Δευτέρα 12 Οκτωβρίου 2015

ΙΤΑΛΙΑ: Ακτιβίστρια υπέρ των «ανοικτών συνόρων» βιάστηκε από ομάδα Σομαλών σε κέντρο μεταναστών. Μετά οι αριστεροί «αλληλέγγυοι» της είπαν να μην το πει πουθενά γιατί θα τους χαλάσει το παραμύθι

Μια νεαρή ακτιβίστρια των «No Borders»παρέμεινε σιωπηλή για τον ομαδικό βιασμό της από Σουδανούς λαθρομετανάστες για πάνω από ένα μήνα, επειδή «οι άλλοι» της ζήτησαν να μην μιλήσει. Η νεαρή είχε αφιερώσει ένα μήνα από τη ζωή της για να βοηθήσει τους μετανάστες και οι συνάδελφοί της δήλωσαν ότι η αναφορά του εγκλήματος θα δημιουργούσε πρόβλημα στον αγώνα τους για έναν κόσμο χωρίς σύνορα.


Η ομάδα της ήταν σταθμευμένη μεταξύ Ιταλίας και Γαλλίας στο Ponte San Ludovico στην πόλη Ventimiglia, όταν συνέβη το έγκλημα, σύμφωνα με πληροφορίες από τις τοπικές ιταλικές εφημερίδες La Stampa και Il Secolo XIX, ενώ αναφέρθηκε μετά και στη μεγάλη ιταλική εθνική εφημερίδαCorriere della Serra.

Ένα Σάββατο βράδυ, καθώς έπαιζε δυνατά η μουσική σε ένα κοντινό μέρος, η γυναίκα φέρεται να παγιδεύτηκε σε ένα ντους που είχε στηθεί κοντά στο στρατόπεδο σε ένα πευκοδάσος γνωστό ως Red Leap.

Μια συμμορία Αφρικανών μεταναστών φέρεται ότι την βίασε εκεί, ενώ οι κραυγές για βοήθεια, δεν ακούστηκαν λόγω της δυνατής μουσικής.

Η La Stampa αναφέρει ότι η γυναίκα, περίπου 30 ετών, θα είχε αναφέρει το φρικτό έγκλημα που διεπράχθη, εάν οι αριστεροί ακτιβιστές συνάδελφοί της, δεν την έπειθαν ότι αν διέρρεε το περιστατικό, αυτό θα μπορούσε να βλάψει το ουτοπικό όνειρο τους για ένα κόσμο χωρίς σύνορα.

Αλλά η Corriere della Serra αναφέρει επίσης ότι ορισμένοι από τους συναδέλφους της ακτιβιστές τώρα κατηγορούν τη γυναίκα ότι ανέφερε τον βιασμό "επίτηδες", επειδή η ομάδα της αποσύρθηκε από το στρατόπεδο μετά από έναν τσακωμό που είχαν μεταξύ τους οι «αλληλέγγυοι».

Η πόλη της Ventimiglia, όπου συνέβη το έγκλημα, υπήρξε σημείο ανάφλεξης στη συνεχιζόμενη μεταναστευτική κρίση. Από τις 30 Σεπτεμβρίου περίπου 50 μετανάστες και 20 ακτιβιστές είχαν εκδιωχθεί από έναν παράνομο καταυλισμό εκεί. Οι ακτιβιστές οργάνωσαν μια διαμαρτυρία, όπου 250 μετανάστες κάθισαν και απλώθηκαν στην ακτογραμμή.

Χθες, ένας Σουδανός που ζητεί άσυλο, ο 20χρονος Osman Suliman, ο οποίος ήταν στο Ηνωμένο Βασίλειο για μόλις πέντε μήνες, εμφανίστηκε σε βρετανικό δικαστήριο, όπου του αποδόθηκε η κατηγορία για το βιασμό μιας γυναίκας στο Nottingham το περασμένο Σαββατοκύριακο, αναφέρει η Nottingham Post.


ΚΟΚΚΙΝΟΣ ΟΥΡΑΝΟΣ / Πηγή

http://greeknation.blogspot.com/2015/10/blog-post_495.html

Ρένα Βλαχοπούλου 1923 – 2004



 
Ρένα Βλαχοπούλου
Ανεπανάληπτη κωμικός, ταλαντούχα σόουγουμαν και εξαιρετική τραγουδίστρια. Γεννήθηκε το 1923 στην Κέρκυρα και σπούδασε στο Ωδείο του Δραματικού Συλλόγου της γένετειράς της, όπου έκανε και τις πρώτες της εμφανίσεις. Ανήλικη ακόμη, σε ηλικία δεκαέξι ετών, πρωτοδούλεψε ως επαγγελματίας σε ζαχαροπλαστείο στη Σπιανάδα. Εκεί, το καλοκαίρι του 1938 γνώρισε τον πρώτο άντρα της ζωής της, τον ποδοσφαιριστή της ΑΕΚ Κώστα Βασιλείου, με τον οποίο παντρεύτηκε το καλοκαίρι της επόμενης χρονιάς, παρουσία λίγων φίλων.
Το 1939 κατέβηκε στην Αθήνα. Τα πρώτα της καλλιτεχνικά βήματα τα έκανε σε καφενεία και αναψυκτήρια, όπου την ανακάλυψε ο Μίμης Τραϊφόρος και την παρουσίασε ως νέο ταλέντο σ’ ένα πρόγραμμα βαριετέ που είχε ανεβάσει στο κέντρο «Όαση» του Ζαππείου. Το πρώτο τραγούδι που είπε ήταν το «Μικρή χωριατοπούλα» του Πολ Μενεστρέλ, το οποίο διασκευάστηκε αργότερα στο πασίγνωστο «Κορόιδο Μουσολίνι», από τον Γιώργο Οικονομίδη. Στην παράσταση αυτή την άκουσε ο Μακέδος και λίγο αργότερα την προώθησε στο σανίδι και συγκεκριμένα στο θέατρο «Μοντεάλ» της οδού Πανεπιστημίου, όπου έπαιξε με τις αδελφές Καλουτά και τραγούδησε ντουέτο με τη Σοφία Βέμπο.
Το χειμώνας του 1940 η Ρένα Βλαχοπούλου έχασε και τους δύο γονείς της, κατά το βομβαρδισμό της Κέρκυρας από τους Ιταλούς. Μεσούσης της Κατοχής, το 1942, παντρεύτηκε για δεύτερη φορά με τον Γιάννη Κωστόπουλο, γόνο καλής οικογένειας των Αθηνών. Τότε γνώρισε και τον μεγάλο πιανίστα της τζαζ Γιάννη Σπάρτακο, με τον οποίο συνεργάστηκε στο «Πάνθεον». Η συνεργασία αυτή έφερε και την επιτυχία «Θα σε πάρω να φύγουμε», που πρωτοτραγούδησε το καλοκαίρι του ’44, στην επιθεώρηση «Well come» των Αλέκου Σακελάριου και Δημήτρη Ευαγγελίδη, στο θέατρο «Κυβέλη».
Το 1946 έδωσε τέλος στο δεύτερο γάμο της κι ενώ είχε ήδη αναδειχθεί σε «βασίλισσα της τζαζ», δέχθηκε ν’ ακολουθήσει τον Σπάρτακο σε περιοδεία, στην Κύπρο, την Τουρκία, την Αίγυπτο και την Αμερική. Η πολυγλωσσία της -αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, ιταλικά- και η πολύ καλή προφορά της ήταν τα μεγάλα της πλεονεκτήματα.
Το καλοκαίρι του 1951 επέστρεψε στην Αθήνα, κάνοντας την πρώτη της επανεμφάνιση στο θέατρο «Σαμαρτζή», στην παράσταση «Φεστιβάλ στην Αθήνα», πλάι στους Άννα και Μαρία Καλουτά, Νίκο ΣταυρίδηΟρέστη Μακρή και Κούλη Στολίγκα. Το χειμώνα, κατόπιν πρόσκλησης τούρκου παραγωγού, συμμετείχε την ταινία «Ανατολίτικες νύχτες», στην οποία επανέλαβε το «Θα σε πάρω να φύγουμε» του Σπάρτακου. Η ταινία αυτή δεν προβλήθηκε ποτέ στην Ελλάδα.
Η Ρένα Βλαχοπούλου δεν είχε εμφανιστεί ακόμη στο θέατρο ως ηθοποιός. Το 1952 ο Βασίλης Μπουρνέλης, ένας από τους μεγαλύτερους επιχειρηματίες του μουσικού θεάτρου της δεκαετίας του ’50, την κάλεσε να τραγουδήσει ένα ντουέτο με την Μπελίντα στην επιθεωρήση «Βασίλισσα της νύχτας» στο θέατρο «Ακροπόλ». Ακολούθησαν οι επιθεωρήσεις «Να τι θα πει Αθήνα», «Πουλιά στον αέρα», «Κι ο μήνας έχει εννιά».
Το καλοκαίρι του 1954 πήρε για πρώτη φορά θεατρικό ρόλο, στην επιθεώρηση «Σουσουράδα», δίπλα στον Νίκο Σταυρίδη, με το νούμερο «Άλα πασά μου, κάνε μου τέτοια». Η πρόταση ήταν της Σοφίας Βέμπο. Τα κείμενα υπέγραφαν οι Μίμης Τραϊφόρος και Γιώργος Γιαννακόπουλος, τη μουσική ο Μενέλαος Θεοφανίδης και τη χορογραφία ο Γιάννης Φλερύ και η Αλίκη Βέμπο.
Το 1956 έκανε το κινηματογραφικό της ντεμπούτο, παίζοντας δίπλα στον Νίκο Ρίζο και τον Στέφανο Στρατηγό, στην πρώτη έγχρωμη ελληνική ταινία «Πρωτευουσιάνικες περιπέτειες» του Γιάννη Πετροπουλάκη.


 
Ορόσημο για την καριέρα της υπήρξε το 1962, όταν η συμμετοχή της στην «Οδό Ονείρων» του Μάνου Χατζιδάκι, στο θέατρο «Μετροπόλιταν», έγινε αφορμή να την προσέξει ο Γιάννης Δαλιανίδης και να την κάνει πρωταγωνίστρια του μιούζικαλ «Μερικοί το προτιμούν κρύο» (1963). Μάλιστα ο ίδιος ο Φίνος, όταν την άκουσε να τραγουδά, φέρεται να της πρότεινε να υπογράψει ισόβιο συμβόλαιο με την εταιρεία του, με την οποία γύρισε μερικές από τις μεγαλύτερες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου.
Ορισμένες από τις ταινίες της Ρένας Βλαχοπούλου που ξεχωρίζουν: «Κάτι να καίει» (1963), «Ένα κορίτσι για δύο» (1963), «Η χαρτοπαίχτρα» (1964), «Κορίτσια για φίλημα» (1965), «Φωνάζει ο κλέφτη»ς (1965), «Η βουλευτίνα» (1966), «Ραντεβού στον αέρα» (1966), «Βίβα Ρένα» (1967), «Η ζηλιάρα» (1968), «Η Παριζιάνα» (1969), «Η θεία μου η χίπισσα» (1970), «Μια τρελλή, τρελλή σαραντάρα» (1970), «Ζητείται επειγόντως γαμπρό»ς (1971), «Μια Ελληνίδα στο χαρέμι» (1971), «Η Ρένα είναι οφσάιντ» (1972), «Η Κόμισσα της Κέρκυρας» (1972).
Παράλληλα με την κινηματογραφική της καριέρα, συνέχισε τη σταδιοδρομία της στο θέατρο και στο τραγούδι. Το 1959 εμφανίστηκε στο Α’ Φεστιβάλ Τραγουδιού του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας, μ’ ένα τραγούδι του Κώστα Καπνίση και του Θάνου Σοφού, το «Είσαι η άνοιξη κι είμαι ο χειμώνας». Την επόμενη χρονιά, τραγούδησε ντουέτο με τον Γιάννη Βογιατζή το «Πρώτο χελιδόνι». Με την αυγή της δεκαετίας του ’60, είχε μοιραστεί στα τρία: τα πρωινά ηχογραφήσεις και συνεργασίες με το ΕΙΡ (τραγούδια των Χατζιδάκι, Πλέσσα, Μουζάκη, Μωράκη, Αττίκ, Σπάθη, Ιακωβίδη, Κατσαρού), το βράδυ θέατρο και μετά την παράσταση, εμφανίσεις σε νυχτερινά κέντρα.
Το καλοκαίρι του 1966 συγκρότησε θίασο με τον Γιώργο Κωνσταντίνου και το Γιάννη Βογιατζή, ενώ το καλοκαίρι του 1967 ηγήθηκε του θιάσου Βλαχοπούλου - Κωνσταντίνου - Σαπουντζάκη, που ανέβασε τη «Λουλουδιασμένη Αθήνα». Την ίδια χρονιά έκανε και τον τρίτο γάμο της, με τον επιχειρηματία Γιώργο Λαφαζάνη.
Το 1976 ξεκίνησε καριέρα και στην τηλεόραση, πρωταγωνιστώντας στην τηλεοπτική σειρά του Αλέκου Σακελάριου «Μια Αθηναία στην Αθήνα», ενώ τελευταίες εμφανίσεις της στη μικρή οθόνη ήταν οι «Μάμα Μία» και «Μάλιστα Κύριε».
Το 1995 βραβεύτηκε με το Αναμνηστικό Μετάλλιο Δημήτρη Ψαθά για την ερμηνεία της στη «Χαρτοπαίχτρα» του Ψαθά, στο θέατρο Μπρόντγουεϊ, ενώ το 2003 τιμήθηκε με το Χρυσό Σταυρό του Φοίνικος από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνο Στεφανόπουλο.
Πέθανε στις 29 Ιουλίου του 2004.


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/116#ixzz3o4JFix9i

Η Αθήνα της Κατοχής – 70 χρόνια από την Απελευθέρωση Η πείνα, οι αγριότητες, οι διαδηλώσεις, οι δωσίλογοι και η μαύρη αγορά

Μια διαφορετική ημέρα ξημέρωσε για την Αθήνα τη 12η Οκτωβρίου 1944. Εκείνη την Πέμπτη οι Αθηναίοι άρχισαν να γεμίζουν τα πνευμόνια τους με τον ζωοδότη άνεμο της ελευθερίας. Καμπάνες μετέφεραν το χαρμόσυνο γεγονός στον αττικό ουρανό την ώρα που και οι τελευταίοι στρατιώτες της Βέρμαχτ και των SS αποχωρούσαν από την πρωτεύουσα της Αθήνας την οποία είχαν καταλάβει τον Απρίλιο του 1941. Σαράντα δύο μαρτυρικοί μήνες που άλλαξαν τη ζωή και τη στάση των Αθηναίων. Ήταν ώρα να πεταχτούν στους δρόμους να πανηγυρίσουν έχοντας βγάλει από τα σεντούκια όπου ήταν βαθιά κρυμμένες οι ελληνικές σημαίες, μαζί με βρετανικές, αμερικανικές και σοβιετικές. Οι εικόνες της εποχής είναι γνωστές σε όλους.

Οι αντάρτες του ΕΛΑΣ φρόντισαν το πρωί εκείνης της ημέρας να υψώσουν την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη ενώ την επομένη στον Πειραιά τα ντουφέκια «τραγουδούσαν» ακόμη στη μάχη της Ηλεκτρικής, διώχνοντας τα τελικά τμήματα του γερμανικού στρατού που επιχειρούσαν να σβήσουν το ρεύμα από το πολεοδομικό συγκρότημα βυθίζοντάς το στο χάος. Τα χαράματα της 13ης Οκτωβρίου είχαν προλάβει να ανατινάξουν πετρελαϊκές εγκαταστάσεις.

Στις 14 Οκτωβρίου αφίχθησαν και τα πρώτα βρετανικά στρατεύματα, ενώ στις 18 του μηνός ο πρωθυπουργός της κυβέρνησης εθνικής ενότητας Γεώργιος Παπανδρέου έφτασε στην Αθήνα και ανέβηκε στον Ιερό Βράχο για την επίσημη έπαρση της ελληνικής σημαίας. Το κλίμα άλλαζε και δεν κράτησε ούτε δύο μήνες καθώς το αίμα κύλησε ξανά στους δρόμους της πόλης ανοίγοντας ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορική περίοδο, αυτό του Εμφυλίου.

1.624 μέρες κατοχής

Ήταν 27 Απριλίου 1941 όταν οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα. Η ναζιστική πολεμική μηχανή προήλαυνε συναντώντας μηδαμινή αντίσταση. Μπαίνοντας στην ελληνική πρωτεύουσα δεν απάντησαν την πολιτική ηγεσία, που αποχώρησε για τη Μέση Ανατολή, μα ούτε και κατοίκους. Τα γερμανικά Στούκας ξερνούσαν τρόμο για οποιαδήποτε αντίσταση. Είχε αρχίσει η εποχή του φόβου.

Ωστόσο ένα γεγονός, που αναδεικνύει ο ιστορικός Μενέλαος Χαραλαμπίδης σεσυνέντευξή του (συγγραφέας του βιβλίου «Η εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα», εκδ. Αλεξάνδρεια), δείχνει μια αυθόρμητη πράξη αντίστασης από τον Ραδιοφωνικό Σταθμό Αθηνών «λίγες ώρες πριν μπουν οι Γερμανοί στην Αθήνα. Χωρίς να υπάρχει γραμμή από κανέναν, καθώς δεν υπάρχει βασιλιάς, δεν υπάρχει κυβέρνηση, έχουν φύγει όλοι, ο εκφωνητής λέει ότι "ο αγώνας συνεχίζεται", "κρατήστε το πνεύμα του μετώπου"». Όπως σημειώνει, δεν έχει ευρωπαϊκό αντίστοιχο σε πρωτεύουσες όπου έπεφτε βαριά η μπότα του Γ' Ράιχ.

Οι κατακτητές πήγαν στην Ακρόπολη και ύψωσαν τη ναζιστική σβάστικα, ενώ διόρισαν κυβέρνηση υπό τον στρατηγό Γεώργιο Tσολάκογλου που υπέγραψε τη συνθηκολόγηση.

Η κατάσταση είχε αλλάξει άρδην. Οι Γερμανοί άρπαξαν πόρους και αγαθά και οδήγησαν την ντόπια οικονομία στην καταστροφή. Η πείνα, τον πρώτο χειμώνα της Κατοχής, καταδίκασε σε θάνατο χιλιάδες Αθηναίους. Όσοι μπορούσαν έφευγαν για να βρουν καταφύγιο και τροφή στην επαρχία. Όσοι απέμειναν άρχισαν να σκέφτονται ότι δεν τους απομένει πια κάτι να χάσουν.

Στην ημερήσια διάταξη ήταν η τρομοκρατία και η αυθαιρεσία των αρχών Κατοχής και των ελλήνων συνεργατών τους. Μπλόκα, φυλακίσεις, εκτοπίσεις, εκτελέσεις και βομβαρδισμοί έσπερναν τον τρόμο. Οι ναζί κατακτητές ήταν άτεγκτοι στα αντίποινα έχοντας ως πρώτο μέλημα να καταστείλουν τις αντιδράσεις.

Σταδιακά η πείνα, η μαύρη αγορά, η αλληλεγγύη στα χαμηλά στρώματα της κοινωνίας για να αντέξουν τις κακουχίες, αλλά και η παρεμπόδιση της δήμευσης της σοδειάς και της στρατολόγησης εργατών για καταναγκαστική εργασία στη γερμανική βιομηχανία άρχισαν να μπολιάζουν το πνεύμα αντίστασης. Μέχρι να φτάσουμε εκεί προηγήθηκαν οι πρώτες «αυθόρμητες» προσωπικές και συλλογικές αντιδράσεις.

«[...] Η κύρια αναφορά του δεν παύει να είναι ένα μεγαλειώδες αντιστασιακό κίνημα. Αναπτύχθηκε σε στιγμές κρίσης, ανακαλύπτοντας νέες στρατηγικές άμυνας και αντίστασης, για να εξασφαλίσει την επιβίωση και να αντιπαλέψει τον κατακτητή και τους συνεργάτες του. Όσο κι εάν μπορεί να κατανοήσει κανείς συμπεριφορές και στάσεις από την άλλη μεριά, η βασική διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε εκείνους που πολέμησαν και σε εκείνους που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή, ανάμεσα σε εκείνους που συμπαρατάχθηκαν με το φασισμό και σε εκείνους που τον αντιπάλεψαν, υπήρξε. Η κατανόηση των συνθηκών που οδήγησαν τους ανθρώπους να φερθούν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο δεν σημαίνει ότι οι τρόποι αυτοί δεν είχαν διαφορές μεταξύ τους, ότι η υπεράσπιση της ελευθερίας και της αξιοπρέπειας του ανθρώπου δεν παύει πάντα αξιακά να υπερέχει» γράφει χαρακτηριστικά ο ιστορικός και λέκτορας Θεωρίας της Ιστορίας και Ιστοριογραφίας, στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών Βαγγέλης Καραμανωλάκης.

«Είναι χαρακτηριστικό ότι το '42, όταν στην Αθήνα ξεσπά η απεργία στην οποία αναφέρθηκα πριν (σ.σ. αναφέρεται στην πρώτη απεργία στην κατεχόμενη Ευρώπη που ξεκίνησε με πρωτοβουλία των "τριατατικών", των υπαλλήλων στα ταχυδρομεία - τηλεγραφεία - τηλεφωνεία, και επεκτάθηκε σε όλο τον δημόσιο τομέα), στην επαρχία δεν υπήρχε ούτε ένας ένοπλος αντάρτης. Στην Αθήνα λοιπόν γίνονται οι πρώτες ζυμώσεις και οι πρώτες κύριες αντιστασιακές δράσεις» αναφέρει χαρακτηριστικά ο ιστορικός κ. Χαραλαμπίδης.

Εδώ είναι σημαντικό να επισημανθεί ότι η μαζική αντίδραση στον κατακτητή εμφανίστηκε στις πόλεις. Η κλασική φιγούρα του αντάρτη στα βουνά αναπτύχθηκε αργότερα ενώ η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοπόταμου ήταν σχέδιο, στρατιωτικό, επιτελικό, που ολοκληρώθηκε με τη βοήθεια των άγγλων συμμάχων. Στις πόλεις όμως σκίρτησε για πρώτη φορά η φλόγα της αντίστασης, θέριεψε και έφτασε σε ηρωικές στιγμές - θα μπορούσε να εξαιρέσει κανείς την περίπτωση του Δοξάτου Δράμας όπου εκτελέστηκαν ομαδικά από τα βουλγαρικά στρατεύματα κατοχής 3.000 άτομα για την εξέγερση στις 28 και 29 Σεπτεμβρίου 1941.

Πρώτα σκιρτήματα για τη λευτεριά

Τη νύχτα της 30ής προς την 31η Μαΐου 1941 οι σκέψεις έγιναν πράξη και ο Μανώλης Γλέζος με τον Λάκη Σιάντα ανέβηκαν κρυφά στον βράχο της Ακρόπολης και κατόρθωσαν να κατεβάσουν τη ναζιστική σβάστικα. «Το βλέμμα μας έπεσε πάνω στη σημαία τους που υπερήφανα κυμάτιζε ψηλά-ψηλά και η βαριά σκιά της πλάκωνε καταθλιπτικά όλη την Αθήνα, όλη την αττική γη. Να τι πρέπει να τους κάνομε! Ήρθε η σκέψη σαν σπίθα. Να τους την πάρομε. Να την γκρεμίσομε και να την ξεσχίσομε και να πλύνομε έτσι τη βρωμιά από τον Ιερό Βράχο. Την είχαν στήσει αυτήν την ίδια την πολεμική τους σημαία οι Ναζί θριαμβευτικά ως τότε στη Βαρσοβία, στη Βιέννη, στην Αμβέρσα, στη Νορβηγία, στο Παρίσι και στο Βελιγράδι και απειλούσαν να τη στήσουν σε όλο τον κόσμο τότε. Μα εδώ είναι Ελλάδα. Είναι η μικρή χώρα που απ' αυτή ξεπετάχτηκε η φλόγα του Πολιτισμού. Είναι η χώρα που δίνει το παράδειγμα πάντα στις κρίσιμες στιγμές της Ιστορίας»αφηγείται ο Λάκης Σιάντας για το πώς έφτασαν στην ενέργεια αυτή..

Η αρχή είχε γίνει. Κάποιοι αναθάρρησαν. Οι πρώτοι πυρήνες αντίστασης στήθηκαν. Λίγο αργότερα, στις 12.00 το μεσημέρι της 20ής Σεπτεμβρίου 1942 μια ομάδα της Πανελλήνιας Ενώσεως Αγωνιζομένων Νέων (ΠΕΑΝ) κατάφερε να συγκλονίσει το κέντρο της Αθήνας. Στη γωνία Πατησίων και Γλάδστωνος έβαλε βόμβα στο κτίριο της Εθνικής Σοσιαλιστικής Πατριωτικής Οργάνωσης (ΕΣΠΟ), οργάνωση που κυνηγούσε να στρατολογήσει μέλη για να πολεμήσουν με τη γερμανική Βέρμαχτ. Από τα συντρίμμια ανασύρθηκαν νεκροί 29 μέλη της ΕΣΠΟ και 48 γερμανοί αξιωματικοί καθώς στο ίδιο κτίριο στεγάζονταν και υπηρεσίες των κατακτητών.

Λιμός

Στους δρόμους της πρωτεύουσας είχαν βρεθεί αρκετοί πρόσφυγες, από τα νησιά, από τη Μακεδονία και τη Θράκη για να γλιτώσουν τις θηριωδίες των βουλγάρων κατακτητών (ξύπνησαν μνήμες των Βαλκανικών Πολέμων) ενώ οι πρόσφυγες από το '22 προσπαθούσαν να σταθούν στα πόδια τους στις παράγκες στις φτωχικές συνοικίες. Ο παραγωγικός ιστός και οι υποδομές είχαν διαλυθεί, δουλειές δεν υπήρχαν... Η οικονομία καταστρεφόταν, οι ελλείψεις αγαθών πολλαπλασιάζονταν με γεωμετρική ταχύτητα. Από το φθινόπωρο του 1941 εμφανίστηκαν τα συσσίτια για να ανακουφίσουν τον πληττόμενο πληθυσμό.

Σταγόνα στον ωκεανό της πείνας. Αυξάνονταν οι λιμοκτονούντες, αυξάνονταν και οι θάνατοι. Οι εικόνες της εποχής με τα καροτσάκια να κουβαλούν αραδιασμένα πτώματα από τους δρόμους για το νεκροταφεία είναι γνωστές. Ο αριθμός των 300.000 θυμάτων αμφισβητείται πλέον από ιστορικούς ως μικρός. Η Αθήνα χαροπάλευε. Ο λιμός καταγράφηκε ως μία από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές τραγωδίες στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η άφιξη της επισιτιστικής βοήθειας του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού με σουηδικά πλοία έδωσε ανάσα στον χειμαζόμενο λαό. Είχε φτάσει η στιγμή για γενικευμένη αντίδραση στα σχέδια των κατακτητών.

Διαδηλώσεις

Η πρώτη επέτειος από το «όχι» του ελληνικού λαού έδωσε το έναυσμα για κάποιες αντιδράσεις. Επόμενη στιγμή μια εθνική εορτή. Την 25η Μαρτίου 1942 οι διαδηλωτές ήταν περισσότεροι. Ακολούθησε η μεγάλη μάχη.

Στις 12 Απριλίου 1942 οι δημόσιοι υπάλληλοι κήρυξαν απεργία ζητώντας μέτρα ανακούφισης από τον λιμό. Η κυβέρνηση Τσολάκογλου αποφάσισε να απολύσει τους απεργούς. Εν τέλει εκάμφθη από την ανυποχώρητη στάση των υπαλλήλων.

Στις 22 Δεκεμβρίου 1942 απέργησαν φοιτητές, μαθητές και εργαζόμενοι διαφόρων κλάδων, πραγματοποιώντας παράλληλα μαζική διαδήλωση (εκτιμώνται σε 30.000 - 40.000 οι διαδηλωτές) στους κεντρικούς δρόμους της Αθήνας.

Στις 24 Φεβρουαρίου 1943 πραγματοποιήθηκε η πρώτη μεγάλη κινητοποίηση των κατοίκων της πρωτεύουσας ενάντια στο μέτρο της πολιτικής επιστράτευσης. Οι αρχές Κατοχής επέβαλαν σε κατοίκους ηλικίας από 16 ως 45 ετών να αναλάβουν εργασία και εκτός του τόπου κατοικίας τους, συγκροτημένοι σε συμβιωτικές ομάδες εργασίας εντός στρατοπέδων. Ο κίνδυνος της μαζικής αποστολής Ελλήνων στα εργοστάσια της Γερμανίας ήταν πλέον ορατός.

Γενική απεργία κηρύχθηκε στις 24 Φεβρουαρίου και 5 Μαρτίου 1943. «Σε αυτό το δεκαήμερο της "εξέγερσης", περισσότεροι από 50 χιλιάδες διαδηλωτές πολιόρκησαν και κατάφεραν να εισβάλουν δύο φορές στο κτίριο του υπουργείου Εργασίας, παρά τις σφοδρές συγκρούσεις με δυνάμεις των κατακτητών, με στόχο να καταστρέψουν τις ονομαστικές καταστάσεις, σύμφωνα με τις οποίες οι αρχές κατοχής θα μπορούσαν να εντοπίσουν τους προς επιστράτευση κατοίκους της Αθήνας. Οι πρωτόγνωρες αυτές κινητοποιήσεις, είχαν ως αποτέλεσμα την καταστροφή μέρος του κτιρίου, το κάψιμο των ονομαστικών καταστάσεων, το θάνατο τουλάχιστον έξι και τον τραυματισμό περισσοτέρων από 100 διαδηλωτών» αναφέρει ο κ. Χαραλαμπίδης.

Οι διαδηλωτές νίκησαν - μια πολύ σημαντική νίκη. Ελλείψει καταγεγραμμένων στοιχείων, ελάχιστοι έφυγαν στη Γερμανία. Η κυβέρνηση αναγκάστηκε να αποσύρει το μέτρο. «Και είναι μια ακόμα μεγαλύτερη νίκη αν αναλογιστούμε ότι η Ελλάδα ήταν η μοναδική κατεχόμενη χώρα στην οποία δεν εφαρμόστηκε η πολιτική επιστράτευση, εκεί όπου από το '39 έως το '45 στα γερμανικά εργοστάσια εργάστηκαν περίπου 17 εκατομμύρια ευρωπαίοι πολίτες» αναφέρει ο κ. Χαραλαμπίδης. «Αν σκεφτούμε ότι οι καταστάσεις των επιστράτων αριθμούσαν περίπου 80.000 άτομα, δηλαδή αφορούσαν 80.000 οικογένειες, τότε καταλαβαίνουμε τι ήταν αυτό που γλίτωσε η ελληνική κοινωνία χάρη στις κινητοποιήσεις ενάντια στην πολιτική επιστράτευση».

Η πολυπληθέστερη διαδήλωση στην κατοχική Ελλάδα -και από τις μαζικότερες στην κατεχόμενη Ευρώπη- σημειώθηκε στις 22 Ιουλίου 1943, με τους πολίτες να διαμαρτύρονται για τις ωμότητες της βουλγαρικής κατοχής και την οικονομία και την παραγωγή να παραλύουν.

Περισσότεροι από 100.000 διαδηλωτές βρέθηκαν αντιμέτωποι στους κεντρικούς δρόμους της πόλης με πάνοπλους γερμανούς στρατιώτες και άνδρες της Χωροφυλακής και της Αστυνομίας Πόλεων. Όταν η κεφαλή της διαδήλωσης έφτασε έξω από την Τράπεζα της Ελλάδος επί της οδού Πανεπιστημίου, γερμανικά άρματα άνοιξαν πυρ κατά των διαδηλωτών. Η κινητοποίηση βάφτηκε στο αίμα: 59 οι νεκροί και τραυματίες. Οι περισσότεροι σκοτώθηκαν από γερμανικά πυρά στην οδό Ομήρου και στους δρόμους γύρω από το Οφθαλμιατρείο, ενώ ενεργή ήταν και η συμμετοχή ανδρών της Χωροφυλακής που καταδίωκαν τους διαδηλωτές στα γύρω στενά.

Αντίποινα

Το φθινόπωρο του 1943 η εκδικητικότητα των Γερμανών διογκώνεται. Σε αντίποινα για αντιστασιακές πράξεις οι ναζιστές στέλνουν αδιάκριτα κόσμο στο εκτελεστικό απόσπασμα. Τα μηνύματα από τα μέτωπα της ανατολικής Ευρώπης και της βόρειας Αφρικής δεν ήταν χαρμόσυνα και η γερμανική αντίδραση ήταν άγρια...

Η κατάσταση αγριεύει. Την άνοιξη του 1944 οι κατακτητές με τους συνεργάτες τους στα Τάγματα Ασφαλείας άλλαξαν τακτική. Μπλόκα άρχισαν να στήνονται: Κοκκινιά, Καισαριανή, Υμηττός, Δουργούτη. Πατριώτες εκτελούνται: Καισαριανή, Χαϊδάρι... Την Πρωτομαγιά του 1944 ήταν η τραγικότερη στιγμή: 200 κρατούμενοι στο στρατόπεδο συγκέντρωσης του Xαϊδαρίου, σχεδόν αποκλειστικά κομμουνιστές, εκτελέστηκαν στο Σκοπευτήριο της Kαισαριανής.

Η οργή φούντωνε. Η Οργάνωση Προστασίας Λαϊκών Αγωνιστών (ΟΠΛΑ) και ο ΕΛΑΣ αναλαμβάνουν δράση εκτελώντας συνεργάτες του κατακτητή, ενώ τα Τάγματα Ασφαλείας και τα Σώματα Ασφαλείας μαζί με διάφορες άλλες αντικομμουνιστικές οργανώσεις -καθώς οι αγριότητες του κατακτητή και των συνεργατών του όπως και η άμεση αντίδραση και η οργάνωση δράσεων ανακούφισης αλλά και απεργιών ενίσχυσαν την επιρροή του ΚΚΕ και του ΕΑΜ στον αθηναϊκό πληθυσμό- απαντούσαν με βία. Τουλάχιστον 1.500 άτομα υπολογίζεται ότι έχασαν τη ζωή τους σε αυτό τον κύκλο του αίματος.

Δωσίλογοι

Το ποιόν των δωσίλογων και τα κίνητρα που τους «έσπρωξαν» να συμπαραταχθούν με τους ναζιστές, αν και ήταν «αναλώσιμοι» για τους κατακτητές, καταγράφει ο ιστορικός Στράτος Δορδανάς σε συνέντευξή του: «Συνεργάτες των κατακτητών θα μπορούσε κανείς να συναντήσει στις μεγάλες πόλεις για ιδεολογικούς λόγους, αν και αυτές οι περιπτώσεις είναι οι λιγότερες, επειδή κάποιος είδε σ' αυτή τη συνεργασία μια καλή ευκαιρία πλουτισμού, γοητεύτηκε από την περιπέτεια και από τη συμμετοχή στη λεία ή απλώς αποτελούσε ένα λούμπεν προλεταριάτο που εξωθήθηκε σ' αυτή τη λύση απλώς και μόνο για να επιβιώσει. Ο κομμουνισμός, αλλά και η επίφαση του κομμουνιστικού κινδύνου, αποτελεί παράγοντα που θα πρέπει κανείς να λαμβάνει υπόψη του για να ερμηνεύσει το φαινόμενο, ενώ στις τοπικές κοινωνίες και ιδιαίτερα στην ύπαιθρο προσωπικές, εθνοτικές διαφορές ή η απειλή που συνιστούσε κυρίως για τα συντηρητικά στοιχεία ο ΕΛΑΣ, ήταν δυνατόν να εξωθήσουν στον δωσιλογισμό ακόμα και ολόκληρα χωριά, ιδιαίτερα συντηρητικά, όπως ο Κούκος Κατερίνης με επικεφαλής τουρκόφωνους οπλαρχηγούς».

Το τι απέγιναν είναι ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο. Όπως εξηγεί ο κ. Δορδανάς στην ίδια συνέντευξη, «αν και τα ειδικά δικαστήρια συγκέντρωσαν χιλιάδες φακέλους και εκατομμύρια σελίδων προανακριτικού υλικού, ένας μικρός μόνο αριθμός αυτών των υποθέσεων έφτασε στις αίθουσες των δικαστηρίων και ακόμα λιγότεροι τιμωρήθηκαν».

Το κλειδί για την εξέλιξη αυτή είναι ο Εμφύλιος που ακολούθησε και πολλοί «εξαγνίστηκαν» στον αντικομμουνιστικό αγώνα. Το παρόν με τις αυξημένες ανάγκες για εδραίωση του «νέου» καθεστώτος των «εθνικοφρόνων» εναντίον των «μιασμάτων» έριξε βαριά τη σκιά του στο ατιμωτικό παρελθόν... Σε μικρότερη έκταση βέβαια συναντάμε αυτό το φαινόμενο και σε άλλες χώρες, με τρανταχτές περιπτώσεις την απορρόφηση από τις συμμαχικές δυνάμεις υψηλά και χαμηλά ιστάμενων, αλλά πάντως εξαιρετικά χρήσιμων, εγκληματιών από τους ηττημένους ναζιστές.

Μαύρη αγορά

Όταν θέριζε η πείνα, οι κάτοικοι των αστικών κέντρων που δεν είχαν πρόσβαση στην αγροτική παραγωγή (συγγενείς ή γνωστοί στην επαρχία, όπου καλλιεργούσαν τα χωραφάκια τους) βρέθηκαν σε αδιέξοδο. Η αγορά δεν μπορούσε να καλύψει τις υπέρογκες ανάγκες των πολιτών, οι ελλείψεις που έφταναν στην εσκεμμένη και μη «εξαφάνιση» προϊόντων αύξησαν τρομακτικά τις τιμές και οι αξίες άλλαξαν. Μπροστά στην υπέρτατη αξία της επιβίωσης αστικές και μεσοαστικές οικογένειες πουλούσαν κινητές αρχικά αξίες (κοσμήματα κτλ.) και ύστερα ακίνητα σε εξευτελιστικές τιμές.

Οι επιτήδειοι της μαύρης αγοράς και οι τοκογλύφοι -ήδη οικονομημένοι και μέσα στα «κόλπα» προ του πολέμου- εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία και θησαύρισαν. Η συσσώρευση κεφαλαίου (γη και χρυσός) ήταν πρωτοφανής τη στιγμή που οικογένειες ολόκληρε ξεκληρίζονταν.

Το φαινόμενο αποτυπώθηκε και στο ρεμπέτικο τραγούδι: «Μικροί μεγάλοι γίνανε μαυραγορίτες όλοι κι αφήσαν όλο τον ντουνιά με δίχως πορτοφόλι. Πουλήσαμε τα σπίτια μας και τα υπάρχοντά μας για δυο ελιές κι ένα ψωμί να φάνε τα παιδιά μας» (Μιχάλης Γενίτσαρης).

Με την απελευθέρωση εμφανίστηκε δυναμικά στο προσκήνιο τα αιτήματα για επιστροφή των χαμένων περιουσιών και για τιμωρία των μαυραγοριτών. Το 1946 η Πανελλήνιος Ομοσπονδία Πωλησάντων Ακίνητα επί Κατοχής εμφάνισε ένα «Υπόμνημα περί ακυρώσεως των αγοραπωλησιών ακινήτων» όπου κατέγραψε χιλιάδες περιπτώσεις. Με κυβερνητική απόφαση απαγορεύτηκε κάθε πράξη επί των επίδικων περιουσιών για να καταλήξει μετεμφυλιακά (1949) σε μια λύση: οι μεγάλες ιδιοκτησίες δεν άλλαξαν χέρια, ενώ για τις μικρομεσαίες μπορούσε να απευθυνθεί ο πωλητής στα δικαστήρια. Η δικαστική διαδικασία ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 1951 με πολλές περιπέτειες και εξωδικαστικούς συμβιβασμούς (περισσότερα για το θέμα, με πολλά στοιχεία και παραδείγματα στημεταπτυχιακή εργασία του δασκάλου Παναγιώτη Σάμιου «Η Μαύρη Αγορά και οι ακίνητες περιουσίες που άλλαξαν χέρια την περίοδο της Κατοχής»).

Εβραίοι

Η μαύρη σκιά των συνεργατών απαλύνεται ωστόσο από τη λαμπρή δράση δικτύων αλληλεγγύης στην κατοχική Αθήνα (και Ελλάδα).

Το κυνήγι των «υπανθρώπων» από τους ναζιστές σύμφωνα με τους «Νόμους της Νυρεμβέργης» άλλαξε την πληθυσμιακή σύνθεση μεγάλων αστικών κέντρων: Θεσσαλονίκη, Γιάννενα, Βόλος και Εύβοια φέρ' ειπείν «άδειασαν» από εβραϊκούς πληθυσμούς ενώ στην Αθήνα οι 3.000 προπολεμικά εβραίοι έφτασαν σε 4.930 μετά τον πόλεμο τη στιγμή που μεσολάβησε ο απηνής διωγμός τους και η εξόντωση πολλών στα στρατόπεδα της «τελικής λύσης».

«Αυτό οφείλεται στο γεγονός της έλευσης στην πόλη διωκόμενων Εβραίων από άλλες περιοχές της Ελλάδας, αλλά και της Ευρώπης» επισημαίνει ο ιστορικός Κλέων Ιωαννίδης και εξηγεί: «Είτε απλοί άνθρωποι που αποφάσιζαν να δώσουν κρησφύγετο στους διωκόμενους συνανθρώπους τους, χωρίς να υπολογίζουν τον κίνδυνο της πιθανής εκτέλεσης αν εντοπιζόταν ("Όχι, πρέπει να μείνετε. Γιατί, παιδί μου, γιατί οι δικές μας ζωές να είναι πιο πολύτιμες από τις δικές σας;" είπε στον Αλφρέδο Κοέν ο χριστιανός γείτονάς του που τον έκρυβε), είτε δομές αλληλέγγυων που επίσης ρίσκαραν πολλά για να σώσουν ζωές, όπως η Αστυνομία του Άγγελου Έβερτ, η Εκκλησία του Αρχιεπίσκοπου Δαμασκηνού και οι αντιστασιακές οργανώσεις, κυρίως το ΕΑΜ».

Παρ' όλα αυτά, περίπου 1.000 - 1.500 εβραίοι της Αθήνας συγκεντρώθηκαν στις 23 Μαρτίου 1944 στη Συναγωγή. Τους μετέφεραν στο Χαϊδάρι και από εκεί στα κρεματόρια του Άουσβιτς.

Λύτρωση

Η 12η Οκτωβρίου 1944 ήταν ημέρα γιορτής. Ο λαός πλημμύρισε τους δρόμους πανηγυρίζοντας που επέζησε από αυτή τη ναζιστική θηριωδία. Ξημέρωνε μια άλλη Ελλάδα, ελεύθερη. Οι πολιτικοί σχεδιασμοί σε επίπεδο Συμμάχων και πολιτικών κομμάτων ωστόσο έριξαν την πρωτεύουσα πρώτα (Δεκεμβριανά) και την Ελλάδα στο τούνελ της εμφύλιας διαμάχης. Ένα κεφάλαιο ιστορίας ξεχωριστό μα τόσο αλληλένδετο με την κατοχική περίοδο...

http://www.tovima.gr/society/article/?aid=640390

Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ

Η Ελλάδα είναι ίσως η μόνη χώρα στην Ευρώπη που αντί να γιορτάζει την απελευθέρωσή της και το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου γιορτάζει την είσοδό της σε αυτόν. Η βασική αιτία είναι ότι μετά την κατοχή από τους Γερμανούς ακολούθησε ο σπαρακτικός εμφύλιος πόλεμος που δίχασε τους Έλληνες. Μια άλλη αιτία είναι ότι το 1940-41 ο ελληνικός λαός με το «ΌΧΙ» σηματοδότησε την αντίσταση απέναντι στον Άξονα πετυχαίνοντας μάλιστα και την πρώτη νίκη εναντίον του και συγκεκριμένα εναντίον των Ιταλών.
Η εβδομάδα από τις 12 έως τις 19 Οκτωβρίου 1944 ήταν μια από τις πιο σημαντικές στον 20ο αιώνα σε επίπεδο συμβολισμού αλλά και γεγονότων. Στις 12 Οκτωβρίου τα γερμανικά στρατεύματα ξεκινούν την αποχώρησή τους από την Αθήνα. Ο γερμανός διοικητής Φέλμι προσπάθησε να προετοιμάσει το έδαφος για την ομαλή έξοδο των γερμανικών στρατευμάτων διαρρέοντας ότι δεν θα υπάρξουν καταστροφές στην επαρχία κατά την αποχώρηση. Πρόλαβαν όμως οι γερμανοί και εκτέλεσαν πατριώτες στο Δαφνί πριν φύγουν μαζί με κάποιους συνεργάτες διερμηνείς τους.
Ο ελληνικός λαός βγήκε στους δρόμους πανηγυρίζοντας για το τέλος της τετράχρονης τυραννίας αποδίδοντας φόρο τιμής σε όλους όσους αγωνίστηκαν και θυσιάστηκαν για την πολυπόθητη ελευθερία. Στην Αθήνα μέχρι να φθάσει η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας με πρωθυπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου ο Άγγελος Έβερτ αρχηγός της αστυνομίας και σωτήρας πολλών Εβραίων ήταν άτυπα ο μεταβατικός διοικητής της πόλης. Σιγά-σιγά κατέφθαναν τα μέλη της κυβέρνησης από το Κάιρο, οι στρατηγοί Κατσώτας και Σαράφης, ένοπλα τμήματα του ΕΛΑΣ άγγλοι στρατιώτες.
Στις 18 Οκτωβρίου 1944 ο Γεώργιος Παπανδρέου ύψωσε την ελληνική σημαία στον ιστό της Ακρόπολης που για χρόνια κυμάτιζε η σβάστικα. Ο έλληνας πρωθυπουργός μίλησε για την αυτοθυσία των Ελλήνων αλλά και για την ανάγκη να υπάρξει εθνική ομοψυχία αφού τα μηνύματα για την επερχόμενη καταστροφή είχαν ήδη φανεί από το συνέδριο του Λιβάνου. Κανείς βέβαια δεν ήταν άμοιρος ευθυνών.
Όλοι οι συντελεστές της συμμαχικής νίκης και όχι μόνο είχαν μιλήσει με τα καλύτερα λόγια για την αντίσταση των Ελλήνων. Η χώρα είχε καταστραφεί οικονομικά, δημογραφικά και οι υποδομές της βρίσκονταν σε άθλια κατάσταση. Η απελευθέρωση έδωσε έναν αέρα αισιοδοξίας για την επόμενη μέρα. Όπως είχε γράψει ο Γιώργος Σεφέρης για την απελευθέρωση: «Η πιο όμορφη, η πιο ελαφριά μέρα του κόσμου».
http://www.livanis.gr/Η-ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ-ΑΠΟ-ΤΟΥΣ-ΓΕΡΜΑΝΟΥΣ_a-7291.aspx

Το τέλος της γερμανικής κατοχής



12 Οκτωβρίου 1944. Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό Πέμπτης, όταν οι καμπάνες των εκκλησιών άρχισαν να χτυπούν χαρμόσυνα, καλώντας τους Αθηναίους να ξεχυθούν στους δρόμους και να πανηγυρίσουν το τέλος της γερμανικής κατοχής. Ως τις 3 Νοεμβρίου ο τελευταίος Γερμανός (και Βούλγαρος) στρατιώτης είχε αποχωρήσει από την ηπειρωτική Ελλάδα.
Η αντίστροφη μέτρηση για την αποχώρηση των Γερμανών και των συμμάχων τους Βουλγάρων από την Ελλάδα είχε σημάνει λίγους μήνες νωρίτερα, στις 6 Ιουνίου, όταν οι Σύμμαχοι αποβιβάστηκαν στη Νορμανδία και άρχισαν να περισφίγγουν τον κλοιό γύρω από τη Γερμανία μαζί τους προελαύνοντες Σοβιετικούς από την ανατολική πλευρά. Ήταν φανερό ότι οι ημέρες της Ναζιστικής Γερμανίας ήταν μετρημένες.
Στο χρονικό διάστημα μέχρι την απελευθέρωση είχαν ενταθεί οι πολιτικές διαβουλεύσεις για τη μετακατοχική κατάσταση στην Ελλάδα. Από την πλευρά τους, οι Γερμανοί έψαχναν παρασκηνιακά τρόπους ασφαλούς αποχώρησής τους από τη χώρα μας. Από τις 26 Απριλίου 1944 της ελληνικής εξόριστης κυβέρνησης ηγείτο ο Γεώργιος Παπανδρέου, οι Άγγλοι όμως ήταν αυτοί που κινούσαν τα νήματα. Με τις συμφωνίες Λιβάνου (17-20 Μαΐου 1944) και Καζέρτας (26 Σεπτεμβρίου 1944) οι ανταρτικές ομάδες του ΕΛΑΣ και του ΕΔΕΣ είχαν τεθεί υπό τις διαταγές της κυβέρνησης Παπανδρέου, που είχε εμπλουτισθεί και με στελέχη του ΕΑΜ.
Οι Γερμανοί άρχισαν να αποχωρούν σταδιακά από την Αθήνα από το βράδυ της 11ης Οκτωβρίου με κατεύθυνση προς Βορρά. Στις 8 το πρωί της 12ης Οκτωβρίου, οι ελάχιστοι Γερμανοί που είχαν απομείνει στην Αθήνα, συγκεντρώθηκαν στο μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη. Εκεί, σε μία πρόχειρη όσο και βιαστική τελετή, ο επικεφαλής των κατοχικών δυνάμεων, στρατηγός Χέλμουτ Φέλμι, συνοδευόμενος από τον κατοχικό δήμαρχο Αθηναίων Άγγελο Γεωργάτο, κατέθεσε στεφάνι.
Το μόνο που απέμενε ήταν η υποστολή της ναζιστικής σημαίας από τον Ιερό Βράχο της Ακρόπολης. Ένας Γερμανός στρατιώτης κατέβασε τη σβάστικα χωρίς καμία επισημότητα στις 9:15 το πρωί, την πήρε υπό μάλης και αποχώρησε με σκυμμένο το κεφάλι, σηματοδοτώντας το τέλος της γερμανικής κατοχής που διήρκεσε 1.625 μέρες και την αρχή ενός τρελού πανηγυριού στους δρόμους της Αθήνας.
Χιλιάδες κόσμου με τη γαλανόλευκη στα χέρια αλληλοασπάζονταν, αναφωνώντας «Χριστός Ανέστη», παιδιά σκαρφάλωναν στις οροφές των τραμ, ενώ απ' άκρη σ' άκρη αντηχούσε ο Εθνικός Ύμνος. Μετά από τριάμισι χρόνια δουλείας και σκλαβιάς οι Αθηναίοι ανάπνεαν για πρώτη φορά τον μεθυστικό αέρα της λευτεριάς.
Στις έξι ημέρες που πέρασαν μέχρι την άφιξη της κυβέρνησης στην Αθήνα, την εξουσία ασκούσε τριμελής επιτροπή, αποτελούμενη από τους Θεμιστοκλή Τσάτσο, Φίλιππο Μανουηλίδη και Γιάννη Ζεύγο, συνεπικουρούμενη από τον διοικητή της Αστυνομίας Αθηνών, Άγγελο Έβερτ. Δύο ημέρες αργότερα άρχισαν καταφθάνουν στην πρωτεύουσα δυνάμεις του 3ου Σώματος του βρετανικού στρατού υπό τον αντιστράτηγο Ρόναλντ Σκόμπι, που έγιναν δεκτές με ενθουσιασμό από τους Αθηναίους.
Στις 18 Οκτωβρίου έφτασε στην Αθήνα ο Γεώργιος Παπανδρέου και η κυβέρνησή του. Την ίδια ημέρα, ο πρωθυπουργός σε μία συγκινητική τελετή ύψωσε την ελληνική σημαία στην Ακρόπολη και στη συνέχεια μίλησε στο συγκεντρωμένο πλήθος που είχε γεμίσει ασφυκτικά την πλατεία Συντάγματος από τον εξώστη του Υπουργείου Οικονομικών.
Σε μία αριστοτεχνικά δομημένη ομιλία του εξήγγειλε τις προθέσεις της κυβέρνησής του, τονίζοντας, μεταξύ άλλων, την ανάγκη να ικανοποιηθούν οι εθνικές διεκδικήσεις, να αποκατασταθεί η λαϊκή κυριαρχία, να επιλυθεί το πολιτειακό ζήτημα μετά από ελεύθερο δημοψήφισμα και να τιμωρηθούν οι συνεργάτες των κατακτητών. Το πλήθος, που συχνά τον διέκοπτε με συνθήματα υπέρ του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, υποδέχθηκε τις εξαγγελίες του με κραυγές και ιαχές υπέρ της λαοκρατικής δημοκρατίας. Ο Παπανδρέου, που ήταν αναγκασμένος να ακροβατεί συνεχώς μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, απάντησε με τη χαρακτηριστική φράση που έμεινε στην ιστορία: «Πιστεύομεν και εις την λαοκρατίαν».
Όμως, οι χαρές και τα πανηγύρια για την απελευθέρωση κράτησαν μόνο 53 ημέρες. Στις αρχές Δεκεμβρίου τα όπλα θα αντηχήσουν ξανά στους δρόμους της πρωτεύουσας, αλλά αυτή τη φορά θα είναι στραμμένα κατά αδελφών («Δεκεμβριανά»).


ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/articles/13#ixzz3ms1QZAZR