Τετάρτη 29 Μαΐου 2019

Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, Ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης

«Γης, κι αν τον κρατάς, δεν τον έφαες Άδη. Δεν πέθανε. Μαρμάρωσε. Κοιμάται. Θα ξυπνήση!» Κ.Παλαμάς

του Χαράλαμπου Βουρουτζίδη
«Το την πόλιν σοι δούναι, ουτ εμόν εστίν ούτ άλλου των κατοικούντων ενταύθα κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν, μη φειδόμενοι της ζωής ημών»
Η απάντηση του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου
στο αίτημα του Σουλτάνου Μωάμεθ Β΄ για την παράδοση της Κωνσταντινούπολης
Η ήττα του Σέρβου δεσπότη των Σερρών Ιωάννη Ugljesa και του αδελφού του Vukasin στις 26 Σεπτεμβρίου του 1371 στη μάχη του Cernomen στον Έβρο έδωσε τη δυνατότητα στους Σέρβους ηγεμόνες Κωνσταντίνο και Ιωάννη Dragaš, που εξουσίαζαν περιοχές της Ανατολικής Μακεδονίας, να καταλάβουν την πόλη των Σερρών για μικρό χρονικό διάστημα αφού, το Νοέμβριο του 1371 την ελευθέρωσε ο Διοικητής της Θεσσαλονίκης Μανουήλ Παλαιολόγος που, στις 25 Σεπτεμβρίου του 1373 στέφθηκε συναυτοκράτορας του Ιωάννη Ε΄ Παλαιολόγου.
Ο Μανουήλ στην πόλη των Σερρών, γνώρισε τη Σερβίδα πριγκίπισσα Έλενα Dragaš την οποία και παντρεύτηκε, μετά την άνοδό του στον αυτοκρατορικό θρόνο της Κωνσταντινούπολης, στις 10 Φεβρουαρίου του 1392. Η Έλενα Dragaš, λίγο πριν από τη στέψη της σε αυτοκράτειρα μετονομάστηκε σε Ειρήνη και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη το 1450. Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος ήταν το τέταρτο παιδί από τα έξι αγόρια που απέκτησε με την Ειρήνη- Έλενα Dragaš ο Αυτοκράτορας Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος.
Ο Κωνσταντίνος γεννήθηκε το 1404. Από νωρίς ο πατέρας του Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος (1391-1425) του ανέθεσε ηγετικές και υπεύθυνες, για τις συνθήκες της εποχής, διοικητικές θέσεις. Έτσι ανέλαβε τη διοίκηση των πόλεων του Εύξεινου Πόντου, τη διοίκηση της Βοστίτσας το 1427 και στη συνέχεια, με τα αδέλφια του Θεόδωρο και Θωμά ανέλαβε τη διοίκηση του Δεσποτάτου του Μυστρά. Την εποχή αυτή κατάφερε να ανακαταλάβει τις εναπομείνασες υπό τον έλεγχο των Φράγκων περιοχές της Πελοποννήσου.
Η διαφωνία των τριών αδελφών ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να επιστρέψει στην Βασιλεύουσα, όπου και παρέμεινε από το Σεπτέμβριο του 1435 έως και τον Ιούνιο του 1346. Πιθανολογείται πως, κατά την παραμονή του στην Κωνσταντινούπολη, συμμετείχε στις προκαταρτικές συζητήσεις για την ένωση των «εκκλησιών» και, χάρη σ’ αυτή την εμπειρία, συμμετείχε σε επιτροπές που μετέβησαν στην Ιταλία για να συζητήσουν αυτό το θέμα.
Από τις 27 Νοεμβρίου του 1439 έως και την πρώτη Φεβρουαρίου του 1440 αντικατέστησε τον Αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγο (1425-1448) που, επικεφαλής ενός ομίλου από αξιωματούχους της αυλής και εκκλησιαστικούς ηγέτες, πήγε στην Ιταλία για να συμφωνήσει την ένωση των «εκκλησιών» και τη μεταστροφή στο δόγμα των Λατίνων του ορθόδοξου λαού και κλήρου της Μίας Αγίας Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας. 
Μετά την επώδυνη για την Ορθοδοξία διακήρυξη της ένωσης Λατίνων και Ορθοδόξων, ο Αυτοκράτορας επανήλθε στην Βασιλεύουσα και ο Κωνσταντίνος, τον Οκτώβριο του 1443 επέστρεψε στην Πελοπόννησο, όπου και έγινε Δεσπότης του Μυστρά. Αυτή την εποχή συνομιλεί με τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα, το φιλόσοφο με τη νεοελληνική συνείδηση, που έγραφε στον Αυτοκράτορα Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγο πως: «Έλληνες εσμέν το γένος, ων ηγείσθε και βασιλεύετε, ως η τε φωνή και η πάτριος παιδεία μαρτυρεί». Καρπός της πνευματικής επίδρασης του φιλοσόφου, που υποστήριζε ότι οι Παροπαμισάδαι, όπως έλεγε του Τούρκους, θεωρώντας τους βυζαντινούς Έλληνεςi ήλθαν για να εκδικηθούν τα όσα έπαθαν οι πρόγονοί τους από το Μέγα Αλέξανδρο, ήταν η στερέωση της Ελληνικής αυτοσυνειδησίας του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, που επηρέασε μεγάλως τις κατοπινές του αποφάσεις.
Επί των ημερών του, το Δεσποτάτο του Μυστρά, αύξησε τα όριά του και βελτίωσε την άμυνά του με την οικοδόμηση στον ισθμό της Κορίνθου του τείχους του Εξαμιλίου, το οποίο όμως δεν άντεξε στην επίθεση των στρατευμάτων του Μουράτ του Β΄, που νίκησε τον Κωνσταντίνο στις 10 Δεκεμβρίου του 1446 και τον υποχρέωσε να γίνει φόρου υποτελής του.
Στις 31 Οκτωβρίου του 1448 πεθαίνει, χωρίς να αφήσει απογόνους, ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄Παλαιολόγος που, παρά τη σθεναρή αντίσταση του Μητροπολίτου Εφέσου Μάρκου του Ευγενικού είχε υπογράψει στις 6 Ιουλίου του 1439 την ένωση της Ορθοδόξου Εκκλησίας με τους σχισματικούς Λατίνους. 
Στο θρόνο της Αυτοκρατορίας τον διαδέχεται ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος- Δραγάσης που, στις 6 Ιανουαρίου του 1449 στέφθηκε Αυτοκράτορας στο Μυστρά ως Κωνσταντίνος ο ΙΑ΄ και δύο μήνες αργότερα εισήλθε στην Κωνσταντινούπολη.
Την αρχή της βασιλείας του σημάδεψαν γεγονότα με τεράστια πολιτική σημασία. Το πρώτο ήταν η παραίτηση από τη θέση του καθολικού κριτή και γενικού σεκρετάριου των ανακτόρων του Γεννάδιου Σχολάριου που έγινε το 1450ii. Το δεύτερο ήταν ο θάνατος στις 2 Φεβρουαρίου του 1451 του Σουλτάνου Μεχμέτ του Β΄ και, το τρίτο η φυγή από τη Βασιλεύουσα του Πατριάρχη Γρηγορίου Β΄ Μελισσηνού τον Αύγουστο του 1451.
Η ανάληψη της εξουσίας από το νεαρό Μωάμεθ επιδείνωσε τις σχέσεις Οθωμανών και Βυζαντίου. Η στρατιωτική πίεση των Οθωμανών στην Κωνσταντινούπολη, που αυτή την εποχή ήταν πρωτεύουσα και κράτος της κάποτε κραταιάς Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθημερινά αυξανόταν και, η σύγκρουση φαινόταν πως ήταν αναπόφευκτη. Οι στρατιωτικές δυνάμεις της Αυτοκρατορίας ήταν αξιόμαχες, αλλά αριθμητικά ασύγκριτα λιγότερες απ’ αυτές που διέθετε ο νέος Οθωμανός Σουλτάνος Μωάμεθ Β΄.
Από τον Αυτοκράτορα Κωνσταντίνο δεν έλειπε η προνοητικότητα, το θάρρος και η αποφασιστικότητα. Οι προθέσεις του νέου Σουλτάνου έδειχναν πως, η σύγκρουση ήταν προ των πυλών της Κωνσταντινουπόλεως. Οι δυνατότητες βοήθειας για την Αυτοκρατορία ήταν περιορισμένες, καθώς ο Σέρβος Δεσπότης Γεώργιος Μπράνκοβιτς (1427), εγγονός του Πρίγκιπα Λαζάρου, που είχε ηρωικότατα αντισταθεί στις στρατιές του Μουράτ Α΄ στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389) δεν είχε τη δυνατότητα να παράσχει βοήθεια, αφού η Σερβία βρισκόταν υπό τον Οθωμανικό ζυγό από το 1439. Ακόμη, η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των Σέρβων και των Ούγγρων του Ιωάννη Ουνιάδη, η ήττα του χριστιανικού στρατού στις μάχες της Βάρνας το 1444 και του Ουνιάδη στο Κοσσυφοπέδιο το 1448 απέκλειαν κάθε βοήθεια από τις χριστιανικές δυνάμεις της Μεσευρώπης, γιατί ο Ουνιάδης είχε συνάψει ανακωχή με τους Τούρκους το Νοέμβριο του 1451.
Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, παρά το γεγονός πως δεν είχε περιορισμένη αντίληψη της συνολικής πολιτικής καταστάσεως στην Δύση, δεν υποψιαζόταν τις ραδιουργίες του πάπα Νικόλαου του Ε΄, που ενίσχυε με όλα του τα πολιτικά και οικονομικά μέσα το θρασύ Βασιλιά της Αραγωνίας και Νεαπόλεως Αλφόνσο τον Ε΄ του οποίου, οι πολιτικές και στρατιωτικές φιλοδοξίες έφταναν έως και την ίδρυση μιας νέας λατινικής αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη. 
Η «…πολυώνυμος… και μεγαλώνυμος… η μεγαλόπολις αύτη Πόλις πασών των υπό τον ήλιον πόλεων…» ήταν γεωγραφικά απομονωμένη από το χριστιανικό της περίγυρο. Η μόνη οδός επικοινωνίας της, με τη Δύση, ήταν η θάλασσα.
Ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος, δεν είχε μπροστά του πολλές επιλογές. Τον Απρίλιο του 1451 στέλνει στη Ρώμη τον Ανδρόνικο Βρυένιο Λεοντάρη να ζητήσει βοήθεια. 
Ο αυτοκρατορικός απεσταλμένος δίνει στον πάπα Νικόλαο Ε΄ δυο επιστολές. Η πρώτη ήταν του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, ο οποίος εξηγούσε στον πάπα πως, ο καιρός είναι κατάλληλος για την παροχή βοήθειας προκειμένου να αντιμετωπισθεί το στράτευμα του νεαρού Σουλτάνου ενώ, με τη δεύτερη επιστολή, που συνέταξαν οι ανθενωτικοί: «ουχ εκόντες…αλλά ηναγκασμένοι και βεβιασμένοι τας συνειδήσεις…» προτεινόταν στον πάπα η σύγκλιση μιας νέας συνόδου στην Κωνσταντινούπολη, που θα επανεξέταζε τις μεταξύ των δυο εκκλησιών διαφορές.
Εν τω μεταξύ και, κάτω από την αυξανόμενη δυσαρέσκεια του λαού της Πόλης, για τον ύποπτο ρόλο του στο ακανθώδες θέμα της ενεργοποίησης των όρων της συνόδου της Φλωρεντίας και της καλλιέργειας ασταθούς πολιτικού κλήματος στη Βασιλεύουσα, ο ενωτικός Πατριάρχης Γρηγόριος Β΄ Μελισσηνός τον Αύγουστο του 1451 φεύγει κρυφά από την Κωνσταντινούπολη, χωρίς να παραιτηθεί από Πατριάρχης, και πηγαίνει στη Ρώμη.
Το αίτημα του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου για στρατιωτική βοήθεια συζητήθηκε στη Ρώμη και στις αυλές της Βενετίας και της Γένοβας, που έχοντας οικονομικά συμφέροντα στα νησιά του Αιγαίου, την Κρήτη, την Πελοπόννησο, την Κύπρο και στον Γαλατά, δεν επιθυμούσαν μια ευθεία αντιπαράθεση με τους Οθωμανούς.
Έτσι η Γένοβα απέτρεψε τους πολίτες της, που ζούσαν στη συνοικία του Πέραν, να εμπλακούν στη διαμάχη, ενώ η Βενετία και ο πάπας άρχισαν να ετοιμάζουν έναν μικρό στόλο, που ποτέ δεν έφτασε στην Βασιλεύουσα και, ο Αλφόνσος της Αραγωνίας στην πιο ακατάλληλη χρονική στιγμή, απέσυρε τα δέκα πλοία που διατηρούσε στο Αιγαίο.
Η φυγή του Πατριάρχη από την Κωνσταντινούπολη, δημιούργησε σοβαρά προβλήματα τόσο στην Ορθόδοξη Εκκλησία, όσο και στις σχέσεις της Αυτοκρατορίας με τον πάπα Νικόλαο Ε΄ ο οποίος, με υπόδειξη του φυγά Πατριάρχη Μελισσηνού, αντελήφθη την παρελκυστική πολιτική του Κωνσταντίνου στο θέμα της ενώσεως και, με επιστολή του, ζήτησε τόσο την αλλαγή των θέσεων του Αυτοκράτορα στο ζήτημα της ένωσης των εκκλησιών, όσο και την επιστροφή και αποκατάσταση του προδότη Μελισσηνού.
Όμως, η απαίτηση του πάπα Νικόλαου, για άμεση ενεργοποίηση των όρων της συνόδου της Φλωρεντίας, πέρα από την αποκατάσταση του προδότη και λατινόφρονα πατριάρχη Γρηγορίου Μελισσηνού ήταν αυτή που, ουσιαστικά, ναρκοθέτησε κάθε καλή πρόθεση στη Δύση, για παροχή βοήθειας στους Έλληνες.
Η προσδοκία στρατιωτικής βοήθειας που, παρά τις υποσχέσεις, ποτέ δεν έφτασε από τους Λατίνους, καθώς και η μεγάλη αίσθηση ευθύνης για την τύχη της Αυτοκρατορίας οδήγησαν τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο στο λάθος, να μην αξιολογήσει σωστά το έμψυχο δυναμικό που βρισκόταν μέσα στη Βασιλεύουσα. Δεν πίστεψε στη δύναμη του λαού, στο αξιόμαχο φρόνημά του, που περιγράφεται στο Ρωσικό χρονικό του Νέστορα Ισκεντέρηiiiκαι φάνηκε περίτρανα στη μεγάλη μάχη της 29ης Μαΐου και, ιδιαίτερα, μετά την επαίσχυντη φυγή του Λατίνου Ιουστινιάνη.
Στις αρχές του 1452 ο Σουλτάνος διέταξε το κτίσιμο του ισχυρού φρουρίου Ρούμελη-Χισάρ που, μαζί με το φρούριο Αναντολού-Χισάρ έδιναν στους Οθωμανούς τον έλεγχο των στενών του Βοσπόρου.
Από τον Οκτώβριο του 1452 που έφτασε στην Κωνσταντινούπολη ο αρνησίθρησκος πρώην Μητροπολίτης Κιέβου Ισίδωρος, ως καρδινάλιος και παπικός λεγάτος με μια μικρή δύναμη διακοσίων τοξοτών, αναζωπυρώθηκε το θέμα της ένωσης των «εκκλησιών». Επιτροπές λαϊκών και αρχόντων συζήτησαν, με προτροπή του Αυτοκράτορα, τις προϋποθέσεις αυτής της ένωσης. Η κατάληξη όλων αυτών των συζητήσεων, με απαίτηση του Αυτοκράτορα, αποτυπώθηκε σε κείμενο που συνέταξαν τα μέλη της Σύναξης του Πατριαρχείου, που συνήλθε στο παλάτι στις 15 Νοεμβρίου του 1452. Στο κείμενο αυτό τονιζόταν οι θεολογικές διαφορές με τους Λατίνους και εν τέλει, για ποιους λόγους διαφωνούν με το αποτέλεσμα της συνόδου της Φλωρεντίας. Τέλος, τα συμπεράσματα αυτής της Συνόδου, κατέληγαν σε πρόταση σύγκλισης νέας Συνόδου στην Πόλη.
Μέσα στην αγωνία του, για τη σωτηρία της Αυτοκρατορίας, αυτός ο Έλληνας «…ο κύρης Κωνσταντίνος, ο φρένιμος, ο δυνατός, ο περισσά ανδρειωμένος, ο πράγος, ο καλόλογος, η φήμη των Ρωμαίων…»iv πήρε μια απόφαση, που ξεπέρασε τα όρια του δόγματος της Οικονομίας, δόγμα που υπό ορισμένες προϋποθέσεις επιτρέπει την προσωρινή ή και μόνιμη απόκλιση από την «ακρίβεια», «χάριν μείζονος ωφελείας τινών ή της καθ’ όλου Εκκλησίας»vεφόσον όμως παραμένει αλώβητη η ευσέβεια και η ακεραιότητα του Ορθοδόξου Δόγματος. Πέντε μόλις μήνες πριν από την αποφράδα ημέρα, στις 12 Δεκεμβρίου του 1452, ενεργοποίησε το ναυαγισμένο σχέδιο της ένωσης των εκκλησιών και διακήρυξε, μέσα στο ναό της Αγίας Σοφίας την ένωση, τελώντας λειτουργία κατά το ρωμαϊκό τυπικό, στην οποία χοροστάτησε ο πλανεμένος, πρώην μητροπολίτης Κιέβου και νυν καρδινάλιος Πελοποννήσου Ισίδωροςvi.
Η πολιτική αυτή απόφαση διατάραξε την κλονισμένη από καιρό ομόνοια και συνοχή του λαού της Κωνσταντινούπολης. 
Οι συνέπειες αυτής της απόφασης, ήταν εξαιρετικά μεγάλες. Η προσβολή του θρησκευτικού φρονήματος του λαού, οδήγησε σε διαμάχες και διαίρεσε τους άρχοντες.
Στη Μονή του Παντοκράτορος συγκεντρώθηκαν οι ανθενωτικοί και τέλεσαν τη Θεία Λειτουργία. Το μένος τους εναντίον των Παπικών δεν πήγαζε μόνο από τις διαφορές του δόγματος. Η λαϊκή ψυχή δεν είχε ξεχάσει την απίστευτη βαρβαρότητα των Λατίνων σε βάρος του λαού της Αυτοκρατορίας, μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1204 ούτε και οι Κωνσταντινουπολίτες αγνοούσαν το πώς ζούσαν οι ομόδοξοί τους σε λατινοκρατούμενες περιοχές της Ελλάδας και γι’ αυτό, κάθε συζήτηση για τους Λατίνους όξυνε τα πνεύματα, με αποτέλεσμα να σημειωθούν κινητοποιήσεις και, η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Αυτοκράτορα να κλονισθεί. Έτσι, όταν τον Απρίλιο του 1453 κάτω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης συγκεντρώθηκε ένα ισχυρό στράτευμα, ενωμένο υπό τη σιδηρά εξουσία του Μωάμεθ Β΄ μέσα στη Βασιλεύουσα ο λαός ήταν δυσαρεστημένος με τον Αυτοκράτορα, ενώ οι Γενουάτες, που ζούσαν στη συνοικία του Γαλατά, λειτουργούσαν ως πέμπτη φάλαγγα για τους Τούρκους.
Η τελική επίθεση εναντίον της Κωνσταντινούπολης αποφασίσθηκε από τον Μωάμεθ να γίνει στις 29 Μαΐου του 1453.
Στο ναό της Αγίας Σοφίας τελέστηκε λειτουργία και, δυστυχώς, ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, κοινώνησε από τα χέρια του προδότη της Ορθοδόξου πίστεως Καρδινάλιου Ισίδωρου.
Ο Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος-Δραγάσης, «η γενναιότητα και το ήθος του οποίου σπανίως συναντάται στην Παγκόσμια Ιστορία»vii, με 5.000 Έλληνες πολεμιστές και 2.000 Λατίνους, το κύριο σώμα των οποίων αποτελούσαν οι 700 μισθοφόροι του γενουάτη Ioannes Iustinianus Longus, αντιστάθηκε στις ορδές των Οθωμανών και, η πρώτη επίθεσή τους αποκρούσθηκε με επιτυχία.
Λίγο νωρίτερα από την αποφράδα ημέρα, πρεσβευτές του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, διεμήνυσαν υπερήφανα στον Μωάμεθ, ως απάντηση στο αίτημά του (21 Μαΐου) να του παραδοθεί η πόλη, πως: «Εάν μεν θέλης και συ να ζήσης με μας ειρηνικά, όπως έζησαν και οι πρόγονοί σου, θα οφείλουμε χάρι στο Θεό…Το να σου δώσω όμως την Πόλι, ούτε δικαίωμά μου είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της. Γιατί από κοινού θα πεθάνουμε όλοι με τη θέλησί μας και δεν θα λυπηθούμε την ζωή μας»viii.
Η επίθεση των πυροβόλων όπλων των Οθωμανών εναντίον των τειχών της πόλης, το πρωί της 29 Μαΐου του 1453 ήταν ιδιαίτερα σφοδρή. 
Στα τείχη της Πόλης ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου, ως ίσος με τους Ορθόδοξους πολεμιστές και τους Λατίνους στρατιώτες, αμυνόταν γενναία. Όμως, ο τραυματισμός του Ιωάννη Ιουστινιάνη από θραύσμα πυροβόλου όπλου και η αποχώρησή του από τους προμαχώνες, ήταν μεγάλο πλήγμα στην άμυνα της πόλης, μεγαλύτερο και από αυτό που οι Οθωμανοί της κατάφεραν με την υπερνεώλκηση 70 τουρκικών πλοίων από το Βόσπορο στον Κεράτιο στις 23 Απριλίου του 1453. Έτσι: «ο τοσαύτα ανδρίας δείγματα προαποδειξάμενος Ιουστινιανός, καταβληθείς υπό του εκ της πληγής πόνου, από δειλία, μικροψυχεί και εν τοιαύτη κρισιμοτάτη στιγμή εγκαταλιπών την θέσιν φεύγει»ix, παρά τις παρακλήσεις του Αυτοκράτορα.
Η επαίσχυντη αποχώρηση του τραυματισμένου Ιωάννη Ιουστινιάνη, μείωσε τις δυνάμεις των αμυνόμενων, γιατί οι Λατίνοι μαζί με τον αρχηγό τους επιβιβάσθηκαν σε πλοία και έφυγαν για τη Χίο, όπου ο Ιουστινιάνης πέθανε με σύντροφό του τη ντροπή. Όμως, η ζημιά είχε γίνει. Οι υπερασπιστές της πόλης την πιο κρίσιμη ώρα, στερήθηκαν έναν μεγάλο εμπνευστή του πολεμικού τους φρονήματος.
Ο αγώνας του Αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου, εκεί στην Πύλη του Πέμπτου, δεν μειώθηκε και: «…μέγας τωόντι εν τη δυστηχία αυτού γενόμενος, επεδείξατο ανδρίαν απαράμιλλον και ηρωϊσμόν εφάμιλλον του Λεωνίδα και των Σπαρτιατών»x. Αγωνίστηκε ο Αυτοκράτορας, χωρίς τα αυτοκρατορικά του εμβλήματα, μαζί με τους εναπομείναντες Έλληνες στις επάλξεις, έως και την τελική πτώση του ίδιου και της Βασιλεύουσας των Πόλεων.
Οι Οθωμανοί «λυκοφεγγούσης της ημέρας»xi βρήκαν ανοιχτή μια μικρή πόρτα στο κάστρο, την Κερκόπορτα, μπήκαν στην Πόλη και: «Τέλος πάντων την 29η Μαΐου 1453 είδεν η Δύσις εκπληρούμενον τον σκοπόν, τον οποίον προ εξακοσίων ετών λυσσωδώς επεδίωκεν»xii.
Η Κερκόπορτα, ένας κόκκος άμμου, έκρινε την ιστορία του κόσμουxiii.
«Η Πόλις της οικουμένης… της καλλονής η εστία, το πρόσκαιρον της τρυφής χωρίον…του ημετέρου γένους το έδαφος, το των αγαθών πρυτανείον, ομόροις το θέλγητρον, και αλλογενέσιν ηδύτατον λάλημα…η κοινή πατρίς και μήτηρ και τροφός των ορθοδόξων Χριστιανών»xiv ΕΑΛΩ! ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ και από τότε παραμένει σκλαβωμένη.
Ο Μιχαήλ Δούκας, με απλότητα, διηγείται τις τελευταίες στιγμές του αυτοκράτορα: «Ο βασιλεύς ουν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον «ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ΄ εμού;» ην γαρ μονώτατος απολειφθείς. τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, και αυτός τω Τούρκω ετέραν εχαρίσατο’ των όπισθεν δ΄ετέρος καιρίαν δους πληγήν, έπεσε κατά γης’ ου γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστίν, αλλ’ ως κοινόν στρατιώτην τούτον θανατώσαντες αφήκαν». Ο ίδιος συγγραφέας υποστηρίζει πως, ο Μωάμεθ, ζήτησε το σώμα του Αυτοκράτορα και οι Οθωμανοί: «πλείονας κεφάλας των αναιρεθέντων έπλυναν, ει τύχοι και την βασιλικήν γνωρίσωσι, και ουκ ηδυνήθησαν γνωρίσαι αυτήν, ει μη το τεθνεώς πτώμα τού Βασιλέως ευρόντες ο εγνώρισαν εκ των βασιλικών περικνημίδων, ή και πεδίλων ένθα, χρυσοί αετοί ήσαν γεγραμμένοι, ως έθος υπήρχε τοις βασιλεύσι». Κανένας από τους ιστορικούς της Αλώσεως δεν είδε το εθνικά ιερό σκήνωμα του Αυτοκράτορα.
Ο ηρωικός θάνατός του Κωνσταντίνου μετατράπηκε από τον Ελληνικό Λαό σε ίστρο εθνικής ζωής, που μπολιάστηκε με θρύλους, σύμφωνα με τους οποίους άγγελος Κυρίου άρπαξε το Βασιλιά μέσα από τα χέρια των Τούρκων και, τον έκρυψε σε μια σπηλιά όπου και παραμένει «Μαρμαρωμένος», για να ξαναρθεί στο πλήρωμα του χρόνου και, με το σπαθί του, να διώξει τους Τούρκους από τη Βασιλίδα των Πόλεων.
Ο τελευταίος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου Κωνσταντίνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος, ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς, για τον Ελληνικό λαό δεν πέθανε! 
Η πίστη αυτή τροφοδοτούσε τις ελπίδες του γένους, για μια επανάκτηση της Κωνσταντινούπολης από τους Τούρκους, όπως το 1261 που διώχτηκαν οι Λατίνοι. Του γένους, η ελπίδα αυτή, ενέπνευσε τον ποιητή Κ. Παλαμά, που τη συνόψισε με τους στοίχους : «Μαρμαρωμένος βασιλιάς, και θα ξυπνώ απ’ το μνήμα/ το μυστικό και τάβρετο, που θα με κλειή, θα βγαίνω/ και τη χτιστή χρυσόπορτα ξεσχίζοντας, θα τρέχω/ και χαλιφάδων νικητής και τσάρων κυνηγάρης/ πέρα στην Κόκκινη Μηλιά θα παίρνω την ανάσα!».
Το Έθνος, με την ηρωική αντίσταση του τελαυταίου Αυτοκράτορά του είχε ελπίδες αναγέννησης και, ακριβώς, το τέλος του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου, αντάξιο Έλληνα στρατηλάτη και, η άρνησή του να παραδοθεί, αποτέλεσαν το ιδεολογικό υπόβαθρο της επανάστασης του 1821, όπως μαρτυρά ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης: «Μι­αν φο­ρν, όταν επή­ρα­μεν το Ναύ­πλιον, ήλ­θεν ο Ά­μιλ­τον να με ιδή· μου είπε ό­τι: πρέ­πει οι Έλ­λη­νες να ζη­τή­σουν συμ­βι­βα­σμόν, και η Άγ­γλί­α να με­σι­τεύ­σ· εγ του απε­κρί­θη­κα, ότι αυτ δεν γί­νε­ται πο­τέ, ελευ­θε­ρί­α ή θά­να­τος· εμείς, κα­πι­τν Άμιλ­τον, πο­τ συμ­βι­βα­σμ δεν εκά­μα­με με τους Τούρ­κους· άλ­λους έκο­ψε, άλ­λους εσκλά­βω­σε με το σπα­θ και άλ­λοι, κα­θς εμείς, εζού­σα­μεν ελεύ­θε­ροι απ γεν­νε­ εις γεν­νε­ά· ο Βα­σι­λεύς μας εσκο­τώ­θη, καμ­μί­α συν­θή­κη δεν έκα­με, η φρου­ρ του είχε παν­το­τι­νν πό­λε­μον με τους Τούρ­κους και δύο φρού­ρια ήτον πάν­το­τε ανυ­πό­τα­κτα· –με είπε, ποία είναι η βα­σι­λι­κ φρου­ρά του, ποία εί­ναι τα φρού­ρια;– η φρου­ρ του Βα­σι­λέ­ως μας είναι οι λε­γό­με­νοι Κλέ­φται, τα φρού­ρια η Μά­νη και το Σού­λι και τα βου­νά».
Ο αρχιστράτηγος του αγώνα της εθνικής παλιγγενεσίας, γνήσιος εκφραστής της συνείδησης του Ελληνικού Λαού έλεγε πως: «Έχουμε βασιλιά τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο στην Πόλη» ενώ, είναι στερεά η πίστη των Ελλήνων πως, τα λόγια των Αρχαγγέλων Μιχαήλ και Γαβριήλ προς την Παναγία Μητέρα του Κυρίου: «Σώπα, κυρία Δέσποινα, μην κλαίης, μη δακρύζης, πάλε με χρόνους, με καιρούς, πάλε δικά μας θα ‘ναι», ανυπερθέτως θα επαληθευτούν στο πλήρωμα του χρόνου.
  • i Θεοδώρου Νικολάου: Αι περί πολιτείας και δικαίου ιδέαι του Γ. Πλήθωνος Γεμιστού, Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, 1974, σ. 38.
  • ii Θεόδωρου Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος (Βίος-Συγγράμματα-Διδασκαλία). Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών. Θεσσαλονίκη 1980, σ. 168.
  • iii Μ. Αλεξανδρόπουλος, Η πολιορκία και η άλωση της Πόλης. Το Ρωσικό χρονικό του Νέστορα Ισκεντέρη. Έκδοση Κέδρος, 1978, σ. 88.
  • iv Η άλωση της πόλης, «Τραγούδια και θρήνοι για την άλωση». Έκδοση Ακρίτας, 1994, σ. 346.
  • v Ιερωνύμου Κοτσώνη, Προβλήματα «Εκκλησιαστικής Οικονομίας», Αθήνα 1957, σ. 209
  • vi Θεοδώρου Ζήση, Γεννάδιος Σχολάριος ό.π., σ. 168.
  • vii Στήβεν Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Έκδοση Μπεργαδή, 1979, σ. 11.
  • viii Μιχαήλ Δούκα, Το χρονικό της αλώσεως. Πάπυρος, 1971, σ. 130.
  • ix Α.Δ.Μορτμάνου, Πολιορκία και άλωσις Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων εν έτει 1453, Αθήνα 1859, σ. 42.
  • x Ο.π. σ.41
  • xi Μιχαήλ Δούκα, Ο.π.
  • xii Κ. Σάθα, Τουρκοκρατούμενη Ελλάς 1453-1821, Έκδοση Καμαρινόπουλου, 1962, σ. 1.
  • xiii Στέφαν Τσβάιχ, Η τελευταία λειτουργία. Στήβεν Ράνσιμαν, Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, Έκδοση Μπεργαδή, 1979, σ. 40.
  • xiv Ν. Τωμαδάκη, Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, « Ι. Βρυέννιου, Δημηγορία περί του της πόλεως ανακτίσματος», Έκδοση Πουρνάρα, 1993, σ. 243.
https://katanixi.gr/2019/05/28/κωνσταντίνος-ια΄-παλαιολόγος-ο-τελευ/

«Λυπήσου μας Θεέ μου, στον δρόμο που πήραμε…»

Χρύσα Ἀλεξοπούλου, Φοιτήτρια
Στὶς 29 Μαΐου θρηνοῦμε τὴν πτώση τῆς Πόλης τῶν πόλεων, τὴν Ἅλωση τῆς Βασιλεύουσας ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Θρηνοῦμε τὴν Πόλη ποὺ χάσαμε ἀλλὰ καὶ τὴν Πόλη ποὺ κάθε χρόνο χάνουμε ἐξ αἰτίας τῆς στάσης μας καὶ τῆς συμπεριφορᾶς μας, μὲ ὅλο καὶ μεγαλύτερη βιαιότητα, μὲ ὅλο καὶ μεγαλύτερο θράσος ἀπὸ τὴν μεριὰ τῶν κατακτητῶν καὶ μὲ ὅλο καὶ μεγαλύτερη ἀπάθεια ἀπὸ μέρους μας.
Δὲν ἔχουμε ἁπλῶς παραδώσει τὰ ὅπλα, ἀλλὰ προσφέρουμε τοὺς ἑαυτούς μας καὶ ὅλο τὸν κόσμο μας μὲ πολὺ μεγάλη ἐγκαρδιότητα καὶ ἀγάπη στοὺς κατακτητές, σὰν νὰ ἀνήκουν σὲ αὐτοὺς ὅλα καὶ σὲ ἐμᾶς τίποτα. Στὴν πραγματικότητα βέβαια, οἱ περισσότεροι, δὲν ξέρουμε τί θρηνοῦμε, δὲν ξέρουμε τί εἶναι αὐτὸ ποὺ χάσαμε καὶ συνεχῶς χάνουμε γιατί δὲν ἔχουμε κάτσει ποτὲ νὰ ἀσχοληθοῦμε σοβαρὰ μὲ τὰ γεγονότα ποὺ τόσο μᾶς ἀφοροῦν.
Διάβαζα πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν «Τὰ Παραλειπόμενα» τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Βρυέννιου, ὁ ὁποῖος ἦταν μοναχὸς τὴν περίοδο τῆς παρακμῆς τῆς Πόλης καὶ κοιμήθηκε λίγα χρόνια πρὶν τὴν ἅλωσή της. Ἐπειδὴ ὅμως μιὰ Ἅλωση καὶ μάλιστα τέτοιων διαστάσεων δὲν πραγματοποιεῖται χωρὶς νὰ ὑπάρχουν βαθιὰ αἴτια, χωρὶς νὰ ὑπάρχουν γεγονότα, ποὺ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ νὰ ὁδηγοῦν σὲ αὐτὸ τὸ ἀποτέλεσμα, ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος εἶχε ἐντοπίσει τὰ αἴτια αὐτὰ καὶ τὰ εἶχε καταγράψει.
Δὲν ἔζησε νὰ δεῖ μὲ τὰ μάτια του τὴν Ἅλωση, τὴν εἶδε ὅμως καὶ τὴν βίωσε μὲ τὴν ψυχή του, πρὶν αὐτὴ πραγματοποιηθεῖ. Τὸ τραγικότερο ὅλων εἶναι ὅτι ἡ περιγραφὴ τοῦ Ἰωσὴφ τοῦ Βρυέννιου θυμίζει πολὺ τὶς ἡμέρες ποὺ διανύουμε ἐμεῖς, οἱ σημερινοὶ ἄνθρωποι, τὰ γεγονότα ποὺ λαμβάνουν χώρα σήμερα, ἀλλὰ καὶ τὸν κόσμο μας στὸ σύνολό του καὶ αὐτὸ εἶναι ποὺ θὰ πρέπει νὰ μᾶς ἀνησυχήσει περισσότερο, γιατί κάποτε, αὐτὰ τὰ ὁποῖα περιγράφει, ὁδήγησαν στὴν Ἅλωση καὶ τὴν καταστροφή…
Ὅπως ὁ ἴδιος χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει: «Διασκορπισθήκαµε χωρισµένοι σὲ ὅλες τὶς βασιλεῖες τῆς γῆς. Μᾶς ἐξουσιάζουν καὶ δὲν ἐξουσιάζοµε. Τὴ χώρα µας ξένοι τὴν κατατρώγουν, καὶ δὲν ὑπάρχει κανεὶς νὰ µᾶς βοηθήση. Οἱ νέες καὶ οἱ νέοι τοῦ γένους µας δόθηκαν σὲ ἄλλα ἔθνη. Ὅλη τὴν ἡµέρα τὰ µάτια µας αὐτὰ βλέπουν καὶ τὸ δικό µας χέρι δὲν µπορεῖ νὰ βοηθήση. Σὲ µᾶς ἔµεινε µόνο καρδιὰ θλιµένη, µάτια ποὺ σβήνουν καὶ ψυχὴ ποὺ λιώνει, προβλήµατα πάνω στὰ προβλήµατα, φροντίδες πάνω στὶς φροντίδες, καὶ αἵµατα πάνω στὰ αἵµατα παντοῦ. Χάθηκε ὁ εὐλαβὴς πάνω στὴ γῆ, λείπει ὁ στοχαστής, δὲν βρίσκεται ὁ φρόνιµος. Στὰ παλαιὰ παρουσιαζόταν ὁ σοφός, τώρα δὲν ὑπάρχει αὐτὸς ποὺ θὰ κατανοήσει, αὐτὸς ποὺ θὰ διορθώση, αὐτὸς ποὺ θὰ µᾶς φέρη πίσω. Ἡ πληγὴ εἶναι ὁλόσωµη, ἡ ἀρρώστια γενικευµένη, φοβερὸ τὸ τραῦµα, ἡ συµφορὰ ἀπαρηγόρητη καὶ µεγαλύτερη ἀπὸ κάθε παρακλητικὸ λόγο. Καταφρονήθηκαν τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγµατα, σάπισαν τὰ κρατικά, ἀνακατεύονται τὰ µακρυνά, συγχέονται τὰ κοντινά. Τὰ πάνω γίνονται κάτω καὶ τὰ κάτω πάνω. Οἱ Χριστιανοὶ διώκονται, οἱ ἀσεβεῖς εὐνοοῦνται. (…) Ὁ ἄθεος θὰ ὑποστηρίξη, ὅτι ὅλα ἀπὸ µόνα τους τυχαῖα συµβαίνουν “χύδην καὶ φύρδην”. Ὁ δὲ Ἕλληνας (εἰδωλολάτρης) θὰ ὑποστηρίξη ὅτι ὀφείλονται ὅλα στὴν τύχη καὶ στὸ γραµµένο. Καὶ ἀκόµα ὁ Ἀγαρηνὸς θὰ πῆ ὅτι αἰτία τούτων εἶναι ὅτι δὲν ἀποδεχθήκαµε τὸν ἀλιτήριο, ἐνῶ ὁ Ἑβραῖος, ἐπειδὴ πιστεύσαµε στὸ Χριστό. Καὶ ὁ καθένας ἀπὸ τοὺς αἱρετικούς, ἐπειδὴ δὲν ὑποκύψαµε στὴν αἵρεσί του. Καὶ ὁ ὄχλος τῶν Ἰταλῶν θὰ ὑποστηρίξη ὅτι µᾶς συµβαίνουν αὐτά, ἐπειδὴ δὲν ὑποταχθήκαµε στὸν πάπα. Ἐγὼ ὅλους αὐτοὺς τοὺς ἀπορρίπτω, καὶ εἶµαι ἀπόλυτα πεπεισµένος καὶ τὸ ὁµολογῶ εὐθέως, ὅτι δὲν θὰ τὰ παθαίναµε αὐτά, ἐὰν δὲν εἴµασταν δυσσεβεῖς καὶ τελείως ἀποµακρυσµένοι ἀπὸ τὸ Θεό. (…) Γι’ αὐτὸ ὁ Κύριος ποὺ µὲ κάθε τρόπο προετοιµάζει τὴ σωτηρία µας, µᾶς παρέδωσε νὰ ντροπιασθοῦµε σὲ ὅλα τὰ ἔθνη, καὶ τὴν πρόσκαιρη αὐτὴ ζωή µας, τὴ ρευστὴ καὶ περαστική, τὴν περιέβαλε µὲ µύρια κακά, µήπως καὶ ἔτσι, ἀκόµα καὶ παρὰ τὴ θέλησί µας, ὁδηγηθοῦµε τελικὰ ἀπὸ αὐτὸν στὴ σωτηρία µὲ κατάλληλο τρόπο».
Δὲν ἀντικατοπτρίζεται ἡ ἐποχή μας; Δὲν βρίσκουμε τὸν ἑαυτό μας στὴν περιγραφὴ τῶν ἀνθρώπων ποὺ ζοῦσαν ἐκείνη τὴν ἐποχή; Καὶ ἀξίζει νὰ σκεφτεῖ κανείς, ὅτι ἐκείνη τὴν ἐποχή, ὁ λαὸς εἶχε διχαστεῖ μὲ τὸ ζήτημα τῆς ἕνωσης καὶ εἶχαν σχηματιστεῖ δυὸ παρατάξεις, ἡ παράταξη τῶν «ἑνωτικῶν», ποὺ ἐπεδίωκαν τὴν ἕνωση μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολικὴ Ἐκκλησία καὶ ἡ παράταξη τῶν «ἀνθενωτικῶν», ποὺ ἦταν ἀντίθετη μὲ τὴν ἕνωση αὐτή, κάτι ποὺ δείχνει ὅτι δὲν εἶχε ταχθεῖ ὅλος ὁ λαὸς μὲ τοὺς διεφθαρμένους ἄρχοντες, οὔτε μὲ τὸν διεφθαρμένο κλῆρο ἀλλὰ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ λαοῦ ἀντιδροῦσε καὶ ἀντιστεκόταν στὴν σήψη αὐτή. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νὰ γίνει ἡ Ἅλωση γιατί τὸ κακὸ βρισκόταν ἤδη σὲ προχωρημένο στάδιο, ἡ διαφθορὰ βρισκόταν στὸ ζενὶθ καὶ ἕνα μεγάλο μέρος τῶν ἀνθρώπων εἶχε ἐγκαταλείψει τὸν Θεὸ καὶ εἶχε ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὴν πίστη. Σήμερα, ἄραγε, ποὺ δὲν ἔχει διχαστεῖ ὁ κόσμος, ἀλλὰ ἔχει ταχθεῖ μὲ τοὺς ἄρχοντες, τοὺς στηρίζει καὶ τοὺς ἐνθαρρύνει στὶς ἐπιλογές τους, ψηφίζει σὲ μόνιμη βάση τοὺς ἴδιους καὶ δὲν ὑπάρχει καμία ἀντίδραση καὶ καμμία ἀντίσταση –παρὰ μόνο ἐλάχιστων ἀνθρώπων ποὺ ἀγωνίζονται μὲ νύχια καὶ μὲ δόντια γιὰ νὰ κρατήσουν αὐτὰ ποὺ κάθε μέρα χάνουμε– τί θὰ πρέπει νὰ περιμένουμε; Σήμερα, ποὺ οἱ ἄνθρωποι ὄχι ἁπλῶς ἔχουν ἐγκαταλείψει τὸν Θεὸ ἀλλὰ καὶ Τὸν περιφρονοῦν, Τὸν ὑβρίζουν, Τὸν διώχνουν μὲ κάθε τρόπο ἀπὸ τὴν ζωή τους καὶ οἱ ἄρχοντες χρησιμοποιοῦν κάθε μέσο γιὰ νὰ Τὸν ἀφανίσουν καὶ νὰ ξεριζώσουν τὴν πίστη τῶν ἀνθρώπων, τί θὰ πρέπει νὰ περιμένουμε; Δὲν πρόκειται φυσικὰ νὰ τὰ καταφέρουν ὅσο καὶ ἂν προσπαθοῦν, ὅσα μέσα καὶ ἂν χρησιμοποιήσουν, δὲν παύει ὅμως ἡ τιμωρία μας γιὰ αὐτή μας τὴν στάση, γιὰ αὐτή μας τὴν ἀχαριστία, γιὰ αὐτή μας τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὸν ἐγωϊσμό, ἀλλὰ καὶ γιὰ αὐτή μας τὴν ξεδιαντροπιὰ νὰ εἶναι μεγάλη καὶ πάνω ἀπ’ ὅλα δικαιολογημένη, ἀπαραίτητη καὶ δίκαιη. Ἂν ἡ Ἅλωση πραγματοποιήθηκε, παρὰ τὴν ἀντίδραση καὶ τὸν ἀγῶνα ἑνὸς μεγάλου μέρους τοῦ λαοῦ, σήμερα ποὺ ὑπάρχει αὐτὴ ἡ ἀδράνεια καὶ ἡ ἀπάθεια πόσο μεγάλο εἶναι τὸ κακό, ποὺ θὰ πρέπει νὰ περιμένουμε καὶ ποὺ θὰ μᾶς ἀξίζει νὰ πάθουμε; Ὅμως ξέχασα! Ἐμεῖς εἴμαστε διαφορετικοὶ ἄνθρωποι ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ἔχουν περάσει ἀπὸ τὸν πλανήτη καὶ ἀπὸ ὅλους αὐτοὺς ποὺ πρόκειται νὰ περάσουν. Εἴμαστε μοναδικοὶ σὲ ὅλα, καὶ στὰ καλά μας ἀλλὰ κυρίως στὰ κακά μας, καθὼς πάντοτε ὑπάρχει μιὰ δικαιολογία γιὰ ὅλα τὰ ἀρνητικὰ ποὺ μᾶς συμβαίνουν. Τὰ ἴδια ἀρνητικὰ γεγονότα, ἂν συνέβαιναν σὲ κάποια ἄλλη ἐποχή, ἐνδεχομένως νὰ τὰ κατακρίναμε, ὅμως ἐπειδὴ συμβαίνουν στὴν δική μας, ὅπου καὶ ἐμεῖς εἴμαστε μοναδικοὶ καὶ ἡ ἐποχὴ εἶναι μοναδικὴ ἀποκτοῦν μιὰ ἄλλη διάσταση, δικαιολογοῦνται καί, πολλὲς φορές, ἀπὸ καταστροφικὰ ποὺ ἦταν κάποτε, ξεκινοῦν νὰ θεωροῦνται ἰδανικὰ σήμερα. Ὑπάρχει, ἄραγε, κάποια ἐλπίδα σωτηρίας μὲ τέτοια μυαλὰ ποὺ κουβαλᾶμε; Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ διορθωθοῦμε, νὰ γίνουμε καλύτεροι, καὶ νὰ δημιουργήσουμε ἕναν καλύτερο κόσμο καὶ γιὰ ἐμᾶς, ἀλλὰ καὶ γιὰ αὐτοὺς ποὺ πρόκειται νὰ ἔρθουν; Γιατί πρέπει πάντοτε, νὰ παραδίδουμε χειρότερο τὸν κόσμο ἀπ’ ὅ,τι τὸν ἔχουμε βρεῖ;
Ὅπως ἀναφέρει ὁ Βρυέννιος καὶ σὲ κάποιο ἄλλο σημεῖο παρακάτω: «Οἱ περισσότεροι δὲν γνωρίζουν τί θὰ πεῖ νὰ εἶναι κάποιος χριστιανός, δὲν κάνουν τὸν σταυρό τους ἢ περιφρονοῦν ὅσους ἀνθρώπους τὸν κάνουν. Γυµνοὶ ὅπως γεννήθηκαν κυκλοφοροῦν στοὺς δρόµους καὶ οἱ ἄνδρες καὶ οἱ γυναῖκες, ἐνῶ δὲ οἱ γυναῖκες ντύνονται µὲ ἀνδρικὰ ἐνδύµατα. (!!!!) (…) Προσέχουµε τὰ ὄνειρα καὶ πιστεύουµε, ὅτι αὐτὰ εἶναι τὸ µέλλον καὶ ἑξαρτιόµαστε ἀπὸ φυλακτά, ποὺ κρεµοῦµε στὸν λαιµό µας καὶ µαντεύουµε παρατηρῶντας τοὺς κόκκους τοῦ σιταριοῦ. (…) Ἀποµακρύνθηκε ἡ εὐσπλαχνία, ἐξαφανίστηκε ἡ συµπάθεια, ἔκανε τὴν ἄφιξή του τὸ µῖσος καὶ πλήθυνε ἡ ἀναισχυντία. Οἱ ἄρχοντές µας εἶναι ἄδικοι, αὐτοὶ ποὺ βρίσκονται σὲ καίριες θέσεις καὶ εἶναι ὑπεύθυνοι γιὰ τὰ πράγµατα εἶναι ἅρπαγες, οἱ κριτὲς δωροδοκοῦνται, οἱ µεσῖτες εἶναι ψεῦτες, οἱ ἀστικοὶ ἐµπαῖκτες, οἱ ἀγρίκοι ἄλογοι καὶ οἱ πάντες ἀχρεῖοι. Οἱ παρθένες ἔχουν καταντήσει πιὸ ξεδιάντροπες κι ἀπὸ τὶς πόρνες, οἱ χῆρες πιὸ περίεργες ἀπὸ ὅσο πρέπει, οἱ ἔγγαµοι καταφρονοῦν καὶ δὲν φυλάσσουν τὴν πίστη, οἱ νεώτεροι εἶναι ἀκόλαστοι καὶ οἱ ἡλικιωµένοι εἶναι συνεχῶς µεθυσµένοι ἀπὸ οἶνο (ἐριστικοὶ καὶ ὑβριστικοὶ ἐν τῇ µέθη τους) οἱ ἱερεῖς λησµόνησαν τὸν Θεό, οἱ µοναχοὶ ἐκτράπηκαν ἀπὸ τὴν εὐθεία ὁδό, καὶ οἱ κοσµικοὶ στράφηκαν ὁλότελα πρὸς τὸ ἐξωτερικό, γιὰ νὰ µορφωθοῦν δῆθεν στὸν λόγο τῆς εὐσέβειας καὶ νὰ προικισθοῦν τὴν εὐσέβεια, τὴν δύναµη αὐτῆς ὅµως στὸ ἐσωτερικό τους καὶ στὰ ἔργα τους τὴν ἀπαρνήθηκαν. (…) Μὲ γαστριµαργίες, µέθη, πορνεῖες, µοιχεῖες, ἀκαθαρσίες, ἀσέλγειες, ἔχθρες, ζήλειες, φθόνους, καὶ κλοπὲς ζοῦν πολλοὶ ἀπὸ ἐµᾶς. Γίναµε ὑπερήφανοι, ἀλαζόνες, φιλάργυροι, φίλαυτοι, ἀχάριστοι, ἀπειθεῖς, λιποτάκτες, ἅρπαγες, προδότες, ἀνόσιοι, ἄδικοι, ἀµετανόητοι, ἀδιάλλακτοι. Νὰ πῶ καὶ τὸ πιὸ σηµαντικὸ (ποὺ εἶναι οὐσιαστικὰ καὶ τὸ χειρότερο); Πολλοὶ ἀπὸ τὸν κλῆρο φέρονται ἀσελγῶς (ἀκόλαστα) καὶ παρ’ ὅλα αὐτὰ πλησιάζουν τὴν Ἁγία Τράπεζα καὶ Ἱερουργοῦν».
Ἡ διαφθορά, ὅπως πάντοτε ἄλλωστε, φαίνεται σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα τῆς ζωῆς τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὰ ροῦχα ποὺ φοροῦσαν, μέχρι τὰ πάθη στὰ ὁποῖα εἶχαν παραδοθεῖ καὶ τὴν στάση ποὺ διατηροῦσαν στὴν ζωή τους. Ἡ ἐπιρροὴ τῆς Δύσης εἶναι ἐμφανής, ὅμως ἡ εὐθύνη δὲν εἶναι δική της. Ὁ κλῆρος καὶ οἱ ἄρχοντες, οἱ μὲν ὑπεύθυνοι γιὰ τὸ ποίμνιό τους, οἱ δὲ ὑποχρεωμένοι νὰ διακονήσουν τὸν λαό τους ἔπρεπε νὰ γνωρίζουν καλύτερα, ἔπρεπε νὰ προστατέψουν τοὺς ἀνθρώπους τους καὶ τὴν Πόλη τους καὶ νὰ γίνουν αὐτοὶ τὰ ἀπόρθητα τείχη της. Ἡ Δύση εἶχε ἕνα συγκεκριμένο σχέδιο καὶ μιὰ ἀχόρταγη ἐπιθυμία νὰ κατακτήσει καὶ νὰ ἐξουσιάσει τὴν Πόλη τῶν Πόλεων, τὸ στολίδι τοῦ κόσμου…
Τῆς δόθηκε ὅμως ὁ χῶρος καὶ ἡ εὐκαιρία γιὰ νὰ πραγματοποιήσει τὴν διάβρωση αὐτὴ ὅπως ἀκριβῶς τὴν πραγματοποιεῖ καὶ σήμερα. Εἰσχώρησε στὴν Πόλη τὸ πνεῦμα τῆς Δύσης, τὸ ἐνστερνίστηκαν οἱ ἄρχοντες καὶ ξεκίνησε νὰ ὑπάρχει μιὰ ἐμμονὴ ἀπὸ αὐτούς, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ ἕνα μεγάλο μέρος τοῦ κλήρου νὰ ἑνωθεῖ ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ἐκκλησία μὲ τὴν Ρωμαιοκαθολική. Ἀπομακρύνθηκαν οἱ ἄνθρωποι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀντὶ νὰ ἐπικαλοῦνται Αὐτὸν γιὰ βοήθεια, ἄρχισαν νὰ στρέφονται πρὸς τὴν Δύση, θεωρῶντας την τὸ στήριγμά τους. Ἡ ἠθικὴ τῶν ἀνθρώπων, ἡ πίστη τους στὸν Θεό, τὰ ἤθη καὶ τὰ ἔθιμά τους, οἱ συνήθειές τους καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ χαρακτηριστικὰ ποὺ τοὺς ἔκαναν μοναδικοὺς ἐξαφανίστηκαν καὶ ἀντικαταστάθηκαν ἀπὸ τὰ δυτικὰ πρότυπα καὶ τὰ δυτικὰ μοντέλα ζωῆς. Ἔτσι, οἱ Τοῦρκοι βρῆκαν τὴν εὐκαιρία καὶ κατέκτησαν τὴν Βασιλεύουσα, γιατί τοὺς δόθηκε ὁ χῶρος ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων καὶ τῆς ἀπομάκρυνσής τους ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, δηλαδὴ ἀπὸ τὸν Θεό, εἰδάλλως ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ κατακτήσουν ἕναν λαὸ μὲ βαθιά, ἀληθινὴ καὶ ἀκλόνητη πίστη στὸν Θεό, μὲ ἀξίες καὶ μὲ ψυχικὴ σταθερότητα καὶ σιγουριά.
Ὅλα αὐτὰ τὰ ὁποῖα περιγράφει ὁ Ἰωσὴφ ὁ Βρυέννιος γιὰ τὸν τρόπο ποὺ οἱ ἄνθρωποι ντύνονταν, γιὰ τὴν ἐμμονή τους νὰ μάθουν τὰ μελλούμενα, καὶ τὴν πίστη τους στοὺς ἀστρολόγους, τοὺς μάγους, καὶ τὶς μάντισσες, λόγῳ τοῦ ὅτι δὲν μποροῦσαν νὰ ἀφεθοῦν στὰ χέρια τοῦ Θεοῦ γιατί Τὸν εἶχαν ἐγκαταλείψει καὶ Τὸν εἶχαν ἐξαφανίσει ἀπὸ τὶς ζωές τους, ὁ ἔκλυτος βίος ποὺ ζοῦσαν καὶ τὰ πάθη στὰ ὁποῖα εἶχαν περιπέσει, περιγράφει σὲ μικρογραφία τὸν σημερινὸ ἄνθρωπο καὶ τὴν σημερινὴ κοινωνία καὶ εἶναι κρῖμα ποὺ πρέπει νὰ πάθουμε γιὰ νὰ μάθουμε, γιατί θὰ μπορούσαμε κάλλιστα νὰ μάθουμε ἀπὸ τὰ παθήματα τῶν ἄλλων καὶ νὰ διορθωθοῦμε, νὰ γίνουμε καλύτεροι. Ἀλλὰ συνειδητὰ κλείνουμε τὰ μάτια μας καὶ ἀκολουθοῦμε τὸν δρόμο πρὸς τὸν γκρεμὸ ποὺ ἀκολούθησαν καὶ οἱ ἄνθρωποι τότε καὶ πορευόμαστε σὲ αὐτὸν μὲ αὐτοπεποίθηση καὶ δῆθεν ἀνυποψίαστοι γιὰ τὸ τέλος τοῦ προορισμοῦ μας. Ὁ ἕνας κατηγορεῖ τὸν ἄλλον καὶ ἡ κάθε γενιὰ ρίχνει τὴν εὐθύνη εἴτε στὴν προηγούμενη, εἴτε στὴν ἑπόμενη ἀπὸ αὐτήν, χωρὶς κανένας νὰ ἀναλογίζεται τὶς προσωπικές του ἐπιλογὲς ποὺ εἶναι καὶ οἱ προσωπικές του εὐθῦνες γιὰ τὰ δεινά τῶν ἡμερῶν μας. Ὅπως τότε ἕνας ἀνώτερος πολιτισμός, τῆς Ἀνατολικῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ποὺ γνώριζε τὴν ἀνωτερότητά του ἐπηρεάστηκε ἀπὸ ἕναν κατώτερο «πολιτισμό», τὸ ἴδιο συμβαίνει καὶ μὲ ἐμᾶς, ποὺ ἐπειδὴ μᾶς ἔχουν πείσει ὅτι δὲν ἀξίζουμε τίποτα, ἐπηρεαζόμαστε ἀπὸ αὐτοὺς ποὺ μᾶς ἐπιβουλεύονται καὶ ἐπιδιώκουμε νὰ γίνουμε ὅμοιοί τους.
Ὅμως, ὅπως γίνεται ἀντιληπτό, τίποτα δὲν ἔχει ἀλλάξει ἀπὸ τότε, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ὅτι ἡ κατάσταση εἶναι ἀκόμα χειρότερη καὶ αὐτὰ ποὺ μᾶς περιμένουν περισσότερο καταστροφικά. Δὲν εἶναι καὶ δὲν πρέπει νὰ θεωρεῖται τυχαῖο τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνα τὰ χρόνια, λίγο πρὶν τὴν Ἅλωση, ἔλαβε χώρα ἡ Σύνοδος Φερράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) ὅπου συναντήθηκαν Παπικοὶ καὶ Ὀρθόδοξοι μὲ σκοπὸ τὴν πραγματοποίηση τῆς ἕνωσης τῶν δύο ἐκκλησιῶν καὶ ἀργότερα ὁ Κωνσταντῖνος ΙΑ΄ Παλαιολόγος προέβη σὲ ἐνέργειες γιὰ νὰ ὁριστικοποιήσει τὴν ἕνωση αὐτή, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει τὴν βοήθεια τῆς Δύσης πρὸς τὴν Ἀνατολικὴ Ρωμαϊκὴ αὐτοκρατορία. Μάλιστα στὸ ὄνομα τῆς ἕνωσης αὐτῆς ἀποφασίστηκε νὰ τελέσουν καὶ τὸ ἑνωτικὸ συλλείτουργο, δηλαδὴ νὰ τελέσουν τὴν Θεία Λειτουργία οἱ Ὀρθόδοξοι μαζὶ μὲ τοὺς Παπικούς. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ τὰ γεγονότα ἀκολούθησε ἡ Ἅλωση τῆς Πόλης…
Τί εἶναι διαφορετικὸ σήμερα ἀπὸ ἐκεῖνες τὶς ἐποχές; Πρὸ ὀλίγων ἡμερῶν ἐπισκέφθηκε ὁ πάπας τὴν Ἑλλάδα –αὐτὸς γιὰ τὸν ὁποῖον ὁ ἅγιος Κοσμᾶς ὁ Αἰτωλὸς εἶπε «Τὸν πάπα νὰ καταρᾶσθε διότι αὐτὸς θὰ εἶναι ἡ αἰτία τοῦ κακοῦ» καὶ ὁ ἅγιος Μάρκος ὁ Εὐγενικὸς εἶπε «Φεύγετε τοὺς παπικοὺς ὡς φεύγει τις ἀπὸ ὀφέως καὶ ἀπὸ προσώπου πυρὸς»– μὲ ἀφορμὴ τὸ προσφυγικὸ ζήτημα, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ γιὰ τοὺς πρόσφυγες καὶ νὰ βοηθήσει ὥστε νὰ εὐαισθητοποιηθεῖ ἡ παγκόσμια κοινὴ γνώμη σχετικὰ μὲ τὸ προσφυγικό. Θὰ εἶναι, ἄραγε, τυχαῖα τὰ δεινὰ ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν τὴν ἐπίσκεψη αὐτή; Θὰ εἶναι παράλογο νὰ περιμένουμε αὐτὴ τὴ φορὰ τὴν Ἅλωση τῆς Χώρας μας, μετὰ ἀπὸ τὶς κινήσεις ποὺ τόσο πολὺ θυμίζουν τὶς προσπάθειες τῆς ἕνωσης τῶν δύο ἐκκλησιῶν τότε;
Λυπήσου μας Θεέ μου στὸν δρόμο, ποὺ πήραμε καὶ ἂς ξέραμε ποῦ θὰ ὁδηγήσει, καὶ ἂς ξέραμε τὸ τέλος τῆς διαδρομῆς, ποὺ ἀποφασίσαμε νὰ ἀκολουθήσουμε…
Χρύσα Ἀλεξοπούλου
Φοιτήτρια
«ΕΝΟΡΙΑΚΗ ΕΥΛΟΓΙΑ» Ἀρ. Τεύχους 165
Μάϊος 2016
https://katanixi.gr/2019/05/28/λυπήσου-μας-θεέ-μου-στον-δρόμο-που-πήρ/

Πειραιώς Σεραφείμ: «Αισθάνομαι ότι έχουμε αποτύχει δυστυχώς – Πού είναι οι πνευματικοί ταγοί του Γένους μας»

Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ σχολίασε την επικαιρότητα. Μάλιστα σε σχόλιό του για τον πρωθυπουργό δήλωσε πως καλωσορίζει την καθυστερημένη του στροφή προς τις χριστιανικές αρχές.
Στην τηλεοπτική εκπομπή «Σήμερα» του τηλεοπτικού σταθμού ΣΚΑΪ μίλησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ για την τουρκική προκλητικότητα, το Σκοπιανό αλλά και για τα επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας υπέρ του Δημήτρη Κουφοντίνα.
«Ο Ερντογάν έχει αποφασίσει με την ιδεοληψία του νεοθωμανισμού ότι δεν ανήκει στη Δύση, ότι δεν θέλει με την Δύση επικοινωνία και σχέση ουσιώδη. Έχει συστρατευθεί, δυστυχώς, με τις ευλογίες του ξανθού γένους όπως λέγαμε παλιά, των Ρώσων αδελφών μας ομοδόξων, οι οποίοι τον εξοπλίζουν σκανδαλωδώς και απαραδέκτως και θέλει να εμφανιστεί ως ο προστάτης όλου του ισλαμικού κόσμου. Είναι διαχρονική αυτή η προσπάθεια της Τουρκίας να αμφισβητήσει το στάτους και του Αιγαίου και της Μεγαλονήσου» δήλωσε ο Σεβασμιώτατος.
Επίσης ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στο Σκοπιανό τονίζοντας χαρακτηριστικά: «Τα Εθνικά θέματα πάντοτε υποκαίουν την συνείδηση των Ελλήνων. Το θέμα της παραχωρήσεως της ονομασίας της ελληνικής Μακεδονίας σε Σλάβους αδελφούς, φίλους και γείτονες είναι απαράδεκτη κατάσταση. Και βέβαια το γεγονός ότι ταυτόχρονα αναγνωρίσαμε μια βουλγαρική διάλεκτο ως δήθεν Μακεδονική διάλεκτο. Και το σημαντικότερο πως ενώ η ονομασία της χώρας αυτής είναι Βόρεια Μακεδονία, εντός εισαγωγικών ή εκτός, όπως θέλει ο καθένας το αντιλαμβάνεται, οι κάτοικοι είναι Μακεδόνες. Αυτό αποτελεί ένα όχημα για επεκτατισμό, μακροπρόθεσμα βέβαια».
Σε άλλο σημείο ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στα επεισόδια στο κέντρο της Αθήνας από άτομα που φώναζαν συνθήματα υπέρ του Δημήτρη Κουφοντίνα.
«Ο κ. Δημήτριος Κουφοντίνας δεν είναι στη φυλακή για τις ιδέες του. Δεν είναι ένας ιδεολογικός έγκλειστος. Είναι διότι δυστυχώς προέβη σε μία τρομακτική αλληλουχία εγκληματικών ενεργειών, δολοφόνησε 11 ανθρώπους. Αυτό είναι το τραγικό για τον άνθρωπο αυτό και παραμένει δυστυχώς χωρίς μεταμέλεια. Δεν σκέπτεται ότι κάποια στιγμή θα κληθεί ενώπιον του Παναγίου Θεού να δώσει λόγο για τις πράξεις του».
«Αλλά το τραγικό είναι ότι τα παιδιά αυτά που βγαίνουν και κάνουν αυτές τις πράξεις είναι δικά μας παιδιά. Πέρασαν από το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα, από τις οικογένειές μας, από την Εκκλησία μας, και αισθάνομαι πάρα πολύ υπεύθυνος και ένοχος γι’ αυτά τα παιδιά. Αισθάνομαι ότι έχουμε αποτύχει δυστυχώς, όταν βλεπω παιδιά δικά μας να σπάνε, να καταστρέφουν. Η καταστολή του κράτους δεν αποτελεί την απάντηση σε αυτό το πρόβλημα. Εγώ νομίζω ότι είναι θέμα παιδείας και θέμα πνευματικής υποθερμίας. Πού είναι οι πνευματικοί ταγοί του Γένους μας για να κηρύξουν στα παιδιά αυτά την αλληλοπεριχώρηση, την κοινωνία;» υπογράμμισε ο Μητροπολίτης Πειραιώς.
https://katanixi.gr/2019/05/14/ηχηρές-δηλώσεις-του-πειραιώς-σεραφεί/