Δευτέρα 2 Μαρτίου 2026

Αγ. Νικόλαος Πλανάς: Ο Εκφραστής του Ελληνορθόδοξου Ιδεώδους και ο φορέας του Κολλυβάδικου Πνεύματος

 (Εισήγηση στη Νάξο 10-7-2014)

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Ευχαριστώ από καρδιάς τους διοργανωτές των «Νικοδημίων», οι οποίοι μου έκαναν τη μεγάλη τιμή να με καλέσουν να μιλήσω απόψε για έναν μεγάλο άγιο της Εκκλησίας μας. Για τον ναξιώτη άγιο Νικόλαο Πλανά, ένα πρότυπο ολοκληρωμένου ανθρώπου, ο οποίος, όπως θα δούμε, μπορεί να γίνει οδηγός μας στους ασέληνους δύσκολους καιρούς που διανύουμε. Θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις πτυχές εκείνες του μεγάλου άνδρα, που τον καθιστούν γνήσιο φορέα του ελληνορθοδόξου ιδεώδους και ακόμα φορέα του ησυχαστικού και κολυβαδικού πνεύματος, τα οποία οριοθετούν την γνήσια ορθόδοξη πνευματικότητα. Ιδιαίτερα το κολλυβαδικό κίνημα, όπως είναι γνωστό, μας επανέφερε στις γνήσιες πηγές της Ορθοδοξίας μας και μας απάλλαξε από τις παρείσακτες δυτικές επιδράσεις του σχολαστικισμού, του δικανικού και ευσεβιστικού πνεύματος, που είχαν παρεισφρήσει στην Ορθόδοξη Ανατολή και είχαν αλλοιώσει ως ένα σημείο την ορθόδοξη παράδοσή μας.

Ας αρχίσουμε όμως με το βίο του αγίου. Γεννήθηκε στην αγιοτόκο Νάξο στα 1851. Γονείς του οι εύποροι και ευσεβείς ναξιώτες: ο Καπετάν Γιάννης και η υπέροχη Αυγουστίνα, ιδιοκτήτες καϊκιού. Ενέπνευσαν στον Νικόλαο την άδολη και απλοϊκή ορθόδοξη πίστη. Το μικρό ιδιόκτητο εκκλησάκι του αγίου Νικολάου στο κτήμα τους είχε γίνει το δεύτερο σπίτι για τον μικρό Νικόλαο. Του άρεσε να παίζει τον παπά. Έβαζε ένα σεντόνι για φελόνι και έκανε λειτουργία. Έψελνε τόσο κατανυκτικά και μελωδικά ώστε σταματούσαν οι διαβάτες να τον ακούσουν και αν ευφρανθούν! Πρότυπό του και πρώτος του δάσκαλος ο παππούς του, πατέρας της μητέρας του, ο σεβάσμιος και ευσεβής ιερέας Γεώργιος Μελισσουργός. Πρώτο του αναγνωστικό το Ψαλτήρι και τα άλλα εκκλησιαστικά βιβλία. Από μικρός βοηθούσε τον ιερέα παππού του στα ιερατικά του καθήκοντα. Εκείνος τον μύησε στην ευλάβεια και το δέος του Ιερού Βήματος. Εκείνος του ενέπνευσε την αγάπη το αίσθημα της αφοσίωσης στο Θεό, την ιερότητα της προσευχής, την υποχρέωση της ακρίβειας τελέσεως των Ιερών Μυστηρίων και των ιερών ακολουθιών. Του ενέπνευσε επίσης την απλότητα και την ταπείνωση. Και ακόμη την αγάπη και το σεβασμό προς όλους ανεξάρτητα τους ανθρώπους. Ιδιαίτερα για τους ενδεείς και όσους βρίσκονται σε θλίψεις.

Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών πέθανε ο πατέρας του. Η χήρα μητέρα του πήρε το Νικόλαο και την αδελφή του και πήγαν να ζήσουν στην Αθήνα και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου υπήρχαν πολλοί Ναξιώτες. Μοιράστηκε με την αδελφή του την πατρική περιουσία, αλλά ο ίδιος είχε βάλλει ενέχυρο το μερίδιό του και για τούτο έμεινε φτωχός σε όλη του τη ζωή. Σε ηλικία δεκαεπτά ετών νυμφεύτηκε τη σεμνή νέα Ελένη Προβελέγγιου από τα Κύθηρα, κατόπιν πιέσεως της μητέρας του. Από αυτόν τον γάμο απέκτησε έναν γιο, ονόματι Ιωάννη. Αλλά η σύζυγός του σύντομα αρρώστησε και πέθανε. Διακατέχονταν από σφοδρό πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία. Ο Θεός τον αξίωσε να εισέλθει στο Άγιο Θυσιαστήριο. Και όντως στις 28 Ιουλίου του 1879 χειροτονήθηκε διάκονος στο ναό της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Πλάκας και στις 2 Μαρτίου 1885 πρεσβύτερος στο ναό του Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, όπου τοποθετήθηκε εφημέριος, και αργότερα στο ναό του Αγίου Ιωάννου Κυνηγού, της οδού Βουλιαγμένης, όπου την εποχή εκείνη η περιοχή ήταν αμπέλια και στάνες και όπου ζούσαν μόνο οκτώ οικογένειες βοσκών. Παράλληλα λειτουργούσε τις καθημερινές στο μικρό παρεκκλήσι του Αγίου Ελισσαίου στο Μοναστηράκι, κάνοντας τακτικά κατανυκτικές ολονυχτίες και με περισσή ευλάβεια, έχοντας ως ψάλτες τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και τον Αλέξανδρο Μωραϊτίδη.

Ο Παπα-Νικόλας Πλανάς δεν άργησε να φημισθεί ως ένας από τους πλέον ενάρετους κληρικούς της Αττικής. Η ευλάβειά του, η καλοσύνη του, η ταπεινοφροσύνη του, η ανεξικακία του, η συχγωρετικότητά του, η απλότητά του, ο γλυκύς και πράος λόγος του, η συμπόνια του για τους υποφέροντες, η αφιλαργυρία του, το ακτινοβόλο πρόσωπό του έκανε τους Αθηναίους να τον αγαπήσουν και να τον σέβονται. Προπάντων όμως τους ενθουσίαζε η αγάπη του για το Θεό, καθώς και η σχολαστικότητά του και η ιεροπρέπειά του στη Θεία Λατρεία. Όταν λειτουργούσε έχανε την αίσθηση ότι βρισκόταν στη γη, αλλά νόμιζε ότι βρισκόταν στο ουράνιο θυσιαστήριο του Υψίστου και λειτουργούσε με τους αγίους και τους αγγέλους. Ήταν τόσο μεταρσιωμένος που δεν μπορούσε πολλές φορές να συνεννοηθεί με τους βοηθούς του κατά την ώρα της Θείας Λατρείας!

Ήταν ολιγογράμματος, έκανε φραστικά λάθη στα αναγνώσματα, αλλά όχι και στις ευχές που τις είχε μάθει σωστά από μνήμης. Η μεγαλύτερή του ευχαρίστηση ήταν οι ολονυχτίες, οι οποίες εκτείνονταν ως τις πρώτες πρωινές ώρες, όπου σπάνια καθόταν, αλλά στέκονταν όρθιος μπροστά στην Αγία Τράπεζα προσευχόμενος. Ζούσε κυριολεκτικά για να λειτουργεί. Ο ναός ήταν το πραγματικό του σπίτι. Τις ιερές ακολουθίες τις θεωρούσε ως πρώτιστη υποχρέωσή του για την αέναη δοξολογία του Θεού, διότι ζούσε ο μακάριος εκείνος άνδρας την συνεχή παρουσία Του στη ζωή του και γεύονταν ακατάπαυστα τις θείες δωρεές Του! Αλλά τις ιερές ακολουθίες του ναού τις συνέχιζε και στο φτωχικό του σπίτι. Η προσωπική προσευχή του ήταν ατέλειωτη. Ολόκληρη η ζωή του ήταν προσευχή και δοξολογία στο Θεό. Δεν υπήρχε χρόνος κενός στην καθημερινότητά του, που να μην μνημόνευε το όνομα του Θεού, να μην δοξολογούσε το άγιο όνομά Του, να μην Τον ευχαριστούσε και να μην δέονταν για όλους τους ανθρώπους και τελευταία για τον εαυτό του.

Παράλληλα προσπαθούσε να απαλύνει τον πόνο, τα βάσανα, τις θλίψεις και τη φτώχεια των βασανισμένων, αρρώστων και ενδεών ανθρώπων. Ο ασθενικός και αφιλοχρήματος εκείνος άνδρας έβρισκε το σθένος μα και τα υλικά μέσα, για να ανακουφίσει όσους υποφέρουν. Ό, τι του έδιναν οι πιστοί για να επιβιώσει ο ίδιος, διότι την εποχή εκείνη δεν μισθοδοτούνταν οι κληρικοί, εκείνος το έδινε στους φτωχούς. Ο ίδιος ήταν λιτός και ασκητικός. Νήστευε όλες τις σαρακοστές της Εκκλησίας, ακόμη και όταν ήταν άρρωστος δεν κατάλυε το λάδι. Το περίσσευμα από τις νηστείες του το εξοικονομούσε για τους φτωχούς. Η μεγαλύτερή του ικανοποίηση ήταν όταν ελεούσε και έβλεπε χαρά στα πρόσωπα των φτωχών.

Ο Παπα- Νικόλας Πλανάς αξιώθηκε από το Θεό να φέρει σημεία της αγιότητας και ενώ όσο ζούσε, για τα οποία ποτέ του δεν καυχήθηκε. Υπάρχουν πάμπολλες μαρτυρίες για θαύματα που έκανε εν τη ζωή. Θεράπευε ασθενείς, έβγαζε δαιμόνια από δαιμονισμένους, προφήτευε τα μέλλοντα. Ήταν ολοφάνερο πως η χάρις του Θεού δρούσε μέσω του αγιασμένου του προσώπου. Αλλά είχε και το χάρισμα του παρηγορητή. Χιλιάδες άνθρωποι μορφωμένοι και αμόρφωτοι, επιστήμονες και αγράμματοι έτρεχαν να πάρουν τη σοφή συμβουλή του σε δύσκολα και δυσεπίλυτα προβλήματα. Ο έχων τη θεία φώτιση Παπα- Νικόλας έδινε τη λύση και καθοδηγούσε κάθε απελπισμένο και πονεμένο από τα χτυπήματα της ζωής. Ο ίδιος δεν σπούδασε σε πανεπιστήμια και ανώτερα σχολεία, ή Γυμνάσια, Λύκεια και Εκκλησιαστικές Σχολές για να αποκομίσει κοσμική σοφία. Δε γνωρίζουμε αν φοίτησε καν στο Ελληνικό λεγόμενο Σχολείο της εποχής του. Ήταν, όπως προαναφέραμε, ολιγογράμματος, αλλά του δωρίθηκε, από τον Πατέρα των Φώτων, η θεία σοφία, η οποία είναι ασύγκριτα ανώτερη από την ανθρώπινη σοφία. Διέθετε, ως εκλεκτό δοχείο της χάριτος του Θεού, τον φωτισμό του Παναγίου Πνεύματος.

Για πενήντα και πλέον χρόνια υπηρέτησε με συνέπεια, ευλάβεια και φόβο Θεού το Ιερό Θυσιαστήριο, και ταυτόχρονα το λαό του Θεού. Ο προσωπικός του αγώνας, οι θυσίες και οι κόποι του ιερατικού και ποιμαντικού του έργου έφθειραν το μικροκαμωμένο και λεπτοκαμωμένο σώμα του αγίου κληρικού. Η φυσική φθορά της ανθρώπινης φύσης έφερε τον Παπα- Νικόλα στο τέρμα του επί γης βίου του. Ήταν Κυριακή του Ασώτου, 28 Φεβρουαρίου 1932, όταν τέλεσε τη Θεία Λειτουργία για τελευταία φορά. Λίγο πριν τελειώσει η Θεία Λειτουργία, ένοιωσε αδιαθεσία και έπεσε λιπόθυμος. Έντρομοι οι πιστοί τον σήκωσαν, τον συνέφεραν και τον μετέφεραν στο φτωχικό του σπίτι. Αλλά παρ’ όλες τις φροντίδες των αφοσιωμένων σε εκείνον πιστών, άφησε την τελευταία του πνοή στις 2 Μαρτίου του ιδίου έτους. Πριν παραδώσει την αγιασμένη ψυχή του στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του και υπηρέτησε πιστά, έκαμε το σημείο του Τιμίου Σταυρού και ψιθύρισε το λόγιο του αποστόλου Παύλου: «τον δρόμον τετέλεκα» και ακόμη: «Δόξα σοι ο Θεός». Ευλόγησε με το ασθενικό και αγιασμένο χέρι του τους παρισταμένους ψελλίζοντας: «η Θεία Χάρη να σας ευλογεί» και έκλεισε τα κουρασμένα σωματικά του μάτια για πάντα, ενώ η ψυχή του φτερούγησε στον ουρανό για να τελεί εκεί αέναα την αγαπημένη του Λειτουργία στον Ύψιστο, αντάμα με τους αγγέλους και τους αγίους. Άφησε την Στρατευομένη Εκκλησία, την οποία υπηρέτησε με συνέπεια σε όλη του τη ζωή και συντάχτηκε στην Θριαμβεύουσα!

Το θλιβερό μαντάτο της κοιμήσεως του αγαπημένου στους Αθηναίους ιερέα, τους γέμισε θλίψη, διότι αισθάνθηκαν το μεγάλο πνευματικό κενό, που άφησε η αναχώρησή του στους ουρανούς. Το τίμιο σκήνωμά του τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα στον ιερό ναό του Αγίου Ιωάννου Βουλιαγμένης. Αναρίθμητα πλήθη πιστών από όλη την Αττική, και όχι μόνο, στεκόταν ώρες στη σειρά, με δάκρυα στα μάτια, για να ασπασθούν την αγιασμένη δεξιά του χείρα, να πάρουν την ευχή του και να αγιαστούν. Σύσσωμο το ιερατείο, με επικεφαλής τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Παπαδόπουλο, και τα αναρίθμητα πλήθη των πιστών, τον αποχαιρέτισαν και τον συνόδευσαν στην τελευταία του πρόσκαιρη κατοικία.

Η μνήμη του στη συνείδηση του πιστού λαού δεν έσβησε ποτέ, τον οποίο θεωρούσε άγιο εξ’ αρχής. Κορυφαίοι λογοτέχνες αναμόχλευσαν την ιερή του μνήμη, όπως ο Παπαδιαμάντης, ο Κωστής Μπαστιάς, ο Φώτης Κόντογλου κ.α. Το 1992 η Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ύστερα από πρόταση του τότε επιχώριου επισκόπου κυρού Αμβροσίου, έκαμε την επίσημη αγιοκατάταξή του, κατ’ απαίτηση και φανέρωση του εκκλησιαστικού αισθήματος. Κατατάχτηκε στο αγιολόγιο ως Άγιος Νικόλαος Πλανάς και ορίστηκε η μνήμη του εορτάζεται στις 2 Μαρτίου, την ημέρα της οσιακής του κοίμησης. Την ίδια χρονιά στις 29 Αυγούστου του 1992 έγινε εκταφή των ιερών του λειψάνων, τα οποία τοποθετήθηκαν σε αργυρή λάρνακα, στο δεξιό κλίτος του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου Βουλιαγμένης, για την προσκύνηση των πιστών και τον αγιασμό τους, τα οποία θαυματουργούν συνεχώς. Ο μακαριστός δε μητροπολίτης Πατρών Νικόδημος Βαλινδράς, υμνογράφος και μουσουργός, συνέθεσε την ασματική του ακολουθία.

Αυτός υπήρξε ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς, το αγιασμένο τέκνο της αγιοτόκου νήσου Νάξου. Ο γνήσιος εργάτης της νοητού αμπέλου του Θεού. Ο άδολος άνθρωπος, ο οποίος, όπως λένε οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, «διέσωσε το κατ’ εικόνα». Το ζωντανό παράδειγμα για μας τους σύγχρονους ορθοδόξους Έλληνες. Ο ζωντανός οδοδείκτης για την πνευματική μας πορεία.

Ας δούμε τώρα τις πνευματικές του καταβολές του, τις οποίες ενστερνίστηκε και έτσι αξιώθηκε μιας αγίας ζωής και μιας υποδειγματικής ποιμαντικής διακονίας, εφάμιλλη των μεγάλων Πατέρων και Αγίων της Εκκλησίας μας.

Αναφέραμε και στην αρχή της εισήγησής μας, ότι ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς υπήρξε ο ενσαρκωτής του κολυβαδικού πνεύματος. Για να καταλάβουμε σε ποιο σημείο τον επηρέασε, καλό είναι να αναφέρουμε λίγα στοιχεία γι’ αυτό. Ας μη λησμονούμε ότι ένας από τους πρωτεργάτες αυτού του σημαντικού πνευματικού κινήματος υπήρξε, ο επίσης μεγάλος Ναξιώτης, Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, τον οποίο σέβονταν και ευλαβούνταν ιδιαιτέρως ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς.

Κολλυβαδικό κίνημα ονομάζεται η μεγάλη πνευματική αναγέννηση που συντελέστηκε στο χώρο της Ορθόδοξης Ελλάδας κατά τον 18ο και συνεχίστηκε και το 19ο αιώνα. Κολλυβάδες αποκαλούσαν ειρωνικά τους πρωτεργάτες αυτού του κινήματος, οι αντίπαλοί του, το οποίο ξεκίνησε από την αντίδρασή τους να μην τελούνται τα ιερά μνημόσυνα την χαρμόσυνη ημέρα της Κυριακής, αλλά το Σάββατο, που είναι αφιερωμένο στους κεκοιμημένους. Ξεκίνησε από το Άγιον Όρος και σύντομα πήρε μεγάλη έκταση. Συνοδεύτηκε με την επιστροφή στη διδασκαλία των Πατέρων της Εκκλησίας, με την έκδοση των έργων τους, με την επιστροφή στη γνήσια ορθόδοξη λατρεία και με την προτροπή για συχνή Θεία Κοινωνία των λαϊκών. Με την προτροπή επίσης να αποκτήσουν μόρφωση οι πιστοί και να απαλλαγούν από την αμάθεια και τον σκοταδισμό. Κι όλα αυτά διότι η Εκκλησία και το Έθνος μας τη σκοτεινή εκείνη εποχή βρισκόταν υπό τριπλή κατοχή, ήτοι: α) τη βάρβαρη και απάνθρωπη ισλαμική εξουσία των κατακτητών Οθωμανών, β) την απίστευτη εισβολή των δυτικών μισιοναρίων (παπικών και προτεσταντών), οι οποίοι με την ανοχή των τούρκων και διαθέτοντας τεράστια ποσά, εκλατίνιζαν και εκπροτεστάντιζαν συστηματικά τους Ορθοδόξους ραγιάδες, και γ) την εισβολή των άθεων γραμμάτων, του ορθολογισμού και γενικά του άθεου ουμανισμού, από τους φραγκοσπουδαγμένους Έλληνες, οι οποίοι επιχειρούσαν να αφαιρέσουν το Θεό, την ευλάβεια και την ορθόδοξη πίστη από τις ψυχές των υποδούλων Ορθοδόξων. Οι Κολλυβάδες, με επικεφαλής τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, τον Άγιο Μακάριο Νοταρά, τον Άγιο Αθανάσιο Πάριο, τον Νεόφυτο Καυσοκαλυβίτη, τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, κ.α., πρόβαλαν ισχυρή αντίσταση προς αυτές τις προκλήσεις και προτάσσοντας την γνήσια ορθόδοξη παράδοση. Αυτή η παράδοση πέρασε στον κλήρο και το λαό και διέσωσε την ορθόδοξη αυτοσυνειδησία μας. Το κολλυβαδικό κίνημα είχε βαθύτατες ελληνορθόδοξες ρίζες κι’ αυτό φαίνεται στα έργα των κολλυβάδων, προωθώντας το τρίπτυχο α) γνήσια ορθόδοξη πίστη και λατρεία, β) ελληνορθόδοξη παιδεία, γ) ελληνορθόδοξο ήθος και τρόπο ζωής.

Οι αρχές και οι επιδιώξεις του κολλυβαδικού κινήματος έγιναν δεκτές από τον ελληνικό ορθόδοξο λαό. και στους αγωνιστές της Εθνικής μας Παλιγγενεσίας. Αυτές τις αρχές εξέφραζαν ο Μακρυγιάννης, ο Κολοκοτρώνης, ο Κανάρης, ο Καραϊσκάκης, ο Παπαφλέσσας, κ.α. Αυτές τις αρχές ενστερνίστηκαν αργότερα και οι πρωτεργάτες της «Φιλορθοδόξου Εταιρείας» (Κοσμάς Φλαμιάτος, Κωνσταντίνος Οικονόμου, Χριστόφορος Παπουλάκος, κ.α.), οι οποίοι αγωνίστηκαν κατά της νέας μορφής σκλαβιάς του λαού μας, που προωθούσαν οι άθεοι «διαβασμένοι» της Εσπερίας και είχαν ταυτιστεί με την βαυαροκρατία, η οποία επιχειρούσε να αφαιρέσει και τα τελευταία ψήγματα της ορθοδόξου ρωμαίικης παραδόσεώς μας. Αυτές τις αρχές εξέφρασαν αργότερα και οι μεγάλοι λογοτέχνες μας Α. Παπαδιαμάντης, Α. Μωραϊτίδης, Φ. Κόντογλου, κ.α.

Αυτές τις αρχές ενστερνίστηκε και ο Άγιος Νικόλαος Πλανάς. Δεν είναι άσχετο το γεγονός ότι είχαν κοινή καταγωγή μαζί με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο οποίος είχε ισχυρούς δεσμούς με τη Νάξο και όπου διοχέτευσε και εκεί το κολλυβαδικό πνεύμα. Προφανώς ο σεβάσμιος ιερέας Γεώργιος Μελισσουργός, παππούς του Παπα- Νικόλα Πλανά, είχε γνωρίσει και διδαχθεί από ανθρώπους που είχαν γνωρίσει τον άγιο Νικόδημο και διδαχθεί από αυτόν. Είναι σίγουρο, πως ο σεβάσμιος και ευλαβής εκείνος κληρικός, είχε μιλήσει στον εγγονό του, τον μετέπειτα Παπα- Νικόλα, για τον Άγιο Νικόδημο και το ανανεωτικό κίνημα που ήρθε από το Άγιο Όρος, για να εκτοπίσει το παρείσακτο δυτικό πνεύμα από την Εκκλησία και να επαναφέρει την ορθόδοξη πατερική παράδοση. Η εμμονή του μικρού του εγγονού να παίζει τον ιερέα και να ψάλλει στο ιδιωτικό τους παρεκκλήσι, φανερώνει τη μύησή του στην ορθόδοξη πνευματικότητα και ιδιαίτερα στην αξία της θείας λατρείας, η οποία, όπως ήδη προαναφέραμε, ήταν βασικό στοιχείο της κολλυβαδικής ανανέωσης.

Μελετώντας με προσοχή το βίο του αγίου Νικολάου Πλανά, είναι εύκολο να διαπιστώσουμε ότι ο απλοϊκός εκείνος λειτουργός ζούσε κυριολεκτικά να λειτουργεί! Δεν είναι υπερβολή να πούμε πως από τα πενήντα και πλέον χρόνια της ιερατικής του διακονίας το μισό τουλάχιστον χρόνο τον πέρασε μπροστά στην Αγία Τράπεζα λειτουργώντας! Αν προσθέσουμε και τις κατ’ ιδίαν προσευχές του, τότε ολόκληρος ο βίος του ήταν λειτουργικός! Ό, τι δηλαδή υπαγόρευε και πρέσβευε η κολλυβαδική παράδοση, η οποία έθεσε στο περιθώριο το επηρεασμένο από τη Δύση λειτουργικό τυπικό, το φορμαρισμένο με συγκεκριμένους τύπους, απογυμνωμένο από τη δροσιά της ορθόδοξης πνευματικότητας. Η μεγάλη χαρά του ήταν, όπως είπαμε, οι ολονυχτίες, οι οποίες εκτείνονταν ως τις πρώτες πρωινές ώρες. Εκείνος πάντα όρθιος και δεόμενος μπροστά από το Ιερό Θυσιαστήριο, για 8, 9 ή και 10 ώρες! Η καρέκλα ήταν έπιπλο άχρηστο γι’ αυτόν. Απορούσε το εκκλησίασμα για την αντοχή του, η οποία δεν είναι εύκολο να εξηγηθεί με ορθολογικά κριτήρια. Ο μακαριστός π. Φιλόθεος Ζερβάκος είχε πει «Τον Παπα-Νικόλα άλλη τις ξένη δύναμις τον εβάσταζε: η δύναμις του Θεού, η χάρις του Αγίου Πνεύματος». Αλλά και μετά το πέρας της ολονυχτίας πήγαινε για ολιγόωρο ύπνο και το πρωί της επομένης λειτουργούσε ξανά, ως το μεσημέρι ή και το απόγευμα! Καμιά κόπωση δε διακρίνονταν στο πρόσωπό του, αλλά μια ευδιάκριτη ιλαρότητα και γλυκύτητα. Αξίζει να αναφέρουμε και το γεγονός ότι μνημόνευε όλους τους πιστούς, ζωντανούς και κεκοιμημένους σε κάθε Θεία Λατρεία. Κάθε έναν που γνώριζε, τον συμπλήρωνε στα δίπτυχά του, για να τον μνημονεύει εσαεί. Τα πολυάριθμα χαρτάκια του τα αποκαλούσε «συμβόλαια γραμμάτια» και τα έφερε πάντα μαζί του στις τσέπες του τριμμένου ράσου του. «Εις κάθε προσκομιδήν μνημονεύει δύο ή τρεις χιλιάδες ονόματα. Δεν βαρύνεται ποτέ. Ή προσκομιδή παρ’ αύτω διαρκεί δύο ώρας» αναφέρει ο Παπαδιαμάντης!

Αλλά και μετά την μακρόσυρτη ακολουθία δεν πήγαινε στο φτωχικό του να αναπαυθεί, αλλά τον περίμεναν, όπως προαναφέραμε, ομάδες πιστών από όλη την Αττική και όχι μόνο, να εξομολογηθούν ή να τον συμβουλευτούν. Μαζί τους, όχι μόνον αγράμματοι ή ολιγογράμματοι πιστοί, αλλά και εγγράμματοι, ακόμα και επιστήμονες, ερχόταν να φωτιστούν από τον ολιγογράμματο μεν, αλλά φωτισμένο από το Θεό ιερέα. Και στην εξομολόγηση ακολουθούσε το κολλυβαδικό πνεύμα. Στην εποχή του είχε κυριαρχήσει το δυτικό νομικίστικο και δικανικό πνεύμα, για την έννοια της αμαρτίας και της αφέσεως. Η αμαρτία θεωρείται στη δυτική χριστιανική παράδοση, παράβαση συγκεκριμένης νομικής διάταξης, η οποία διαταράσσει τη θεία δικαιοσύνη, και η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί με συγκεκριμένη ποινή, ώστε να λάβει την άφεση ο εξομολογούμενος. Αυτά όμως ήταν άγνωστα για τον Παπα- Νικόλα Πλανά. Ως φορέας της γνήσιας πατερικής παραδόσεως, έβλεπε την αμαρτία, όχι δικανικά, ως παράβαση νόμου, αλλά ως αποτυχία του ανθρωπίνου προσώπου να αυτοπραγματωθεί με τις δικές του δυνατότητες, αυτονομημένος από το Χριστό και το εκκλησιαστικό σώμα. Θεωρούσε τον αμαρτωλό ως πνευματικά ασθενή, ως αποτυχημένο, και έτσι τον αντιμετώπιζε. Ουδέποτε ταράσσονταν και θύμωνε την ώρα της εξομολογήσεως. Είχε προικισθεί ο ολιγογράμματος εκείνος εξομολόγος από το Θεό να ανατέμνει με ακρίβεια την ανθρώπινη ψυχή και να βρίσκει το κατάλληλο φάρμακο να τη θεραπεύσει από την ασθένεια της αμαρτίας. Με πατρική στοργή, για το άρρωστο πνευματικά παιδί του, προσπαθούσε να του δείξει την αστοχία του, την αποτυχία του, το λάθος του και να δεχτεί τα φάρμακα που του πρότεινε για τη σωτηρία του. Δεν αποθάρρυνε κανέναν, όσο μεγάλος αμαρτωλός και να ήταν, αλλά έδινε στον καθένα την ελπίδα της σωτηρίας, δια της ειλικρινούς μετανοίας, που είναι χάρισμα από το Θεό και ουδέποτε ατομική κατάκτηση. Σύστηνε την ταπείνωση, την προσευχή, τη συμμετοχή στα Ιερά Μυστήρια και την αγαθοεργία ως μέσα σωτηρίας και ουδέποτε ως αυτοσκοπό για τη σωτηρία. Ουδέποτε υποστήριξε ότι τα «επιτίμια» είναι ποινές, οι οποίες εξιλεώνουν τον αμαρτωλό, αλλά παιδαγωγικά μέσα, για να αποδεχτεί ο αμαρτωλός της θεία σώζουσα χάρη. Άλλωστε ο ίδιος έβαζε τέτοια «επιτίμια», τέτοια που μπορούσαν να τηρηθούν, και να συνεφέρουν τον αμαρτωλό.

Στους πονεμένους και πεφορτισμένους από τις δοκιμασίες του βίου ήταν ο συμπονετικός παρηγορητής και ο σοφός συμβουλάτορας. Η γνώμη του θεωρούνταν σημαίνουσας αξίας και γι’ αυτό έτρεχε πλήθος κόσμου να τον συμβουλευτεί και να εναποθέσει σε εκείνον τα προβλήματά του, διότι είχε παγιωθεί στη συνείδησή των Αθηναίων ότι ο ταπεινός και αγιασμένος εκείνος κληρικός είχε χώρο στην καρδιά του για τον κάθε έναν πιστό.

Ενώ για τον εαυτό του ήταν αυστηρός, αντίθετα, για τους άλλους ήταν ανεκτικός και επιεικής. Συγχωρούσε τους πάντες. Συγχώρεσε το νεωκόρο του ναού, ο οποίος είχε την κακή συνήθεια να τον μουντζώνει. Δε δίσταζε να ζητά συγνώμη από τους συνεργάτες του όταν τους κούραζε από την επιμονή του στις μακρόσυρτες ακολουθίες, «σας παιδεύω, παιδιά μου, να με συγχωρέσετε», «να με συγχωρείτε… είμαι λιγάκι παράξενος!» έλεγε! Το μόνο που δεν συγχωρούσε ήταν η εμμονή όσων δεν συγχωρούσαν τους άλλους. Αναφέρεται, πως θεωρούσε ένοχο δια παντός έναν κληρικό που είχε αφορίσει μια γυναίκα και πέθαναν και οι δύο ασυγχώρητοι. Σύστηνε την αγάπη και την υπομονή, ως βασικά εφόδια, για την πορεία της επίγειας ζωής. «Να είστε αγαπημένοι παιδιά μου» , «κάντε υπομονή και ο Θεός θα δώσει τη λύση» έλεγε.

Στην προσωπική του ζωή ζούσε ασκητικά, σαν μοναχός στον κόσμο. Έτρωγε ελάχιστο και λιτότατο φαγητό, που αποτελούνταν κυρίως από χόρτα, τα οποία μάζευε ο ίδιος από τα χωράφια πέριξ του Ιερού Ναού Αγίου Ιωάννου στο σημερινό Νέο Κόσμο των Αθηνών. Όταν δε νήστευε έτρωγε και λίγο γάλα και τυρί, που του έδιναν οι βοσκοί της περιοχής. Πολλοί πιστοί του προσέφεραν φαγητό και τρόφιμα, αλλά αυτός το προσέφερε κρυφά σε φτωχούς. Νήστευε με ακρίβεια όλες τις νηστείες της Εκκλησίας. Κατά τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή ξηροφαγούσε. Τη μεγάλη Εβδομάδα ήταν σχεδόν νηστικός, συντηρούνταν με ελάχιστα μουσκεμένα παξιμάδια και νερό. Από το βράδυ της Μ. Πέμπτης μέχρι την Ανάσταση δεν έβαζε τίποτε στο στόμα του, παρά λίγο νερό!

Συνδύαζε με συνέπεια την τριπλή μοναχική ησυχαστική άσκηση: της αδιάλειπτης προσευχής, της νηστείας και της αγρυπνίας. Ο Παπα- Νικόλας, χωρίς να έχει ιδιαίτερες γνώσεις για την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας μας, τη βίωνε ο ίδιος με ακρίβεια! Γι’ αυτό αξιώθηκε από το Θεό να γίνει το καθαρό δοχείο της Θείας Χάριτος και έτσι να θαυματουργεί, ενώ ακόμη ζούσε. Η ευσεβής παράδοση των Αθηναίων διέσωσε πολλά θαύματα που επιτέλεσε. Ένα από τα πολλά θαύματά του υπήρξε η, κατόπιν θερμής προσευχής του, ανεξήγητη προμήθειας πρόσφορου για τη Θεία Λειτουργία, όταν δεν υπήρχε πρόσφορο. Αξιώθηκε επίσης να έχει και προορατικό και προφητικό χάρισμα. Είχε προαναγγέλλει το θάνατο αρρώστου παιδιού: «Ο Ηλίας θα πεθάνει, μου το είπαν ο άγιος Ιωάννης και ο άγιος Παντελεήμων», είχε προαναγγείλει, όπως και έγινε! Φυσικά ο ίδιος, μέσα στην ταπεινότητά του δε δεχόταν ότι θαυματουργούσε. Τα ζωντανά θαύματα, που έβλεπε ο λαός, τα ονόμαζε «σημεία από το Θεό» και όχι δικά του κατορθώματα. Θεωρούσε απόλυτα φυσιολογική τη θαυμαστή επέμβαση του Θεού στη ζωή. Το προορατικό του χάρισμα ουδέποτε το διαφήμισε και φρόντιζε να μην το μαθαίνει ο κόσμος. Είναι γνωστό πως πολλά παιδιά, κυρίως τα «παπαδάκια» του Ιερού, τον έβλεπαν την ώρα της Θείας Λειτουργίας να ίπταται στον αέρα, να μην πατά στη γη, να στέκεται σε ένα σύννεφο! Το αγαπούσαν άλλωστε τα παιδιά, τα οποία τον αποκαλούσαν «Παππού» και εκείνος ανταπέδιδε μια υπέρμετρη αγάπη για εκείνα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ουδέποτε δυσανασχετούσαν κατά την ώρα της Λατρείας, δεν έκλαιγαν, δε φώναζαν και δεν έπαιζαν, όπως συνήθως κάνουν. Συνωστίζονταν ποιο παιδί θα ντυθεί «παπαδάκι» στο Ιερό Βήμα. Αλλά και οι μεγάλοι είχαν την αίσθηση της αγιότητάς του. Τον σέβονταν και τον αγαπούσαν όλοι οι Αθηναίοι. Όταν τον συναντούσαν στο δρόμο, έβγαζαν τα καπέλα τους, του φιλούσαν το χέρι και ζητούσαν την ευλογία του. Οι γυναίκες σταυροκοπιούνταν και τον πλησίαζαν φορώντας τα μαντίλια τους, όπως έμπαιναν στην εκκλησία. Οι αμαξάδες σταματούσαν τις άμαξες για να προσπεράσει. Οι πιστοί στην Εκκλησία φρόντιζαν να τον αγγίζουν και να τον φιλούν στο μέτωπο, καθώς ήταν υπερβολικά κοντός και εκείνος ανταπέδιδε ευχές, χαμόγελα και καλοσύνη. Τον διέκρινε άλλωστε μια σπάνια ευγένεια και καλοσύνη. Είχε για όλους έναν καλό λόγο και ποτέ δεν κακολογούσε κανέναν. Μια απίστευτη και πρωτόγνωρη γαλήνη ήταν μόνιμα φωλιασμένη στην ψυχή του. Ο θυμός ήταν άγνωστο συναίσθημα γ’ αυτόν, πολλώ δε μάλλον η κακία και η εκδίκηση. Δεν άφηνε κανένα περιθώριο αντιπάθειάς του στον κόσμο και γι’ αυτό εκείνος τον αγαπούσε και τον υπολήπτονταν. Σε κάποια αυθάδη κοπέλα της είχε πει: «Λες να μην μπορώ και εγώ να βρίσω; Δεν το κάνω όμως, διότι αυτό θα με βλάψει!». Ήταν ανεξίκακος. Έκανε πως δεν καταλάβαινε, που τον έκλεβε συστηματικά ο μέθυσος ψάλτης του, ο Αλέκος, τον οποίο παρατηρούσε με αγάπη: «ήσυχα Αλέκο, ήσυχα»! Ο π. Φιλόθεος Ζερβάκος σημείωσε: «Ο π. Νικόλαος ουδέποτε εταράχθη, ουδέποτε εθύμωσε, πάντας ηγάπα, υπέρ πάντων ηύχετο. Είχε δε την νοεράν προσευχήν, το χαροποιόν πένθος, το αείρυτον δάκρυον, άτινα τον κατέστησαν πράον και κληρονόμον της γης των πραέων, της Βασιλείας των Ουρανών».

Όμως αυτή η αγάπη και η εκτίμηση του κόσμου, δεν το οδήγησε στο να θεωρήσει τον εαυτό του σπουδαίο. Αντίθετα μάλιστα καλλιεργούσε στο πρόσωπό του την αρετή της ταπείνωσης. Μιλούσε συνεχώς για τη δική του αναξιότητα και αμαρτωλότητα και φρόντιζε να κρύβει επιμελώς τις αρετές του. Δε θα ήταν υπερβολικό να ισχυρισθούμε ότι ο Παπα- Νικόλας Πλανάς αξιώθηκε να γίνει και μιμητής των παλαιών αγίων σαλών της Εκκλησίας μας. Των θαυμάσιων εκείνων αγίων, οι οποίοι προσποιούνταν τους διανοητικά αναπήρους, ασκώντας με αυτόν τον τρόπο την ύψιστη αρετή της ταπείνωσης και υποδηλώνοντας την κοσμική μηδαμινότητα. Με τη δική τους υποτιθέμενη «παραλογία» αποδείκνυαν την παραλογία του πτωτικού κόσμου. Ο Παπα- Νικόλας Πλανάς άσκησε και την εν Χριστώ σαλότητα. Από σωματική διάπλαση ήταν πολύ κοντός. Μιλούσε ψευδά. Λόγω της ολιγογραμματοσύνης του έκανε, όπως προαναφέραμε, σοβαρά λεκτικά λάθη, όταν διάβαζε αναγνώσματα και ευχές στην εκκλησία. Μόνο στη Θεία Λειτουργία δεν έκανε λάθη, διότι τα είχε μάθει σωστά και τα έλεγε από στήθους. Όμως ποτέ δεν προκαλούσε σχόλια και γέλια, αντίθετα μάλιστα είχαν συνηθίσει τα λεκτικά του λάθη τα οποία είχαν συνδυάσει οι πιστοί με την απλοϊκότητα και αφελότητα του χαρακτήρα του. Είχε συναίσθηση ότι δεν ήταν μειωμένων προσόντων και γι’ αυτό μιλούσε για το πρόσωπό του απαξιωτικά, ήτοι: «είμαι αγράμματος», «είμαι ελάχιστος», κλπ. Όταν μιλούσε για την αμαρτία και την ασέβεια, προέτασσε πάντοτε τον εαυτό του ως τον πρώτο αμαρτωλό και ασεβή και μετά στιγμάτιζε τους άλλους. Όταν προέτρεπε για μετάνοια δεν έλεγε «μετανοήστε», αλλά «ας μετανοήσουμε». Φορούσε ευτελή και τριμμένα ράσα και υποδήματα, τα ίδια για χρόνια. Το σπίτι του ήταν φτωχικό, από τα πλέον φτωχόσπιτα των Αθηνών. Ποτέ δεν παραπονέθηκε για τη φτώχια του. Ο ίδιος, όπως και όλοι οι ιερείς την εποχή εκείνη, χωρίς μισθό, συντηρούνταν από τα φιλοδωρήματα των ενοριτών. Ήταν απίστευτα απλός «Αυτή η απλότητα, σημειώνει ο Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ιερόθεος, ήταν και έκφραση τού χαρακτήρος του, αλλά κυρίως και προ παντός, ήταν έκφραση της λειτουργικής και ασκητικής του εμπειρίας. Δεν επρόκειτο μόνο για μια εξωτερική απλότητα στους τρόπους, αλλά κυρίως για απλότητα πού προερχόταν από την ενότητα και την καθαρότητα τού εσωτερικού του κόσμου».

Αλλά δεν έβλεπε τους πιστούς μόνο ως ψυχές, αλλά και ως σώματα, τα οποία έχουν υλικές ανάγκες. Έτσι φρόντιζε τα φιλοδωρήματά του να τα δίνει, όπως τα έπαιρνε, στους φτωχούς, αφού πρώτα τα σταύρωνε για να αγιαστούν και να πιάσουν τόπο. Στην τσέπη του δεν είχε ποτέ δεκάρα! Ως γνήσιος Ορθόδοξος και Έλληνας, έχοντας στην ψυχοσύνθεσή του το ελληνορθόδοξο κοινοτικό ιδεώδες, ζούσε για τους άλλους. Τη ζωή των συνανθρώπων του τη θεωρούσε σημαντικότερη από τη δική του, διότι έβλεπε στο πρόσωπο του κάθε ενδεή, τον ίδιο το Χριστό. Έτσι ολόκληρη η ζωή του υπήρξε μια αδιάκοπη ελεημοσύνη. Το μερίδιο της μεγάλης πατρικής του περιουσίας, όπως αναφέραμε, το είχε βάλλει ενέχυρο για κάποιον φτωχό οφειλέτη, το οποίο ουδέποτε του το επέστρεψε. Έδινε κάθε μήνα επίδομα σε δεκάδες οικογένειες χηρών και ορφανών. Ένα πάμφτωχο γεροντάκι για χρόνια έπαιρνε δυο φορές την εβδομάδα το επίδομά του, το οποίο τον συντηρούσε στη ζωή. Έτρεχε στα φτωχικά σοκάκια της Αθήνας για να συναντήσει δυστυχισμένους για να τους δώσει τον οβολό του. Επισκεπτόταν νεαρά ζευγάρια και τους έδινε τα πρώτα έξοδα του βίου τους. Είχε τους μυστικοσυμβούλους του να μαθαίνει ποιος είχε ανάγκη για να σπεύσει να τον βοηθήσει!

Έχει αξία να αναφέρουμε ενδεικτικά τι είπαν για τον άγιο Νικόλαο Πλανά δύο μεγάλοι λογοτέχνες μας ο Α. Παπαδιαμάντης και ο Φώτης Κόντογλου. «Γνωρίζω ένα ιερέα εις τας Αθήνας. Είναι ο ταπεινότερος των ιερέων και ο απλοϊκότερος των ανθρώπων είναι αξιαγάπητος, είναι απλοϊκός και ενάρετος, είναι άξιος του πρώτου Μακαρισμού του Σωτήρος», έγραψε ο Παπαδιαμάντης. Ο Φώτης Κόντογλου σημείωσε στον πρόλογο βιβλίο του: «Καρδιά πονηρή και άπιστη ας μην απλώσει ν’ ανοίξει τούτο το βιβλίο. Γνώρισμα της Ορθοδοξίας είναι η απλότητα της καρδιάς πού φέρνει την πίστη. Όλη η βιογραφία τού αγίου Νικολάου Πλανά δείχνει αυτόν το απλό Κληρικό, πού ξέρει να ποιμαίνει, να ανέχεται, να αγαπά, να είναι μια καύση καρδίας υπέρ όλης της κτίσεως». Θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας πως οι ευλαβικοί και απλοϊκοί ιερείς – ήρωες των άφθαστων διηγημάτων του Παπαδιαμάντη εικονίζουν σαφέστατα τον Παπα – Νικόλα Πλανά!

Σεβαστοί μου και αγαπητοί μου,

Αυτός ήταν ο άγιος Νικόλαος Πλανάς. Ένας γνήσιος κληρικός και ένας αληθινός άγιος της Εκκλησίας μας, διότι δε βγήκε έξω από την ορθόδοξη εκκλησιαστική μας οριοθέτηση. Υπήρξε «Ο ποιμήν ο καλός» (Ιωάν.9,11) εις τύπον τους αρχιποίμενος Χριστού. Μέσα στην απλότητά του βίωσε με ακρίβεια την Ορθοδοξία και την ορθοπραξία. Έγινε άγιος διότι δεν γνώριζε και δεν αναγνώριζε άλλο Θεό, από τον Τριαδικό, ο Οποίος μας αποκαλύφτηκε από τον ένσαρκο Λόγο Του, το Σωτήρα μας Ιησού Χριστό. Δε γνώριζε και δεν αναγνώριζε άλλη Εκκλησία, από την Ορθοδοξία, την Μία, Αγία, Καθολική και Αποστολική Εκκλησία του Χριστού. Δε γνώριζε και δεν αναγνώριζε άλλη αλήθεια από την σώζουσα Ορθόδοξη Πίστη, την οποία μας παρέδωσαν απαραχάρακτη οι άγιοι και θεοφόροι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Δεν γνώριζε και δεν αναγνώριζε θεία χάρη, αγιασμό και σωτηρία εκτός της αληθινής Εκκλησίας του Χριστού, της Ορθοδοξίας. Δεν του πέρασε ποτέ από την απλοϊκή, μα θεοφώτιστη σκέψη του, ότι όλοι οι άνθρωποι λατρεύουν δήθεν τον ίδιο Θεό, με διαφορετικό τρόπο, όπως διατείνεται ο σύγχρονος διαχριστιανικός και διαθρησκειακός οικουμενισμός, ότι δήθεν όλες οι θρησκείες είναι διαφορετικοί δρόμοι για τη σωτηρία των ανθρώπων, διότι αυτό θα αναιρούσε τη μοναδικότητα του απολυτρωτικού έργου του Χριστού. Με την απόλυτη προσήλωσή του στη λειτουργική και ευχαριστιακή βίωση της ορθοδόξου πνευματικότητας, απόδειξε ότι ο μοναδικός σωτήρας και λυτρωτής του κόσμου είναι ο Χριστός και το μέσον της σωτηρίας είναι η Αγία Του Εκκλησία, ως η μόνη ταμειούχος της Θείας Χάριτος. Ότι η σωτηρία, μας χαρίζεται από το Θεό, και εμείς αποδεχόμενοι αυτή τη θεία δωρεά ανταποδίδουμε με την ευχαριστήρια συμμετοχή μας στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας. Αυτή τη σημασία είχε ο αέναος λειτουργικός βίος του αγίου Νικολάου Πλανά. Γι’ αυτό και δεν είχε την άποψη ότι εκτελούσε απλά τυπικά ιερατικά και θρησκευτικά καθήκοντα, αλλά ήταν απόλυτα πεπεισμένος ότι υπηρετούσε τη Βασιλεία του Θεού, τη νέα κτίση, το νέο τριαδικό τρόπο ζωής, που δίδαξε ο Χριστός και καλλιεργεί η αγία Του Εκκλησία.

Τοιούτος λοιπόν ιερέας έλαχε στους ευσεβείς Αθηναίους στους δύσκολους εκείνους χρόνους. Τοιούτος ιερέας θα πρέπει να αποτελεί και το πρότυπο των σημερινών και μελλοντικών κληρικών. Τοιούτο παράδειγμα μας άφησε, ως πολύτιμη παρακαταθήκη, για τη δική μας πνευματική πορεία. Ως νοητός οδοδείκτης, η ολόφωτη προσωπικότητά του και το παράδειγμά του, μπορούν να μας βοηθήσουν να βγούμε από τα σημερινά προσωπικά και κοινωνικά μας αδιέξοδα. Η λύση των σύγχρονων μεγάλων και πολυποίκιλων προβλημάτων μας βρίσκεται στην εγκόλπωση των αξιών, που ενστερνίστηκε και βίωσε ο άγιος Νικόλαος Πλανάς, ήτοι: στη γνήσια ορθόδοξη πνευματικότητα, στο ορθόδοξο ασκητικό ιδεώδες και στον ελληνορθόδοξο κοινοτικό τρόπο ζωής. Όσο γρηγορότερα κατανοήσουμε και υιοθετήσουμε αυτή την αλήθεια, τόσο γρηγορότερα θα φτάσουμε στη λύση των προβλημάτων μας. Όσο απεμπολούμε τον ελληνορθόδοξο τρόπο ζωής και στέφουμε τις ελπίδες μας προς την ετεροδοξία, πολλώ δε μάλλον προς τον σύγχρονο θρησκευτικό συγκρητισμό, όχι μόνο λύτρωση να μην περιμένουμε, αλλά αντίθετα: δραματική επιδείνωση των πρόβλημά των μας.

Είθε οι αέναες προσευχές του αγίου Νικολάου Πλανά, στο ουράνιο θυσιαστήριο της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας, να μας συντροφεύουν στον προσωπικό και τον κοινωνικό μας βίο. Τις έχουμε απόλυτα ανάγκη!

Σας ευχαριστώ πολύ!

 https://enromiosini.gr/biografies/25ag-nikolaos-planas/

Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου 2026

π. Γεώργιος Μεταλληνός: Της Αγίας ενδόξου Οσιομάρτυρος Φιλοθέης της Αθηναίας.

 «Η Αγία Φιλοθέη προσέφερε μεγάλη υπηρεσία στο Γένος διότι κρατούσε την Πίστη που κρατούσε συγχρόνως και την αγάπη προς την Πατρίδα και την ανάμνηση της καταγωγής μας. Έτσι προχωρήσαμε αδελφοί μου στο ’21. Γι’ αυτό την εμίσησαν οι Τούρκοι. Εάν η Αγία Φιλοθέη απλώς εκτελούσε ένα κοινωνικόν έργον δεν θα προκαλούσε τους Οθωμανούς.»

-https://www.youtube.com/watch?v=T1JactJ2DiU&t=80s Όρος Αλατόμητον


απομαγνητοφώνηση ΤΑΣ ΘΥΡΑΣ

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ (1774 – 1795) Ένας ένδοξος νεομάρτυς διασώζει τη Μυτιλήνη από τη θανατηφόρο πανώλη και ανακηρύσσεται πολιούχος άγιος του νησιού Εορτάζει 17 Φεβρουαρίου.

 

μπορεί να είναι στην Μυτιλήνη αλλά να τον κάνετε και εσείς φίλο σας...

 


ΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΠΑΛΛΗΚΑΡΙ ΚΑΙ ΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΣΕ ΕΝΑ ΜΟΝΑΔΙΚΟ ΝΗΣΙ - 17 Φεβρουαρίου 

ΔΙΑΒΑΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΓΕΡΑΙΡΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ.

ΜΟΛΙΣ ΦΤΑΝΕΙΣ ΣΤΗΝ ΜΥΤΙΛΗΝΗ ΑΞΙΖΕΙ ΝΑ ΒΗΜΑΤΙΣΕΙΣ ΛΙΓΑ ΜΕΤΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΓΙΑ ΝΑ ΠΡΟΣΚΥΝΗΣΕΙΣ ΤΟ ΑΦΘΑΡΤΟ ΣΚΗΝΩΜΑ ΤΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΚΑΙ ΝΑ ΔΕΧΤΕΙΣ ΤΙΣ ΔΩΡΕΕΣ ΤΟΥ .

ΣΤΩΜΕΝ καλώς   


Ο ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΒΥΖΑΝΤΙΟΣ (1774 – 1795) Ένας ένδοξος νεομάρτυς διασώζει τη Μυτιλήνη από τη θανατηφόρο πανώλη και ανακηρύσσεται πολιούχος άγιος του νησιού

Εορτάζει 17 Φεβρουαρίου.
Μέσα στη σεπτή χορεία των ενδόξων νεομαρτύρων της ορθοδόξου πίστεως, που έλαμψαν ως φωταυγείς αστέρες την περίοδο της Τουρκοκρατίας, ξεχωριστή θέση κατέχει ο Άγιος νεομάρτυς Θεόδωρος ο Βυζάντιος, ο πολιούχος άγιος της Μυτιλήνης, ο οποίος απαγχονίστηκε για την αγάπη του Χριστού στις 17 Φεβρουαρίου 1795 και διέσωσε την πρωτεύουσα του ακριτικού και ευλογημένου αυτού νησιού του Αιγαίου από τη θανατηφόρο επιδημία της πανώλης το 1832.
Ο Άγιος νεομάρτυς Θεόδωρος γεννήθηκε το 1774 στο Νεοχώρι του Βυζαντίου και έζησε επί των ημερών της βασιλείας του σουλτάνου Μαχμούτ Α΄. Οι γονείς του ονομάζονταν Χατζή Αναστάσιος και Σμαραγδή και ανέθρεψαν χριστιανικά τόσο τον Θεόδωρο, όσο και τα δύο αδέλφια του, τον Αντώνιο και τον Γεώργιο. Μάλιστα ο Γεώργιος είχε τέτοια χριστιανική ευσέβεια, που μετά τον μαρτυρικό θάνατο του αδελφού του, του Θεοδώρου, χειροτονήθηκε μητροπολίτης Αδριανουπόλεως με το όνομα Γρηγόριος. Από μικρός ο Θεόδωρος ήθελε να γίνει ζωγράφος και γι’ αυτό πήγε με έναν ζωγράφο στα ανάκτορα του σουλτάνου, όπου άρχισε να εργάζεται. Όμως μέσα στο μουσουλμανικό περιβάλλον των ανακτόρων παρασύρθηκε από τις ηδονές και τη χλιδή σε τέτοιο βαθμό, ώστε αρνήθηκε τη χριστιανική του πίστη και ασπάσθηκε τον μωαμεθανισμό.
Πέρασαν τρία χρόνια και η θανατηφόρος επιδημία της πανώλης άρχισε να μαστίζει την περιοχή του Βυζαντίου. Πολλοί άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων οδηγήθηκαν στον θάνατο, γεγονός που έκανε τον Θεόδωρο να φοβηθεί και να σκεφθεί τον Θεό. Συναισθανόμενος το αμάρτημά του άρχισε να αναζητά τρόπο για να δραπετεύσει από τα ανάκτορα και να μετανοήσει για την εξώμοσή του. Προσπάθησε να φύγει, αλλά δεν τα κατάφερε, αφού ο δυνατός θόρυβος της πτώσης του από ψηλό τοίχο κινητοποίησε τους μωαμεθανούς των ανακτόρων, οι οποίοι και τον συνέλαβαν. Η δεύτερη προσπάθειά του στέφθηκε όμως με επιτυχία. Με τη βοήθεια ενός χριστιανού γούναρη των ανακτόρων προμηθεύτηκε ναυτικά ρούχα και αφού μουτζούρωσε το πρόσωπό του, έδεσε ένα μαντήλι στο μέτωπό του και σηκώνοντας στους ώμους του μία στάμνα, έφυγε από το παλάτι χωρίς να γίνει αντιληπτός από κανέναν. Μετά τη δραπέτευσή του κατόρθωσε να φτάσει σε συγγενικό του σπίτι, όπου μετά από λίγες ημέρες εξομολογήθηκε, χρίσθηκε με Άγιο Μύρο και κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων.
Για να μην ανακαλυφθεί όμως από τους Τούρκους, αποφάσισε να φύγει και έφτασε στη Χίο, η οποία στάθηκε ο τόπος της ψυχικής του ανατάσεως, του πνευματικού του ανεφοδιασμού, της βαθιάς του μετανοίας και της προετοιμασίας του για να μαρτυρήσει για τον Χριστό. Η καρποφόρα αυτή πνευματική προετοιμασία οφείλεται στην καθοδήγησή του από τον Άγιο Μακάριο Αρχιεπίσκοπο Κορίνθου τον Νοταρά (1731 – 1805), ο οποίος αναδείχθηκε Γενάρχης του Φιλοκαλισμού, πολύτιμος συγγραφέας και θαυμαστός αλείπτης νεομαρτύρων. Την εποχή αυτή ο Άγιος Μακάριος εφησυχάζει και ασκητεύει στο μοναστήρι του Αγίου Πέτρου πάνω από την κωμόπολη του Βροντάδου και σ’ αυτόν τον χώρο ο Άγιος Θεόδωρος βρίσκει την ευκαιρία να διαβάσει πολλά ψυχωφελή βιβλία και κυρίως τα μαρτυρολόγια των νέων μαρτύρων, που τον ενισχύουν στην πίστη του και τον παροτρύνουν να ομολογήσει τον Χριστό και να μαρτυρήσει για την αγάπη Του. Τρεις φορές εξομολογήθηκε με δάκρυα στον Άγιο Μακάριο για το φοβερό αμάρτημα της αρνησιθρησκείας ζητώντας το έλεος του Θεού, ενώ καθημερινά υποβαλλόταν σε νέες δοκιμασίες για να στερεωθεί στην πίστη του και στην απόφασή του να μαρτυρήσει για τον Χριστό.
Οπλισμένος με ακλόνητη πίστη και σθεναρό φρόνημα ο νεαρός Θεόδωρος ανεχώρησε για τη Μυτιλήνη για να ομολογήσει εκεί τον Χριστό και να μαρτυρήσει γι’ Αυτόν. Στο ταξίδι του τον συνόδευσε και ο ευλαβής μοναχός Νεόφυτος, ο οποίος έμεινε κοντά του μέχρι το μαρτύριό του, συμπροσευχόμενος και ενισχύοντάς τον ψυχικά. Ο Θεόδωρος του ζήτησε μάλιστα μετά τον θάνατό του να πάει να βρει τους γονείς του για να τους παρηγορήσει, αλλά και να ευχαριστήσει για μια ακόμη φορά τον Άγιο Μακάριο, ο οποίος τον καθοδήγησε πνευματικά και τον στερέωσε στην πίστη του. Μέχρι σήμερα σώζονται επτά επιστολές του Αγίου Μακαρίου προς την οικογένεια του Αγίου Θεοδώρου.
Στη Μυτιλήνη ο νεαρός Θεόδωρος, αφού κοινώνησε των Αχράντων Μυστηρίων, φόρεσε τουρκικά ενδύματα και παρουσιάστηκε με θάρρος στις τουρκικές αρχές ομολογώντας με παρρησία τη χριστιανική του πίστη, την οποία, όπως είπε, πριν δέκα χρόνια πρόδωσε, ασπαζόμενος τον μωαμεθανισμό. Μάλιστα μπροστά στα έκπληκτα μάτια του κριτή πέταξε τον μωαμεθανικό σκούφο, έσχισε τα ενδύματά του και τα ποδοπάτησε περιφρονητικά. Στην αρχή νόμισαν, ότι είναι τρελός, αλλά ο μάρτυς απάντησε, ότι είναι χριστιανός ορθόδοξος και θα πεθάνει χριστιανός. Η ομολογία του Θεοδώρου εξόργισε τόσο πολύ τον κριτή και τους παρευρισκόμενους, ώστε αφού τον μαστίγωσαν, τον έστειλαν στο παλάτι του Ναζήρη. Εκεί τον έβαλαν στη φυλακή και τον υπέβαλαν σε πλήθος βασανιστηρίων. Τα πόδια του ήταν δεμένα και στον λαιμό του είχαν περάσει βαριά αλυσίδα. Κάθε μωαμεθανός, που περνούσε από μπροστά του, τον κορόιδευε ότι είναι τρελός, ενώ εκείνος ομολογούσε τον Χριστό και δήλωνε, ότι είναι υγιής και σώφρων.
Την επόμενη ημέρα οδηγήθηκε ενώπιον του Ναζήρη, ο οποίος προσπάθησε με δώρα και υποσχέσεις να τον μεταπείσει να ασπασθεί και πάλι τον μωαμεθανισμό. Ο Θεόδωρος όμως ομολόγησε και πάλι με παρρησία τη χριστιανική του ταυτότητα, αλλά και τη σταθερή του πρόθεση να μαρτυρήσει για τον ένα και αληθινό Θεό. Τότε ο Ναζήρης διέταξε να τον κλείσουν στη φυλακή και αφού τον έδεσαν, τον μαστίγωσαν ανελέητα με 300 μαστιγώσεις. Άφησαν μάλιστα και τις πόρτες της φυλακής ανοικτές και κάθε φορά, που έμπαινε κάποιος Τούρκος, τον κτυπούσε βάναυσα. Ο Θεόδωρος προσευχόταν διαρκώς στον Θεό και δεχόταν με καρτερία τα βασανιστήρια, ενώ συνέχισε να δηλώνει, ότι είναι χριστιανός. Έφτασαν μάλιστα στο σημείο να του βγάλουν τα μάτια και να του γυρίσουν το κεφάλι προς τα πίσω, ενώ για να τον κάνουν να σωπάσει, του έβαλαν στο στόμα μία ράβδο και του έσπασαν τα δόντια.


Το πρωί του Σαββάτου ο χριστιανός φύλακας τον βρήκε μισοπεθαμένο μέσα στη φυλακή να ψάλλει χαμηλόφωνα τον ύμνο «Τη Υπερμάχω». Στη συνέχεια του ζήτησε να πει στον αρχιερέα να του αποστείλει Θεία Κοινωνία, όπως και έγινε.
Την εποχή αυτή κάποιος νέος από τη Θεσσαλονίκη με το όνομα Γεώργιος είχε διαβάσει για τα μαρτύρια των παλαιών μαρτύρων, αλλά είχε εξεφράσει τις αμφιβολίες του γι’ αυτά. Έτσι ακούγοντας τα βασανιστήρια του Θεοδώρου, επιθυμούσε να μπει στη φυλακή και να δει τον νεαρό αθλητή της πίστεως. Γι’ αυτό και προκάλεσε τον εγκλεισμό του στη φυλακή και έζησε από κοντά πολλά από τα βασανιστήρια, που υπέστη ο Θεόδωρος, όπως το δέσιμο του κεφαλιού με σχοινί, το κάψιμο του λαιμού του και το μαστίγωμα. Ο Θεόδωρος ευχαρίστησε τον νεαρό Γεώργιο, που βρέθηκε κοντά του και τον ενίσχυσε με την παρουσία του στο μαρτύριο.
Ο τοπάρχης όμως της περιοχής πληροφορούμενος τα γεγονότα, δήλωσε ότι όποιος βλασφημεί τη θρησκεία του, καταδικάζεται σε θάνατο. Γι’ αυτό και επισκέφθηκε τον Θεόδωρο στη φυλακή, ζητώντας του να του δώσει το «σαλαβάτι» του, δηλαδή τη μαρτυρία της μουσουλμανικής θρησκείας. Τότε ο Θεόδωρος με παρρησία και σθένος μίλησε τόσο περιφρονητικά για τον Μωάμεθ και την πίστη του, ώστε αποφασίστηκε η θανατική του καταδίκη.
Στις 17 Φεβρουαρίου 1795, την ημέρα δηλαδή της μνήμης του Αγίου Θεοδώρου του Τήρωνος, και σε ηλικία 21 ετών ο νεαρός Θεόδωρος έλαβε τον αμάραντο στέφανο του μαρτυρίου με τον δι’ αγχόνης μαρτυρικό θάνατο. Το σώμα του μάρτυρος έμεινε τρεις ημέρες κρεμασμένο στην αγχόνη και πολλοί χριστιανοί προσέρχονταν με ευλάβεια και έκοβαν τεμάχιο από τον χιτώνα του, το οποίο βουτούσαν στο αίμα και το κρατούσαν ως φυλακτό. Μετά από τρεις ημέρες οι χριστιανοί ενταφίασαν το μαρτυρικό λείψανο με την πρέπουσα εκκλησιαστική τάξη στον Ιερό Ναό της Παναγίας Χρυσομαλλούσας στην πόλη της Μυτιλήνης, όπου μέχρι σήμερα σώζεται ο τάφος του, ενώ μετά από τρία χρόνια πραγματοποιήθηκε η ανακομιδή του ιερού λειψάνου, το οποίο βρέθηκε ακέραιο. Το γεγονός αυτό πιστοποίησε την αγιότητα του νεομάρτυρος, ο οποίος κατέλαβε ξεχωριστή θέση στη χορεία των πολυάριθμων αγίων της Λέσβου και στη θρησκευτική συνείδηση των κατοίκων του νησιού. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τις τριανταπέντε και πλέον εικόνες του Αγίου, που φυλάσσονται σε ιερούς ναούς του νησιού, αλλά και από την ιστόρηση εικόνος του Αγίου το 1798, τρία χρόνια δηλαδή μετά το μαρτύριό του, τεθησαυρισμένη σήμερα στον Ιερό Ναό Αγίας Βαρβάρας Παμφίλων Λέσβου.
Μετά την ανακομιδή το άφθαρτο λείψανο του Αγίου τοποθετήθηκε στην κρύπτη του Ιερού Μητροπολιτικού Ναού του Αγίου Αθανασίου μέχρι το 1832. Κατά το έτος αυτό έγινε το θαύμα της διασώσεως της πόλεως της Μυτιλήνης από τη θανατηφόρο πανώλη. Μόλις ξέσπασε η φοβερή επιδημία και ο θάνατος άρχισε να κτυπά ολοένα και περισσότερες οικογένειες, οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να διαφύγουν στους γύρω λόφους. Όμως τίποτα δεν μπόρεσε να σταματήσει τον θάνατο, ούτε και η αποστολή γιατρών και φαρμάκων έφερε κάποιο αποτέλεσμα. Τότε ο Άγιος παρουσιάστηκε κατ’ όναρ το βράδυ της πρώτης Παρασκευής της Μεγάλης Τεσσαρακοστής στον τότε Πρωτοσύγκελλο Καλλίνικο και του παρήγγειλε να πει στον Μητροπολίτη να μαζέψει τους χριστιανούς, που είχαν φύγει από την πόλη και να κάνουν αγρυπνία στον Μητροπολιτικό Ναό, βγάζοντας το λείψανο από την κρύπτη του ναού. Ο Πρωτοσύγκελλος δεν έδωσε σημασία στο όνειρο, αλλά ο Άγιος εμφανίστηκε και πάλι στον ύπνο του μετά από μία εβδομάδα. Τότε ενημέρωσε τον Μητροπολίτη, ο οποίος με τη σειρά του ζήτησε από τον Τούρκο διοικητή να ειδοποιηθούν οι χριστιανοί για να τελεσθεί η αγρυπνία. Κατά τις πρωινές ώρες και ενώ ο ναός ήταν κατάμεστος από χριστιανούς, που παρακολουθούσαν την αγρυπνία, ο Μητροπολίτης και ο Πρωτοσύγκελλος έβγαλαν από την κρύπτη το ιερό λείψανο του Αγίου και έκαναν λιτανεία γύρω από τον ναό. Από εκείνη τη στιγμή σταμάτησε η επιδημία της πανώλης, γεγονός που οδήγησε στην καθιέρωση και ανακήρυξη του Αγίου Θεοδώρου του Βυζαντίου ως πολιούχου και προστάτου της πόλεως και του νησιού της Μυτιλήνης.


Από το 1832 το ιερό λείψανο του πολιούχου του νησιού φυλάσσεται ως «τιμαλφής θησαυρός» στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αθανασίου, εις ανάμνηση δε της θαυματουργικής διασώσεως της πόλεως της Μυτιλήνης από τη θανατηφόρο πανώλη καθιερώθηκε από το 1936 με πρωτοβουλία του Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου του από Δυρραχίου παλλεσβιακή πανήγυρις με πάνδημη λιτάνευση του ιερού λειψάνου του στην πόλη της Μυτιλήνης την Κυριακή του Παραλύτου.
ΠΗΓΗ- ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΙΒΗΡΩΝ ΠΑΝΑΓΙΑ ΠΟΡΤΑΙΤΙΣΣΑ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας Μνήμη Οσίου Βησσαρίωνος Αγαθωνίτου

 

Μνήμη Οσίου Βησσαρίωνος Αγαθωνίτου

 

Ο Γέροντας Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης κοιμήθηκε οσιακά στις 22 Ιανουαρίου του 1991.

Τους αφανείς εργάτες του αμπελώνος του εμφανώς τους δοξάζει ο Κύριος, που με την παγγνωσία Του προγνωρίζει ότι θα γίνουν όμοιοι της εικόνος Του· αυτούς τους καλεί στην υπηρεσία Του και, αφού τους καθιστά δικαίους τους δοξάζει· «Ους εδικαίωσε τούτους και εδόξασε» (Ρωμ. η΄ 30).

Agios Vissarion Agathonitis 04

Τέτοιο αφανή εργάτη στις ημέρες μας, που, αφού ανέβηκε τους αναβαθμούς από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν», τον κατέστησε κληρονόμο της Βασιλείας Του δοξάζοντάς τον ταυτόχρονα με αφθαρσία του σκηνώματός του παρουσίασε ο Κύριος τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον Αγαθωνίτη. Μη ξεχνάμε ότι «τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα» (Α΄ Κορίνθ. α΄ 28), τους άσημους και περιφρονημένους επιλέγει πάντοτε ο Θεός, για να αποδείξει τιποτένιους και ελάχιστους αυτούς που ο κόσμος θαυμάζει και προβάλλει ως πρότυπα της εφήμερης ζωής τους.

Στις ημέρες μας όπου «επλεόνασεν η αμαρτία» (Ρωμ. ε΄ 20) αλλά περισσεύει η χάρη, ήλθε η ανακομιδή του αφθάρτου σκηνώματος του Γέροντος Βησσαρίωνος να μας προβληματίσει, για την από μέρους μας ατίμωση του ανθρωπίνου σώματος. Ατιμάζεται το ανθρώπινο σώμα με τις χαμαίζηλες επιθυμίες και ορέξεις από όλους μας, που δεν κατανοούμε ότι δεν μας ανήκει· δεν είναι δικό μας· χρήση του κάνουμε, αφού είναι, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος «ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορίνθ. στ΄ 19)· ατιμάζεται επίσης και με τη βλάσφημη καύση του μετά την απομάκρυνση απ’ αυτό της αθάνατης ψυχής με μοναδικό στόχο την εξαφάνιση των ιχνών της αγιότητος και την αποδυνάμωση τη πίστεως. Η καύση αυτή των νεκρών, που ήδη εφαρμόζεται σε πολλές χριστιανικές, αλλοίμονο, χώρες, μελετάται να εφαρμοσθεί και στην Ορθόδοξη πατρίδα μας. Δουλαγωγούμε το σώμα και το ταλαιπωρούμε με διαρκή άσκηση, όχι για να καταστρέψουμε την υγεία του, αλλά για να περιορίσουμε την επίδρασή του στα πνευματικά και να ανεβούμε την κλίμακα της αρετής με τη ζώωση του πνεύματός μας, αφού είναι γνωστό ότι « η σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος το δε πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλάτ. ε΄ 17). Μετά όμως το θάνατο, δηλαδή το χωρισμό της άφθαρτης ψυχής από τη φθειρόμενη σάρκα το σώμα το περιποιούμεθα και με τιμές το παραδίδουμε στη γη, από τη οποία πλάσθηκε, για να αναστηθεί στην κοινή εξανάσταση, όπου θα συναχθούν τα γυμνά οστά και θα λάβουν σάρκα και νεύρα για να παρουσιασθούν ενώπιον του δικαιοκρίτου Κυρίου, που με το στόμα του προφήτου Ιεζεκιήλ λέγει: «Ιδού εγώ ανοίγω τα μνήματα υμών και ανάξω υμάς εις την γην του Ισραήλ και γνώσεσθε ότι εγώ είμι Κύριος εν τω ανοίξαί με τους τάφους υμών του αναγαγείν με εκ των τάφων τον λαόν μου και δώσω πνεύμά μου εις υμάς και ζήσεσθε» (Ιεζ. λζ΄ 12-14).

Ο Γέρων Βησσαρίων γεννήθηκε στην ευλογημένη μεσηνιακή γη, στην ειδυλιακή παραλιακή κώμη του Πεταλιδίου το έτος 1908· το κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Έφηβος πήγε στην Καλαμάτα, όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και άναψε μέσα του ο θείος έρωτας και η φλόγα της μοναχικής πολιτείας και της ολοκληρωτικής σ’ Αυτόν αφιερώσεως. Άρχισε έτσι την ουρανοδρόμο πορεία του, που τον έφτασε μέχρι τρίτου ουρανού, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων, απαύστως δοξολογούντων τον Κύριο. Έλαβε το μοναχικό σχήμα με το όνομα Βησσαρίων και κατόπιν χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας με το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Η κατά κόσμο παιδεία του περιορίστηκε στο Σχολαρχείο, η κατά Θεόν όμως τον ανέδειξε πηγή σοφίας αστείρευτη με τη διαρκή μελέτη των θείων Γραφών και την αυστηρή τήρηση των θεϊκών ενταλμάτων. Η σοφία του ανθρώπου από την έμπρακτη εφαρμογή του νόμου του Θεού φαίνεται, όπως μας λέει και ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «Τις σοφός και επιστήμων εν υμίν; Δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα υτού εν πραΰτητι σοφίας» ( Ιά. γ΄ 13).

Ο Γέρων Βησσαρίων ήταν γεμάτος από αγάπη Θεού, που εύρισκε πρακτική εφαρμογή στα πρόσωπα των συνανθρώπων του σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας «ει εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40). Ο ευαγγελιστής της αγάπης, Ιωάννης, για την πρακτική εφαρμονή τη αγάπης συνεχίζει λέγοντας: «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν. Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν, ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπάν;» (Α΄ Ιω. δ΄ 20). Η Καρδίτσα στη αρχή και η Φθιώτιδα αργότερα, με κέντρο τη Μονή Αγάθωνος υπήρξαν τα πεδία της δράσεως του Γέροντος Βησσαρίωνος. Αυτές θα γευθούν τους πνευματικούς εύχυμους καρπούς, τις αγαθοεργίες και το εκχύλισμα της καρδιάς του. Ακένωτη πηγή προσφοράς ο Γέροντας κένωνε τον ίδιο τον εαυτό του στην υπηρεσία του πλησίον μιμούμενος τον Κύριό μας, ο οποίος «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος» (Φιλιπ. β΄ 7). Τους καρπούς των έργων του γεύθηκαν οι πάντες. Διακονία στο μοναστήρι, διακονία και στον κόσμο. Προσφορά στην αδελφότητα, προσφορά και στην κοινωνία. Αλάνθαστη ποδηγεσία των εξομολογουμένων μοναχών και λαϊκών. Αρωγή στους κινδυνεύοντες, χορτασμός των πεινώντων, πλουτισμός των πενήτων, οδηγός των πλανωμένων. Σώζει ο γέροντας τους νέους της Λάρισας από τα χέρια των Γερμανών. Επισκέπτεται και ενισχύει κάθε εβδομάδα τους ασθενείς στο νοσοκομείο της Λαμίας. Εξομολογεί και ελκύει με τη σαγήνη της αγάπης του τους μαθητές του εκκλησιαστικού λυκείου Λαμίας. Συγκρατεί τα παιδιά των χωρικών από ολισθήματα. Ειρηνεύει τα ανδρόγυνα. Μοιράζει από τα έσοδα του μοναστηριού στους πτωχούς, των οποίων γνώριζε τις ανάγκες. Προίκιζε άπορα κορίτσια. Συνέτρεχε στις ανάγκες όλων των κατοίκων της περιοχής, που έβλεπαν στο πρόσωπο του Γέροντος Βησσαρίωνος τον αφανή εργάτη της αγάπης, τον ίδιο τον Κύριο, που έπαιρνε τη μορφή του ταπεινού Αγαθωνίτη μοναστή. Η ασθενική και αδύναμη φωνή του, μετά από περιστατικό με τους Γερμανούς, δεν πρόδιδε τη δυναμική αγάπη της καρδιάς του. Αγαπούσε ολοκάρδια το Θεό και είναι σίγουρο ότι και Εκείνος τον αγαπούσε ως «ιλαρό δότη» (Β΄ Κορίνθ. θ΄ 7), αφού συχνά τον άκουγες να εξωτερικεύει την αγωνία του και να λέει στους συμμοναστές του: «Οι άνθρωποι έξω είναι φτωχοί· έξω πεινάνε· πρέπει να τους βοηθήσουμε». Δίκαια, λοιπόν, τον ονόμαζαν «ο άγιος των πτωχών».

Δεν σταματούσε η προσφορά του Γέροντος στο κοινωνικό έργο. Στο μοναστήρι καθόταν σαν λαμπάδα αναμμένη μπροστά στην εκκλησία. Υποδεχόταν τους προσκυνητές με το ευπροσήγορο χαμόγελό του και τους ανέπαυε με τα λόγια του. Τους περισσότερους τους γνώριζε με τα ονόματά τους, όπως ο καλός ο ποιμήν ο οποίος γνώριζει τα πρόβατά του και γνωρίζεται απ’ αυτά (Ιω. ι΄ 14). Και όχι μόνο τους γνώριζε, αλλά γνώριζε και τα προβλήματά τους, για τα οποία με ενδιαφέρον ρωτούσε και συνέτρεχε κατά τη δύναμή του υλικά και απεριόριστα με την ολόθερμη προσευχή του. Το κέρασμα του καφέ περιείχε και το βάλσαμο της πνευματικής επικοινωνίας γνωρίζοντας ότι «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4)· γι’ αυτό και πολλές φορές μόνος του τον έψηνε και τον προσέφερε μαζί με το δροσερό άντλημα της καρδιάς του.

Ήλθε όμως το πλήρωμα του χρόνου που ο αφιλάργυρος άνθρωπος, ο παραθεωρητής των ματαίων του κόσμου, ο ασκητής που τα θεωρούσε όλα σκύβαλα «ίνα Χριστόν κερδήση» (Φιλιπ. γ΄ 8) θα πλήρωνε το γραμμάτιο της ζωής. Τη στιγμή αυτή ο Γέρων Βησσαρίων τη περίμενε με λαχτάρα, αφού και γι’ αυτόν ίσχυε το Παύλειο: «Εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλιπ. α΄ 21). Μετά από σύντομη ασθένεια που εξελίχθηκε σε πνευμονικό οίδημα ο Γέρων άφησε το φθαρτό τούτο κόσμο, για να περάσει στον κόσμο της αφθαρσίας, στην ατελεύτητη μακαριότητα. Κοιμήθηκε ειρηνικά στο νοσοκομείο Σωτηρία της Αθήνας, στις 22 Ιανουαρίου του 1991.

Η είδηση του θανάτου του Γέροντος συγκλόνισε όχι μόνο τα πνευματικά του παιδιά, αλλά όλη τη Φθιώτιδα. Το μοναστήρι ντυμένο στα λευκά, από το πολύ χιόνι των ημερών εκείνων, υποδέχθηκε το σκήνωμα του κατάλευκου στην ψυχή πατρός Βησσαρίωνος, που ήδη βρισκόταν στα χέρια του Θεού. Τρεις ημέρες σε λαϊκό προσκύνημα δεν ήταν αρκετές για να περάσει όλος ο κόσμος που είχε ευεργετηθεί από τον μακαριστό πατέρα. Και μάλιστα με ιδιαίρετα αντίξοες συνθήκες, από την κακοκαιρία του χειμώνα. Την τρίτη ημέρα, αφού το νεκροταφείο της Μονής ήταν δυσπροσπέλαστο, αποφάσισαν οι πατέρες να θάψουν το ευλογημένο σκήνωμα στα βαπτιστήρια, σε δωμάτιο, όπου ο γέροντας συνήθιζε να εξομολογεί το πλήθος των πνευματικών του παιδιών. Εκεί απ’ όπου μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια θα έβγαινε το σκήνωμα όπως ακριβώς κατατέθηκε, χωρίς το παραμικρό ίχνος αλλοιώσεως, για να δεικνύει πάντοτε την ευαρέσκεια του Θεού στην οσιακή αφανή βιοτή του, και να μας επιβεβαιώνει το ψαλμικό «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού» (Ψαλμ. 67, 35).

Η δύναμη της προσευχής του σώζει Λαρισαίους από το Γερμανικό απόσπασμα.

Στην Γερμανική κατοχή μιά ομάδα πατριωτών Λαρισαίων βρέθηκε στο απόσπασμα. Μάταια ο Μητροπολίτης Λαρίσης παρακαλούσε για την διάσωσή του. Ο στυγνός Γερμανός διοικητής ήταν ανένοτος. Μάλιστα όρισε και την ημερα της εκτελέσεως.

Ο Γέρων Βησσαρίων βρισκόμενος στην Λάρισα όλη την νύκτα δεν μπορούσε να ησυχάσει. Δεν χωρούσε στο μυαλό του η ιδέα της εκτελέσεως των αθώων Λαρισαίων. Την παραμονή της εκτελέσεως πήγε στο Ναό του πολιούχου της πόλεως, του Αγίου Αχιλείου και έπεσε στο γόνατα. Ικετευτικά παρακαλούσε τον Άγιο να διασώσει τα παιδιά του. Τα δάκρυα του μούσκεψαν το χώρο μπροστά από το ιερό προσκυνητάρι. Μιλούσε στον άγιο με θέρμη και η προσευχή του ανέβηκε κατ’ ευθείαν στο θρόνο της μεγαλωσύνης του εύσπλαγχνου Κυρίου μας μέσα από την μεσιτεία του θαυματουργού της Λαρίσης ιεράρχου. Και η απάντηση από τον ουρανό δεν άργησε να δοθεί.

Πρωΐ Πρωΐ την επόμενη ημέρα πηγαίνει στον άκαμπτο Γερμανό διοικητή και του αναγγέλει το αίτημά του. Με έκπληξη βλέπει αυτόν να μαλακώνει, να κάμπτεται, να υποχωρεί. Για χάρη σου του λέει τους ελευθερώνω. Πάρε τους και φύγε!

Η προσευχή του είχε μεταβιβαστεί κατάλληλα και το αποτέλεσμά της υπήρξε άμεσο.

Ο φόβος του διαμελισμού του σκήνους μεταποιήθηκε σε χαρά

Agios Vissarion Agathonitis 01Ο ιατροδικαστής κύριος Γιαμαρέλλος για να πιστοποιήσει το θαύμα της αφθαρσίας του σκηνώματος του Γέροντος Βησσαρίωνος ενώπιον του ηγουμένου της Μονής π. Δαμασκηνού και των λοιπών της μονής πατέρων κουνούσε τα χέρια και τα πόδια του Γέροντος με μεγάλη δύναμη, όπως οι ορθοπεδικοί γιατροί τα μέλη των ασθενών τους, για διαπίστωση τυχόν αυτών δυσκαμψίας. Ο π. Δαμασκηνός φοβούμενος διαμελισμό του σκήνους από τις απότομες αυτές κινήσεις παρακάλεσε τον ιατροδικαστή να είναι πιό προσεκτικός. Εκείνος με επιστημονική κατάφαση απάντησε ότι δεν μπορούσε να υπογράψει το ορώμενο θαύμα αν δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένος γι’ αυτό. Στο τέλος έκανε το σταυρό του και είπε. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με αξίωσες στη δύση της σταδιοδρομίας μου να δω τα θαυμάσιά Σου! Ο θαυμασμός του για το υπερφυσικό θέαμα ενισχυόταν επίσης από το ότι το σκήνος του οσίου βάσταζε το ιερό ευαγγέλιο, που του έβαλαν μετά την απομάκρυνση του μεγάλου κατά την ταφή, πολύ σφιχτά, παρ’ όλο που το χέρι μετά από τόσες ημέρες (τρεις ημέρες βρισκόταν σε λαϊκό προσκύνημα με το μεγάλο Ευαγγελίο) θα έπρεπε να εφαπτόταν μόνο του ιερού ευαγγελίου. Επίσης ότι το σκήνος δεν είχε περάσει την κατάσταση του τυμπανισμού, όπως όλα, αλλά πέρασε απ’ ευθείας στην κατάσταση της αφυδατώσεως.

Το τερπνόν μετά του οφελίμου

Ο Γέρων Βησσαρίων πήγαινε τακτικά στο εκκλησιαστικό λύκειο Λαμίας και εξομολογούσε τους μαθητές. Η εξομολόγηση ήταν μέσα στα ποιμαντικά του καθήκοντα και η αγωνία του για τη σωτηρία των ψυχών, ιδιαίτερα των νέων τον συχείχε. Οι μαθητές ήσαν πολλές φορές αδιάφοροι για την εξομολόγηση. Έπρεπε κάτι να μηχανευθεί για να τους προσελκύσει και να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους. Ως άλλος Παύλος γινόταν «τοις πάσι τα πάντα, ίνα πάμντως τινάς σώση» (Α΄ Κορίνθ. θ΄ 22). Και το πετύχαινε. Μετά την εξομολόγηση έβαζε πάντοτε «κάτι» στα χέρια των παιδιών. Αυτά χαρούμενα το διέδιδαν και στα άλλα, οπότε όλα σχεδόν πήγαιναν όχι τόσο για την εξομολόγηση, όσο για το χαρτζιλίκι. Ο Γέροντας βέβαια το γνώριζε αυτό, αλλά με την καλωσύνη του και τις προσευχές του τραβούσε όλο και περισσότερα παιδιά, που γλυκαίνονταν στην εξομολόγηση ώστε να γίνει απαραίτητο συστατικό, όπως έπρεπε άλλωστε, της πνευματικής τους προόδου. Συνδύαζε ο Γέροντας «το τερπνόν μετά του ωφελίμου».

Αφιλάργυρος προικοδότης

Ο Γέρων Βησσαρίων δεν βαστούσε χρήματα πάνω του. Πολλές φορές ούτε για τα εισιτήριά του. Η θεραπεία των αναγκών των άλλων ήταν το πρωταρχικό του μέλημα.

Μιά ημέρα ένας ευσεβής χριστιανός, που γνώριζε τις αρετές του γέροντος, του έβαλε στην τσέπη ένα φακελλάκι με κάποια χρήματα. Ήταν σίγουρος ότι θα πάνε σε καλό σκοπό, και ο Γέρων γνώριζε που και πως να τα διαθέσει.

Μετά από λίγο μιά πτωχή γυναίκα τον πλησίασε και ζήτησε να τη βοηθήσει. Ο Γέρων αμέσως κατάλαβε τις ανάγκες της και ως ευσυμπάθητος που ήταν έβαλε το χέρι στην τσέπη και χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενο του φακέλλου το έσυρε και της το έδωσε. Εκείνη ευχαρίστησε και έφυγε.

Μετά από ένα περίπου χρόνο τον επισκέφθηκε η ίδια γυναίκα, όχι πάλι για να ζητήσει βοήθεια, αλλά για να τον ευχαριστήσει.

— Σ’ ευχαριστώ, Γέροντα, για την αγάπη σου. Με τα χρήματα που μου έδωσες τις προάλλες μπόρεσα και όχι μόνο βγήκα από τη δύσκολη οικονομική θέση που βρισκόμουν, αλλά πάντρεψα και το παιδί μου. Ο αφιλάργυρος γέροντας είχε δώσει, χωρίς να το ελέγξει πολύ μεγάλο χρηματικό ποσόν. Όσο χρειαζόταν για να λύσει τα προβλήματα της πτωχής γυναίκας.

Το πεινασμένο παιδάκι της κατοχής

Ήταν προπαραμονές Χριστουγέννων του έτους 1988. Στο Αρχονταρίκι της Μονής Αγάθωνος με κρεμαστό τζάκι ο Γέροντας Βησσαρίων διάβαζε κάποιο Χριστιανικό έντυπο. Ήταν απορροφημένος και φαινόταν συγκινημένος. Σε μιά στιγμή ο σημερινός Ηγούμενος, πατήρ Δαμασκηνός, ο οποίος καθόταν κοντά του και έγραφε Χριστουγεννιάτικες κάρτες αντιλήφθηκε το Γέροντα να κλαίει και να προσπαθεί να σφογγίσει τα δάκρυά του. Γιατί κλαις, παπούλλη, τον ρώτησε;

— Δεν έχω τίποτα, παιδί μου, απάντησε, μην ανησυχείς!

Μα κλαις, παπούλλη! Πες μου γιατί κλαις; Σου συμβαίνει τίποτα;

— Όχι, παιδί μου! Να, κάτι θυμήθηκα. Ποτέ να μην ξανάρθουν στον τόπο μας εκείνα τα μαύρα χρόνια της κατοχής, της εξαθλιώσεως, της πείνας. Θυμάμαι κάτι που μου συνέβηκε κατά τη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων του 1941, σε ένα ορεινό χωριό της Καρδίτσας, όπου τότε εφημέρευα. Όταν βγήκα στην Ωραία Πύλη με το Άγιο Δισκοπότηρο στα χέρια και είπα το «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», άρχισαν να έρχονται για τη Θεία Κοινωνία όλοι οι χωριανοί, με προπορευόμενα τα παδιά τους. Μιά νεαρή μάννα έφερε μπροστά μου το σκελετωμένο παιδάκι της. Εκείνο άνοιξε το στοματάκι του και περίμενε το Θείο Μαργαρίτη· περίμενε να μεταλάβει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας. Μου είπε το όνομά του και τι κοινώνησα. Αλλά, αντί να απομακρυνθεί κράτησε σφιχτά, το καϋμένο, με τα αδυνατισμένα χεράκια του το ιερό μάκτρο, το κόκκινο μανδήλι που σκουπίζουμε τα στόματά μας μετά τη Θεία Κοινωνία, και μου φώναξε κλαίοντας:

—Κι’ άλλο, παπούλλη, κι’ άλλο!

Πεινούσε το παιδάκι μου! Λύγισαν τα γόνατά μου και μιά τρεμούλα απλώθησε σε όλο το κορμί μου. Βούρκωσαν τα μάτια μου και για να μη δουν οι πιστοί γύρισα στην Αγία Τράπεζα. Άφησα το Άγιο Ποτήριο και κάθισα σ’ ένα σκαμνάκι. Έκλαψα και είπα με ανθρώπινο πόνο:

— Γιατί άφησες, Θεέ μου, την πατρίδα μας να έλθει σε τέτοια δυστυχία; Λυπήσου, Κύριε, τα παιδιά μας!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας