Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2014

ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: ΑΡΝΗΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΝΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ ΘΑ ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟ! Στο έλεος των τραπεζών Τα πιστωτικά ιδρύματα θα σώζουν ή θα καταστρέφουν -κατά βούληση- εταιρείες και επιχειρηματίες


 Του ΜΙΧΑΗΛ ΓΕΛΑΝΤΑΛΙ
Εταιρείες θα περάσουν με συνοπτικές διαδικασίες σε άλλα (και ξένα) χέρια και επαγγελματίες ενοχλητικοί, μη συνεργάσιμοι ή ανταγωνιστικοί θα βρεθούν εκτός παιδιάς
ΤΡΙΓΜΟΥΣ στην αγορά, επιχειρηματική και τραπεζική, αλλά και νέο πονοκέφαλο προκαλεί η απόφαση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε. να παρέχει έναντι αντιτίμου πρόσβαση στα αρνητικά στοιχεία επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων, που αντλεί από τις τράπεζες.
Το πρόβλημα ξεκινά από τη στιγμή που η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ-Τραπεζικά Συστήματα Πληροφοριών Α.Ε. αυτοπροσδιορίζεται ως μη κερδοσκοπική εταιρεία αλλά με μετόχους αποκλειστικά πιστωτικά ιδρύματα και θυγατρικές πιστωτικών ιδρυμάτων.
Μέτοχοι της εταιρείας είναι οι μεγαλύτερες ελληνικές τράπεζες, δηλαδή και οι 4 συστημικές (Εθνική, Πειραιώς, Alpha Bank και Eurobank) που ως γνωστόν μετοχικά ελέγχονται έως 68% από το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας.
Το παράδοξο είναι πως στις αρχές λειτουργίας της εταιρείας «με συνέπεια και αίσθημα ευθύνης» διαφημίζονται μεταξύ άλλων «ο σεβασμός και η προστασία των δικαιωμάτων του πολίτη και η παροχή προς αυτόν κάθε δυνατής συνδρομής σχετικά με τα δεδομένα που τον αφορούν».
Ουσιαστικά η ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ Α.Ε., μέτοχοι της οποίας είναι οι μεγαλύτερες τράπεζες στη διάθεση των οποίων έχουν περιέλθει κάθε λογής προσωπικά στοιχεία φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων, λειτουργεί ως η μεγαλύτερη βάση δεδομένων γνωστοποιούμενα έναντι εύλογου αντιτίμου.
Εύλογες οι αντιδράσεις που εκδηλώνονται σε όλα τα μέτωπα, με προεξάρχοντα τον επιχειρηματικό κόσμο που εκφράζει την αγανάκτησή του για το κερδοσκοπικό παιχνίδι το οποίο παίζεται -όπως υποστηρίζουν παράγοντες της αγοράς- στην πλάτη των χειμαζόμενων επιχειρήσεων και στα συντρίμμια που άφησε πίσω της η διαχείριση των ίδιων των τραπεζών την περίοδο του άλογου δανεισμού.
Σχολιάζοντας την ανακοίνωση της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ, ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ Γιώργος Καββαθάς δηλώνει πως «τα προσωπικά δεδομένα των επιχειρήσεων δεν μπορεί να γίνονται φέιγ βολάν». Οι φόβοι επικεντρώνονται στο ότι με ανοιχτή την πρόσβαση σε αυτά τα στοιχεία ο αθέμιτος αναγωνισμός θα οργιάσει και οι στρεβλώσεις που εμποδίζουν την αναζωογόννηση της επιχειρηματικότητας θα διογκωθούν.
Παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν πως τα στοιχεία αυτά δεν μπορούν να οδηγήσουν σε αξιόπιστο προσδιορισμό της πιστοληπτικής ικανότητας μίας εταιρείας αν δεν αξιολογηθούν σωστά. Είναι προφανές πως μία εταιρεία δεν μπορεί να κρίνεται πιστοληπτικά μόνο με βάση τις ακάλυπτες επιταγές χωρίς να συνεκτιμώνται και άλλες παράμετροι.
Υπενθυμίζεται ότι κατά παρέκκλιση του σκοπού σύστασης της Α.Ε. η εταιρεία διέθεσε πρώτα επί πληρωμή δικαστηριακά στοιχεία και πλέον επεκτείνεται και στη διάθεση των τραπεζικών στοιχείων. Αυτών που αντλούν οι ίδιοι οι μέτοχοι -δηλαδή οι τράπεζες- από τους πελάτες τους προκειμένου να εγκρίνουν τη χορήγηση δανείου.
Το όλο θέμα προκαλεί εύλογα ερωτήματα σε μία συγκυρία που δρομολογείται το πλαίσιο για τη διευθέτηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ξεπερνούν κατά πολύ τα 80 δισ. ευρώ), διαδικασία όπου οι τράπεζες -μέτοχοι της ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ- θα διαδραματίζουν καταλυτικό ρόλο για τη διάσωση ή μη μίας εταιρείας ή φυσικού προσώπου, θα έχουν την σχεδόν απόλυτη δικαιοδοσία να χορηγούν στοιχεία σε ανταγωνιστικές ή μη επιχειρήσεις για λογαριασμό πελατών ή ανταγωνιστών τους.
Στην αγορά θεωρείται κοινό μυστικό (και ανησυχία) πως μέσω της διευθέτησης των NPLs θα γίνει το μεγαλύτερο «ξεκαθάρισμα» δυνάμεων στο εγχώριο επιχειρείν, πως εταιρείες θα περάσουν με συνοπτικές διαδικασίες σε άλλα (και ξένα) χέρια, πως επαγγελματίες ενοχλητικοί, μη συνεργάσιμοι ή ανταγωνιστικοί θα βρεθούν εκτός παιδιάς προκειμένου να εξυπηρετηθούν συμφέροντα τρίτων.
Σε «κερκόπορτα για τους δανειστές τα κόκκινα δάνεια...» προειδοποιούσε η «Ε» από τις αρχές Μαρτίου. Σχεδόν απόλυτη επικυριαρχία των τραπεζών, και μέσω της θυγατρικής τους, σε σημείο που δικαίωμα παρέμβασης δεν θα έχει καν ο υπουργός Ανάπτυξης. Και αυτό σε μία περίοδο που η αγορά στενάζει από την έλλειψη ρευστότητας, που ο επικεφαλής της Task Force, Horst Reichenbach, δείχνει ως κύριο πρόβλημα τη μη χρηματοδότηση της επιχειρηματικότητας. Την ίδια ώρα που ο ίδιος ο Ν. Δένδιας λέει -και σωστά- πως ο επιχειρηματίας πρέπει να έχει και δεύτερη ευκαιρία.
Το ερώτημα δεν είναι η τήρηση των στοιχείων ή ποίων στοιχείων αλλά πώς γίνεται η εκμετάλλευσή τους, δεδομένου ότι η χώρα χρειάζεται τουλάχιστον 100.000 νέες επιχειρήσεις για να αρχίσει να ξεπερνά το πρόβλημα της ανεργίας.

Οι «σκιές» του Τειρεσία

ΤΟ ΓΡΑΜΜΑ του νόμου 2472/1997, «για την προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα», δεν φαίνεται να καλύπτει ευθέως και τα οικονομικά-επιχειρηματικά δεδομένα των νομικών προσώπων κάθε μορφής, παρά το γεγονός ότι οι λεγόμενες προσωπικές εταιρείες (Ο.Ε. και Ε.Ε.), αλλά συχνά και οι Εταιρείες Περιορισμένης Ευθύνης, στην ουσία αποτελούν μικρομεσαίες οικογενειακές επιχειρήσεις, για τη λειτουργία των οποίων οι ομόρρυθμοι εταίροι τους φέρουν εκ του νόμου και ατομική ευθύνη για τα χρέη των εταιρειών.
Η λειτουργία της υπηρεσίας «ΤΣΕΚ», που ήδη προωθείται εμπορικά και παρέχεται από την Τειρεσίας Α.Ε., βασίζεται σε αυτό ακριβώς το νομοθετικό έλλειμμα, εμπορευματοποιώντας τις πληροφορίες που αφορούν σε δυσμενή οικονομικά στοιχεία νομικών προσώπων. Αν ερευνήσει μάλιστα κανείς το σχετικό ιστότοπο «tsek.teiresias.gr», στο πεδίο «πρόσβαση και δεδομένα» θα διαπιστώσει ότι δεν καθίσταται σαφές πως τα υπό έρευνα δεδομένα δεν αφορούν στοιχεία φυσικών προσώπων. Θα πρέπει να ανατρέξει κανείς στην ενότητα «όροι και προϋποθέσεις» προκειμένου να το διαπιστώσει.
Αυτή καθ' εαυτήν, όμως, η μεθοδολογία τήρησης και καταχώρισης στοιχείων στο Σύστημα Αθέτησης Υποχρεώσεων (ΣΑΥ) εγκυμονεί σοβαρό κίνδυνο άδικης διαπόμπευσης και εμπορικής απομόνωσης επιχειρηματιών που αναγκάστηκαν να προσφύγουν σε χρηματοδότηση με σκληρούς, επαχθείς και ενίοτε παράνομους όρους (π.χ. τοκογλυφικούς).
Για παράδειγμα, ο λήπτης πληροφοριών μέσω του «ΤΣΕΚ» μπορεί να λάβει γνώση μόνο του είδους και του αριθμού των δυσμενών στοιχείων του αντισυμβαλλομένου του (π.χ. δύο ακάλυπτες επιταγές, μία διαταγή πληρωμής, μία κατάσχεση) και όχι τυχόν νόμιμων και βάσιμων αντιρρήσεών του σε παράνομες και καταχρηστικές αξιώσεις. Ακόμα, λοιπόν, και αν η καταχωρισμένη στη μαύρη λίστα επιχείρηση δικαιωθεί δικαστικά στο μέλλον, η εν τω μεταξύ υφιστάμενη εμπορική δυσφήμησή της, μέσω της καταχώρισης στο ΣΑΥ, θα της επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη. Είναι προφανές ότι με το υπάρχον, παντελώς αρρύθμιστο νομοθετικά, πλαίσιο τίθεται άδικα και άκριτα στην ίδια μοίρα έναντι της αγοράς τόσο ο επιχειρηματίας-θύμα μιας τοκογλυφικής δραστηριότητας όσο και ο «μπαταχτσής».
Συνεπώς, καθίσταται δικαιοπολιτικά αναγκαία η άμεση παρέμβαση του νομοθέτη και η κατάστρωση σαφών και συγκεκριμένων κριτηρίων συλλογής, επεξεργασίας και μετάδοσης τέτοιων πληροφοριών και δεδομένων και για τα νομικά πρόσωπα, έτσι ώστε αφ' ενός να εξυπηρετείται η ασφάλεια των συναλλαγών και αφ' ετέρου να αποτρέπεται η άλογη και επικίνδυνη διαχείριση και εμπορευματοποίηση της πληροφορίας.