Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2026

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας, Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας Μνήμη Οσίου Βησσαρίωνος Αγαθωνίτου

 

Μνήμη Οσίου Βησσαρίωνος Αγαθωνίτου

 

Ο Γέροντας Βησσαρίων ο Αγαθωνίτης κοιμήθηκε οσιακά στις 22 Ιανουαρίου του 1991.

Τους αφανείς εργάτες του αμπελώνος του εμφανώς τους δοξάζει ο Κύριος, που με την παγγνωσία Του προγνωρίζει ότι θα γίνουν όμοιοι της εικόνος Του· αυτούς τους καλεί στην υπηρεσία Του και, αφού τους καθιστά δικαίους τους δοξάζει· «Ους εδικαίωσε τούτους και εδόξασε» (Ρωμ. η΄ 30).

Agios Vissarion Agathonitis 04

Τέτοιο αφανή εργάτη στις ημέρες μας, που, αφού ανέβηκε τους αναβαθμούς από το «κατ’ εικόνα» στο «καθ’ ομοίωσιν», τον κατέστησε κληρονόμο της Βασιλείας Του δοξάζοντάς τον ταυτόχρονα με αφθαρσία του σκηνώματός του παρουσίασε ο Κύριος τον Γέροντα Βησσαρίωνα τον Αγαθωνίτη. Μη ξεχνάμε ότι «τα αγενή του κόσμου και τα εξουθενημένα» (Α΄ Κορίνθ. α΄ 28), τους άσημους και περιφρονημένους επιλέγει πάντοτε ο Θεός, για να αποδείξει τιποτένιους και ελάχιστους αυτούς που ο κόσμος θαυμάζει και προβάλλει ως πρότυπα της εφήμερης ζωής τους.

Στις ημέρες μας όπου «επλεόνασεν η αμαρτία» (Ρωμ. ε΄ 20) αλλά περισσεύει η χάρη, ήλθε η ανακομιδή του αφθάρτου σκηνώματος του Γέροντος Βησσαρίωνος να μας προβληματίσει, για την από μέρους μας ατίμωση του ανθρωπίνου σώματος. Ατιμάζεται το ανθρώπινο σώμα με τις χαμαίζηλες επιθυμίες και ορέξεις από όλους μας, που δεν κατανοούμε ότι δεν μας ανήκει· δεν είναι δικό μας· χρήση του κάνουμε, αφού είναι, όπως λέγει ο απόστολος Παύλος «ναός του εν υμίν Αγίου Πνεύματος» (Α΄ Κορίνθ. στ΄ 19)· ατιμάζεται επίσης και με τη βλάσφημη καύση του μετά την απομάκρυνση απ’ αυτό της αθάνατης ψυχής με μοναδικό στόχο την εξαφάνιση των ιχνών της αγιότητος και την αποδυνάμωση τη πίστεως. Η καύση αυτή των νεκρών, που ήδη εφαρμόζεται σε πολλές χριστιανικές, αλλοίμονο, χώρες, μελετάται να εφαρμοσθεί και στην Ορθόδοξη πατρίδα μας. Δουλαγωγούμε το σώμα και το ταλαιπωρούμε με διαρκή άσκηση, όχι για να καταστρέψουμε την υγεία του, αλλά για να περιορίσουμε την επίδρασή του στα πνευματικά και να ανεβούμε την κλίμακα της αρετής με τη ζώωση του πνεύματός μας, αφού είναι γνωστό ότι « η σαρξ επιθυμεί κατά του πνεύματος το δε πνεύμα κατά της σαρκός» (Γαλάτ. ε΄ 17). Μετά όμως το θάνατο, δηλαδή το χωρισμό της άφθαρτης ψυχής από τη φθειρόμενη σάρκα το σώμα το περιποιούμεθα και με τιμές το παραδίδουμε στη γη, από τη οποία πλάσθηκε, για να αναστηθεί στην κοινή εξανάσταση, όπου θα συναχθούν τα γυμνά οστά και θα λάβουν σάρκα και νεύρα για να παρουσιασθούν ενώπιον του δικαιοκρίτου Κυρίου, που με το στόμα του προφήτου Ιεζεκιήλ λέγει: «Ιδού εγώ ανοίγω τα μνήματα υμών και ανάξω υμάς εις την γην του Ισραήλ και γνώσεσθε ότι εγώ είμι Κύριος εν τω ανοίξαί με τους τάφους υμών του αναγαγείν με εκ των τάφων τον λαόν μου και δώσω πνεύμά μου εις υμάς και ζήσεσθε» (Ιεζ. λζ΄ 12-14).

Ο Γέρων Βησσαρίων γεννήθηκε στην ευλογημένη μεσηνιακή γη, στην ειδυλιακή παραλιακή κώμη του Πεταλιδίου το έτος 1908· το κοσμικό του όνομα ήταν Ανδρέας. Έφηβος πήγε στην Καλαμάτα, όπου συνδέθηκε με πνευματικούς ανθρώπους και άναψε μέσα του ο θείος έρωτας και η φλόγα της μοναχικής πολιτείας και της ολοκληρωτικής σ’ Αυτόν αφιερώσεως. Άρχισε έτσι την ουρανοδρόμο πορεία του, που τον έφτασε μέχρι τρίτου ουρανού, όπου ήχος καθαρός εορταζόντων, απαύστως δοξολογούντων τον Κύριο. Έλαβε το μοναχικό σχήμα με το όνομα Βησσαρίων και κατόπιν χειροτονήθηκε διάκονος και ιερέας με το οφφίκιο του αρχιμανδρίτου. Η κατά κόσμο παιδεία του περιορίστηκε στο Σχολαρχείο, η κατά Θεόν όμως τον ανέδειξε πηγή σοφίας αστείρευτη με τη διαρκή μελέτη των θείων Γραφών και την αυστηρή τήρηση των θεϊκών ενταλμάτων. Η σοφία του ανθρώπου από την έμπρακτη εφαρμογή του νόμου του Θεού φαίνεται, όπως μας λέει και ο αδελφόθεος Ιάκωβος: «Τις σοφός και επιστήμων εν υμίν; Δειξάτω εκ της καλής αναστροφής τα έργα υτού εν πραΰτητι σοφίας» ( Ιά. γ΄ 13).

Ο Γέρων Βησσαρίων ήταν γεμάτος από αγάπη Θεού, που εύρισκε πρακτική εφαρμογή στα πρόσωπα των συνανθρώπων του σύμφωνα με τα λόγια του Κυρίου μας «ει εποιήσατε ενί τούτων των αδελφών μου των ελαχίστων εμοί εποιήσατε» (Ματθ. κε΄ 40). Ο ευαγγελιστής της αγάπης, Ιωάννης, για την πρακτική εφαρμονή τη αγάπης συνεχίζει λέγοντας: «Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης εστίν. Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν, ον εώρακε, τον Θεόν ον ουχ εώρακε πως δύναται αγαπάν;» (Α΄ Ιω. δ΄ 20). Η Καρδίτσα στη αρχή και η Φθιώτιδα αργότερα, με κέντρο τη Μονή Αγάθωνος υπήρξαν τα πεδία της δράσεως του Γέροντος Βησσαρίωνος. Αυτές θα γευθούν τους πνευματικούς εύχυμους καρπούς, τις αγαθοεργίες και το εκχύλισμα της καρδιάς του. Ακένωτη πηγή προσφοράς ο Γέροντας κένωνε τον ίδιο τον εαυτό του στην υπηρεσία του πλησίον μιμούμενος τον Κύριό μας, ο οποίος «εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος» (Φιλιπ. β΄ 7). Τους καρπούς των έργων του γεύθηκαν οι πάντες. Διακονία στο μοναστήρι, διακονία και στον κόσμο. Προσφορά στην αδελφότητα, προσφορά και στην κοινωνία. Αλάνθαστη ποδηγεσία των εξομολογουμένων μοναχών και λαϊκών. Αρωγή στους κινδυνεύοντες, χορτασμός των πεινώντων, πλουτισμός των πενήτων, οδηγός των πλανωμένων. Σώζει ο γέροντας τους νέους της Λάρισας από τα χέρια των Γερμανών. Επισκέπτεται και ενισχύει κάθε εβδομάδα τους ασθενείς στο νοσοκομείο της Λαμίας. Εξομολογεί και ελκύει με τη σαγήνη της αγάπης του τους μαθητές του εκκλησιαστικού λυκείου Λαμίας. Συγκρατεί τα παιδιά των χωρικών από ολισθήματα. Ειρηνεύει τα ανδρόγυνα. Μοιράζει από τα έσοδα του μοναστηριού στους πτωχούς, των οποίων γνώριζε τις ανάγκες. Προίκιζε άπορα κορίτσια. Συνέτρεχε στις ανάγκες όλων των κατοίκων της περιοχής, που έβλεπαν στο πρόσωπο του Γέροντος Βησσαρίωνος τον αφανή εργάτη της αγάπης, τον ίδιο τον Κύριο, που έπαιρνε τη μορφή του ταπεινού Αγαθωνίτη μοναστή. Η ασθενική και αδύναμη φωνή του, μετά από περιστατικό με τους Γερμανούς, δεν πρόδιδε τη δυναμική αγάπη της καρδιάς του. Αγαπούσε ολοκάρδια το Θεό και είναι σίγουρο ότι και Εκείνος τον αγαπούσε ως «ιλαρό δότη» (Β΄ Κορίνθ. θ΄ 7), αφού συχνά τον άκουγες να εξωτερικεύει την αγωνία του και να λέει στους συμμοναστές του: «Οι άνθρωποι έξω είναι φτωχοί· έξω πεινάνε· πρέπει να τους βοηθήσουμε». Δίκαια, λοιπόν, τον ονόμαζαν «ο άγιος των πτωχών».

Δεν σταματούσε η προσφορά του Γέροντος στο κοινωνικό έργο. Στο μοναστήρι καθόταν σαν λαμπάδα αναμμένη μπροστά στην εκκλησία. Υποδεχόταν τους προσκυνητές με το ευπροσήγορο χαμόγελό του και τους ανέπαυε με τα λόγια του. Τους περισσότερους τους γνώριζε με τα ονόματά τους, όπως ο καλός ο ποιμήν ο οποίος γνώριζει τα πρόβατά του και γνωρίζεται απ’ αυτά (Ιω. ι΄ 14). Και όχι μόνο τους γνώριζε, αλλά γνώριζε και τα προβλήματά τους, για τα οποία με ενδιαφέρον ρωτούσε και συνέτρεχε κατά τη δύναμή του υλικά και απεριόριστα με την ολόθερμη προσευχή του. Το κέρασμα του καφέ περιείχε και το βάλσαμο της πνευματικής επικοινωνίας γνωρίζοντας ότι «ουκ επ’ άρτω μόνον ζήσεται άνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4)· γι’ αυτό και πολλές φορές μόνος του τον έψηνε και τον προσέφερε μαζί με το δροσερό άντλημα της καρδιάς του.

Ήλθε όμως το πλήρωμα του χρόνου που ο αφιλάργυρος άνθρωπος, ο παραθεωρητής των ματαίων του κόσμου, ο ασκητής που τα θεωρούσε όλα σκύβαλα «ίνα Χριστόν κερδήση» (Φιλιπ. γ΄ 8) θα πλήρωνε το γραμμάτιο της ζωής. Τη στιγμή αυτή ο Γέρων Βησσαρίων τη περίμενε με λαχτάρα, αφού και γι’ αυτόν ίσχυε το Παύλειο: «Εμοί το ζην Χριστός και το αποθανείν κέρδος» (Φιλιπ. α΄ 21). Μετά από σύντομη ασθένεια που εξελίχθηκε σε πνευμονικό οίδημα ο Γέρων άφησε το φθαρτό τούτο κόσμο, για να περάσει στον κόσμο της αφθαρσίας, στην ατελεύτητη μακαριότητα. Κοιμήθηκε ειρηνικά στο νοσοκομείο Σωτηρία της Αθήνας, στις 22 Ιανουαρίου του 1991.

Η είδηση του θανάτου του Γέροντος συγκλόνισε όχι μόνο τα πνευματικά του παιδιά, αλλά όλη τη Φθιώτιδα. Το μοναστήρι ντυμένο στα λευκά, από το πολύ χιόνι των ημερών εκείνων, υποδέχθηκε το σκήνωμα του κατάλευκου στην ψυχή πατρός Βησσαρίωνος, που ήδη βρισκόταν στα χέρια του Θεού. Τρεις ημέρες σε λαϊκό προσκύνημα δεν ήταν αρκετές για να περάσει όλος ο κόσμος που είχε ευεργετηθεί από τον μακαριστό πατέρα. Και μάλιστα με ιδιαίρετα αντίξοες συνθήκες, από την κακοκαιρία του χειμώνα. Την τρίτη ημέρα, αφού το νεκροταφείο της Μονής ήταν δυσπροσπέλαστο, αποφάσισαν οι πατέρες να θάψουν το ευλογημένο σκήνωμα στα βαπτιστήρια, σε δωμάτιο, όπου ο γέροντας συνήθιζε να εξομολογεί το πλήθος των πνευματικών του παιδιών. Εκεί απ’ όπου μετά από δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια θα έβγαινε το σκήνωμα όπως ακριβώς κατατέθηκε, χωρίς το παραμικρό ίχνος αλλοιώσεως, για να δεικνύει πάντοτε την ευαρέσκεια του Θεού στην οσιακή αφανή βιοτή του, και να μας επιβεβαιώνει το ψαλμικό «Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού» (Ψαλμ. 67, 35).

Η δύναμη της προσευχής του σώζει Λαρισαίους από το Γερμανικό απόσπασμα.

Στην Γερμανική κατοχή μιά ομάδα πατριωτών Λαρισαίων βρέθηκε στο απόσπασμα. Μάταια ο Μητροπολίτης Λαρίσης παρακαλούσε για την διάσωσή του. Ο στυγνός Γερμανός διοικητής ήταν ανένοτος. Μάλιστα όρισε και την ημερα της εκτελέσεως.

Ο Γέρων Βησσαρίων βρισκόμενος στην Λάρισα όλη την νύκτα δεν μπορούσε να ησυχάσει. Δεν χωρούσε στο μυαλό του η ιδέα της εκτελέσεως των αθώων Λαρισαίων. Την παραμονή της εκτελέσεως πήγε στο Ναό του πολιούχου της πόλεως, του Αγίου Αχιλείου και έπεσε στο γόνατα. Ικετευτικά παρακαλούσε τον Άγιο να διασώσει τα παιδιά του. Τα δάκρυα του μούσκεψαν το χώρο μπροστά από το ιερό προσκυνητάρι. Μιλούσε στον άγιο με θέρμη και η προσευχή του ανέβηκε κατ’ ευθείαν στο θρόνο της μεγαλωσύνης του εύσπλαγχνου Κυρίου μας μέσα από την μεσιτεία του θαυματουργού της Λαρίσης ιεράρχου. Και η απάντηση από τον ουρανό δεν άργησε να δοθεί.

Πρωΐ Πρωΐ την επόμενη ημέρα πηγαίνει στον άκαμπτο Γερμανό διοικητή και του αναγγέλει το αίτημά του. Με έκπληξη βλέπει αυτόν να μαλακώνει, να κάμπτεται, να υποχωρεί. Για χάρη σου του λέει τους ελευθερώνω. Πάρε τους και φύγε!

Η προσευχή του είχε μεταβιβαστεί κατάλληλα και το αποτέλεσμά της υπήρξε άμεσο.

Ο φόβος του διαμελισμού του σκήνους μεταποιήθηκε σε χαρά

Agios Vissarion Agathonitis 01Ο ιατροδικαστής κύριος Γιαμαρέλλος για να πιστοποιήσει το θαύμα της αφθαρσίας του σκηνώματος του Γέροντος Βησσαρίωνος ενώπιον του ηγουμένου της Μονής π. Δαμασκηνού και των λοιπών της μονής πατέρων κουνούσε τα χέρια και τα πόδια του Γέροντος με μεγάλη δύναμη, όπως οι ορθοπεδικοί γιατροί τα μέλη των ασθενών τους, για διαπίστωση τυχόν αυτών δυσκαμψίας. Ο π. Δαμασκηνός φοβούμενος διαμελισμό του σκήνους από τις απότομες αυτές κινήσεις παρακάλεσε τον ιατροδικαστή να είναι πιό προσεκτικός. Εκείνος με επιστημονική κατάφαση απάντησε ότι δεν μπορούσε να υπογράψει το ορώμενο θαύμα αν δεν ήταν απόλυτα πεπεισμένος γι’ αυτό. Στο τέλος έκανε το σταυρό του και είπε. Σ’ ευχαριστώ, Θεέ μου, που με αξίωσες στη δύση της σταδιοδρομίας μου να δω τα θαυμάσιά Σου! Ο θαυμασμός του για το υπερφυσικό θέαμα ενισχυόταν επίσης από το ότι το σκήνος του οσίου βάσταζε το ιερό ευαγγέλιο, που του έβαλαν μετά την απομάκρυνση του μεγάλου κατά την ταφή, πολύ σφιχτά, παρ’ όλο που το χέρι μετά από τόσες ημέρες (τρεις ημέρες βρισκόταν σε λαϊκό προσκύνημα με το μεγάλο Ευαγγελίο) θα έπρεπε να εφαπτόταν μόνο του ιερού ευαγγελίου. Επίσης ότι το σκήνος δεν είχε περάσει την κατάσταση του τυμπανισμού, όπως όλα, αλλά πέρασε απ’ ευθείας στην κατάσταση της αφυδατώσεως.

Το τερπνόν μετά του οφελίμου

Ο Γέρων Βησσαρίων πήγαινε τακτικά στο εκκλησιαστικό λύκειο Λαμίας και εξομολογούσε τους μαθητές. Η εξομολόγηση ήταν μέσα στα ποιμαντικά του καθήκοντα και η αγωνία του για τη σωτηρία των ψυχών, ιδιαίτερα των νέων τον συχείχε. Οι μαθητές ήσαν πολλές φορές αδιάφοροι για την εξομολόγηση. Έπρεπε κάτι να μηχανευθεί για να τους προσελκύσει και να κεντρίσει το ενδιαφέρον τους. Ως άλλος Παύλος γινόταν «τοις πάσι τα πάντα, ίνα πάμντως τινάς σώση» (Α΄ Κορίνθ. θ΄ 22). Και το πετύχαινε. Μετά την εξομολόγηση έβαζε πάντοτε «κάτι» στα χέρια των παιδιών. Αυτά χαρούμενα το διέδιδαν και στα άλλα, οπότε όλα σχεδόν πήγαιναν όχι τόσο για την εξομολόγηση, όσο για το χαρτζιλίκι. Ο Γέροντας βέβαια το γνώριζε αυτό, αλλά με την καλωσύνη του και τις προσευχές του τραβούσε όλο και περισσότερα παιδιά, που γλυκαίνονταν στην εξομολόγηση ώστε να γίνει απαραίτητο συστατικό, όπως έπρεπε άλλωστε, της πνευματικής τους προόδου. Συνδύαζε ο Γέροντας «το τερπνόν μετά του ωφελίμου».

Αφιλάργυρος προικοδότης

Ο Γέρων Βησσαρίων δεν βαστούσε χρήματα πάνω του. Πολλές φορές ούτε για τα εισιτήριά του. Η θεραπεία των αναγκών των άλλων ήταν το πρωταρχικό του μέλημα.

Μιά ημέρα ένας ευσεβής χριστιανός, που γνώριζε τις αρετές του γέροντος, του έβαλε στην τσέπη ένα φακελλάκι με κάποια χρήματα. Ήταν σίγουρος ότι θα πάνε σε καλό σκοπό, και ο Γέρων γνώριζε που και πως να τα διαθέσει.

Μετά από λίγο μιά πτωχή γυναίκα τον πλησίασε και ζήτησε να τη βοηθήσει. Ο Γέρων αμέσως κατάλαβε τις ανάγκες της και ως ευσυμπάθητος που ήταν έβαλε το χέρι στην τσέπη και χωρίς να ελέγξει το περιεχόμενο του φακέλλου το έσυρε και της το έδωσε. Εκείνη ευχαρίστησε και έφυγε.

Μετά από ένα περίπου χρόνο τον επισκέφθηκε η ίδια γυναίκα, όχι πάλι για να ζητήσει βοήθεια, αλλά για να τον ευχαριστήσει.

— Σ’ ευχαριστώ, Γέροντα, για την αγάπη σου. Με τα χρήματα που μου έδωσες τις προάλλες μπόρεσα και όχι μόνο βγήκα από τη δύσκολη οικονομική θέση που βρισκόμουν, αλλά πάντρεψα και το παιδί μου. Ο αφιλάργυρος γέροντας είχε δώσει, χωρίς να το ελέγξει πολύ μεγάλο χρηματικό ποσόν. Όσο χρειαζόταν για να λύσει τα προβλήματα της πτωχής γυναίκας.

Το πεινασμένο παιδάκι της κατοχής

Ήταν προπαραμονές Χριστουγέννων του έτους 1988. Στο Αρχονταρίκι της Μονής Αγάθωνος με κρεμαστό τζάκι ο Γέροντας Βησσαρίων διάβαζε κάποιο Χριστιανικό έντυπο. Ήταν απορροφημένος και φαινόταν συγκινημένος. Σε μιά στιγμή ο σημερινός Ηγούμενος, πατήρ Δαμασκηνός, ο οποίος καθόταν κοντά του και έγραφε Χριστουγεννιάτικες κάρτες αντιλήφθηκε το Γέροντα να κλαίει και να προσπαθεί να σφογγίσει τα δάκρυά του. Γιατί κλαις, παπούλλη, τον ρώτησε;

— Δεν έχω τίποτα, παιδί μου, απάντησε, μην ανησυχείς!

Μα κλαις, παπούλλη! Πες μου γιατί κλαις; Σου συμβαίνει τίποτα;

— Όχι, παιδί μου! Να, κάτι θυμήθηκα. Ποτέ να μην ξανάρθουν στον τόπο μας εκείνα τα μαύρα χρόνια της κατοχής, της εξαθλιώσεως, της πείνας. Θυμάμαι κάτι που μου συνέβηκε κατά τη Θεία Λειτουργία των Χριστουγέννων του 1941, σε ένα ορεινό χωριό της Καρδίτσας, όπου τότε εφημέρευα. Όταν βγήκα στην Ωραία Πύλη με το Άγιο Δισκοπότηρο στα χέρια και είπα το «Μετά φόβου Θεού, πίστεως και αγάπης προσέλθετε», άρχισαν να έρχονται για τη Θεία Κοινωνία όλοι οι χωριανοί, με προπορευόμενα τα παδιά τους. Μιά νεαρή μάννα έφερε μπροστά μου το σκελετωμένο παιδάκι της. Εκείνο άνοιξε το στοματάκι του και περίμενε το Θείο Μαργαρίτη· περίμενε να μεταλάβει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού μας. Μου είπε το όνομά του και τι κοινώνησα. Αλλά, αντί να απομακρυνθεί κράτησε σφιχτά, το καϋμένο, με τα αδυνατισμένα χεράκια του το ιερό μάκτρο, το κόκκινο μανδήλι που σκουπίζουμε τα στόματά μας μετά τη Θεία Κοινωνία, και μου φώναξε κλαίοντας:

—Κι’ άλλο, παπούλλη, κι’ άλλο!

Πεινούσε το παιδάκι μου! Λύγισαν τα γόνατά μου και μιά τρεμούλα απλώθησε σε όλο το κορμί μου. Βούρκωσαν τα μάτια μου και για να μη δουν οι πιστοί γύρισα στην Αγία Τράπεζα. Άφησα το Άγιο Ποτήριο και κάθισα σ’ ένα σκαμνάκι. Έκλαψα και είπα με ανθρώπινο πόνο:

— Γιατί άφησες, Θεέ μου, την πατρίδα μας να έλθει σε τέτοια δυστυχία; Λυπήσου, Κύριε, τα παιδιά μας!

Δρ Χαραλάμπης Μ. Μπούσιας
Μέγας Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας

Πέμπτη 13 Νοεμβρίου 2025

Ο Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος ως Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως



 14.11.2021

2. Άνοδος του Χρυσοστόμου στον πατριαρχικόν θρόνον της Κωνσταντινουπόλεως

Συγκεκριμένα, ο Έπαρχος (Διοικητής) της πόλεως Αστέριος παραπλανών τον Χρυσόστομο, τον παρακάλεσε να επισκεφθούν τους τάφους των μαρτύρων έξω από την πόλη και εκεί τον περίμεναν στρατιώτες, οι οποίοι παρά τη θέλησή του τον επιβίβασαν στην άμαξα και τον φυγάδευσαν οδηγώντας τον στην πρωτεύουσα παρά την αντίδρασή του (398). Χειροτονείται από τον Αρχιεπίσκοπο Αλεξανδρείας Θεόφιλο –που βρισκόταν τις ημέρες εκείνες στην πρωτεύουσα– και αναγορεύεται Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως «ψηφίσματι κοινώ κλήρου τε και λαού».

Ο Χρυσόστομος παρ´ ότι δεν ήταν ακόμη ψυχικά προετοιμασμένος για ένα τέτοιο υπούργημα, όμως θεώρησε ότι η απροσδόκητη αυτή εξέλιξη των γεγονότων ήταν κατά θεία βούληση γι´ αυτό και αφοσιώθηκε στα νέα του ποιμαντικά καθήκοντα με αποστολικό ζήλο και υποτάχθηκε υπακούοντας στην απαίτηση των αρχόντων και στη φωνή του λαού, που τη θεώρησε θέλημα του Θεού.

Η θέση του ως Πατριάρχη διαφέρει βασικά από εκείνην του πρεσβυτέρου· τώρα αισθάνεται ότι έχει εξουσία αλλά και αποστολή να αγωνισθεί με όλες τις δυνάμεις του και τα μέσα που του δίδει το αξίωμά του τόσο για την κάθαρση των εκκλησιαστικών πραγμάτων όσο και για την αναμόρφωση της κοινωνίας.

Η προσωπική του ζωή όμως δεν άλλαξε· ζούσε ζωή απλή και λιτή με συνεχή προσευχή και μελέτη των Αγίων Γραφών· ζούσε και στη νέα του θέση και πάλι μόνος. Και επειδή ακολουθούσε αυστηρή δίαιτα και απέφευγε τις κοινωνικές σχέσεις, δεν δεχόταν επισκέψεις και ούτε προσκλήσεις σε γεύματα, δόθηκε η εντύπωση ότι ήταν ακοινώνητο άτομο. Η εξωτερική εμφάνισή του δεν ήταν επιβλητική· ήταν βραχύσωμος, λεπτός και αδύνατος, ρυτιδωμένος, σκυθρωπός και μελαγχολικός.

Στην πλούσια και άνετη ζωή του προκατόχου του επέβαλε αυστηρές οικονομίες στις δαπάνες για να εξοικονομηθούν χρήματα προκειμένου να διατεθούν για Νοσοκομεία και άλλους κοινωφελείς σκοπούς. Έτσι άρχισε να πωλεί πολυτελή έπιπλα και άλλα αντικείμενα, που δεν εχρειάζοντο για τον ίδιο.

Η αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων έδειξε τα ιδιαίτερα χαρίσματα του Χρυσοστόμου και φανέρωσε την αγωνιστικότητα και δύναμη της ψυχής του. Δεν δίστασε να έλθει αντιμέτωπος με τα πελώρια και δυσεπίλυτα κοινωνικά προβλήματα. Από τη μια η μεγάλη φτώχεια, η δυστυχία και η εξαθλίωση των πολλών και από την άλλη η πολυτέλεια, η χλιδή και η σπατάλη των ολίγων βάθυναν ανάμεσα στους ανθρώπους την αδικία και μεγάλωναν την κοινωνική ανισότητα.

Ο Χρυσόστομος θεώρησε χρέος του αλλά και ιερό καθήκον να αγωνισθεί κατ´ αρχήν για την εξυγίανση των εκκλησιαστικών πραγμάτων που βρίσκονταν σε μεγάλη κατάπτωση και διαφθορά.

Έτσι με βαθειά πίστη και μεγάλη συναίσθηση της πνευματικής ευθύνης της θέσεώς του, με σύνεση και αγάπη προς τον κλήρο και την αποστολή του στην κοινωνία, αποφάσισε να λάβει μέτρα εναντίον: α) των «βαλαντιοσκόπων», εναντίον δηλαδή των κληρικών εκείνων που πλούτιζαν από την ιερωσύνη, β) εναντίον των «κολάκων και παρασίτων», εκείνων δηλαδή που έκαναν αναξιοπρεπή ζωή, ζώντας κοσμική ζωή, γ) εναντίον των «κοιλιοδούλων», που ζούσαν αργή ζωή και δ) εναντίον εκείνων που ζούσαν με «συνεισάκτους». Ακόμη έλαβε μέτρα για την ηθική κάθαρση των ταγμάτων των χηρών και των διακονισσών.

Ζητούσε την καθαρότητα του βίου και ήταν αμείλικτος για τους αναξίους ιερείς, διακόνους και μοναχούς· και τους αδιορθώτους απέβαλε παντελώς από τις τάξεις του κλήρου.

Δεν δίστασε, στη γενικότερη πολιτική της ηθικής καθάρσεως, να απολύσει 13 επισκόπους ως σιμωνιακούς και αναξίους και στη θέση τους να τοποθετήσει ικανούς και ευσεβείς. «Εάν ο κλήρος, το άλας της γης, παρουσίαζε έκλυτο βίο, πως θα ζητούσε από το ποίμνιο να ζει άγιον και κατά Χριστόν βίον», έλεγε.

Με τα μέτρα που έλαβε εξύψωσε το κύρος του κλήρου και αποκατέστησε το γόητρο της Εκκλησίας μέσα στην κοινωνία.

Όπως ο ίδιος έλεγε, δεν αποστρεφόταν τους ελεγχομένους, αλλά μισούσε τις κακές πράξεις· «ταύτα λέγομεν ουχ ίνα πλήξωμεν, αλλ´ ίνα διορθωσώμεθα, ου τους ανθρώπους μισούντες, αλλά την πονηρίαν αποστρεφόμενοι».

Ο έλεγχος στους παρεκτρεπομένους γινόταν χωρίς οργή και αλαζονεία, αλλά με αγάπη και ενδιαφέρον για την πνευματική κάθαρση. Στις ενέργειές του διαπνεόταν από βαθειά συναίσθηση της πνευματικής ευθύνης απέναντι του ποιμνίου.

Γι´ αυτό και δεν δίστασε να επιδείξει την ίδια αυστηρότητα και για το φαύλο και διεφθαρμένο βίο των αρχόντων, των πλουσίων και των ισχυρών, χωρίς να δέχεται κανέναν συμβιβασμό, η να υπηρετεί κάποια πολιτικότητα και σκοπιμότητα. Με παρρησία και θάρρος αλλά και λεπτότητα αντιμετώπισε και τους πολιτικούς άνδρες της ανωτάτης κρατικής βαθμίδος, της εξουσίας γενικότερα, ακόμη και το ίδιο το παλάτι.

Το καθήκον του ως ποιμενάρχου τον ωθούσε στην επιτέλεση του έργου της αναμορφώσεως της κοινωνίας, ελέγχοντας, άλλοτε με αυστηρότητα και άλλοτε με αγάπη. Έτσι δεν άργησε να συγκρουσθεί και με την ίδια την αυτοκράτειρα Ευδοξία για τις αδικίες που διέπραττε, τη φιλοχρηματία και τις σπατάλες που έκανε. Στηλίτευσε τη μεγάλη πολυτέλεια, τις ασυλλόγιστες δαπάνες και τις διασκεδάσεις της Αυλής, αλλά και του ευρύτερου χώρου της ανωτέρας κοινωνίας, όπου έβλεπε την επιδειξιομανία «την κονίασιν των παρειών και τα ημιαγμένα χείλη (βαμμένα), τας μυραλοιφάς (αρώματα), το χρυσοφορείν και μαργαριτοφορείν, την περίεργον αμφίεσιν και υπόδεσιν…» και όλες εκείνες τις ποικίλες επινοήσεις της ανθρωπίνης ματαιοδοξίας.

Την ίδια παρρησία και τόλμη έδειξε και για τον πανίσχυρο αυλικό, και πρωθυπουργό Ευτρόπιο, στον οποίο έκανε αυστηρές παρατηρήσεις για τη φαυλότητα και την απληστία του, να πωλεί δημόσιες θέσεις, να δημεύει περιουσίες και επιπλέον να θέλει την κατάργηση του δικαιώματος του ασύλου των Ιερών Ναών. Και όμως, όταν εξέπεσε του αξιώματός του και ζήτησε ταπεινωμένος άσυλο στην Εκκλησία, ο Χρυσόστομος τον προστάτευσε με σθένος και τότε εξεφώνησε τους περίφημους λόγους του «Εις Ευτρόπιον».

Ο λαός επεδοκίμαζε τις ενέργειες αυτές του Χρυσοστόμου, του Ποιμενάρχου του, τον οποίον κυριολεκτικά ελάτρευε. Γιατί έβλεπε ότι τα μέτρα που είχε λάβει είχαν ως αποτέλεσμα να αρχίσει σιγά σιγά να επιβάλλεται μια πειθαρχία σε πολλούς κοινωνικούς τομείς και να περιορίζονται οι κοινωνικές αδικίες που διαπράττονταν προηγουμένως.

Όμως, όπως είναι γνωστόν, όπου υπάρχει δράση, υπάρχει και αντίδραση. Έτσι το ασυμβίβαστο του χαρακτήρος του Χρυσοστόμου και το ανυποχώρητο ενώπιον των οργανωμένων συμφερόντων, αλλά και το γεγονός ότι δεν θέλησε και δεν επεδίωξε την φιλία ή την εύνοια κανενός κοσμικού άρχοντα, όλα αυτά, είχαν ως αποτέλεσμα –όπως αναμενόταν άλλωστε– να προκληθεί εντονότατη και ισχυρή αντίδραση των θιγομένων από τους λόγους και τα έργα του Χρυσοστόμου. Στην πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας ο Χρυσόστομος δεν ηδυνήθη να χρησιμοποιήσει και να αξιοποιήσει όλες τις ικανότητές του και τα μοναδικά προσόντα του, γιατί δεν έδειχνε ελαστικότητα και προσαρμοστικότητα προς τους πολιτικούς άρχοντες. Και όπως λέγει ο Παλλάδιος «προκαταλαμβάνει φθόνος τας διανοίας των μισθωτών ποιμένων» και μια πρωτοφανής και κακοήθης πολεμική εξυφαίνεται εναντίον του Χρυσοστόμου, με πρωταγωνιστή τον «λιθομανή και χρυσολάτρη» Θεόφιλο Αλεξανδρείας.

Οι αντίπαλοί του, των οποίων έλεγχε τη φαυλότητα και καυτηρίαζε τις κακίες, όπως ήταν η φιλάργυρη, ματαιόδοξη και δεισιδαίμων αυτοκράτειρα Ευδοξία με τις κυρίες της αυλής, τη Μάρσα, Καστρικία και Ευγραφία, ο Ευτρόπιος, ο σπουδαιότερος και πανίσχυρος πολιτικός άρχων και πολλοί άλλοι άρχοντες και πλούσιοι που συνασπίσθηκαν και δημιούργησαν μία ισχυρότατη αντίδραση.

Σ´ αυτούς πρέπει να προστεθούν και οι διωχθέντες κληρικοί και επίσκοποι, των οποίων ο διεφθαρμένος βίος προκάλεσε τον έλεγχόν του και για τους οποίους έλεγε ότι «ουδένα δέδοικα ως των επισκόπων, πλην ολίγων».

Όλοι αυτοί μαζί συνεργάσθηκαν και συνωμότησαν για να εξοντώσουν τον Χρυσόστομον. Η αρχική εκτίμηση προς αυτόν και η κοινή αποδοχή μετεβλήθηκαν σε φοβερό μίσος εναντίον του και έτσι άρχισε «η περί τον θεσπέσιον Ιωάννην τραγωδία», όπως εύστοχα χαρακτηρίζει τις δοκιμασίες του Χρυσοστόμου, ο Ισίδωρος ο Πηλουσιώτης.

Οι δυσαρεστημένοι επίσκοποι (Ακάκιος Βεροίας, Αντίοχος Πτολεμαΐδος, Σεβηριανός Γαβάλων και άλλοι) και μη, προσπάθησαν να υπονομεύσουν την ακεραιότητα του ήθους και τη φήμη του Χρυσοστόμου, διαδίδοντας σε βάρος του διάφορες φανταστικές επινοήσεις, όπως ότι ζούσε μόνος για να τρώει πολύ! Ότι δεν φιλοξενούσε και δεν συνέτρωγε με άλλους για να έχει της δικής του επιλογής πρόσωπα μαζί του και το χειρότερο ότι δήθεν δεχόταν κατ´ ιδίαν γυναίκες! Μη αναγνωρίζοντες ότι αυτός ζούσε ασκητική και εγκρατή ζωή από τα πρώτα χρόνια της ζωής του και ότι είχε νεκρώσει κάθε σαρκική επιθυμία. Ακόμη ότι δεν έκανε το σημείο του σταυρού και δεν προσευχόταν, αυτός που όλη η ζωή του ήταν μια συνεχής προσευχή.

Τέτοιες αστείες και παιδαριώδεις συκοφαντίες εξύφανε η παρασυναγωγή επισκόπων με επικεφαλής τον Θεόφιλο Αλεξανδρείας και στην Ψευδοσύνοδο παρά την Δρυν και το 403 κατεδίκασαν ερήμην τον Χρυσόστομο.

Ο Θεόφιλος ήταν δυσαρεστημένος με τον Χρυσόστομο γιατί στη θέση του ήθελε να εκλέξει τον ευνοούμενό του Ισίδωρο και ακόμη γιατί ο Χρυσόστομος δέχθηκε τους Μακρούς Αδελφούς, μοναχούς, τους οποίους αυτός κατεδίωξε για προσωπικούς λόγους.

Και ενώ ευρίσκετο τότε στην Κωνσταντινούπολη ως υπόδικος με την σημειωθείσα εν τω μεταξύ μεταβολή των διαθέσεων απέναντι του Χρυσοστόμου και γενικότερα των εκκλησιαστικών πραγμάτων, χρησιμοποιήθηκε από την Αυλή εναντίον του Χρυσοστόμου. Έτσι συγκροτήθηκε η περίφημη Ψευδοσύνοδος, η αποκλειθείσα αργότερα Ληστρική Σύνοδος παρά την Δρυν (403), η οποία με βάση τις προαναφερθείσες γελοίες και ψευδείς καταγγελίες σχημάτισε το κατηγορητήριο σε βάρος του Χρυσοστόμου. Ο Χρυσόστομος, προαισθανόμενος τα όσα επρόκειτο να συμβούν και βλέποντας να πλησιάζει το τέλος του αγώνος του, δεν έχανε το θάρρος του και μάλιστα συνιστούσε και στους φίλους του να διατηρήσουν την ψυχραιμία τους και την πίστη τους στον Χριστό και στην Εκκλησία.

Πηγή: www.apostoliki-diakonia.gr

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2025

Αγ. Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητού

Η πόλις των Αθηνών μπορεί να καυχιέται για την πληθώρα των αγίων που ανάδειξε στο διάβα των αιώνων. Ιδιαίτερα πρέπει να καυχιέται για τον άγιο Ιερομάρτυρα Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη, ο οποίος συγκαταλέγεται στους μεγάλους Πατέρες και Ιεράρχες της Εκκλησίας μας.

Γεννήθηκε στην Αθήνα περί το 10 π. Χ. και καταγόταν από επιφανή αθηναϊκή οικογένεια, η οποία φρόντισε να τον μορφώσει στις μεγάλες φιλοσοφικές σχολές του κλεινού άστεως, η οποία, όπως και ολόκληρη η Ελλάδα, βρισκόταν την εποχή εκείνη υπόδουλη στους Ρωμαίους, αλά διατηρούσε ακόμη την αίγλη της, έχοντας κάποια προνόμια, με σπουδαιότερο τη λειτουργία του Αρείου Πάγου. Ο Διονύσιος σπούδασε φιλοσοφία και κατέστη επίλεκτο μέλος της αθηναϊκής κοινωνίας. Μάλιστα του δόθηκε η θέση ενός από τους εννέα βουλευτές του Αρείου Πάγου.

Αν και ζούσε σε μια «κατείδωλον» πόλη, όπου η ειδωλολατρία είχε εξαχρειώσει τα ήθη των κατοίκων στην εποχή του, ζούσε με σύνεση και καλλιεργούσε τις έμφυτες αρετές του. Ζούσε σαν Χριστιανός προτού γίνει Χριστιανός. Όλοι τον θαύμαζαν και τον εκτιμούσαν, διότι στην άσκηση των καθηκόντων του απέδιδε δικαιοσύνη.

Περί το 33 μ. Χ. μετέβηκε στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου για ανώτερες μελέτες. Κάποιο ανοιξιάτικο μεσημέρι είδε ξαφνικά τον ήλιο να σβήνει, πυκνό πέπλο σκοταδιού να σκεπάζει όλη τη γη και να συγκλονίζεται από ισχυρό σεισμό. Ο Θεάνθρωπος Λυτρωτής μας έπασχε στην Παλαιστίνη και γι’ αυτό συγκλονιζόταν ολάκερη η δημιουργία. Ο ευσεβής Διονύσιος απόρησε από το υπερφυσικό γεγονός και αναφώνησε: «Ή θεός τις πάσχει, ή το παν απόλλυται»! Μάλιστα σημείωσε τη χρονολογία, την ημέρα και την ώρα που έλαβε χώρα το συγκλονιστικό γεγονός, το οποίο χαράχτηκε βαθιά στην ψυχή του και ζητούσε εξήγηση.

Μετά από την ολοκλήρωση των σπουδών του γύρισε ξανά στην Αθήνα, στη θέση του αρεοπαγίτη, αποδίδοντας δικαιοσύνη. Περί το 49 μ. Χ. ήρθε στην Αθήνα ένας περίεργος φλογερός κήρυκας μιας νέας θρησκείας. Ήταν ο απόστολος Παύλος, ο οποίος κλήθηκε από τους Αθηναίους να αναπτύξει τις «σπερμολογίες» του από το βήμα του Αρείου Πάγου. Εκεί ο μεγάλος απόστολος ανάγγειλε στους Αθηναίους τον «Άγνωστο Θεό» τον Οποίο λάτρευαν, αν και τον αγνοούσαν. Μεταξύ των ακροατών του ήταν και ο αρεοπαγίτης Διονύσιος. Βεβαίως, το άμεσο αποτέλεσμα του υπέροχου εκείνου κηρύγματος, ήταν πενιχρό. Πίστεψαν μόνο ο Διονύσιος, μια γυναίκα η Δάμαρις και μερικοί άλλοι, όπως μας αναφέρει το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων.

Το κήρυγμα του Αποστόλου των Εθνών προξένησε ισχυρή εντύπωση στον ευσεβή Διονύσιο, ο λόγος του Θεού έγινε δεκτός και άρχισε να καρποφορεί στην αγαθή ψυχή του. Κάλεσε λοιπόν τον Παύλο στο σπίτι του όπου ζήτησε να μάθει περισσότερα για την νέα πίστη. Όταν ο Παύλος του διηγήθηκε τα συγκλονιστικά γεγονότα του Θείου Πάθους, θυμήθηκε τα υπερφυσικά γεγονότα που βίωσε στην Αίγυπτο. Βεβαιώθηκε λοιπόν ότι ο Θεός που έπασχε ήταν ο Χριστός, ο μόνος αληθινός Θεός. Αμέσως ζήτησε από τον Παύλο να βαπτισθεί, μαζί με την οικογένειά του. Αυτή η απόφασή του οδήγησε και πολλούς άλλους Αθηναίους να αρνηθούν την ειδωλολατρική θρησκεία και να βαπτιστούν, απαρτίζοντας έτσι την πρώτη εκκλησία των Αθηνών, με πρώτο επίσκοπό της τον άγιο Ιερόθεο, έναν ευσεβέστατο Αθηναίο.

Ο Διονύσιος αφιερώθηκε ψυχή τε και σώματι στην Εκκλησία του Χριστού. Τώρα πλέον οι αρετές που βίωνε δεν ήταν θεωρητικά σχήματα, αλλά ο ευαγγελικός νόμος. Μάλιστα, μετά το θάνατο του αγίου Ιεροθέου οι Αθηναίοι Χριστιανοί απαίτησαν να χειροτονηθεί επίσκοπός τους ο Διονύσιος. Ως επίσκοπος πια της λαμπρής Αθήνας εργάστηκε με ζήλο για την ανάπτυξη της τοπικής εκκλησίας. Μέσα σε λίγα χρόνια μετέστρεψε πλήθος ειδωλολατρών στη νέα πίστη.

Σύμφωνα με την παράδοση πήγε στα Ιεροσόλυμα να γνωρίσει και να προσκυνήσει την Μητέρα του Κυρίου. Κήρυξε κατόπιν σε πολλές χώρες και κατόπιν γύρισε πάλι στην Αθήνα. Κατά την κοίμηση της Θεοτόκου, αρπάγη και αυτός σε νεφέλη, όπως οι άγιοι απόστολοι και παραβρέθηκε στην κηδεία της.

Αφού ποίμανε για πολλά χρόνια τον επισκοπικό θρόνο των Αθηνών, θεώρησε ότι έπρεπε να συνεχίσει το υπόλοιπο της ζωής του ως ιεραπόστολος. Πήγε στη Δύση και εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, έκτισε μια μικρή εκκλησία, όπου την έκαμε κέντρο της ιεραποστολής του. Κήρυττε με θέρμη και ζήλο στους ειδωλολάτρες της περιοχής, όπου πολλοί εγκατέλειπαν τα είδωλα και ασπάζονταν την πίστη στο Χριστό, ιδρύοντας και εδραιώνοντας ισχυρή εκκλησία στην καρδιά της Ευρώπης.

Αλλά τα χρόνια εκείνα βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη οι φοβεροί διωγμοί κατά των Χριστιανών από τους ειδωλολάτρες Ρωμαίους. Χιλιάδες πιστοί συλλαμβάνονταν, βασανίζονταν και θανατώνονταν με τους πλέον φρικτούς και επώδυνους τρόπους. Η δράση του αγίου επισκόπου των Παρισίων έγινε γνωστή στις ρωμαϊκές αρχές, τον κατήγγειλαν οι άθλιοι αδίστακτοι ειδωλολάτρες ιερείς δρυίδες, οι οποίοι συν τοις άλλοις πραγματοποιούσαν χιλιάδες ανθρωποθυσίες κατ’ έτος στους αιμοδιψείς δαιμονικούς «θεούς» τους. Τον κατήγγειλαν στον αυτοκράτορα Δομετιανό (82-96), ότι αρνείται να σεβαστεί τον αυτοκράτορα και να λατρεύσει τους «θεούς» της αυτοκρατορίας, παρακινώντας και τους πολίτες να κάμουν το ίδιο. Συνελήφθη και σύρθηκε δέσμιος στον τοπικό διοικητή, ο οποίος προσπάθησε στην αρχή με κολακείες και στη συνέχεια με φοβέρες να αρνηθεί την πίστη του. Ο Διονύσιος, με πρωτοφανή ηρωισμό και παρρησία στηλίτευσε την ειδωλολατρική του πίστη, η οποία λατρεύει «θεούς» θηριώδεις, κακούργους και ανήθικους.

Μετά τη γενναία απολογία του, αποφασίστηκε η θανατική του καταδίκη. Να αποκεφαλισθεί μαζί με τους ηρωικούς ακολούθους του Ρουστικό και Ελευθέριο. Αλλά αφού έκοψαν την τίμια κεφαλή του έγινε το απροσδόκητο: Ο άγιος ακέφαλος έσκυψε, πήρε στα χέρια του το κεφάλι του και περπάτησε δύο μίλια, γεμίζοντας θαυμασμό τους δημίους του. Συνάντησε μια ευλαβή γυναίκα, ονόματι Κατούλα, στην οποία παρέδωσε την κεφαλή του. Εκείνη φρόντισε για την ταφή του Διονυσίου, καθώς και των άλλων δύο Μαρτύρων, κοντά στο Παρίσι. Η τιμία κάρα του βρίσκεται σήμερα στην Ιερά Μονή Δοχειαρίου του Αγίου Όρους.

Η Μνήμη του αγίου Διονυσίου, μαζί με τους άλλους δύο Μάρτυρες, εορτάζεται στις 3 Οκτωβρίου.

Επ’ ονόματι του αγίου Διονυσίου εμφανίστηκαν τον 5ο μ. Χ. αιώνα περισπούδαστα συγγράμματα ύψιστης θεολογικής αξίας, τα οποία πολλοί τα αποδίδουν σε άλλον συγγραφέα. Πρόκειται για τα περίφημα «Αρεοπαγιτικά Συγγράμματα», τα οποία αποτέλεσαν τη βάση της μυστικής Θεολογίας της Εκκλησίας μας.

https://enromiosini.gr/biografies/24ag-dionysios-areopagitis/

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2025

Λάμπρος Σκόντζος: Ἅγιοι Ζαχαρίας καί Ἐλισάβετ - Οἱ γονεῖς τοῦ Τιμίου Προδρόμου

 

 ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου – Καθηγητοῦ

Ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον ἀξιοσέβαστα ἅγια ζευγάρια τῆς Καινῆς Διαθήκης εἶναι καὶ αὐτὸ τοῦ Ζαχαρία καὶ τῆς Ἐλισάβετ, τῶν γονέων τοῦ Τιμίου Προδρόμου. Σημαντικὲς πληροφορίες γιὰ τὴν ζωή τους καὶ τὴ δράση τους παίρνουμε ἀπὸ τὸ ἱερὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ, ὁ ὁποῖος περιγράφει λεπτομερῶς τὴν γέννηση Ἰωάννου τοῦ Προδρόμου.

Thanks for reading ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ! Subscribe for free to receive new posts and support my work.

Ἦταν ἰουδαϊκῆς καταγωγῆς καὶ ἔζησαν στὰ χρόνια τοῦ Ἡρώδη τοῦ Μεγάλου (37 π. Χ. – 4 π. Χ.). Ὁ Ζαχαρίας καταγόταν ἀπὸ τὸν οἶκο Ἀβιά, ὁ ὄγδοος ἐκ τῶν εἴκοσι τεσσάρων οἴκων ποὺ ἦταν διηρημένοι οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἐλεάζαρ καὶ τοῦ Ἰθάμαρ (Α΄ Παραλ. 24,10). Ἡ δὲ σύζυγός του Ἐλισάβετ καταγόταν ἀπὸ τὴν ἱερατικὴ φυλή τοῦ Ἀαρὼν (Λουκ. 1,5) καὶ ἦταν συγγενής, πιθανὸν ἐξαδέλφη, τῆς Θεοτόκου (Λουκ. 1,36). Ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς ἀναφέρει πὼς «ἦσαν δὲ δίκαιοι ἀμφότεροι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, πορευόμενοι ἐν πάσαις ταῖς ἐντολαῖς καὶ δικαιώμασι τοῦ Κυρίου ἄμεμπτοι» (Λουκ.1,6). Ἀνῆκαν στὴν μικρὴ καὶ ἐκλεκτὴ ἐκείνη μερίδα τῶν εὐσεβῶν καὶ δικαίων Ἰουδαίων, οἱ ὁποῖοι περίμεναν μὲ ἀδημονία τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία. Διήνυσαν τὴ ζωή τους μὲ βαθειὰ πίστη στὸ Θεό, εὐσέβεια, προσευχή, δικαιοσύνη καὶ φιλανθρωπία. Ἔφτασαν δὲ σὲ προχωρημένη ἡλικία χωρὶς νὰ ἀξιωθοῦν νὰ τεκνοποιήσουν,«οὐκ ἦν αὐτοῖς τέκνον, καθότι ἡ ᾿Ἐλισάβετ ἦν στεῖρα, καὶ ἀμφότεροι προβεβηκότες ἐν ταῖς ἡμέραις αὐτῶν ἦσαν» (Λουκ.1,7). Ὅπως εἶναι γνωστό, ἡ ἀτεκνία ἦταν μεγάλο ὄνειδος γιὰ τοὺς Ἰουδαίους καὶ οἱ ἄτεκνοι ἦταν στιγματισμένοι ἀπὸ τὴν ἰουδαϊκὴ κοινωνία, θεωρούμενοι περίπου ὡς καταραμένοι, ἀφοῦ δὲν εἶχαν τὴν ἐλπίδα ὅτι ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τους θὰ γεννιόταν ὁ ἀναμενόμενος Μεσσίας. Ὅμως ποτὲ δὲν γόγγυσαν κατὰ τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἀπογοητεύτηκαν, προσευχόμενοι νὰ τοὺς χαρίσει τέκνο.
 

Ὁ Ζαχαρίας εἶχε τὸ ἀξίωμα τοῦ ἱερέα στὸν Ναὸ τῶν Ἱεροσολύμων, ἀνῆκε στὸ πολυπληθὲς ἱερατεῖο, τὸ ὁποῖο ἱεράτευε μὲ τὴ σειρά του. Κάποτε εἶχε ἔρθῃ καὶ ἡ δική του σειρὰ νὰ ἀσκήσῃ τὸ λειτουργικὸ καθῆκον, νὰ προσφέρῃ τὴ θυσία τοῦ θυμιάματος μέσα στὸ Ναό. Νὰ σημειωθῇ πὼς λόγῳ τῆς ὕπαρξης πληθώρας ἱερέων, ἦταν πολὺ σπάνιο τὸ προνόμιο τοῦ θυμιάματος, ἴσως, λένε οἱ εἰδικοί, νὰ τὸ ἄκουσε μία φορὰ στὴ ζωή του!

Ὅταν ἦρθε ἡ εὐλογημένη μέρα, νὰ κάψῃ θυμίαμα στὸ θυσιαστήριο τοῦ Ναοῦ ἔγινε τὸ μεγάλο θαῦμα. Παρουσιάστηκε μπροστά του ἄγγελος Κυρίου καὶ τοῦ εἶπε: «Μὴ φοβᾶσαι, Ζαχαρία. Ἄκουσε ὁ Θεὸς τὴν προσευχή σου. Ἡ γυναῖκα σου, ἡ Ἐλισάβετ, θὰ γεννήσει γιὸ καὶ θὰ τὸν ὀνομάσεις Ἰωάννη. Ἡ γέννησή του θὰ εἶναι χαρὰ γιὰ σένα ἀλλὰ καὶ γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους. Αὐτὸ τὸ παιδὶ θὰ γίνῃ σπουδαῖος ἄνθρωπος, ἀναγνωρισμένος ἀπὸ τὸν ἴδιο τόν Κύριο. Θὰ ἔρθῃ πρὶν ἀπὸ τὸν Μεσσία καὶ θά ‘χῃ δύναμη προφητική. Θὰ ἑτοιμάσῃ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων, γιὰ νὰ δεχθοῦν τὸν Σωτῆρα»! Ὁ σεβάσμιος καὶ γηραιὸς ἱερέας φοβήθηκε καὶ σάστισε ἀπὸ τὸ ὑπερφυσικὸ γεγονὸς καὶ ρώτησε τὸν Ἄγγελο: «Καὶ πῶς θὰ βεβαιωθῶ γι᾿ αὐτό; Ἐγὼ εἶμαι γέρος κι ἡ γυναῖκα μου σὲ προχωρημένη ἡλικία». Ὁ φόβος τὸν ὁδήγησε σὲ κατάσταση ἀμφιβολίας, γιὰ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄγγελος τοῦ εἶπε: «Εἶμαι ὁ Γαβριὴλ καὶ μ’ ἔστειλε ὁ Θεὸς νὰ σοῦ ἀποκαλύψω τὸ σχέδιό Του. Ἀφοῦ ὅμως θέλεις σημάδι, σοῦ λέω ὅτι θὰ μείνεις βουβὸς μέχρι τὴν ἡμέρα ποὺ θὰ πραγματοποιηθοῦν ὅσα σοῦ εἶπα. Κι αὐτὸ θὰ εἶναι καὶ ἡ τιμωρία σου, ἐπειδὴ δὲν πίστεψες στὰ λόγια μου». Ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριὴλ τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι θὰ μείνῃ βουβὸς μέχρι νὰ γεννηθῇ τὸ παιδί.
 

Ὁ ἱερὸς εὐαγγελιστὴς ἀναφέρει πὼς ὁ Ζαχαρίας σαστισμένος ἀπὸ τὸ συγκλονιστικὸ συμβάν, δὲν ἐξέρχονταν τοῦ Ναοῦ, νὰ εὐλογήσῃ τὰ πλήθη ποὺ τόν περίμεναν καὶ ἀποροῦσαν γιὰ τὴν ἀργοπορία του. Ὅταν ἐξῆλθε, κωφάλαλος ὄντας, δὲν μποροῦσε νὰ τοὺς ἐξηγήσῃ τὸ ὑπερφυσικὸ γεγονός. 

Ὅταν τελείωσαν τὰ ἱερατικά του καθήκοντα, γύρισε στὸ σπίτι τους στὴν ὀρεινὴ Ἰουδαία (Λουκ. 1,39), προσπαθῶντας μὲ νοήματα νὰ ἐξηγήσῃ στὴν Ἐλισάβετ τὸ θαῦμα. Ὅμως, ὑπακούοντας στὸ θεῖο μήνυμα, ἔσμιξε μαζί της καὶ πράγματι ἐκείνη ἔμεινε ἔγκυος. Γιὰ πέντε μῆνες ἔκρυβε τὴν ἐγκυμοσύνη της καὶ δοξολογῶντας τὸ Θεὸ ἔλεγε: «Ὁ Θεὸς εἶδε τὴν στεναχώρια μου καὶ φρόντισε νὰ μὲ ἀπαλλάξῃ ἀπὸ τὴν ντροπὴ μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἀτεκνία μου» (Λουκ. 1,25).

Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἐνῷ διάνυε τὸν ἕκτο μῆνα τῆς ἐγκυμοσύνης της, ἡ Ἐλισάβετ δοκίμασε νέα χαρά, μὲ τὴν ὑποδοχὴ τῆς συγγενοῦς της Παρθένου Μαρίας στὸ εὐλογημένο σπιτικό της. Ὅταν τὴν πλησίασε καὶ τὴν ἀσπάστηκε «ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν τῇ κοιλίᾳ αὐτῆς· καὶ ἐπλήσθη Πνεύματος Ἁγίου ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἀνεφώνησε φωνῇ μεγάλῃ καὶ εἶπεν· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου. καὶ πόθεν μοι τοῦτο ἵνα ἔλθῃ ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου μου πρός με; ἰδοὺ γὰρ ὡς ἐγένετο ἡ φωνὴ τοῦ ἀσπασμοῦ σου εἰς τὰ ὦτά μου, ἐσκίρτησε τὸ βρέφος ἐν ἀγαλλιάσει ἐν τῇ κοιλίᾳ μου. καὶ μακαρία ἡ πιστεύσασα ὅτι ἔσται τελείωσις τοῖς λελαλημένοις αὐτῇ παρὰ Κυρίου» (Λουκ. 1,41-45). Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τὴν ἀξίωσε νὰ γίνῃ προφήτιδα, νὰ διαγνώσῃ ὅτι ἡ Παρθένος Μαρία κυοφοροῦσε τὸ Θεό! Εἶναι ἡ πρώτη, ἀπὸ ἄνθρωπο, ὁμολογία, γιὰ τὴν θεότητα τοῦ Χριστοῦ!

Μετὰ ἀπὸ ἐννέα μῆνες ἦρθε ἡ εὐλογημένη στιγμὴ νὰ γεννήσῃ τὸν Τίμιο Πρόδρομο. Σύμφωνα μὲ τὴν ἰουδαϊκὴ συνήθεια, τὴν ὄγδοη ἡμέρα συγκεντρώθηκαν στὴν οἰκία οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι, γιὰ νὰ δώσουν τὸ ὄνομα στὸ παιδί. Ὅλοι ἤθελαν νὰ τὸ ὀνομάσουν Ζαχαρία. Ἡ μητέρα τοῦ παιδιοῦ, φωτισμένη ἀπ’ τὸν Θεό, εἶπε πὼς ἔπρεπε τὸ ὄνομά του νὰ εἶναι Ἰωάννης. Ὅλοι ἀπόρησαν, ἐπειδὴ τέτοιο ὄνομα δὲν ὑπῆρχε στὴν οἰκογένεια. Ρώτησαν καὶ τὸν πατέρα τοῦ παιδιοῦ, ποὺ μέχρι ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἦταν βουβός. Ἐκεῖνος ζήτησε νὰ τοῦ δώσουν μιὰ πλάκα κι ἔγραψε ἐπάνω: «Ἰωάννης». Ἀμέσως λύθηκε ἡ γλῶσσα τοῦ προφήτη Ζαχαρία κι ἄρχισε πάλι νὰ μιλᾷ καθαρὰ καὶ νὰ ὑμνῇ καὶ νὰ δοξάζῃ τὸν Θεό, ποὺ τόσο τὸν εὐεργέτησε. Φωτισμένος μάλιστα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα προφήτευσε ὅτι ὁ Θεὸς θὰ φανῇ σὰν Φῶς στὶς ψυχὲς τῶν ἀνθρώπων ποὺ βρίσκονται στὴ σκιὰ καὶ τὸ σκοτάδι τῆς ἁμαρτίας. Αὐτό τὸ Φῶς θὰ ὁδηγήσῃ τοὺς πιστοὺς στὸν δρόμο τῆς εἰρήνης. Ἡ φαινομενικὴ τιμωρία, θεράπευσε τὴν ἀπιστία τοῦ Ζαχαρία. Καὶ ὅταν ἀκόμη ὁ Θεὸς ἐπισκέπτεται τοὺς ἀνθρώπους καὶ μὲ δοκιμασίες καὶ θλίψεις, δὲν ἀναιρεῖ τὶς σωτήριες ὑποσχέσεις Του καὶ δὲν ἀποσύρει τὸ ἔλεός Του ἀπὸ τὸ πλάσμα Του (Λουκ. 1,79).  

Μὲ χαρὰ καὶ ἀπέραντη εὐγνωμοσύνη στὸ Θεὸ ἀνάθρεψαν καὶ μεγάλωσαν τὸν Ἰωάννη, ὁ ὁποῖος «ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, καὶ ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν ᾿Ισραήλ» (Λουκ. 1,80). Μεγάλωνε καὶ προετοιμάζονταν ἀπὸ παιδὶ γιὰ τὸ σπουδαῖο ἔργο, ποὺ εἶχε νὰ φέρῃ εἰς πέρας, νὰ γίνῃ ὁ πρόδρομος τοῦ Κυρίου!  

Ἡ Καινὴ Διαθήκη δὲν μᾶς διέσωσε ἄλλα στοιχεῖα γιὰ τὴν ζωὴ τοῦ ἁγίου ζεύγους. Ἡ παράδοση Ἀναφέρει ὅτι ὁ Ζαχαρίας ἔκρυψε τὸν Ἰωάννη σὲ σπήλαιο, πέρα ἀπὸ τὸν Ἰορδάνη ποταμό, νὰ τὸν διασώσῃ ἀπὸ τὴν σφαγὴ τῶν νηπίων ποὺ διέταξε ὁ Ἡρώδης, γεγονός ποὺ πληροφορήθηκε ὁ αἱμοσταγὴς τύραννος καὶ γιὰ αὐτὸ τιμώρησε σκληρὰ τὸν Ζαχαρία. Ἐπίσης εἶχε γίνῃ στόχος καὶ τὸν φανατικῶν Ἰουδαίων, διότι ὁμολογοῦσε στὸ Ναὸ καὶ ὁπουδήποτε βρισκόταν, τὴν Παρθένο Μαρία ὡς Θεοτόκο. Γιὰ αὐτὸ τὸν συνέλαβαν στὸ Ναὸ καὶ τὸν φόνευσαν μεταξὺ τοῦ Ναοῦ καὶ τοῦ θυσιαστηρίου. Τὸ αἷμα του κύλησε ἕως τὸ ἐσωτερικὸ τοῦ θυσιαστηρίου, μαρτυρῶντας ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ τὴν μιαιφονία τῶν Ἑβραίων. Οἱ ἱερεῖς ἐνταφίασαν τὸ σῶμα του στοὺς τάφους τῶν προγόνων του, στὰ Ἱεροσόλυμα.

Αὐτὴ ἡ φρικτὴ μιαιφονία εἶχε τρομερὲς συνέπειες στὸ ναὸ στὸ ναό, ὅπου ἔλαβαν χώρα σημεῖα καὶ τέρατα, τὰ ὁποῖα προμήνυαν τὴν κατάργηση τῆς λατρείας, τῶν θυσιῶν καὶ αὐτὴ τὴν καταστροφὴ τοῦ Ναοῦ. Οἱ ἱερεῖς ἔπαυσαν πιὰ νὰ ἔχουν ὀπτασίες θεόσταλτων ἀγγέλων καὶ τοὺς ἀφαιρέθηκε τὸ χάρισμα τῆς προφητείας. Δὲν μποροῦσαν πλέον νὰ δώσουν χρησμὸ ἀπὸ τὸ Δαβὴρ (ἄδυτο τοῦ ναοῦ), οὔτε νὰ ρωτήσουν στὸ ἐφοὺδ (ἄμφιο τοῦ Ἀαρὼν) καὶ νὰ διασαφηνίσουν στὸν λαὸ τὰ δυσνόητα σημεῖα τῆς Ἁγίας Γραφῆς.

Τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ προφήτη Ζαχαρία βρέθηκε στὰ χρόνια τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μικροῦ, τὸ 409, στὸ χωριὸ Κοφάρ τῆς Ἐλευθερούπολης στὴν Παλαιστίνη, ἀπὸ κάποιο ἄνθρωπο ποῦ ὀνομαζόταν Καλήμερος. Λέγεται ὅτι φοροῦσε λευκὸ ἔνδυμα, μίτρα χρυσῆ στὸ κεφάλι καὶ σανδάλια χρυσᾶ στὰ πόδια, ὅπως βρισκόταν στὸ θυσιαστήριο καὶ λειτουργοῦσε τὴν στιγμὴ ποὺ τὸν φόνευσαν, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρει ὁ Δοσίθεος στὴ Δωδεκάβιβλο. Τὸ Ἱερὸ λείψανο τοῦ Προφήτη Ζαχαρία βρίσκεται τώρα στὴν Ἰταλία.

Ἡ μνήμη τῶν ἁγίων Προφητῶν Ζαχαρία καὶ Ἐλισάβετ ἑορτάζεται στὶς 5 Σεπτεμβρίου καὶ ἡ εὕρεση τοῦ Ἱεροῦ Λειψάνου τοῦ Ζαχαρία στὶς 11 Φεβρουαρίου.

__________________________________

Πολυτονισμὸς ΕΘΝΕΓΕΡΣΙΣ

«Πᾶνος»

Ἐπισκεφθεῖτε καὶ τὸ ἱστολόγιό μας στὸ blogger

https://ethnegersis.blogspot.com/