Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2019

Η Μ Α Ν Α ( Μια πολύ συγκινητική και αληθινή ιστορία).

Σηκωνόταν κάθε πρωΐ και πριν κάνει οτιδήποτε άλλο κατευθυνόταν προς το προσκυνητάρι.
Έκανε τον σταυρό της, αργά, ευλαβικά.

Έπιανε με το δεξί της χέρι το μικρό ποτηράκι που χρησιμοποιούσε για καντήλι το έφερνε στο αριστερό της χέρι και ξανάκανε το σταυρό της.

Το άφηνε απαλά πάνω στο τραπέζι που βρισκόταν εκεί δίπλα, άνοιγε μια μικρή μπιζουτιέρα που μέσα αντί για χρυσαφικά είχε θυμίαμα, καρβουνάκια, φυτιλάκια. 

Πρόσθετε λίγο λάδι, άλλαζε το φυτιλάκι, το άναβε ψέλνοντας το «Άξιον εστίν», το τοπετούσε και πάλι στο κέντρο του προσκυνηταριού.

Το παλιό φυτιλάκι με την χαρτοπετσέτα δεν τα πετούσε στα σκουπίδια, είχε μια ειδική σακούλα, όταν γέμιζε την έπαιρνε και την έκαιγε σε μια άκρη της αυλής του σπιτιού της.

Κάθε μέρα ο γιος της την πετύχαινε σε κάποιο σημείο αλλαγής του φυτιλιού.
Αυτός πήγαινε πάντα βιαστικά στο μπάνιο, να πλυθεί, να ντυθεί να πάει στην δουλειά.

Ο πατέρας του τους είχε αφήσει εδώ και χρόνια, μάλλον καλύτερα που έφυγε μιας και η καημένη του η μάνα τράβηξε πολλά από τα μεθύσια και τις ασωτίες του.

Την παρατηρούσε κάθε μέρα, κάθε πρωί να ψέλνει, να θυμιάζει το σπίτι, να τον αποχαιρετά με το θυμιατό στο χέρι, να τον σταυρώνει καθώς αυτός απομακρυνόταν.
Και πάλι την έβλεπε να ανοίγει απαλά τις κουρτίνες του παραθύρου και να τον παρατηρεί καθώς έμπαινε στο αμάξι.

Μετά και αυτή ντυνόταν και πήγαινε στο ναό να ακούσει την ισχνή φωνή του ιερέα να ψέλνει τον όρθο της ημέρας.
Μέσα στο ναό καθόταν όρθια κάτω από την αγιογραφία της Αγίας Αικατερίνης.

Εκεί στο στασίδι ακουμπούσε λίγο, έκλεινε τα μάτια της και έλεγε την ευχή.
Μόλις τελείωνε ο όρθος περίμενε τον πάτερ να πάρει την ευχή του.
Έβαζε μετάνοια, φιλούσε το χέρι του και έφευγε.

Το απόγευμα καθώς γυρνούσε κουρασμένος από την δουλειά την έβρισκε είτε να κρατά το συναξάρι είτε το προσευχητάρι.
Του έβαζε να φάει, δεν τον ρωτούσε πολλά, μόνο αν ήταν καλά, μόνο αν ήθελε κάτι και μπορούσε να το κάνει.

Καθόταν μαζί του και τον έβλεπε να τρώει.
Τον έβλεπε και χόρταινε και η ίδια, χαιρόταν όταν έτρωγε όλο το φαγητό στο πιάτο, μα χαιρόταν περισσότερο εάν ζητούσε κι άλλο.
Αν σήκωνε τα μάτια του έβλεπε πάντα το χαμόγελό της.
Σιωπηλή, ήρεμη, παρόν.
Τελείωνε το φαγητό του.
Έκανε τον σταυρό της.

Σηκωνόντουσαν από το τραπέζι.
Πήγαινε στο σαλόνι, άνοιγε την τηλεόραση, έβλεπε είδήσεις ή αθλητικά, μπορεί να τον έπερνε ο ύπνος εκεί.
Κατα το βραδάκι, σηκωνόταν ντυνόνταν και καθώς άνοιγε την πόρτα έλεγε «μάνα, θα βγώ…».

Η φωνή της ακουγόνταν πίσω από την κλειστή πόρτα του δωματίου της, έκαμε να τον προλάβει μα τις περισσότερες φορές τον λόγο της τον προλάβαινε ο ήχος της εξώπορτας «…να προσέχεις παιδί μου…».

Έμενε στην κλειστή εξώπορτα, όρθια, μόνη, σιωπηλή. 
Μετά από λίγο γυρνούσε στο δωμάτιό της.
Δίπλα στο μονό κρεβάτι της είχε ένα μικρό χαλάκι. 
Σήκωνε απαλά την φούστα της, τα γονατά της ακουμπούσαν χάμο.
Το βλέμμα της έμενε καρφωμένο σε μια εικόνα της 
Παναγίας που είχε στο κομοδίνο της.

Δεν άκουγες τίποτα να βγαίνει από το στόμα της, δεν άκουγες φωνή, μα αν ήσουν παρόν θα έβλεπες τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα, να χαρακώνουν τα μάγουλά της, να κυλάνε στο λαιμό της και να χάνονται στην αλυσίδα του σταυρού της.

Οι ώρες περνούσαν, δύο, τρεις και τέσσερις ώρες.
Στα γόνατα.
Στο μικρό αυτό χαλάκι, στην μικρή αυτή κάμαρα.

Ποτέ της δεν έκανε κύρηγμα στο γιο της.
Ποτέ της δεν τον ρωτούσε που πήγαινε, με ποιους ήταν, τί έκανε.
Την ανησυχία της την έκανε προσευχή.

Το κλειδί στην πόρτα ακουγόταν.
Ήταν ο γιος της.
Γύρισε.
Έκανε τον σταυρό της.
Ακουμπούσε το μέτωπό της χάμο και έμενε εκεί μέχρι ο γιος της να μπει στο δωμάτιό του.
Αφού έπεφτε για ύπνο, έκανε αυτή να σηκωθεί.

Μα κάποιες φορές ήταν τόσο δύσκολο.
Τόση ώρα στα γόνατα δεν αισθανόταν πλέον τα πόδια της.
Προσπαθούσε στηριζόμενη στο κρεβάτι της.
Κάποιες φορές ίσα ίσα που κατάφερνε να ακουμπήσει το σώμα της στο στρώμα, κάποιες άλλες φορές έμενε χάμο απλώνοντας τα πόδια της περιμένοντας να κυκλοφορήσει και πάλι το αίμα.

Την επόμενη μέρα, η πόρτα του δωματίου του άνοιγε. 
Καθώς πήγαινε στο μπάνιο την έβλεπε και πάλι να αλλάζει το φυτιλάκι.
Και αυτό γινόταν χρόνια.
Πάντα διακριτική. 
Είχανε μεταξύ τους μια συνδέουσα απόσταση, μία σχέση σεβασμού, κατανόησης, αλληλοπεριχώρησης.

Ο καιρός περνούσε.
Γνώρισε μια κοπέλα όμορφη, καλοσυνάτη, απλή.
Την αγαπούσε πολύ ο γιος της, και αυτή την αγάπησε πολύ.
Την έφερε και στο σπίτι.
Της είπανε ότι έχουν σκοπό να παντρευτούν.

Η μάνα του σηκώθηκε έκανε στο σταυρό της, «να ναι ευλογημένο παιδιά μου», είπε, έπεσα στα γόνατα, έπιασε τα χέρια της κοπέλας και τα φίλησε.
Τα φίλησε και τα γέμισε δάκρυα, δάκρυα χαράς.

Πέρασαν μερικές ημέρες.
Το πρόγραμμα στο σπίτι δεν άλλαξε.
Μέχρι εκείνο το πρωινό.

Ξύπνησε, βγήκε από το δωμάτιό του μα δεν είδε την μάνα του.
Κοντοστάθηκε.
Έμεινε ακίνητος μερικά δευτερόλεπτα.
Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα.
Τα χείλη του ψέλλιζαν μια λέξη μα την επαναλάμβαναν αδύναμα, ψιθυριστά.

Μα όσο πήγαινε η λέξη δυνάμωνε, μέχρι που η φωνή του έγινε κραυγή… «μάνα μου», έλεγε και ξανάλεγε, έτρεξε στη μικρή της κάμαρα.
Άνοιξε την πόρτα.
Την είδε γονατιστή πάνω στο μικρό χαλάκι.

Ακίνητη, σιωπηλή, ήρεμη, χωρίς πνοή, με μάτια κλειστά, με το κομποσχοίνι στα χέρια της.
Είχε γύρει και ακουμπούσε στο πλάι του κρεβατιού.
Το μικρό πορτατίφ ήταν ακόμα αναμένο.
Μπροστά της η εικονά της Παναγίας.

Γονάτισε δίπλα της.
Σταμάτησε να φωνάζει.
Σταμάτησε να κινείται κι αυτός.
Και οι δυο πλέον ήταν γονατιστοί.
Μάνα και γιος.
Δίπλα δίπλα.

Μετά από μερικά λεπτά γύρισε, την είδε, της χάιδεψε τα μαλλιά, την πλησίασε και την ασπάστηκε στα μάτια της, σ’αυτά τα μάτια που ήταν ακόμα υγρά από τα δάκρυα της προσευχής της, της νήψης που βίωνε.

Τα δικά του μάτια είχαν γίνει κόκκινα από την αλμύρα των δακρύων του.
Η όψη του όμως ήταν ειρηνική, όπως της μάνας του.

Σηκώθηκε.
Πήγε προς το προσκυνητάρι.
Πήρε με το δεξί του χέρι το καντηλάκι.
Άλλαξε το φυτιλάκι.
Έκανε το σταυρό του.

Μετά ειδοποίησε τους συγγενείς…

Το μεγαλύτερο κήρυγμα είναι η ζωή μας.

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 2019

Ετσι ο Γέροντας Παΐσιος με έβγαλε από το αδιέξοδο



 Τελευταία ενημέρωση: 04-10-2019 | 21:12:52 - Πρώτη δημοσίευση: 04-10-2019 | 21:12:52

https://www.vimaorthodoxias.gr/sygxronoi-gerontes-gerontas-paisios/etsi-o-gerontas-paisios-me-evgale-apo-to-adiexodo/


Του Γεώργιου Καμπούρη

Το 1992 υπηρετούσα σε μια Μονάδα του Έβρου και διέμενα στο Διδυμότειχο. Την εποχή εκείνη η σύζυγός μου, Μαρία, ήταν έγκυος στο δεύτερο παιδί και διένυε τον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της.


Το θετικό αποτέλεσμα ενός τεστ ελέγχου αντισωμάτων ερυθράς, μας αναστάτωσε. Μετά από μερικές ήμερες η επανάληψη του τεστ, σε άλλο μικροβιολογικό εργαστήριο, επιβεβαίωσε εκ νέου ότι η σύζυγός μου είχε νοσήσει από ερυθρά, ενώ εγκυμονούσε.


Να σημειωθεί ότι κατά την πρώτη εγκυμοσύνη, πριν από 3 χρόνια περίπου, το αποτέλεσμα του τεστ αντισωμάτων ερυθράς ήταν αρνητικό. Όπως ήταν επόμενο απευθύνθηκα σε ιατρούς γυναικολόγους, πού εμμέσως μας προέτρεπαν σε διακοπή κυήσεως, δεδομένου ότι ο ιός της ερυθράς προσβάλλει τα μάτια, τα αυτιά και τον εγκέφαλο του εμβρύου.


Οι στατιστικές συνηγορούσαν ότι υπήρχαν πιθανότητες στο 80% – 85% το παιδί πού θα γεννιόταν να είναι τυφλό, κωφάλαλο ή και με διανοητική στέρηση. Με όλα αυτά πού άκουγα είχα χάσει πραγματικά τον ύπνο μου, ενώ προσπαθούσα να μη μεταφέρω στη σύζυγό μου τις αγωνίες μου, για να μην επιβαρύνω την κατάστασή της.


Τον Αύγουστο του ’92 πήρα μετάθεση από τον Έβρο στη Μυτιλήνη (ιδιαίτερη πατρίδα μου). Η σύζυγός μου είχε φύγει 10 ημέρες περίπου νωρίτερα για να μπορέσω να μαζέψω την οικοσκευή μας.


Ήταν Παρασκευή προς Σάββατο και ενώ κοιμόμουν είδα στον ύπνο μου έναν Γέροντα ρασοφόρο να με προσκαλεί πάραυτα, να πάω στο Άγιον Όρος. Μέχρι τότε δεν είχα ποτέ επισκεφθεί, αλλά και ούτε γνώριζα το δρομολόγιο πού έπρεπε να ακολουθήσω για να φτάσω εκεί.


Η απάντηση πού του έδωσα μέσα στον ύπνο μου ήταν: «Μα δεν ξέρω πώς να πάω», και μου απαντά: «Έλα, θα σε οδηγήσω εγώ». Τρόμαξα, ξύπνησα και νόμισα ότι τον έβλεπα μπροστά μου. Άναψα τα φώτα, αλλά δεν υπήρχε τίποτα. Μονολόγησα, «δεν βαριέσαι, όνειρο είναι» και έκλεισα το φως για να συνεχίσω τον ύπνο μου. Πέρασε λίγη ώρα και είδα ξανά τον ίδιο Γέροντα να με προσκαλεί να πάω στο Άγιον Όρος. Ξαφνιάστηκα και φοβήθηκα. Άναψα αμέσως τα φώτα, αλλά δεν είδα τίποτα.


Κάθισα στο κρεββάτι μου και κοίταξα το ρολόι μου πού έδειχνε περασμένες 02:00 η ώρα. Προβληματίστηκα και δεν ήξερα τινά κάνω. Να ξεκινήσω από το Διδυμότειχο να πάω στο Άγιον Όρος και ποιο δρομολόγιο να ακολουθήσω. Ξημέρωνε Σάββατο και έπρεπε να ενημερώσω το νέο Διοικητή, πού αναλάμβανε για τις υποχρεώσεις της Μονάδας. «Να ξεκινήσω νά φύγω κρυφά χωρίς να τον ενημερώσω και αν με αναζητήσουν τί θα πω;». Όλα αυτά και άλλα πολλά ερωτήματα βασάνιζαν το μυαλό μου.


Τελικά πήρα την απόφαση. Ξεκίνησα περίπου στις 02:30 πιστεύοντας ότι ολα θα πάνε καλά αφού άλλωστε με προσκάλεσε ο Γέροντας.


Φθάνοντας στην Ασπροβάλτα κατευθύνθηκα αριστερά αφήνοντας την εθνική οδό Καβάλας – Θεσσαλονίκης και οδηγώντας βρέθηκα σε μία διασταύρωση με πινακίδες τοπωνυμίων και χωριών. Χωρίς πλέον να γνωρίζω την κατεύθυνση προς την οποία θα έπρεπε να κινηθώ, αναγκάστηκα να σταματήσω, ενώ ακόμα δεν είχε ξημερώσει.


Μέσα σε ελάχιστο χρόνο περνά ένα όχημα και του έκανα σήμα να σταματήσει για να το ρωτήσω προς ποιά κατεύθυνση να κινηθώ για να φτάσω στην Ουρανούπολη. Με μεγάλη μου χαρά πληροφορήθηκα ότι και αυτοί εκεί κατευθύνονταν και να τους ακολουθήσω. Πράγματι 15 λεπτά περίπου πριν αναχωρήσει το πλοίο για τη Δάφνη, φθάσαμε στην Ουρανούπολη.


Εκεί υπήρχε το αδιαχώρητο από το μεγάλο αριθμό των επισκεπτών πού πήγαινε στο Άγιον Όρος και συνεπώς μεγάλη δυσκολία στην εξεύρεση χώρου στάθμευσης. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή πλησίον της αποβάθρας έφυγε ένα αυτοκίνητο και οι Θεσσαλονικείς για να με διευκολύνουν, επειδή δεν ήξερα την περιοχή με άφησαν να παρκάρω για να προλάβω γρήγορα να επιβιβαστώ στο πλοίο πού θα έφευγε.


Όταν ξεκίνησε το πλοίο τους αναζήτησα ανάμεσα στους επιβάτες για να τους ευχαριστήσω, αλλά δεν ήταν μέσα. Πιθανόν να μην πρόλαβαν να παρκάρουν έγκαιρα και να επιβιβασθούν. Ενώ καθόμουν μόνος χωρίς παρέα μέσα στο πλοίο, με πλησίασε κάποιος Παναγιώτης, από την Αττική (Μάνδρα ή Ελευσίνα) και με ρώτησε πού συγκεκριμένα θα πάω στο Άγιον Όρος και αν πάω για πρώτη φορά. Του απάντησα ότι πρώτη φορά πηγαίνω και δεν ξέρω πού να πάω. Αλλά του διηγήθηκα ότι, όταν υπηρετούσα στη Θεσσαλονίκη το ’87 είχα ακούσει από έναν φίλο μου στρατιωτικό δικαστή για κάποιον γέροντα Παΐσιο και ήθελα να τον δω.


Ο Παναγιώτης τότε μου είπε, «είσαι τυχερός γιατί και εγώ σ΄ αυτόν θα πάω. Για να πάμε όμως εκεί πρέπει να βγούμε στη Δάφνη, να πάμε με λεωφορείο στις Καρυές και να μείνουμε στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου, για να προλάβουμε πριν δύσει ο ήλιος να φτάσουμε με τα πόδια στο Κελλί του».


Όταν φτάσαμε με πολλούς άλλους προσκυνητές (αφού βγάλαμε διαμονητήρια), στην είσοδο της Ιεράς Μονής ο υπεύθυνος μοναχός δεν δέχτηκε να φιλοξενήσει κανέναν, διότι είχε πολλούς προσκυνητές και έπρεπε να είχαμε εξασφαλίσει τη διαμονή μας τηλεφωνικά από την προηγούμενη ημέρα.


Διαβάστε εδώ:  Αγιος Γέροντας Παΐσιος: "Η υπερηφάνεια γελοιοποιεί τον άνθρωπο"

Τον πλησίασα και εγώ με τη σειρά μου και τον ρώτησα αν υπάρχει κάποιο κρεββάτι για σήμερα και με έκπληξή μου απάντησε: «Ναι», ενώ σε όλους τους άλλους προσκυνητές τους έλεγε άλλη μέρα. Του είπα ότι δεν ήμουν μόνος μου, αλλά και πάλι μας δέχθηκε. Πράγματι, αφού τακτοποιηθήκαμε και αφήσαμε τα προσωπικά μας αντικείμενα στη Μονή, ξεκινήσαμε για το Κελλί του γέροντα Παϊσίου. Φθάνοντας στο Κελλί συναντήσαμε πάρα πολύ κόσμο, οι οποίοι κάθονταν και άκουγαν τις συμβουλές του Γέροντα.


Κάποιοι από τους επισκέπτες του έκαναν διάφορες επίκαιρες για την εποχή εκείνη ερωτήσεις, όπως: «Τί θα γίνει με το 666, αν θα αναγραφεί στις ταυτότητες μας, τι θα γίνει με το Κυπριακό, αν λυθεϊ κ.λπ».


Όταν ο γέροντας Παϊσιος τελείωσε τις συμβουλές του μας είπε να τον αφήσουμε να πάει στο Κελλί του να εκτελέσει τα καθήκοντά του. Τότε πολλοί από τους επισκέπτες μπήκαμε σε μία γραμμή για να μπορέσουμε να τον πλησιάσουμε και να του πει καθένας το πρόβλημά του. Όλους όμως πού ήταν μπροστά στη σειρά, τους έλεγε ότι δεν έχει χρόνο.


Όταν έφτασε η δική μου σειρά του είπα: «Γέροντα και εγώ ήθελα να σας δω για λίγο» και μου απαντά: «Πήγαινε εκεί και κάτσε, είσαι κουρασμένος, από τον Έβρο ήρθες και περίμενε». Αφού τελείωσε με όλους ήρθε κοντά μου και μου είπε: «Είσαι Στρατιωτικός» και με ρώτησε αν γνωρίζω κάποιο συνάδελφο το όνομα του οποίου δεν θυμάμαι τώρα. Μετά του μίλησα για το πρόβλημα πού αντιμετώπιζα με την εγκυμοσύνη της συζύγου μου και αν θα έπρεπε να γίνει διακοπή της κυήσεως της (ήδη ήταν 6 μηνών).


Μου απάντησε: «Δεν πιστεύω ότι ο Θεός θα σου δώσει εσένα να ανέβεις Γολγοθά, αλλά, και αν ακόμη αυτό είναι το θέλημά Του, θα σου δώσει τη δύναμη να το αντιμετωπίσεις. Εγώ όμως θα προσευχηθώ να μην ανέβεις τον Γολγοθά και να γεννήσει η γυναίκα σου ένα γερό παιδί. Πρόσεξε όμως μη δεχθείς η γυναίκα σου να γίνει πειραματόζωο. Γι΄ αυτό ρώτησε και έναν ιατρό στην Γερμανία ή στην Αμερική αλλά κυρίως στην Γερμανία τί κάνουν εκεί».


Μετά από τις συμβουλές του αυτές έφυγα και πήγα στην Ιερά Μονή Κουτλουμουσίου για να διαμείνω, αλλά προβληματιζόμουν για το πού θα βρω γυναικολόγο γιατρό στη Γερμανία, σε ποιά γλώσσα θα του μιλήσω αφού δεν γνωρίζω γερμανικά για να επικοινωνήσω μαζί του και άλλα πολλά.


Την επόμενη ημέρα, Κυριακή πρωί, μετά τη Θεία Λειτουργία και την τράπεζα, ξεκίνησα να ξαναπάω στο Κελλί του μαζί με το φίλο μου τον Παναγιώτη.


Στο δρόμο συναντήσαμε λίγο πριν φθάσουμε στο Κελλί έναν κληρικό που επέστρεφε. Αφού χαιρετηθήκαμε μας λέει: «Μή συνεχίζετε, διότι από εκεί έρχομαι και δεν άνοιξε, μάλλον έχει φύγει». Εμείς όμως συνεχίσαμε και, όταν φτάσαμε χτυπήσαμε τρεις φορές το αυτοσχέδιο κουδούνι του και εμφανίστηκε στην είσοδο του Κελλιού του κάνοντας μας νεύμα να πλησιάσουμε.


Πράγματι ανέφερα εκ νέου τους προβληματισμούς μου και ο γέροντας Παΐσιος μου επανέλαβε αυτά πού μου είχε πει το προηγούμενο απόγευμα. Αφού του ζήτησα κάποια ευλογία μου έδωσε δύο εικόνες μικρές ξυλόγλυπτες, οπού στη μία ήταν η Παναγία Βρεφοκρατούσα και στην άλλη ο Ιησούς Χριστός Εσταυρωμένος και τη μία να τη βάλω στο κρεββάτι του παιδιού πού θα γεννιόταν και την άλλη στης μητέρας. «Δεν έχω να σου δώσω, ευλογημένε κάτι παραπάνω, γιατί έχω γεράσει και δεν κάνω εργόχειρο». Αφού ασπάσθηκα τη χείρα του πήρα τον δρόμο της επιστροφής.


Το βράδυ της ίδιας μέρας έφτασα στο Διδυμότειχο. Επειδή ήμουν μόνος πήγα και περπάτησα στην πλατεία της κωμόπολης, όπου είναι και το τέμενος. Εκεί με βρίσκει ο ιδιοκτήτης ενός φούρνου, ο κ. Νίκος με τον όποιον είχαμε συνδεθεί και οικογενειακά, επειδή με βοήθησε, όταν πρωτοπήγα στο Διδυμότειχο στην εξεύρεση κατοικίας. Συμφωνήσαμε να πιούμε ένα ποτήρι κρασί, αφού πρώτα μιλήσει στο τηλέφωνο με το γυιό του στη Γερμανία, ο οποίος τελείωσε ιατρική και πήρε την ειδικότητα του γυναικολόγου και ο καθηγητής του τον προέτρεπε να σταδιοδρομήσει εκεί. Εκείνη τη στιγμή θυμήθηκα τα λόγια του π. Παϊσίου («ρώτα γιατρό στη Γερμανία»). Τον παρακάλεσα, πριν κλείσει το τηλέφωνο να μιλήσω κι εγώ μαζί του.


Αφού ολοκλήρωσαν τη συνομιλία τους, με φώναξε και με σύστησε στον γυιό του. Πράγματι του είπα το πρόβλημα και όλα τα μικροβιολογικά δεδομένα πού είχα και ζήτησα την επιστημονική του άποψη. Μου απάντησε ότι είμαι τυχερός, διότι τα αποτελέσματα των εξετάσεων αποδεικνύουν ότι ο συγκεκριμένος τύπος του ιού της ερυθράς, δεν είχε τη δύναμη να διαπεράσει το αμνιακό υγρό που περιβάλλει το έμβρυο μέσα στο σάκκο, ο οποίος λειτουργεί σαν προστατευτικό κέλυφος και κατά συνέπεια δεν είχε προσβληθεί το έμβρυο.


Το πρόβλημα πού αντιμετωπίζαμε, ήταν ανακοίνωση σε επιστημονικό συνέδριο πού συμμετείχε πρόσφατα και ήταν 10 ετών μελετών της Πανεπιστημιακής Κλινικής, πού έκανε την ειδικότητά του. Η ανακούφιση από την αγωνία μου και η χαρά πού ένιωσα εκείνη την ώρα δεν μπορεί να περιγραφεί, ούτε να αποτυπωθεί με μερικές λέξεις πάνω σε ένα φύλλο χαρτιού.


Πράγματι ακολουθώντας τις συμβουλές του δεν άφησα τη γυναίκα μου να γίνει πειραματόζωο και το Νοέμβριο μήνα γεννήθηκε ένα υγιές παιδί.


Ο Γέροντας Παΐσιος με έβγαλε από αδιέξοδο, Περιοδικό «Ερώ», Έκδοση Κέντρου Ενότητος και Μελέτης-Προβολής των Αξιών μας «Ενωμένη Ρωμιοσύνη»

https://www.vimaorthodoxias.gr/sygxronoi-gerontes-gerontas-paisios/etsi-o-gerontas-paisios-me-evgale-apo-to-adiexodo/

Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2019

Όσιος Στέφανος ο Ομολογητής, ο Νέος



Πληγεὶς νέε Στέφανε τὴν κάραν ξύλῳ,
Εὗρες πρεπόντως οὐχὶ γηράσκον στέφος.
Εἰκάδι ὀγδοάτῃ Στεφάνου Νέου κράτα θραῦσαν.
Βιογραφία
Ο Όσιος Στέφανος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και οι ευσεβείς γονείς του Ιωάννης και Άννα τον ανέθρεψαν κατά τον καλύτερο χριστιανικό τρόπο. Όταν μεγάλωσε, μορφώθηκε αρκετά και αργότερα αναδείχθηκε ηγούμενος στο περίφημο όρος του Αγίου Αυξεντίου.

Όταν ξέσπασε ο πόλεμος εναντίον των αγίων εικόνων, όχι μόνο δε συμμορφώθηκε με τις αυτοκρατορικές διαταγές, αλλά και χαρακτήρισε αιρετικούς τους εικονομάχους βασιλείς. Καταγγέλθηκε στον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο τον Κοπρώνυμο, ο όποιος ήλπιζε με την προσωπική του επιβολή, όταν τον έφερνε μπροστά του, να δαμάσει το φρόνημα του Στεφάνου. Συνέβη όμως το αντίθετο. Ο Στέφανος, από τους ανθρώπους με «πολλὴν παῤῥησία ἐν πίστει τὴν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ» (Α' προς Τιμόθεον, γ' 13), δηλαδή με πολλή παρρησία και θάρρος στο να διακηρύττει την πίστη που ομολογούν όσοι είναι σε κοινωνία με τον Ιησού Χριστό, ήλεγξε αυστηρά κατά πρόσωπο τον Κοπρώνυμο. Αυτός τότε τον έκλεισε στη φυλακή και μετά από μέρες διέταξε να τον θανατώσουν.

Αφού, λοιπόν, τον έβγαλαν από την φυλακή, άρχισαν να τον λιθοβολούν και να τον κτυπούν με βαρεία ρόπαλα. Ένα ισχυρό κτύπημα στο κεφάλι έδωσε τέλος στη ζωή του Στεφάνου (το 767 μ.Χ.). Κατόπιν το σώμα του το έριξαν στη θάλασσα, αλλά ευλαβείς χριστιανοί που το βρήκαν όταν τα κύματα το έφεραν στην παραλία, το έθαψαν με την αρμόζουσα τιμή.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείαν ἄσκησιν ἐνδεδειγμένος, σκεῦος γέγονας δικαιοσύνης διαπρέπων ταῖς σεπταῖς ἀναβάσεσι· καὶ τοῦ Χριστοῦ τὴν εἰκόνα σεβόμενος, μαρτυρικῆς ἠξιώθης φαιδρότητος. Θεῖε Στέφανε, ἐν ὅπλῳ ἡμᾶς στεφάνωσον τῆς θείας εὐδοκίας τοὺς ὑμνοῦντας σε.

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεὶς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Ἀσκητικῶς προγυμνασθεὶς ἐν τῷ ὄρει, τὰς νοητὰς τῶν δυσμενῶν παρατάξεις, τῇ πανοπλίᾳ ὤλεσας παμμάκαρ τοῦ Σταυροῦ. Αὖθις δὲ πρὸς ἄθλησιν, ἀνδρικῶς ἀπεδύσω, κτείνας τὸν Κοπρώνυμον, τῷ τῆς Πίστεως ξίφει· καὶ δι᾽ ἀμφοῖν ἐστέφθης ἐκ Θεοῦ, Ὁσιομάρτυς ἀοίδιμε Στέφανε.

Κοντάκιον
Ἦχος δ’. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἑορτάζει σήμερον, ἡ Ἐκκλησία, ἑορτὴν εὐφρόσυνον, ἐν τῇ σῇ μνήμη· καὶ πιστῶς, ἀνευφημοῦσα κραυγάζει σοι, Στέφανε θεῖε, ὁσίων τὸ καύχημα.

Κάθισμα
Ἦχος δ’ Ὁ ὑψωθεὶς.
Τῶν Μοναστῶν ὑπογραμμὸς ἀνεδείχθης, τῶν Ἀθλητῶν καλλωπισμὸς ἀνεφάνης, δι' ἀμφοτέρων Στέφανε κοσμούμενος· ὅθεν ἀξιάγαστε, καὶ διπλοῦς τοὺς στεφάνους, ἔλαβες ἀσκήσεως, καὶ ἀθλήσεως Πάτερ. Ἀλλ' ἐκτενῶς Χριστὸν ὑπὲρ ἡμῶν, τῶν σὲ ὑμνούντων, ἱκέτευε Στέφανε.

Ὁ Οἶκος
Εἰς πᾶσαν γῆν ὡς ἀληθῶς, διέδραμεν ὁ φθόγγος τῶν σῶν κατορθωμάτων, σοφὲ Ὁσιομάρτυς, ὧν περ εἰργάσω θαυμαστῶς· ὅθεν δυσωπῶ σε, παρρησίαν πρὸς Θεὸν ὡς κεκτημένος Ὅσιε, ἱκέτευε τοῦ δοθῆναί μοι λόγον ἐπάξιον, τοῦ ἀνευφημῆσαι τοὺς ἀγῶνας, οὓς ὑπέστης ἐξ ὁρατῶν ἐχθρῶν καὶ νοουμένων· ὃς πρὶν ἀσκητικῶς καθεῖλες, ἀπάσας τὰς κινήσεις τῆς σαρκὸς ἀπονεκρώσας, ἀθλήσει δὲ νῦν τὸν τύραννον ἐτροπώσω, Ὁσίων τὸ καύχημα.
http://www.saint.gr/3098/saint.aspx

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2019

26 Νοεμβρίου 1807: Σαν σήμερα θανατώθηκε στο Αϊβαλί ο Άγιος Γεώργιος ο Χιοπολίτης

  

 

(Διά χειρός Φώτη Κόντογλου)

Τα ξημερώματα της 26ης Νοεμβρίου του 1807 στην πλατεία του Αϊβαλιού, πάνω σε μια παραλληλεπίπεδη όρθια πέτρα πάνω στην οποία «σφάζονταν οι Γκιαούρηδες», μαρτύρησε ο Άγιος Γεώργιος από το Πιτυός της Χίου που όταν ήταν νέος είχε αλλαξοπιστήσει και είχε γίνει Αχμέτ. Μετάνιωσε, έγινε και πάλι χριστιανός, και πήγε και κρύφτηκε στο Αϊβαλί. Εκεί όμως τον αναγνώρισαν, τον κατέδωσαν, και το αποτέλεσμα ήταν να ομολογήσει στον Τούρκο καδή πως «Γιώργης γεννήθηκε και Γιώργης θα πεθάνει».


Τα μαρτύρια που ακολούθησαν τη σύλληψή του, αλλά και την εκτέλεσή του περιγράφει ο Φώτης Κόντογλου στο βιβλίο του «Το Αϊβαλί η πατρίδα μου»:


Δεκαεφτά μέρες τον τυραγνούσανε και τον μπομπεύανε, απ’ τις 8 του Νοέβρη ως τις 26. Κάθε μέρα μέσα στο παζάρι τρέχανε άξαφνα οι χριστιανοί κατά τη φυλακή, λέγοντας ο ένας στον άλλο: «Πάλε τον Γιώργη δέρνουνε!» Μα μ’ ούλα τα βασανιστήρια κείνος δεν άλλαζε γνώμη και δεν έβγανε πλια γρυ απ’ το στόμα του, μηδέ ρωμέικο, μηδέ τούρκικο. Ο αγάς, σαν είδε κι απόειδε πως δεν έκανε τίποτα με τις φοβέρες, και πως μόνο ρεζιλευότανε η αρχή από ’ναν ραγιά, έβγαλε απόφαση να του κόψουν το κεφάλι.


Ουλή η πολιτεία έπεσε σε μεγάλη θλίψη. Κείνες τις μέρες δεν ακούστηκε μηδέ τραγούδι, μηδέ λαλούμενο. Οι χριστιανοί είχανε παρατημένα τα γένια τους, και πολλοί βάλανε μαύρα πουκάμισα.


Ο Γιώργης μήνυσε στους δικούς του να μην τον αφήσουνε να πεθάνει αμετάλαβος. Τότες ένας παπάς καμώθηκε πως πιάστηκε τάχα σε καβγά μ’ έναν χριστιανό και τους φυλακώσανε, κ’ έτσι έσμιξε με τον Γιώργη, τον ξαγόρεψε και τον μετάλαβε.


Στις 25 του μηνός ο Γιώργης δεν κοιμήθηκε ούλη τη νύχτα, μόνο προσευχότανε γονατισμένος μέσα στο κελλί του, με την μπάλα στα ποδάρια. [...]


Ξημέρωσε κ’ η τελευταία μέρα του. Θα τον σφάζανε κείνο το βράδυ τα μεσάνυχτα. Κατά το μεσημέρι οι ζαπτιέδες του Κονακιού κουβαλήσανε μια μεγάλη πλάκα σαρμουσακόπετρα στη μέση του παζαριού, στο μέρος που θα τον θανατώνανε. Οι χριστιανοί στεκόντανε χλωμιασμένοι γύρου-τριγύρου, και στα σοκάκια χαιρετιόντανε μονάχα με το κούνημα του κεφαλιού. Κατά το σούρουπο οι στρατιώτες στήσανε τον σοφά για τον αγά και για το συμβούλιο.


Σαν σκοτείνιασε, ο κόσμος αρχίνησε να κατεβαίνει στο παζάρι απ’ ούλες τις μεριές. Κείνοι που δε βαστούσ’ η καρδιά τους να δούνε τη σφαγή, παγαίνανε στις εκκλησές και κάνανε αγρυπνίες.


Οι Τούρκοι φοβούντανε κανένα ρεμπελιό από μέρος των χριστιανών, και γι’ αυτό αραδιάσανε γύρω απ’ τη φυλακή καμιά πενηνταριά μπασιμποζούκηδες. Στο παζάρι φυλάγανε άλλα εκατό ζεϊμπέκια αρματωμένα ίσαμε τα δόντια και με λουμπούτια1 στα χέρια, για να βαστούνε μακριά τον κόσμο. Στην καζάρμα,2 στα Ταμπακαριά, λέγανε πως είχανε κατεβάσει απ’ την Πέργαμο ολάκερο ταμπούρι για κάθε ενδεχούμενο.


Ως τις τέσσερες ώρες της νύχτας δεν είχε απομείνει άντρας σε σπίτι, εξόν οι αρρώστοι. Μιαν αναμπαμπούλα κ’ ένα πατιρντί έβγαινε απ’ το πλήθος, που ζουλιόντανε σαν γίδια, πασκίζοντας να ζυγώσουνε στο μέρος της σφαγής.


Κάμποσοι πάλε φουκαράδες χώνανε ανάμεσα στους άλλους για να ζεσταθούνε. Κι απ’ ούλα τα στόματα έβγαινε ένα μούρμουρο λυπητερό: «Κύριε, ελέησον!» Οι φίλοι του Γιώργη δεν είχανε βάλει τίποτα στο στόμα τους απ’ το πουρνό, και πιάσανε από νωρίς τα πόστα γύρω στην πλάκα, για να του δώσουνε καρδιά, αν τύχαινε να λιγοψυχήσει.


Τέλος έφταξ’ ο αγάς με τη δωδεκάδα και καθίσανε στις θέσες τους. Πέντ’-έξι σκλάβοι βαστούσανε από ’να μεγάλο φανάρι κι ο τόπος έφεγγε σαν μέρα, μ’ όλο που τ’ αναβόσβηνε ο βοριάς. Ο αγάς, αφού διπλοπόδισε, έστριψε και κοίταξε άγρια τον κόσμο κ’ είπε σιγανά, χτενίζοντας με τα δάχτυλα τα γένια του: «Ολέν, μπου γκιαουρλάρ νε ιστερλέρ;» («Μωρέ, τούτοι οι γκιαούρηδες τι θέλουνε;»). [...]


Το χτυποκάρδι πλήθαινε όσο σίμωνε η ώρα, ως που σηκώθηκε ένα σούσουρο μέσα στον κόσμο κατά τη μεριά της φυλακής: «Τον φέρνουνε! Τον φέρνουνε!».


Τρεις αρματωμένοι τον είχανε περιζωσμένον, μα δεν είχανε ολότελα χέρι απάνω του. Κείνος περπατούσε με τα χέρια μπαγλαρωμένα πιστάγκωνα, με τα στήθια μπρος, το κεφάλι ριγμένο κατά πίσω. Τα ρούχα του ήτανε άσπρα και κατακάθαρα, γιατί του τα ’χανε στείλει στη φυλακή οι χριστιανοί, να ’ναι συγυρισμένος. Φορούσε μόνο το πουκάμισό του και το σώβρακο, δίχως ζουνάρι, ξυπόλητος και ξεσκούφωτος. Τα μάτια του γελαζούμενα, το μαύρο μουστάκι του στριμμένο αλαφρά-λαφρά, τα γένια του μπαρμπερισμένα. Το πρόσωπό του είχε μια τέτοια ημερότη, πόλεγες πως έβλεπε κιόλας τον Θεό. Το πουκάμισό του ήτανε κουμπωμένο σεμνά στο λαιμό του, κ’ η φλέβα του λαιμού φούσκωνε, όπως ήτανε τραβηγμένες οι πλάτες του κατά πίσω απ’ το δέσιμο. Μπροστά του πάγαινε ένα φανάρι.




Σαν έφταξε στη μέση, τον σταματήσανε μπροστά στον κριτή. Κι ο αγάς θέλησε να του πει κατιτίς, μα δεν πρόφταξε, γιατί ο Γιώργης, δίχως να στήσει αυτί στο τι θα του ’λεγε ο κόπρος, για καλό, για κακό, πήγε και γονάτισε απάνου στην πλάκα κ’ έσκυψε το κεφάλι του. Ο αγάς απόμεινε με βουλωμένο στόμα, κι ούλοι οι Τούρκοι σταθήκανε ντροπιασμένοι. Μέσα στον κόσμο σηκώθηκε ένα μούρμουρο απ’ τους χριστιανούς, που καταχαρήκανε για την αντρεία του και δοξάζανε τον Θεό. Μάλιστα ένας από τους φίλους του, που παραστέκανε κοντά στην πλάκα, δε βάσταξε και του φώναξε δυνατά: «Άφεριμ, Γιώργη!». Μα τότες κάποιος Τούρκος στρατιώτης χύθηκε και του κατέβασε μία καμουτσιά κατάμουτρα και τον πήρανε τα αίματα.


Σε τούτο το μεταξύ ο μπόγιας σίμωσε τον Γιώργη όπως ήτανε γονατισμένος και τον έβαλε μέσα στα σκέλια του, κ’ ένας άλλος ζεϊμπέκης έφεγγε με το φανάρι απάνου απ’ το κεφάλι που θέλανε να κόψουνε. Κ’ εκεί που ο μπόγιας ακόνιζε με το μασάτι τη μαχαίρα του κάμποση ώρα χρατς-χρουτς ξεπίτηδες για να τον φοβερίξει, σηκώθηκε ο μουφτής που καθότανε δίπλα στον αγά και, ζυγώνοντας τον μελλοθάνατο, τον ρώτηξε αν μετάνιωνε, για να του χαριστεί η ζωή. Αλλά εκείνος κούνησε με φούρια το κεφάλι του πως όχι.


Τότες ο Χασάνης ξέσκισε βλαστημώντας το πουκάμισο του Γιώργη ένα γύρω στο λαιμό του κ’ έχωσε τα δάχτυλα μέσα στα μαλλιά του, λες κ’ ήθελε να τον χαδέψει, και με τ’ άλλο χέρι χάραξε γλήγορα-γλήγορα το λαιμό μ’ ένα μικρό μαχαίρι. Τόσο σβέλτα κι άξαφνα το ’κανε, π’ όσοι βλέπανε ένα γύρο ξαφνιαστήκανε σαν είδανε τ’ άλικο αίμα πόσταξε απάνου στην πλάκα.


Το κορμί τίναξε, μα το στόμα μουρμούριζε ακόμα: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξου το πνεύμα μου!» – επειδής το μαχαίρι δεν είχε κόψει το λαρύγγι.


Ωστόσο, ίσαμε να παίξει το μάτι, ο Τούρκος πήρε το μεγάλο το χαντζάρι και το τράβηξε μια και δυο με μαστοριά, σαν το δοξάρι που τραβά ο βιολιτζής απάνου στις κόρδες. Ένα μουγκρητό βγήκε απ’ τη φριχτή πληγή. Το αίμα γιουργιάρισε απάνω στα στήθια του και στα βρακιά του, τέτοιος ντούναβρος, που θαμπώσανε τα μάτια. Το κορμί έγειρε μονοκόμματο, να πέσει μπρούμυτο απάνου στην πλάκα. Μα ο σκύλος το σήκωσε απ’ τα μαλλιά κι άλλοι δυο τρέξανε κι αδράχνοντάς το από τους νώμους το βαστάξανε στυλωμένο. Οι χοχλιοί τ’ Άγιου αναποδογυριστήκανε μέσα στις ματότρυπες και το μαυράδι κρύφτηκε ολότελα. Τα νεύρα παίζανε απάνου στα μάγουλα, το στόμα ανοιγόκλεινε κ’ έβγαζε ματωμένον αφρό. Και κείνος ο δαίμονας τον έσφιγγε ανάμεσα στα ποδάρια του μεθυσμένος απ’ το αίμα κ’ έπαιζε με τέχνη τρομερή το μαχαίρι σα να κλάδευε κανένα δέντρο.


Μα το μαχαίρι ήτανε στομωμένο ξεπίτηδες για να τον τυραγνήσει, και δεν έκοβε, μόνο πριγιόνιζε το λαιμό. Κ’ έβλεπες να πέφτουνε μαζί με το αίμα κομμάτια κρέατα, που πηδούσανε ακόμα απάνου στην πλάκα, και το κορμί τίναζε ανάμεσα στα χέρια και στα ποδάρια που το σφίγγανε σα να ’θελε να φύγει. Τέλος ο τζελάτης3 ακούμπησε στην πλάτη του κουρμπανιού4 το ’να γόνατο και, βάζοντας τα δυνατά του, του ’χωσε το μαχαίρι όσο μπόρεσε πιο βαθιά. Ο σφαμένος τέντωσε μονομιάς σαν άλογο που σηκώνεται στα πισινά του, σηκώθηκε στα ποδάρια του ολόρτος, κ’ ύστερα ρίχτηκε μπρος με τέτοιαν ορμή, που τους κωλόσυρε και τους τρεις μαζί του. Ο μπόγιας έπεσε λαχανιασμένος από πάνω του δίχως να παρατήσει το μαχαίρι, επειδής είχε σφηνώσει τόσο γερά μέσα στο κόκκαλο, που μάταια πάσκιζε να το βγάλει, και πέρασε κάμποσο ως να μπορέσει να το τραβήξει χτυπώντας το με μια πέτρα.


Ποια καρδιά μπορεί να βαστάξει σ’ έναν τέτοιον αγώνα; Τίνος μάτια δε θα σφαλούσανε για να μη βλέπουνε πλια; Και κείνη η άψυχη πέτρα λες κι ανετρίχιαζε από τ’ άγριο πάλεμα που γινότανε απάνου της.


Ο κόσμος με μπαμπάκια στα χέρια χύμιζε ολοένα κατά την πλάκα, να πάρει αίμα για φυλαχτό, μα οι Τούρκοι τον κωλώνανε πίσω.


Ώρες ολάκερες τον τυράγνησε ως να τον τελειώσει. Και, σαν πάνιασε πλια το κορμί κ’ η ψυχή είχε πάγει στον ουρανό, ο μπόγιας το παράτησε για μια στιγμή, να σφουγγίζει τα χέρια του, κ’ υστέρα χώρισε το κεφάλι απ’ το κορμί βαρώντας απ’ το σβέρκο. Τέλος σηκώθηκε απάνου βαστώντας το αψηλά, κι αφού πρώτα το ’δειξε στον αγά, το τριγύρισε ύστερα να το δούνε κ’ οι χριστιανοί.


Τότες ούλος εκείνος ο κόσμος χύθηκε σαν παλαβός απάνου στο ζεστό κορμί. Κι άλλος σφούγγιζε το αίμα, άλλος ανεσπαζότανε τ’ άγιο λείψανο για την πλάκα, άλλος ξέσκιζε ένα κομμάτι απ’ το ρούχο του, άλλος δόξαζε τον Θεό. Μάταια τα Τουρκιά τους χτυπούσανε με τα ραβδιά και τους κλωτσούσανε. Ο αγάς πρόσταζε να τους βαρέσουνε στα καλά, κ’ οι Τούρκοι βάλανε τις φωνές και πέσανε με γυμνά σπαθιά απάνου στους χριστιανούς. Οι κακόμοιροι οι χριστιανοί σκορπίσανε, φωνάζοντας: «Κύριε, ελέησον! Κύριε, ελέησον!» — κι άλλος έχασε το φανάρι του, άλλος το ραβδί του, άλλος τα παπούτσια του, άλλος το καλπάκι του. [...]


Έτσι μαρτύρησε για την πίστη ο Άγιος Γιώργης ο Χιοπολίτης, τελευταίος στρατιώτης του Χριστού, γιατί αυτός έκλεισε το ματωμένο βιβλίο που πρωτάνοιξε ο πρωτομάρτυρας Στέφανος. [...]


______

1. Λουμπούτι: ραβδί 2. Καζάρμα: στρατώνας 3. Τζελάτης: μπόγιας 4. Κουρμπάνι: τ’ αρνί που σφάζουνε στο Μπαϊράμι.

http://www.pontos-news.gr/article/171881/26-noemvrioy-1807-san-simera-thanatothike-sto-aivali-o-agios-georgios-o-hiopolitis

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2019

Τι ακριβώς θέλει να δώσει στον ελληνικό λαό ο ΣΥΡΙΖΑ

Ποια είναι η ιδεολογία της αριστεράς σήμερα ;   Ποια είναι η ιδεολογική υπόσταση και πως φαντάζεται την  μελλοντική της υπόσταση μέσα στο χάος της  Νέας τάξης πραγμάτων;

Όλα, ξεκινάνε και τελειώνουν στα παραπάνω ερωτήματα .  

 Ένας αριστερός νέας εποχής   δεν έχει καταλάβει ότι λίγο θέλει να αγγίξει το όριο του προβοκάτορα  .
Ο Σημερινός αριστερός    δεν έχει  καταλάβει ότι  δεν γελοιοποιείς την κοινωνία ,την πατρίδα του με στόχο στην συνέχεια να την αλλάξει .
Έχει ιδεολογία ξεκάθαρη και την προβάλει με στόχο να πείσει για το σωστό των προθέσεων του.
Η αριστερά ενδιαφέρετε για την ανεργία των νέων και όχι για την κατήχηση της ψυχής και του μυαλού των νέων .
Η προβοκατόρικη λογική σε δημόσιο διάλογο είναι το κατάντημα της αριστεράς .

Ας ξεκαθαρίσει λοιπόν για να ξέρουμε αν συμφωνούν οι πολίτες στο τι είναι λογικό σε μια χρεοκοπημένη χώρα όπως η Ελλάδα και τι Α-λόγο;

Η αριστερά δείχνει μίσος για τον άνθρωπο τον Έλληνα που  με την εισβολή του Δ.Ν.Τ έχασε τα πάντα. Άλλαξε η ζωή του και τον λέει φασίστα επειδή αντιδρά .  

Για να μην υπάρχει κάποια παρεξήγηση αναφέρομε στην αριστερά που κυβέρνησε .

Δεν έχει καταλάβει το συγκεκριμένο κόμμα ότι έχασε τις εκλογές   εξαιτίας της συμφωνίας των πρεσπων και την απαίσια γλώσσα κατά του ελληνικού λαού που αντιδρούσε.

Με δεδομένο ότι ιδεολογίες του 20 αιώνα κατέρρευσαν και δεν υπάρχουν ποια ιδεολογία έχει σήμερα ώστε να μπορεί και ο ελληνας να καταλάβει με τι έχει να κάνει . Είναι έντιμος προβληματισμος και θα είχε μεγάλο ενδιαφέρων να το μάθουμε .


   

Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2019

Μητρ. Φλωρίνης Αυγουστίνος Καντιώτης, «Κύριε, σώσε τον κόσμο, την Ελλάδα μας, τη Μακεδονία μας»

«…ἔκραξε λέγων· Κύριε, σῶσόν με» (Ματθ. 14,30)
Κυριακὴ Θ΄ Ματθαίου (Ματθ. 14,22-34)

Ο Χριστός, ἀγαπητοί μου, δὲν ἔζησε πολὺ στὰ Ἰεροσόλυμα, ἐκεῖ ποὺ ἦταν οἱ γραμματεῖς, οἱ φαρισαῖοι καὶ οἱ ἀρχιερεῖς. Τὸν περισσότερο χρό­νο τῆς ἐπὶ γῆς ζωῆς του τὸν ἔ­ζησε κοντὰ στὴ λίμνη Γεννησαρὲτ ἢ θάλασσα τῆς Γαλιλαίας, ἐ­­κεῖ ποὺ οἱ ψαρᾶδες ἔῤῥιχναν τὰ δίχτυα τους γιὰ νὰ ζήσουν. Ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς ψαρᾶδες διάλεξε καὶ τοὺς ἀποστόλους του, μὲ τοὺς ὁποίους ἀ­νεγέννησε τὸν κόσμο.

Στὴ λίμνη αὐτὴ ὁ Χριστὸς ἔκανε καὶ τὸ θαῦμα ποὺ περιγράφει τὸ σημερινὸ εὐαγγέλιο. Ποιό θαῦμα; Ἐὰν σᾶς ἔλεγαν ὅτι ἄνθρωπος περπάτησε πάνω στὴ θάλασσα, ποιός θὰ τὸ πίστευε; Καὶ ὅμως· «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀν­θρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν» (Λουκ. 18,27).

Ἂς ἀναπαραστήσουμε τὴ σκηνὴ αὐτή.

* * *
Μιὰ νύχτα, περασμένα μεσάνυχτα, ἕνα μικρὸ καΐκι ταξίδευε στὰ νερὰ τῆς Γαλιλαίας. Μετέφερε τοὺς μαθητὰς τοῦ Χριστοῦ. Εἶνε εὐχάριστο τὸ ταξίδι ὅταν ἡ θάλασσα εἶνε ἤ­ρε­μη. Σὲ λίγο ὅμως ἄρχισε νὰ φυσάῃ, ὁ ἄνεμος δυνάμωσε, ἔγινε πολὺ ἰσχυρός, καὶ τὸ κα­ΐκι ἔπεσε σὲ φοβερὰ τρικυμία. Σὰν καρυ­δότσουφλο, πότε ὑψωνόταν καὶ πότε βυθιζόταν. Οἱ ἀπόστολοι κινδύνευαν ἀπὸ στι­γμὴ σὲ στιγμὴ νὰ πνιγοῦν. Τελικῶς τί ἔγινε;

Δὲν πνίγηκαν, σώθηκαν. Πῶς; Τὴν ὥρα ποὺ αὐτοὶ κινδύνευαν, πάνω ἀπ’ τὸ βουνὸ κάποιος τοὺς παρακολουθοῦσε. Ὅλη νύχτα δὲν κοι­μήθηκε. Κοιμοῦνται τὰ πουλιά, κοιμοῦνται τὰ ζῷα, κοιμοῦνται οἱ ἄνθρωποι, τὰ νήπια καὶ οἱ γέροντες, κοιμοῦνται ὅλοι. Ἕνας δὲν κοιμᾶ­ται, εἶνε ὁ ἀκοίμητος ὀφθαλμός· ἕνας δὲ γνω­ρίζει ὕπνο. Εἶνε ὁ Χριστός! Πάνω ἐκεῖ, γονατι­σμένος, ὕψωνε τὰ χέρια στὸ οὐρανὸ καὶ προσ­ευχόταν· παρακαλοῦσε τὸν οὐράνιο Πατέρα γιὰ τοὺς μαθητάς του. Προσευχόταν ὁ Χριστός. Κι ὅταν εἶδε ὅτι κινδυνεύουν ἦρθε κοντά τους· βρέθηκε ἐκεῖ στὴ λίμνη, καὶ περπατοῦσε πά­νω στὰ κύματα. Μέσ’ στὸ σκοτάδι οἱ μαθηταὶ νόμισαν πὼς βλέπουν φάντασμα καὶ φοβισμέ­νοι ἐκραύγασαν. Εἶνε ποτὲ δυνατὸν νὰ περπα­τᾷ ἄνθρωπος πάνω στὸ νερό; Ἀμέσως ὅμως ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε· ―«Μὴ φοβεῖσθε» (Ματθ. 14,27), ἐγὼ εἶμαι. —Ἂν εἶσαι σύ, Κύριε, φωνά­ζει ὁ Πέ­τρος, πές μου νὰ ’ρθῶ κοντά σου περπα­τών­τας κ’ ἐγὼ πάνω στὸ νερό. ―Ἔλα, τοῦ λέει ὁ Κύριος. Καὶ πράγματι ὁ Πέτρος κατέβηκε ἀπ’ τὸ πλοῖο κι ἄρχισε νὰ βαδίζῃ πάνω στὰ κύματα. Βλέποντας ὅμως δυνατὸ τὸν ἄνεμο φοβή­θηκε, ἄρχισε νὰ βυθίζεται καὶ φώναξε «Κύριε, σῶσόν με» (ἔ.ἀ. 14,30). Ἀμέσως ὁ Χριστὸς ἅ­πλωσε τὸ σπλαχνικὸ καὶ παντοδύναμο χέρι του καὶ τὸν ἅρπαξε. Μόλις μπῆκαν μαζὶ στὸ πλοῖο, κόπασε ὁ ἄνεμος κ’ ἔγινε γαλήνη. Ὅ­σοι ἦταν στὸ καΐκι ἔπεσαν ὅλοι καὶ τὸν προσκύνησαν λέ­γον­τας· «Ὄντως εἶσαι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ».

* * *
Τί μᾶς διδάσκει, ἀγαπητοί μου, τὸ θαῦμα; Μᾶς διδάσκει ὅτι, ὅπως ὁ Πέτρος καὶ οἱ ἄλλοι μαθηταὶ κινδύνευαν νὰ πνιγοῦν μέσ᾿ στὴν ἀ­γριεμένη θάλασσα, ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς κινδυνεύουμε. Κινδυνεύουμε ἀπὸ πολλοὺς κινδύνους.

Κινδυνεύουμε σωματικῶς. Κινδυνεύουμε ἀπὸ ἀσθένειες. Τί εἶνε ὁ ἄνθρωπος! Ἐκεῖ ποὺ κάθεσαι, ἐκεῖ ποὺ κρατᾷς τὸ ποτήρι, ἐκεῖ ποὺ μιλᾷς μὲ τὸν ἄντρα σου ἢ τὴ γυναῖκα σου, ἐ­κεῖ ποὺ περπατᾷς ἢ ἐκεῖ ποὺ ταξιδεύεις, μιὰ σταγόνα αἷμα νὰ γλιστρήσῃ καὶ νὰ πάῃ στὸν ἐγκέφαλο ἢ στὴν καρδιά, καὶ μένεις μὲ τὸ πο­τήρι στὰ χείλη, δὲν προλαβαίνεις νὰ πιῇς τὸν καφφέ. Κινδυνεύουμε ἀπὸ τὸ θάνατο. Ποιός ἀπὸ μᾶς ξέρει, ἂν θὰ ζήσῃ ὣς τὸ βράδυ; Κινδυνεύουμε στὰ δάση ἀπὸ ἄγρια θηρία, στὰ χωράφια ἀπὸ τὰ στοιχεῖα τῆς φύσεως, στὶς ἀσχολίες μας ἀπὸ διάφορα δυστυχήματα, ἰδίως στοὺς δρόμους ἀπὸ τὰ τροχαῖα. Χιλιάδες εἶνε τὰ θύματα κάθε χρόνο ἀπὸ τὰ αὐ­το­κίνητα. Ἔχουμε τόσους νεκροὺς καὶ τραυμα­τίες, ὅσους δὲν εἴχαμε στὶς πιὸ μεγάλες μά­χες ποὺ κάναμε στὰ βουνὰ γιὰ τὴν πατρίδα. Ἔχουμε νεκροὺς ὅσους δὲν ἔχουν ὅλα τὰ Βαλκάνια. Κινδυνεύουμε ὅμως καὶ στὰ ἄλλα μέσα συγκοινωνίας· ἀεροπλάνο, πέντε λεπτὰ προτοῦ νὰ προσγειωθῇ στὴν Κοζάνη, δέχτηκε κεραυνό, ἔσπασαν τὰ φτερά, ἔπεσε καὶ ἔ­γινε συντρίμμια, μὲ πλῆθος θύματα· μόνο ἀ­πὸ τὰ δαχτυλίδια προσπαθοῦσαν ν’ ἀναγνωρίσουν τοὺς ἐπιβάτες· θρῆνος καὶ κοπετός…

Ἰδού ἡ ἐποχή μας! Τὴν συγκρίνει κανεὶς μὲ ἄλλες ἐποχές, χωρὶς ῥαδιόφωνα, χωρὶς τηλεοράσεις, χωρὶς ἁμάξια πολυτελείας, χωρὶς πλούτη, μὲ τὰ λυχνάρια καὶ τὰ δᾳδιά, μὲ τὰ γα­ϊδουράκια καὶ τοὺς ἁπλοῦς ἀνθρώπους… Ὦ ἅγιε κόσμε ἀθάνατε, ποὺ ἔφυγες πιὰ ἀπὸ τὰ μάτια μας, κ᾿ ἦρθε ἕνας ἄλλος αἰώνας, ποὺ θέλει νὰ λέγεται πολιτισμένος, ἀλλὰ ἡ ἱστο­ρία θὰ τὸν γράψῃ ὡς τὸν ἀπαισιώτερο αἰῶνα τῆς καταστροφῆς! Τώρα κινδυνεύουμε – ἀπὸ ποῦ· ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη. Μιὰ προφητεία λέει· «Τὰ ἄθεα γράμματα θὰ καταστρέψουν τὴν ἀν­­θρωπότητα». Τί ἐννοεῖ; Δὲν κινδυνεύει ὁ κό­σμος ἀπ’ τὸ γεωργὸ ποὺ σκάβει τὴ γῆ, ἀπ’ τὸ βοσκὸ ποὺ βόσκει τὰ γιδοπρόβατά του· κινδυνεύει ἀπ᾿ αὐτοὺς ποὺ βγαίνουν ἀπ’ τὰ πανε­πιστήμια, καὶ μὲ τὸ μυαλό τους —μυαλὸ σατανικό— σκέπτονται πῶς νὰ βροῦν τὰ πιὸ φονικὰ ὅπλα. Ἔγραψαν λ.χ. οἱ ἐφημερίδες, ὅτι ἀνεκαλύφθη τὸ νετρόνιο· τί θὰ πῇ νετρό­νιο; Ὅπως παίρνεις καὶ ῥίχνεις ντι-ντι-τὶ καὶ σκο­τώνεις τὶς μῦγες, ἔτσι ἡ βόμβα νετρονίου θὰ καθαρίζῃ τοὺς ἀνθρώπους. Ἔρχονται φοβε­ρὲς ἡμέρες· ἕνα ἀεροπλάνο, ἕνα μαυροπούλι τοῦ σατανᾶ, θ᾿ ἀνεβῇ ψηλὰ χιλιάδες μέ­­τρα καὶ —Θεέ μου! προσευχη­θῆ­τε— μία βόμ­βα στὴ μία πόλι, καὶ τέλος! ἄλλη βόμβα στὴν ἄλλη, καὶ τέλος· ἄλλη βόμβα στὴν τρίτη πόλι, καὶ τέλος… Γῆ Μαδιάμ, θὰ ἐρημωθῇ ὁ κόσμος.

Κινδυνεύουμε λοιπὸν σωματικῶς. Ἀλλὰ πρὸ παντὸς κινδυνεύουμε ψυχικῶς. Μὲ ποιά γλῶσ­σα, ἀδελφοί μου, νὰ περιγράψουμε τοὺς ψυχι­κοὺς κινδύνους; Δυστυχῶς ὅμως τοὺς ὑποτιμοῦμε. Ἂς παρακαλέσουμε τὸ Θεό, νὰ μᾶς φωτίσῃ νὰ τὸ καταλάβουμε. Κινδυνεύουν ὄχι τόσο τὰ κορμιά μας ὅσο οἱ ψυχές μας. Ἂς εἰ­ρωνεύωνται κάποιοι νεαροί, ποὺ περιφέρον­­ται μὲ τὸ τσιγάρο στὸ στόμα καὶ μὲ τὴν ἀθεΐα καὶ ἀπιστία στὰ μυαλά. Ψυχή! σοῦ λένε, μὰ ὑπάρ­χει ψυχή;… Μάλιστα, κύριοι· ὑπάρχει ψυ­χή, ὑ­πάρχει κόλασις, ὑπάρχει παράδεισος. Νὰ εἶ­στε ἀπολύτως βέβαιοι, ὅτι ὑπάρχει Θε­ός, ἄλ­λη ζωή, αἰωνιότης. Κινδυνεύουν λοιπὸν οἱ ψυ­χές μας. Ἀπὸ ποῦ; Ἀπὸ τρεῖς ἐχθρούς. Πρῶ­τον, ἀπὸ τὴ σάρκα μας. Ὅπως εἶπε ὁ ἅ­γιος Κο­σμᾶς ὁ Αἰτωλός, ἡ σάρκα εἶνε ἕνα κτῆ­νος, ἕνα γουρούνι, ποὺ ζητᾷ νὰ μᾶς κυλήσῃ μέσα στὴ λάσπη καὶ στὸ βόρβορο. Δεύτερον, κινδυ­νεύουμε ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς ἀπιστίας καὶ τῆς διαφθορᾶς, ποὺ δελεάζει καὶ ἐπηρεάζει. Καὶ τρίτον, κινδυνεύουμε ἀπὸ τὸ σατα­νᾶ, ὁ ὁποῖ­ος «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ», κυκλοφορεῖ σὰν λιοντά­ρι ποὺ βρυχᾶ­ται ψάχνοντας ποιόν νὰ καταπιῇ (Α´ Πέτρ. 5,8). Κινδυνεύουμε μέρα – νύχτα. Εἴ­μαστε βαρκοῦ­λες. Ἐμεῖς εἴμαστε τὸ μικρὸ πλοιάριο τῆς Γεν­νησαρέτ. Μπορεῖ μιὰ βαρκούλα νὰ περάσῃ τὸ πέλαγος καὶ τὸν ὠκεανό; «Ἐδῶ καράβια πνί­γον­ται», ὅπως λέει ἡ παροιμία, καὶ οἱ «βαρκοῦλες ἀρμενίζουν»; ἐδῶ ὑπερωκεάνια χάνονται, κ’ ἐσύ, βαρκούλα, ποῦ πᾷς;

Ἀλλ’ ἂς φύγουμε ἀπὸ τὸ ἄτομό μας καὶ ἂς δοῦμε τὸ σύνολο. Κινδυ­νεύουμε ἀκόμα καὶ ἐ­θνικῶς. Τὸ βλέπουμε ἐδῶ στὴν ἀκριτι­κὴ γωνιά μας. Ποῦ εἴμεθα, μὲ ποιούς συνορεύουμε, ποιοί μᾶς περιβάλλουν; Φοβοῦμαι, δὲ θέ­λω νὰ τὸ πῶ, τρέμει ἡ καρδιά μου, γιατὶ εἶμαι Ἕλληνας Χριστιανὸς καὶ πονῶ. Κινδυνεύουμε καὶ δημογραφικῶς νὰ ξεκληριστοῦμε τελείως ὡς φυ­λὴ· νὰ μὴ μείνῃ πλέον οὔτε ἕνας Ἕλληνας πά­νω στὴ γῆ, νὰ σβήσῃ τὸ ἱστορικὸ αὐτὸ ἔθνος.

Κινδυνεύουμε λοιπὸν ἀτομικῶς, κινδυνεύ­ουμε οἰκογενειακῶς, κινδυνεύουμε ἐθνικῶς, κινδυνεύουμε τέλος πανανθρωπίνως· ἐκτὸς τῶν πολέμων, πάει νὰ διαταραχθῇ ἡ ἰ­σορροπία στὴ φύσι, ἡ ἀτμόσφαιρα, οἱ πάγοι στοὺς πόλους, ἡ χλωρίδα καὶ ἡ πανίδα (φυτὰ καὶ ζῷα)· ἡ γῆ νὰ γίνῃ ἕνας γυμνὸς σφόνδυλος, κι ὁ σατα­νᾶς νὰ τοῦ δώσῃ μιὰ κλωτσιὰ νὰ τὸν ἀφανίσῃ.

* * *
―Ὤ, ἀπελπιστικὰ εἶν’ αὐτὰ ποὺ μᾶς λές!…
Ὄχι, ἀγαπητοί μου. Βλέποντας τοὺς κινδύ­νους ποὺ διατρέχουμε ἂς ἔχουμε ψηλὰ τὸ μέ­τωπο. Ἀπελπίζονται οἱ ἄπιστοι καὶ αὐτοκτο­νοῦν. Ὅσοι πιστεύουν στὸ Θεὸ δὲν ἀπελπίζον­ται. Γνωρίζουν ὅτι, πέρα ἀπὸ τὴν ὕλη, τὶς φυσι­κὲς δυνάμεις καὶ τὸ χρῆμα, ὑπάρχει ὁ μεγά­λος Θεός, ὑπάρχει ὁ Χριστός, ποὺ ζῇ καὶ βασι­λεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Τί χρειάζεται; Νὰ κάνου­με ὅπως ὁ Πέτρος, ποὺ φώναξε «Κύριε, σῶ­σόν με». Ἔτσι κ᾿ ἐμεῖς ὅλοι νὰ φωνάξουμε· Κύριε, σῶσε μας! Παρακαλέστε, ἀδέρφια μου, τὸ Θεό· Κύριε, σῶσε τὸν κόσμο, τὴν Ἑλλάδα μας, τὴ Μακεδονία μας· σῶσε τοὺς γονεῖς μας, τὰ παιδιά μας, τὴν οἰκογένειά μας, ὅ,τι φίλτατο ἔ­χουμε ἐπὶ τῆς γῆς, διὰ πρεσβειῶν τῆς ὑπερ­­α­γίας Θεοτόκου καὶ πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν.

† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος

(ἱ. ν. Ἁγ. Παρασκευῆς Πισοδερίου – Φλωρίνης 31-7-1977)
https://katanixi.gr/2019/08/18/μητρ-φλωρίνης-αυγουστίνος-καντιώτης-24/