϊκό Τύπο θαυμάσιες πολεμικές ανταποκρίσεις.


Τέλος,

– O Γιάννης Μπεράτης παρά την επισφαλή υγεία του ζήτησε και πέτυχε να καταταχθεί εθελοντής. Στάλθηκε στρατιώτης στην Κορυτσά και από το υλικό των εμπειριών του έγραψε το αριστουργηματικό χρονικό του πολέμου, «Πλατύ Ποτάμι».


Πηγή: Αχ. Μαμάκης, Λογοτέχναι και άνθρωποι των γραμμάτων εις τα βουνά της Αλβανίας, Έθνος, 28 Οκτωβρίου 1947.)» www.sophia-ntrekou.gr

https://iellada.gr/istoria/o-odysseas-elytis-polemise-sto-alvaniko-metopo-1940-os-anthypolohagos

Τό «ΟΧΙ» τῆς Ἑλλαδικῆς Ἐκκλησίας

 Τοῦ πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου ∆. Μεταλληνοῦ

1. Ἡ θρασύτατη ἐπίθεση τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας ἐναντίον τῆς Ἑλλάδος, λειτούργησε ὡς πρόκληση στὴ συνείδηση ὅλου τοῦ Ἔθνους. Ἡ ἀπάντηση ἦταν πανελλήνια, καὶ ἡ ἀπόφαση γιὰ ἀντίσταση καθολική. Καὶ ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος -ἡγεσία καὶ σῶµα- συντάχθηκε ἀπὸ τὴν πρώτη στιγµὴ µὲ τὴν ἀρνητικὴ ἀπάντηση τοῦ τότε Πρωθυπουργοῦ (πού, µολονότι δικτάτορας, τὴν ἱστορικὴ ἐκείνη στιγµὴ ἐξέφραζε τὸ συλλογικό µας φρόνηµα) στὴν ἰταµὴ ἀλαζονεία τῆς φασιστικῆς Ἰταλίας καὶ τῶν δυνάµεων τοῦ Ἄξονα. Ἡ ἱστορικὴ ἔρευνα ἔχει ἤδη καταγράψει τὴ συµµετοχὴ τοῦ Ἱ. Κλήρου στὸν πόλεµο, µὲ πολλὰ θύµατα, ἀλλὰ καὶ στὴ συνέχειά του, τὴν ἐπάρατη Κατοχὴ (γερµανικὴ–ἰταλικὴ–βουλγαρική), µὲ θυσίες αἱµάτων (ἐκτελέσεις κληρικῶν), ἀλλὰ καὶ προσωπικῆς ἀναλώσεως γιὰ τὴν ἐπιβίωση τοῦ Λαοῦ (παραστάσεις συνεχεῖς στὶς ἡγεσίες τῶν κατοχικῶν δυνάµεων – ὀργάνωση συσσιτίων – περίθαλψη ἀσθενῶν καὶ ἀναξιοπαθούντων) τόσο ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἡγεσίας (ἀρχιεπίσκοποι Χρύσανθος καὶ ∆αµασκηνός, ὁ τότε Ἰωαννίνων καὶ µετὰ Ἀρχιεπίσκοπος Σπυρίδων κ.π.α.), ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ ἁπλοῦ παπᾶ, ποὺ σήκωσαν γιὰ µία ἀκόµη φορά, µὲ καθαρὰ ἐθναρχικὴ συνείδηση, σὲ καιροὺς....

καθολικῆς ἀρρυθµίας, τὸ σταυρὸ τοῦ Ἔθνους µας. 

Ὁ ὀρθόδοξος Ἑλλαδικὸς Κλῆρος φάνηκε πάλι ἄξιος τῆς ἀποστολῆς του.


Ἔχει γι᾽ αὐτὸ κάθε δικαίωµα ἡ Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία νὰ συµµετέχει στὸν πανηγυρισµὸ τῆς ἐθνικῆς νίκης ἀπέναντι στὶς ὀρδὲς τοῦ νεο– φραγκικοῦ Ἀττίλα, ποὺ δίκαια καθιέρωσε τὸ Ἔθνος ὡς γιορτή του καὶ ἀφορµὴ συλλογικῆς µνήµης καὶ αὐτοπαιδαγωγίας. Καὶ δὲν συµµετέχει µόνο µὲ τὴν Πανηγυρικὴ ∆οξολογία στὶς 28ης Ὀκτωβρίου, ἡµέρα ἐνάρξεως τοῦ ἔπους, ἀλλὰ καὶ µὲ µία σηµαίνουσα ἀπόφαση, δηλωτικὴ τῆς ταυτίσεως τῆς Ἐκκλησίας, ὡς Σώµατος, µὲ τὸ ἔπος τοῦ ᾽40–41 καὶ τῆς λειτουργικῆς καταξίωσής του. Ὁ Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν Σπυρίδων εἰσηγήθηκε (17.10.1952) καὶ ἔγινε συνοδικὰ δεκτή, τὴν µετάθεση τῆς Ἑορτῆς τῆς Ἁγ. Σκέπης (Παναγίας) ἀπὸ τὴν 1η Ὀκτωβρίου στὶς 28, γιὰ νὰ ἐκφράζεται λειτουργικὰ– ἐκκλησιαστικὰ ἡ παλλαϊκὴ σύνδεση τῆς Ἐθνικῆς Νίκης µὲ τὴν Ὑπέρµαχο τοῦ Γένους µας Στρατηγό. Ὁ µεγάλος ἁγιορείτης Ὑµνογράφος, µοναχὸς Γεράσιµος Μικραγιαννανίτης (†1991) καὶ ὁ Μητροπ. Κερκύρας καὶ Παξῶν Μεθόδιος (†1972) συνέταξαν εἰδικὲς Ἀκολουθίες. Τὸ ἐκκλησιαστικὸ δὲ µήνυµα τῆς Ἑορτῆς, στὴ νέα µορφή της, προσφέρει καὶ ἡ εἰδικὰ συντεταγµένη «∆οξολογία» τῆς 28ης Ὀκτωβρίου καὶ ἰδιαίτερα ἡ σχετικὴ Εὐχή, κείµενο ἀντάξιο τῆς πατερικῆς εὐχογραφικῆς παραδόσεως.                                                                                           

2. Ὁ Ἑλλαδικὸς Κλῆρος, καταφάσκοντας τὸ µήνυµα τοῦ «ΟΧΙ» καὶ ἐνσαρκώνοντάς το στὶς ὑπὲρ τοῦ Ἔθνους νεώτερες θυσίες του, ἐκφράζει συνάµα τὶς συνιστῶσες τῆς ἐθνικῆς µας συνειδήσεως, ποὺ ἐνσάρκωσε τὸ ΟΧΙ τοῦ ᾽40 καὶ εἶναι:


α) Ἡ ἀγάπη στὴν ἐλευθερία.                                                    

Ἡ ἐλευθερία εἶναι γιὰ τὴν Ἑλληνορθοδοξία τὸ φυσικὸ κλίµα ἀναπτύξεως καὶ πραγµατώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, κοινωνικοῦ ὄντος. Ποιά ὅµως εἶναι ἡ οὐσία τῆς ἐν Χριστῷ ἐλευθερίας, πού συνιστᾶ τήν ἀναφαίρετη κληρονοµία τοῦ Γένους; Ἐλευθερία στήν παράδοση τῆς Ρωµηοσύνης σηµαίνει δυνατότητα ἀπρόσκοπτης σταυρικῆς κοινωνίας, κατακόρυφα µὲ τὸν Θεό, ὁριζόντια δὲ µὲ τοὺς συνανθρώπους. Ἡ κοινωνία αὐτή, στὴν αὐθεντικότητά της, ἀπέναντι µὲν στὸν Θεὸ ἐκφράζεται ὡς ἑκούσια «ὁλοτελής» (Α´ Θεσσ, δ 23) αὐτοπαράδοση στὴ Θεία Ἀγάπη, ἀπέναντι δὲ στοὺς συνανθρώπους ὡς αὐτοπροαίρετη καὶ ἀνιδιοτελὴς αὐτοπροσφορὰ (θυσία) γιὰ τὴ σωτηρία τους. ∆ὲν εἶναι, συνεπῶς, περίεργο, ὅτι ἡ κατ᾽ ἐξοχὴν ἐλεύθερη ἐνέργεια τοῦ ὁλοκαυτώµατος, ὄχι ὡς ἐκτελέσεως ἀπὸ τὸν ἀντίπαλο, ἀλλ᾽ ὡς αὐτοθυσίας (π.χ. Θερµοπύλες, Ζάλογγο, Ἀρκάδι), εἶναι τόσο σύνηθες φαινόµενο στὴν Ἑλληνικὴ Ἱστορία. Ἐδῶ ἐντάσσονται ἀκριβῶς ἡ Ἀλαµάνα καὶ τὸ Μανιάκι, ὅπου πρωταγωνιστικὲς µορφὲς εἶναι δύο Κληρικοί, ὁ ∆ιάκος καὶ ὁ Παπαφλέσσας. Στὴν Ἑλληνορθόδοξη παράδοση ἡ ἐλευθερία1 βιώνεται στὴ σταυρικὴ µορφή της πρῶτα ὡς ἐσωτερικὴ («καρδιακή») καὶ κατόπιν ὡς ἐξωτερική (ἀτοµική, ἐθνική, κοινωνική). Ὡς ἀπελευθέρωση τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν τυραννία τῶν παθῶν καὶ δυνατότητα ἀναπτύξεως τοῦ ἀνθρώπου στὰ ὅρια τῆς ἀγαπητικῆς διαπροσωπικῆς συνυπάρξεως. Ἡ Ὀρθοδοξία βλέπει τὴν ἐλευθερία ὡς τὸ φυσικὸ κλίµα ἀναπτύξεως καὶ πραγµατώσεως τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου, δηλαδὴ κοινωνικοῦ ὄντος.2 Ἔτσι κατανοεῖται ἡ ἀποστολὴ τοῦ ὀρθοδόξου Κλήρου, ἡ ὁποία πρωταρχικὰ δὲν εἶναι θρησκευτικὴ (ἐπιτέλεση  λατρειακῶν πράξεων), ἀλλ᾽ ἀπελευθερωτική, ἐκφραζοµένη ὡς ἐπιστήµη θεραπείας (θεραπευτικὴ ποιµαντική) τῆς ἀνθρωπίνης ὑπάρξεως καὶ ἀπαλλαγή της ἀπὸ τὴν κυριαρχία τῶν παθῶν,3 καρπὸς τῶν ὁποίων εἶναι ἡ ἐσωτερικὴ καὶ ἐξωτερικὴ δουλεία. Στὸ σηµεῖο αὐτὸ ἀκριβῶς ἔγκειται καὶ ἡ οὐσιώδης διαφορὰ µεταξὺ Ὀρθοδοξίας καὶ µὴ Ὀρθοδοξίας. Ἡ δεύτερη ἀναζητεῖ τὴν ἐλευθερία «στὶς ἀντικειµενικὲς προϋποθέσεις τοῦ συλλογικοῦ βίου».4  Ὁ µὴ    ἀναγεννηµένος ἐν Χριστῷ ἄνθρωπος «µπορεῖ νὰ ἀναλώσει τὴ ζωή του ὁλόκληρη, πολεµώντας τὶς ἀντικειµενικὲς καταστάσεις ἀνελευθερίας, ἐνῶ τὰ γρανάζια τῆς ὑποταγῆς καὶ τῶν ἀλλοτριώσεων τῆς ζωῆς συνεχίζουν νὰ δουλεύουν µέσα του, ἀναπαράγοντας ἀδιάκοπα τὸν  βασανισµό».5 Στὴν Ὀρθοδοξία ὅµως ὅλες οἱ µορφὲς ἐλευθερίας ἑδράζονται στὸ ἐσωτερικὸ τοῦ ἀνθρώπου.6 Γι᾽ αὐτὸ εἶπε ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος: «κρεῖσσον γὰρ σοι σεαυτὸν λῦσαι τοῦ συνδέσµου τῆς ἁµαρτίας ἢ ἐλευθερῶσαι δούλους ἐκ δουλείας». Ἡ ἐξωτερικὴ ἐλευθερία  ἱεραρχεῖται στὴν ἐσωτερική. Αὐτὴ ἡ ἀξιωµατικὴ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία ἀρχὴ καθόριζε καὶ τὶς στάσεις καὶ συµπεριφορὲς τῶν παραδοσιακῶν στὰ χρόνια τῆς δουλείας. Ἡ τόσο σκανδαλιστικὴ γιὰ τοὺς ἀποξενωµένους ἀπὸ τὴν παράδοση τοῦ Γένους ἀνοχὴ τῆς παρατάσεως τῆς δουλείας γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τῆς «ἑνώσεως» µὲ τὸν Πάπα (ἀνθενωτισµός), ὅπου ἐπικρατοῦν ρωµαίϊκα κριτήρια, δὲν µπορεῖ νὰ χαρακτηρισθεῖ ὡς «ἐθελοδουλεία», ἀλλὰ ὡς θυσία γιὰ τὴν διάσωση τῆς ὄντως ἐλευθερίας, τῆς ἐσωτερικῆς.7 Ἡ µακρὰ δὲ ἐµπειρία τοῦ Γένους ἔχει ἀποδείξει, ὅτι ἐνῶ ἡ ἐσωτερικὴ δουλεία (ἁµαρτία) συνεπιφέρει καὶ τὴν ἐξωτερικὴ (ἀδικία), ἡ ἐξωτερικὴ δουλεία δὲν ὁδηγεῖ ἀναγκαστικὰ καὶ στὴν ἐσωτερικὴ ὑποδούλωση, ὅπως δείχνουν τὰ φαινόµενα τῶν κρυπτοχριστιανῶν, τῶν ἀγωνιστῶν τῶν ὀρέων καὶ τῶν Νεοµαρτύρων. Ἡ ἐσωτερικὴ ἐλευθερία εἶναι ὀρθόδοξα ἡ ρίζα ὅλων τῶν µορφῶν ἐξωτερικῆς ἐλευθερίας. Ἡ ἑνωµένη - ἐθνικὴ καὶ πατριωτική- ἀντίσταση στὴ διάρκεια τῆς κατοχῆς (1941 - 44) εἶναι καρπὸς αὐτοῦ τοῦ φρονήµατος. Ἡ παράδοση τοῦ Γένους ἐνσαρκώνει περαιτέρω τὴ θυσία γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς καρδίας ὡς προϋπόθεση καὶ τῆς ἐξωτερικῆς ἐλευθερίας. Ἡ σωτηρία - θέωση, ἡ καταξίωση, δηλαδή, τοῦ ἀνθρώπου σὲ πρόσωπο µέσα στὸ δοξασµὸ τῆς ἁγιοτριαδικῆς Χάρης, σηµαίνει τὴν ἀπελευθέρωση τῆς φύσεως ἀπὸ τὴ δουλεία τῆς ἀναγκαιότητος, ἡ ὁποία συνιστᾶ ὑποταγὴ στὴ φθορὰ καὶ τὸ θάνατο. Προϋποτίθεται ὅµως ὁ βιασµὸς τῆς φύσεως (Λουκ. 12, 49· Ματθ. 10, 34-11, 12), ποὺ πραγµατοποιεῖται µὲ τὴν ἑκούσια ἄρση τοῦ σταυροῦ τῆς ἀσκήσεως (πρβλ. Μάρκ. 8, 33). Μὲ τὴν ἑκούσια στέρηση, τὴν ἑκούσια ἀνάληψη τῆς δουλαγωνίας τῆς σάρκας (Α´ Κορ. 9, 27), πολεµεῖ ὁ Ρωµηὸς τὴν ἐγωκεντρική του διάθεση, γιὰ νὰ ὁδηγηθεῖ στὴν ἐσωτερικὴ ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὴν ἀναγκαιότητα - δουλεία. Τὸ ἐν Χριστῷ Πρόσωπον, µετέχοντας στὴν ἄκτιστη Θεία Χάρη, ἀληθοποιεῖ, δηλαδὴ Χριστοποιεῖ, τὸ φρόνηµά του καὶ τὶς σχέσεις του. Αὐτὸ σηµαίνει ὁ εὐαγγελικός λόγος: «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑµᾶς» (Ἰωάνν. 8, 42), δεδοµένου ὅτι στὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ ἔνσαρκη Ἀλήθεια (πρβλ. Ἰωάνν. 14, 6). Ἡ ὑπαρκτικὴ - ἐµπειρικὴ γνώση τῆς ἀλήθειας ἐλευθερώνει καὶ ἀληθοποιεῖ. Ὁ ἀπελευθερωτικὸς ἀγώνας ὡς θυσία γιὰ τοὺς ἄλλους, µὲ τὰ κριτήρια τῆς Ὀρθοδοξίας, εἶναι δυνατός, ὅταν ἐπιτευχθεῖ ἡ ἐσωτερικὴ ἀπελευθέρωση τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε ἐξωτερικὴ θυσία εἶναι αὐθεντική, ὅταν προηγεῖται ἡ ἐσωτερικὴ ἐλευθερία. Γιατὶ ἡ θυσία γιὰ τὴν ἐλευθερία προϋποθέτει τὴν ἐλευθερωµένη ἀπὸ τὰ πάθη ὕπαρξη. Γι᾽ αὐτὸ εἶναι καὶ τόσο δύσκολη ἡ αὐτοθυσία. «Μείζονα ταύτης ἀγάπην οὐδεὶς ἔχει, ἵνα τις τὴν ψυχὴν αὐτοῦ θῇ ὑπὲρ τῶν φίλων αὐτοῦ» (Ἰωάνν. 15, 13). Τὸ Μαρτύριο, σὲ ὅλες τὶς πιθανὲς ἐκδοχές του, συνιστᾶ ὑπέρβαση τῆς ἐννοίας τῆς ζωῆς ὡς ἀτοµικῆς ἐπιβιώσεως καὶ αὐτοπροσφορὰ στὴν ἀγάπη τοῦ συνανθρώπου ὡς αὐτοπαραίτηση. Μὲ τὸ µαρτύριο ὡς αὐτοθυσία ἡ «ἀπώλεια τῆς ψυχῆς» (Ματθ. 10, 39) ἀποβαίνει σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, ὡς ὑπαρκτικὴ πραγµάτωση τῆς προσωπικῆς ἑτερότητας καὶ ἐλευθερίας. Ὁ ἀγώνας τοῦ Ράσου στὴ διάρκεια τῆς δουλείας ἦταν µόνιµη θυσία γιὰ τὴ διπλὴ ἐλεύθερία. Ἡ συνέχεια τῆς ἡσυχαστικῆς παραδόσεως, ἰδιαίτερα στὰ Μοναστήρια, στὰ ὁποῖα ἀναβαπτιζόταν συνεχῶς ὁ λαός, διατηρώντας τὸ ἑλληνορθόδοξο φρόνηµά του, προσεπόριζε στὸ δοῦλο Γένος τὶς ἀναγκαῖες δυνάµεις γιὰ τὴ διασφάλιση τῆς ἐλευθερίας τῆς συνειδήσεως καὶ ἀκµαίου του φρονήµατος, ποὺ θὰ ὁδηγοῦσε στὶς ἀποφασιστικὲς ἐξεγέρσεις. Ἡ Ἐκκλησία στὸ σύνολό της δὲν µεταβλήθηκε ποτὲ σὲ ὄργανο τοῦ Κατακτητῆ ἐναντίον τῶν συµφερόντων τοῦ Γένους. Ἀντίθετα, ἐπανειληµµένα προέβαλε ἀντίσταση µὲ βαρύτατο µάλιστα ἀντίτιµο (πρβλ. ἐκτελέσεις πατριαρχῶν καὶ ἄλλων Ἱεραρχῶν, ἀλλαξοπατριαρχεῖες κ.λπ.). Τὰ λεγόµενα περὶ ἐθελοδουλείας ἀνατρέπονται ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Ράσου σὲ ὅλες τὶς µικρὲς καὶ µεγάλες ἐπαναστατικὲς ἀπόπειρες ἀπὸ τὸν 15ο µέχρι τὸν 19ο αἰώνα, στὶς ὁποῖες ἀναµιγνύονται καὶ ἡσυχαστές, ὅπως ὁ ἅγιος Μάξιµος ὁ Ἁγιορείτης (Γραικός).8 Αὐτὸ τὸ πνεῦµα καὶ αὐτὴ ἡ παράδοση βρῆκαν συνέχεια σ᾽ ὅλες τὶς µετέπειτα περιπέτειες τοῦ Ἔθνους, µὲ κορύφωση τοὺς ἀγῶνες ἀπὸ τὸ 1940 ὡς τὸ Κυπριακὸ (1955 κ.ἑ.).


β) Ἡ ἀστασίαστη ἀπόρριψη τοῦ πολέµου ἀπὸ τὴν Ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία καὶ ὅλο τὸ Ἔθνος:                                                                                                                                    

Ὁ πόλεµος (χρήση βίας γιὰ ὑποδούλωση λαῶν καὶ προσώπων) θεωρεῖται ὀρθόδοξα καρπὸς τῆς  ἀποστασίας ἀπὸ τὴ θεόνοµη ἀλήθεια τῆς ὑπάρξεως. Ἡ εἰρήνη µεταξὺ ἀνθρώπων καὶ λαῶν εἶναι τὸ διαρκὲς µήνυµα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώµατος στὸν κόσµο («ὑπὲρ τῆς εἰρήνης τοῦ σύµπαντος κόσµου»). Τὴν ἄµυνα καὶ ἀπόκρουση τῶν ἐχθρῶν, ὡς ὑψίστη µορφὴ αὐτοθυσίας ὑπὲρ τῶν ἄλλων (πρβλ. Ἰω. 15,13), θεωρεῖ ὁ Μ. Ἀθανάσιος «ἔννοµον καὶ ἐπαίνου ἀξίαν», ἀφοῦ πρόκειται γιὰ ἄµυνα «ὑπὲρ σωφροσύνης καὶ εὐσεβείας» (Μ. Βασίλειος). ∆ιότι εἶναι, πράγµατι, ἡ µεγαλύτερη εὐσέβεια ἡ θυσία γιὰ τὴ διάσωση τῆς ἐλευθερίας τῆς Πατρίδος, τὴν ὁποία ἀπειλεῖ ὁ πραγµατικὰ αἴτιος τοῦ πολέµου εἰσβολέας. γ) Ἡ ἀπόκρουση τῆς ἀλλοτριωµένης Εὐρώπης: Τὸ ὀρθόδοξο ἐκκλησιαστικὸ σῶµα ἔχει µακρὰ πεῖρα τῆς ἐπιβουλῆς ἐναντίον του, ὅπως καὶ ἐναντίον τῆς ἀνθρωπότητος, ἀπὸ τὶς δυνάµεις τοῦ εὐρωπαϊκοῦ χώρου, ποὺ ἐνσαρκώνουν τὴν ἀλλοτριωµένη ἔκφρασή του. Οἱ ἰδεολογίες τοῦ Φασισµοῦ καὶ Ναζισµοῦ, κορύφωση µακρόσυρτης δυτικοευρωπαϊκῆς διαλεκτικῆς διαδικασίας, δὲν ἦταν παρὰ ἀπόληξη τοῦ ἐπεκτατισµοῦ τοῦ Καρλοµάγνου, τοῦ µεγαλύτερου ἐχθροῦ τοῦ Ἑλληνισµοῦ, τῶν Φράγκων τοῦ 1204, τῶν δυτικῶν προπαγανδῶν τῆς ἑνετοκρατίας καὶ τουρκοκρατίας, ὡς καὶ ἐκείνων µετὰ τὸν 19ο αἰώνα, ποὺ ἀποσκποῦν στὴν πνευµατικὴ ἅλωση αὐτοῦ τοῦ τόπου καὶ τὴν πλήρη ἀποσύνθεσή του. Ἡ ἀντίσταση στοὺς ἀπογόνους τοῦ Καρλοµάγνου τὸ 1940 δὲν ἦταν παρὰ φανέρωση τῆς ζωντανῆς, ἀκόµη, συνείδησης τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ Ἔθνους µας γιὰ τὴν ὕπαρξη, ἀκόµη, δυνάµεων στὴν Εὐρώπη, πού, ὅταν οἱ συγκυρίες ἐπιτρέψουν νὰ πάρουν τὴ δύναµη (στρατιωτικὴ καὶ οἰκονοµικὴ) στὰ χέρια τους, συνιστοῦν τὴ µεγαλύτερη ἀπειλὴ γιὰ τὴν Εὐρώπη καὶ σύνολη τὴν ἀνθρωπότητα.                                                                                                       

3. Ὁ Ὀρθόδοξος ἐκκλησιαστικὸς χῶρος, στὴν συντριπτική του πλειονοψηφία, διασώζει καὶ σήµερα αὐξηµένηφιλοπατρία, ἕτοιµη νὰ φανερωθεῖ, ὅπως καὶ τὸ 1940, ἂν οἱ σηµερινὲς συγκυρίες τὸ ἀπαιτήσουν. Τὰ πρόσφαταἐθελούσια θύµατα τῆς Ἑλληνικῆς Κύπρου, οἱ ἥρωες Ἰσαὰκ καὶ Σολοµοῦ, δὲν εἶναι θύµατα µόνο τῆς τουρκικῆςἀδιαλλαξίας, ἀλλὰ καὶ δυτικῶν δυνάµεων, ποὺ συντηροῦν τὸ πνεῦµα τοῦ Καρλοµάγνου καὶ τῶν φασιστικῶν καὶναζιστικῶν συνεχιστῶν τῆς πολιτικῆς του, µὲ ἄλλα ὀνόµατα καὶ ἀνανεωµένες µεθόδους. Ὁ Ὀρθόδοξος Ἑλληνισµός,ποὺ διασώζει τὴν ἱστορική του µνήµη, γιὰ νὰ εἶναι πάντα θωρακισµένο τὸ Ἔθνος σὲ κάθε νέα ἐπιβουλὴ καί, κυρίως,γιὰ τὴν ἀναγνώριση ἐπιβουλῶν, ποὺ καλύπτονται µὲ τὸ προσωπεῖο τῆς φιλίας καὶ συµµαχίας, ἀναθερµαίνεισυνεχῶς καὶ τὴ συνείδηση, ποὺ ἐξέφρασε τὸ ΟΧΙ τοῦ ᾽40. Αὐτὸ διατυπώνεται µὲ ἀπόλυτη σαφήνεια στὴν «Εὐχὴ» τῆς∆οξολογίας γιὰ τὴν «εὔσηµον ἡµέραν» τῆς 28ης Ὀκτωβρίου. Ἡ στάση τοῦ Ἔθνους (τότε) χαρακτηρίζεται «ἔργονθαυµαστὸν καὶ µέγα», ποὺ «εἰργάσατο ἡ ∆εξιὰ» τοῦ Θεοῦ, ἀποδεικνύοντας ὅτι ὑπάρχει «ἡµέρα Κυρίου ἐπὶ πάνταὑβριστὴν καὶ ὑπερήφανον καὶ ἡµέρα πτώσεως ἐπὶ πάντα ὑψηλὸν καὶ µετέωρον». Ὁ Θεὸς «τοὺς ἐνδόξουςσυνετάραξε µετὰ ἰσχύος καὶ τοὺς ὑψηλοὺς τῇ ὕβρει συνέτριψε µετὰ δυνάµεως». Ἡ ψηλάφηση ὅµως τῆς θείαςπαρουσίας στὸν πόλεµο τοῦ ᾽40 δὲν ὁδηγεῖ σὲ ἐφησυχασµό, ἀλλὰ σὲ πανεθνικὴ ἐγρήγορση: «Νοµοθέτησον ἡµᾶς ἐντῇ ὁδῷ σου καὶ ὁδήγησον πάντας, τοὺς Ἄρχοντας καὶ τὸν Λαόν, ἐπὶ τὴν ἀλήθειάν σου, ὅτι πολλοὶ κυκλόθεν(ὁλόγυρά µας) οἱ ἐχθροὶ ἡµῶν...». Ὁ ἐκκλησιαστικὸς λόγος λειτουργεῖ πάντα ἀφυπνιστικά, ἀλλὰ µακάριοι ὅσοι ἔχουν«ὦτα ἀκούειν»! Ὅσοι µποροῦν (καὶ θέλουν) νὰ τὸν ἀκούουν


Σηµειώσεις: 1. Γενικὲς θεωρήσεις βλ. Εὐαγγέλου Θεοδώρου, ἄρθρο στὴν Θ.Η.Ε. τόμ. 5 (1964) σ. 560-63 (βιβλιογρ.). Νικολ. Μπερντιάγιεφ (μετάφρ. Σάμου Εἰρηναίου), Πνεῦμα καὶ ἐλευθερία, Δοκίμιον χριστιανικῆς φιλοσοφίας, Ἀθῆναι 1952. Γιὰ τὴ νομικὴ διάσταση τοῦ θέματος βλ. στοῦ Ἀναστ. Ν. Μαρίνου, Ἡ θρησκευτικὴ ἐλευθερία, Ἀθῆναι 1972. : Βασ. Π. Στογιάννου, Ἐλευθερία. Ἡ περὶ ἐλευθερίας διδασκαλία τοῦ Ἀπ. Παύλου καὶ τῶν πνευματικῶν ρευμάτων τῆς ἐποχῆς του, Θεσσαλονίκη 1970. Κων. Ε. Παπαπέτρου, Προσβάσεις..., Ἀθῆναι 1979, σ. 229 ἑ.ἑ. (Οἱ δύο ἔννοιες τῆς ἐλευθερίας: ἡ εἰδολογικὴ καὶ ἡ οὐσιαστική). 2. Βλ. διεξοδικὴ ἀνάλυση τοῦ θέματος στὴ μελέτη τοῦ καθηγ. Μ.Α. Σιώτου, Ἡ θρησκευτικὴ ἀξία τῆς ἐθνικῆς ἐλευθερίας. Ἐπιστ. Ἐπετ. τῆς Θεολ. Σχολῆς τοῦ Παν/μίου Ἀθηνῶν, τ. Κ (1973), σ. 41-70. 3. Βλ. ἀρχιμ. Ἱεροθέου Βλάχου, Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία — Πατερικὴ θεραπευτικὴ ἀγωγή, Ἔδεσσα 1986 καὶ Θεραπευτικὴ ἀγωγή, Λεβάδεια 1987. Κ.Λ. Μουρατίδου, Χριστοκεντρικὴ Ποιμαντικὴ ἐν τοῖς Ἀσκητικοῖς τοῦ Μ. Βασιλείου, Ἀθῆναι 1962.2 4. Χρ. Γιανναρᾶ, Ἡ ἐλευθερία τοῦ ἤθους, Ἀθήνα 1979,2 σ. 351. 5. Στὸ ἴδιο, σ. 346. 6. Βλ. Ἱεροθ. Βλάχου, Ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία, ὅπ. π., σ. 114. ἑ.ἑ 147 ἑ.ἑ. 7. Βλ. Πρόχειρα στοῦ Γ. Δ. Μεταλληνοῦ, Τουρκοκρατία. Οἱ Ἕλληνες στὴν Ὀθωμανικὴ αὐτοκρατορία, Ἀθήνα 1989,2 σ. 85 ἑ.ἑ., 259 ἑ.ἑ. 8. Τίς ἐπὶ μέρους περιπτώσεις βλ. στοῦ Ἀπ. Βακαλόπουλου, Ἱστορία τοῦ Νέου Ἑλληνισμοῦ, Τόμ. Γ´, Θεσσαλονίκη 1968 (σποραδικά).

 http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2020/10/blog-post_508.html

O ἑλληνικός στρατὸς ἀπολαμβάνει τῆς ἰδιαιτέρας προστασίας τῆς Παναγίας καὶ οἱ νίκες του ὀφείλονται εἰς τὴν ἐπέμβασίν της

 Michael Palairet 

Ἄγγλος πρεσβευτὴς στὴν Ἑλλάδα τὴν ἐποχὴ τοῦ πολέμου τοῦ 1940

Από τὴ Βρετανικὴ Πρεσβεία                                                          ΑΘΗΝΑΙ Δεκέμβριος 9, 1940 


Κύριέ μου,

Εἰς τὴν ἐπιστολήν μου Νὸ 293 τῆς 23ης Νοεμβρίου, ἀνέφερα τὴν εὐρέως παραδεχομένην πίστιν ἐδῶ ὅτι ὁ ἑλληνικός· στρατὸς ἀπολαμβάνει τῆς ἰδιαιτέρας προστασίας τῆς Παναγίας της Τήνου καὶ ὅτι οἱ νίκες του, οἱ ὁποῖες δύνανται ἀσφαλῶς νὰ ὀνομαστοῦν θαυματουργικές, ὀφείλονται εἰς τὴν ἐπέμβασίν της. 

Αὐτὴ ἡ πίστις ἔχει γίνει τώρα πεποίθησις καὶ ὑπάρχουν ἀναρίθμητες ἱστορίες τῆς παρουσιάσεων τῆς Εὐλογημένης Παρθένου εἰς στρατιώτας εἰς τὸ μέτωπον ἐνθαρρύνοντάς τους εἰς τὴν μάχην, μὲ ὑποσχέσεις ὅτι ἡ ἱεροσυλία ποὺ ἔγινε ἀπὸ τοὺς Ἰταλοὺς εἰς τὸν Ναὸ τῆς κατὰ τὴν ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως θὰ ἐτιμωρεῖτο ἀπὸ μία μεγάλη ἥττα…[…] Φαίνεται ἀσύνηθες ν’ ἀφιερώνω μία ἐπίσημη ἐπιστολὴ σὲ τοιοῦτο θέμα, ἀλλά, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ πεποίθησις ὅτι ὑποστηρίζεται ἀπὸ ὑπερφυσικὴ βοήθεια ἔχει συμβάλει πολὺ εἰς τὴν ἐνθάρρυνσιν τοῦ Ἕλληνος στρατιώτου, εἰς τὴν ἀκούραστη ἐπιδίωξη τοῦ διὰ νίκη, καὶ τοῦ Ἑλληνικοῦ λαοῦ εἰς τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ διὰ τὸν πόλεμον… 

Ἡ ἐπίθεσις κατὰ τῆς «Ἕλλης» στὴν Τῆνο ἀπεδείχθη πράγματι ἕνα σοβαρὸ λάθος, διὰ τὸ ὁποῖον πρέπει νὰ μετανοοῦν οἱ Ἰταλοὶ τώρα σκληρά. 

Ὄχι μόνον ἕνωσε τὴν Ἑλλάδα, τὴν ἐβοήθησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μὲ τὴν πεποίθησιν ὅτι τὰ ὄπλα τῆς ἐβοηθοῦντο θαυματουργικῶς – μία πεποίθησις ἡ ὁποία εἰς αὐτὴν τὴν χώραν τῶν ἰσχυρῶν καὶ βαθέων θρησκευτικῶν παραδόσεων ἔχει ἀνεκτίμητη ἀξία. 

Ἔχω τὴν τιμὴν νὰ παραμένω μὲ τὸν μεγαλύτερον σεβασμόν, Κύριέ μου, 

Ὁ πλέον ταπεινὸς καὶ πλέον πιστὸς ὑπηρέτης Σας. 

«Michael Palairet». 


(Πηγή: Μερόπης Ν. Σπυροπούλου, Στὴν ἐποποιία τοῦ 1940-41 μὲ πίστη, σ. 144-146)

pemptousia

http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2020/10/o.html#more