Σάββατο 11 Απριλίου 2020

Ένταξη των Ρομά: το Πλαίσιο της ΕΕ αρχίζει να αποδίδει

Ευρωπαϊκή Επιτροπή

Δελτίο Τύπου

Βρυξέλλες, 4 Απριλίου 2014

Ένταξη των Ρομά: το Πλαίσιο της ΕΕ αρχίζει να αποδίδει

Χάρη στη συντονισμένη δράση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η ένταξη των Ρομά βρίσκεται σταθερά στην πολιτική ατζέντα όλων των ευρωπαϊκών χωρών. Τα πρώτα σημάδια βελτίωσης της ζωής των Ρομά αρχίζουν σιγά - σιγά να γίνονται ορατά, σύμφωνα με νέα έκθεση που δημοσιεύτηκε σήμερα για την πρόοδο των κρατών μελών όσον αφορά το Πλαίσιο της ΕΕ για τις εθνικές στρατηγικές ένταξης των Ρομά.

Το πλαίσιο της ΕΕ, το οποίο υπέγραψαν οι Ευρωπαίοι ηγέτες το 2011 (IP/11/789), θέσπισε, για πρώτη φορά, μια σταθερή διαδικασία συντονισμού των δράσεων για την ένταξη των Ρομά. Δύο χρόνια αργότερα, οι υπουργοί των κρατών μελών ενέκριναν ομόφωνα την πρώτη νομική πράξη για την ένταξη των Ρομά σε επίπεδο ΕΕ και ανέλαβαν τη δέσμευση να εφαρμόσουν σειρά συστάσεων της Επιτροπής με στόχο τη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων μεταξύ των Ρομά και του υπολοίπου πληθυσμού σε τέσσερις τομείς: εκπαίδευση, απασχόληση, υγειονομική περίθαλψη και στέγαση (IP/13/1226).

Η σημερινή έκθεση της Επιτροπής αξιολογεί την πρόοδο που επιτεύχθηκε από το 2011 όσον αφορά το πλαίσιο της ΕΕ και επισημαίνει τόσο τα θετικά παραδείγματα όσο και τους τομείς στους οποίους απαιτούνται περισσότερες προσπάθειες από τα κράτη μέλη. Παρόλο που εξακολουθούν να υπάρχουν προβλήματα, οι βελτιώσεις είναι ορατές: περισσότερα παιδιά Ρομά παρακολουθούν προσχολική εκπαίδευση και εφαρμόζονται περισσότερα προγράμματα καθοδήγησης, που βοηθούν τους Ρομά να βρουν δουλειά, καθώς και προγράμματα διαμεσολάβησης για την κάλυψη των διαφορών μεταξύ των Ρομά και του υπολοίπου πληθυσμού όσον αφορά τη στέγαση και την πρόσβαση στην υγειονομική περίθαλψη. Χάρη στους νέους κανονισμούς της ΕΕ για τη χρήση των κονδυλίων της ΕΕ, την περίοδο 2014-20 τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέτουν το 20% των πόρων από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο αποκλειστικά για την κοινωνική ένταξη.

«Πριν από τέσσερα χρόνια, το θέμα της ένταξης των Ρομά δεν απασχολούσε τα περισσότερα κράτη μέλη. Σήμερα, χάρη στη συντονισμένη δράση, αρχίζει να πνέει άνεμος αλλαγής», δήλωσε η αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επίτροπος Δικαιοσύνης Βίβιαν Ρέντινγκ. «Το πλαίσιο της ΕΕ για τις εθνικές στρατηγικές ένταξης των Ρομά υπήρξε ορόσημο, καθώς χάρη σ' αυτό δεσμεύτηκαν οι εθνικές κυβερνήσεις, στο υψηλότερο επίπεδο, ότι θα εργαστούν για τη προώθηση της ένταξης των Ρομά. Βέβαια, δεν μπορούμε να ανατρέψουμε αιώνες αποκλεισμού και διακρίσεων από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά το γεγονός ότι το ζήτημα βρίσκεται σταθερά στην ευρωπαϊκή πολιτική ατζέντα αποτελεί σημάδι προόδου. Για παράδειγμα, τα τελευταία τρία χρόνια ο αριθμός των παιδιών Ρομά που έχουν ενταχθεί στην προσχολική εκπαίδευση αυξάνεται. Ως επόμενο βήμα, θα μπορούσε να φανταστεί κανείς περισσότερο στοχευμένους κανόνες και έναν μηχανισμό χρηματοδότησης που θα προορίζεται ειδικά για τους Ρομά, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πόροι θα διατίθενται εκεί όπου πραγματικά χρειάζονται .»

«Για να βελτιωθούν ουσιαστικά οι συνθήκες ζωής των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων Ρομά στην Ευρώπη, οφείλουμε να διασφαλίσουμε ότι επαρκή ποσά χρησιμοποιούνται αποτελεσματικά για τη στήριξη των εθνικών στρατηγικών ένταξης των Ρομά. Τα κράτη μέλη πρέπει επίσης να λαμβάνουν υπόψη την ένταξη των Ρομά όταν καταρτίζουν τις πολιτικές τους για την εκπαίδευση, την απασχόληση, την υγειονομική περίθαλψη και τη στέγαση», δήλωσε ο Λάσλο Άντορ, επίτροπος Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Κοινωνικής Ένταξης. «Ήλθε πλέον η ώρα να μεριμνήσουν τα κράτη μέλη ώστε η ένταξη των Ρομά να αποτελέσει προτεραιότητα κατά τη διάθεση των κονδυλίων της ΕΕ την προσεχή επταετή δημοσιονομική περίοδο.»

Παρόλο που οι κοινότητες Ρομά εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν τη φτώχεια, τον κοινωνικό αποκλεισμό και τις διακρίσεις, η σημερινή έκθεση δείχνει ότι έχει σημειωθεί πρόοδος και στα 28 κράτη μέλη. Οι κυριότερες διαπιστώσεις είναι οι εξής:

Εκπαίδευση: έχει επιτευχθεί ικανοποιητική πρόοδος όσον αφορά τη διασφάλιση ότι όλα τα παιδιά Ρομά θα τελειώνουν τουλάχιστον το δημοτικό σχολείο, ενώ στη Φιλανδία αυξήθηκε και το ποσοστό συμμετοχής στην προσχολική εκπαίδευση από 2% σε 60%. Στην Ουγγαρία θεσπίστηκε νέος νόμος που καθιστά υποχρεωτική τη διετή προσχολική εκπαίδευση για όλα τα παιδιά. Αντίστοιχη υποχρεωτική διετής προσχολική εκπαίδευση προβλέπεται στη Βουλγαρία, ενώ στην Ιρλανδία εφαρμόζεται ο θεσμός των «μετακινούμενων δασκάλων» που ακολουθούν τις νομαδικές κοινότητες. Ωστόσο, θα χρειαστεί να καταβληθούν μεγαλύτερες προσπάθειες για την αντιμετώπιση του ζητήματος του διαχωρισμού στα σχολεία γενικής εκπαίδευσης σε αρκετές χώρες της ΕΕ.

Απασχόληση: Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έγιναν κάποιες προσπάθειες για βελτίωση των προοπτικών απασχόλησης των Ρομά, οι οποίες όμως πολύ σπάνια συνοδεύονταν από συστηματικά στοχευμένα μέτρα σχετικά με τη ζήτηση στην αγορά εργασίας, όπως η καταπολέμηση των διακρίσεων και η παροχή κινήτρων στους εργοδότες. Μερικά ελπιδοφόρα παραδείγματα είναι: η επιμόρφωση συμβούλων για τους Ρομά που αναζητούν εργασία στην Αυστρία, ο διορισμός, με κονδύλια της ΕΕ, διαμεσολαβητών για θέματα απασχόλησης των Ρομά στη Φινλανδία και πρόγραμμα συμβούλων εργασίας στην Ισπανία.

Στέγαση: τα κράτη μέλη έχουν σημειώσει σημαντική πρόοδο όσον αφορά την προώθηση της ένταξης των Ρομά ως αμφίδρομης διαδικασίας, για τις κοινότητες των Ρομά και των μη Ρομά. Ωστόσο, για να υπάρξουν αποτελέσματα, πρέπει να αναληφθούν πρωτοβουλίες μικρής κλίμακας σε όλη την Ευρώπη. Δύο παραδείγματα ορθών πρακτικών είναι: ο διορισμός 38 διαμεσολαβητών για θέματα στέγασης στο Βέλγιο και η συγκρότηση στο Βερολίνο στη Γερμανία ομάδας εργασίας με στόχο την αποδοχή των Ρομά από την τοπική κοινωνία και την ένταξή τους σε αυτήν.

Υγεία: αρκετές χώρες έχουν εστιάσει στη βελτίωση της πρόσβασης των πιο ευάλωτων ομάδων Ρομά στην υγειονομική περίθαλψη. Ειδικότερα, η κυβέρνηση της Γαλλίας δεσμεύτηκε να μειώσει τα οικονομικά εμπόδια στην υγειονομική περίθαλψη, ενώ οι κυβερνήσεις της Ρουμανίας και της Ισπανίας επένδυσαν σε διαμεσολαβητές στον τομέα της υγείας για την κοινότητα των Ρομά. Η διασφάλιση της βασικής υγειονομικής κάλυψης εξακολουθεί να αποτελεί πρόβλημα σε ορισμένα κράτη μέλη.

Διακρίσεις: χάρη στη δράση της Επιτροπής έχει εξασφαλιστεί ένα ισχυρό νομικό πλαίσιο σε όλα τα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση των διακρίσεων. Ωστόσο, οι χώρες πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για την εφαρμογή της νομοθεσίας στην πράξη (IP/14/27). Σ' αυτή τη διαδικασία, οι εθνικοί φορείς ισότητας έχουν καθοριστικό ρόλο. Η Σλοβακία έλαβε προσωρινά θετικά μέτρα υπέρ των Ρομά.

Χρηματοδότηση: η επαρκής χρηματοδότηση για την ένταξη των Ρομά εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση. Για πρώτη φορά, το 20 % των του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου που διατίθενται στα κράτη μέλη για τα προγράμματά τους πρέπει να χρησιμοποιείται αποκλειστικά για την κοινωνική ένταξη, από 15 % κατά μέσο όρο που είναι σήμερα. Για τη χρηματοδοτική περίοδο μετά το 2020, η Επιτροπή θα διερευνήσει τρόπους για να βελτιωθεί περαιτέρω και να γίνει αποτελεσματικότερη η οικονομική στήριξη προς τους Ρομά, μεταξύ άλλων, με τη δημιουργία ενός ειδικού μηχανισμού. Περισσότερα παραδείγματα ανά χώρα περιλαμβάνονται στα (εθνικά ενημερωτικά δελτία).

Διάσκεψη κορυφής της ΕΕ για τους Ρομά

Η αξιολόγηση αυτή συμπίπτει με την τρίτη διάσκεψη κορυφής της ΕΕ για τους Ρομά, κατά την οποία πολιτικοί ιθύνοντες σε τοπικό, εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο θα συναντηθούν με εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών για να συζητήσουν την πρόοδο που έχει επιτευχθεί όσον αφορά την ένταξη των Ρομά. Σκοπός της διάσκεψης είναι να γίνει απολογισμός του τρόπου με τον οποίο εφαρμόζονται οι εθνικές στρατηγικές για τους Ρομά, τις οποίες υποβάλλουν κάθε χρόνο τα κράτη μέλη βάσει του πλαισίου της ΕΕ, και να εξεταστεί κατά πόσο οι στρατηγικές αυτές βελτιώνουν τη ζωή των κοινοτήτων Ρομά. Περίπου 500 εκπρόσωποι οργάνων της ΕΕ, εθνικών κυβερνήσεων και κοινοβουλίων, διεθνών οργανισμών, της κοινωνίας των πολιτών (συμπεριλαμβανομένων των οργανώσεων των Ρομά) και τοπικών και περιφερειακών αρχών θα διατυπώσουν τις απόψεις τους σχετικά με το τι έχει επιτευχθεί μέχρι σήμερα και πώς θα μπορούσε να προωθηθεί ακόμη περισσότερο η ένταξη των Ρομά στο μέλλον. Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την ατζέντα της διάσκεψης για τους Ρομά, τα προς συζήτηση θέματα και τους συμμετέχοντες θα βρείτε εδώ: IP/14/317.

Ιστορικό

Η ένταξη των Ρομά είναι κάτι περισσότερο από ένα ζήτημα κοινωνικής ένταξης. Έχει επίσης θετικό οικονομικό αντίκτυπο, ιδίως σε εκείνα τα κράτη μέλη που έχουν μεγάλες μειονότητες Ρομά. Στους Ρομά αντιστοιχεί ένα σημαντικό και συνεχώς αυξανόμενο ποσοστό των παιδιών σχολικής ηλικίας, αλλά και του μελλοντικού εργατικού δυναμικού σε πολλές χώρες. Η εφαρμογή αποτελεσματικών πολιτικών για την αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού και την παροχή εξατομικευμένων και προσιτών υπηρεσιών στήριξης των Ρομά που αναζητούν εργασία παίζει καθοριστικό ρόλο για να μπορέσουν τα άτομα αυτά να αξιοποιήσουν το δυναμικό τους και να συμμετάσχουν ενεργά και ισότιμα στην οικονομία και την κοινωνία.

Η κοινωνική ένταξη και ενσωμάτωση των κοινοτήτων Ρομά αποτελεί κοινή ευθύνη των κρατών μελών και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Επιτροπή παρακολουθεί την πρόοδο που έχουν επιτύχει τα κράτη μέλη όσον αφορά το Πλαίσιο της ΕΕ για τις εθνικές στρατηγικές ένταξης των Ρομά (IP/11/400, MEMO/11/216). Επίσης φέρνει συχνά σε επαφή συντονιστές από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ, οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την εποπτεία των εθνικών στρατηγικών ένταξης των Ρομά, για να συζητήσουν την πρόοδο και τις μελλοντικές προκλήσεις (MEMO/14/107).

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στη έκθεση που εξέδωσε το 2013, κάλεσε τα κράτη μέλη της ΕΕ να υλοποιήσουν τις εθνικές τους στρατηγικές για καλύτερη οικονομική και κοινωνική ένταξη των Ρομά στην Ευρώπη (IP/13/607). Τα συμπεράσματα αυτής της έκθεσης λαμβάνονται επίσης υπόψη στο πλαίσιο της ετήσιας διαδικασίας του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου για τον συντονισμό της κοινωνικοοικονομικής πολιτικής, γεγονός που μπορεί να ωθήσει την ΕΕ στην έκδοση ειδικών ανά χώρα συστάσεων σχετικά με τους Ρομά. Χάρη σε αυτόν τον ετήσιο κύκλο, διασφαλίζεται ότι το θέμα της ένταξης των Ρομά παραμένει σταθερά στην ευρωπαϊκή ατζέντα και ότι άλλες βασικές πολιτικές δεν αντιβαίνουν στους στόχους ένταξης των Ρομά. Το 2013, πέντε κράτη μέλη έλαβαν ειδικές ανά χώρα συστάσεις για την εφαρμογή των εθνικών στρατηγικών για την ένταξη των Ρομά και για την ενσωμάτωση ειδικών μέτρων για τους Ρομά σε άλλες πολιτικές (Βουλγαρία, Τσεχική Δημοκρατία, Ουγγαρία, Ρουμανία, Σλοβακία).

Τα κράτη μέλη έχουν στη διάθεσή τους κονδύλια της ΕΕ για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων κοινωνικής ένταξης, μεταξύ άλλων, για τη βελτίωση της ένταξης των Ρομά σε τομείς όπως η εκπαίδευση, η απασχόληση, η στέγαση και η υγειονομική περίθαλψη. Την περίοδο 2007-2013 διατέθηκαν συνολικά περίπου 26,5 δισ. ευρώ για προγράμματα κοινωνικής ένταξης. Στο πλαίσιο της νέας δημοσιονομικής περιόδου 2014-2020, θα διατεθούν τουλάχιστον 80 δισ. ευρώ για επενδύσεις σε ανθρώπινο κεφάλαιο, απασχόληση και κοινωνική ένταξη μέσω του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου. Τουλάχιστον το 20 % των κονδυλίων που προέρχονται από Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (περίπου 16 δισ. ευρώ) πρέπει εφεξής να διατίθεται ειδικά για την κοινωνική ένταξη. Στόχος είναι να εξασφαλιστούν οι απαραίτητοι χρηματοδοτικοί πόροι για την ένταξη των Ρομά. Τα κράτη μέλη είναι αρμόδια για τη διαχείριση των κονδυλίων αυτών. Η Επιτροπή συνέβαλε σε αυτή τη διαδικασία με την παροχή οδηγιών προς τα κράτη μέλη σχετικά με τον σχεδιασμό επιχειρησιακών προγραμμάτων για τη διάθεση κονδυλίων της ΕΕ σε σχέδια ένταξης των Ρομά, με στόχο την προώθηση μιας προσέγγισης χωρίς αποκλεισμούς και την καλύτερη αντιμετώπιση των αναγκών των Ρομά (MEMO/14/249).

Περισσότερες πληροφορίες

MEMO/14/249

Υλικό για τον Τύπο: Έκθεση του 2014 για τους Ρομά:

http://ec.europa.eu/justice/newsroom/discrimination/news/140404_en.htm

Speech by President Barroso at the European Roma Summit

http://europa.eu/rapid/press-release_SPEECH-14-288_en.htm

Ευρωπαϊκή Επιτροπή – ΕΕ & Ρομά:

http://ec.europa.eu/justice/discrimination/roma/index_en.htm

Ιστοσελίδα της αντιπροέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και επιτρόπου Δικαιοσύνης Βίβιαν Ρέντινγκ:

http://ec.europa.eu/reding

Ιστοσελίδα του Λάσλο Άντορ, επιτρόπου Απασχόλησης, Κοινωνικών Υποθέσεων και Κοινωνικής Ένταξης:

http://ec.europa.eu/commission_2010-2014/andor/index_en.htm

Ακολουθήστε την αντιπρόεδρο Ρέντινγκ και τον επίτροπο Άντορ στο Twitter:

@VivianeRedingEU @LaszloAndorEU

Ακολουθήστε τη Γενική Διεύθυνση Δικαιοσύνης στο Twitter: @EU_Justice

Ακολουθήστε τη διάσκεψη κορυφής για τους Ρομά στο Twitter # romaeu

Αρμόδιοι επικοινωνίας:

Mina Andreeva (+32 2 299 13 82)

Natasha Bertaud (+32 2 296 74 56)

Jonathan Todd (+32 2 299 41 07)

Cécile Dubois (+32 2 295 18 83)

Για το κοινό: Europe Direct τηλεφωνικά 00 800 6 7 8 9 10 11 ή με e­mail
https://ec.europa.eu/commission/presscorner/detail/el/IP_14_371

Ανάσταση του Λαζάρου

Θρηνεῖς Ἰησοῦ, τοῦτο θνητῆς οὐσίας.
Ζωοῖς φίλον σου, τοῦτο θείας Ἰσχύος.
Βιογραφία
Αυτό το Σάββατο τιμάμε την υπό του Χριστού Ανάσταση του φίλου Του Λαζάρου.

Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Χριστού και οι αδελφές του Μάρθα και Μαρία τον φιλοξένησαν πολλές φορές (Λουκ.ι΄, 38-40, Ιωαν.ιβ΄, 1-3) στη Βηθανία κοντά στα Ιεροσόλυμα. Λίγες μέρες πρό του πάθους του Κυρίου ασθένησε ο Λάζαρος και οι αδελφές του ενημέρωσαν σχετικά τον Ιησού που τότε ήταν στη Γαλιλαία να τον επισκεφθεί. Ο Κύριος όμως επίτηδες καθυστέρησε μέχρι που πέθανε ο Λάζαρος, οπότε είπε στους μαθητές του πάμε τώρα να τον ξυπνήσω. Όταν έφθασε στη Βηθανία παρηγόρησε τις αδελφές του Λάζαρου που ήταν πεθαμένος τέσσερις μέρες και ζήτησε να δει το τάφο του.

Όταν έφθασε στο μνημείο, δάκρυσε και διέταξε να βγάλουν την ταφόπλακα. Τότε ύψωσε τα μάτια του στον ουρανό, ευχαρίστησε τον Θεό και Πατέρα και με μεγάλη φωνή είπε: Λάζαρε, βγές έξω. Αμέσως βγήκε έξω τυλιγμένος με τα σάβανα ο τετραήμερος νεκρός μπροστά στο πλήθος που παρακολουθούσε και ο Ιησούς ζήτησε να του λύσουν τα σάβανα και να πάει σπίτι του. (Ιωαν. ια΄,44)

Η αρχαία παράδοση λέγει ότι τότε ο Λάζαρος ήταν 30 χρονών και έζησε άλλα 30 χρόνια. Τελείωσε το επίγειο βίο του στην Κύπρο το έτος 63 μ.Χ. και ο τάφος του στην πόλη των Κιτιέων έγραφε: «Λάζαρος ο τετραήμερος και φίλος του Χριστού».
Το έτος 890μ.Χ. μετακομίσθηκε το ιερό λείψανό του στην Κωνσταντινούπολη από τον αυτοκράτορα Λέοντα το σοφό, ο οποίος συνέθεσε τα ιδιόμελα στον εσπερινό του Λαζάρου: Κύριε, Λαζάρου θέλων τάφον ιδείν, κλπ

Χαρακτηριστικό της μετέπειτας ζωής του Λαζάρου λέγει η παράδοση, ήταν ότι δεν γέλασε ποτέ παρά μια φορά μόνο όταν είδε κάποιο να κλέβει μια γλάστρα και είπε την εξής φράση: Το ένα χώμα κλέβει το άλλο.

Η Ανάσταση του Λαζάρου επέτεινε το μίσος των Εβραίων που μόλις την έμαθαν ζήτησαν να σκοτώσουν τον Λάζαρο και το Χριστό.

Αυτή τη μέρα δεν γίνονται μνημόσυνα με κόλλυβα, σε ανάγκη μόνο απλό Τρισάγιο.

Ἀπολυτίκιον
Θέλοντας Χριστέ και Θεέ μας να δείξεις, προ της σταυρικής Σου Θυσίας, ότι είναι βέβαιο πράγμα η ανάσταση όλων των νεκρών, ανέστησες εκ νεκρών τον Λάζαρον. Για τούτο και εμείς, μιμούμενοι τα παιδιά που σε υποδέχθηκαν κατά την είσοδό Σου στην Ιερουσαλήμ, κρατούμε στα χέρια μας τα σύμβολα της νίκης, τα βάϊα και βοώμε προς Εσένα, τον νικητή του θανάτου: Βοήθησέ μας και σώσε μας, Συ που ως Θεός κατοικείς στα ύψιστα μέρη του ουρανού, ας είσαι ευλογημένος Συ, που έρχεσαι απεσταλμένος από τον Κύριο!

Ἕτερον Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α’.
Τὴν κοινὴν Ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σοῦ πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.

Κοντάκιον
Ἦχος β’. Τὰ ἄνω ζητῶν.
Ἡ πάντων χαρά, Χριστὸς ἡ ἀλήθεια, τὸ φῶς ἡ ζωή, τοῦ κόσμου ἡ ἀνάστασις, τοῖς ἐν γῇ πεφανέρωται, τῇ αὐτοῦ ἀγαθότητι, καὶ γέγονε τύπος τῆς Ἀναστάσεως, τοῖς πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν.

Ὁ Οἶκος
Τοῖς Μαθηταῖς ὁ Κτίστης τῶν ὅλων, προηγόρευσε λέγων· Ἀδελφοὶ καὶ γνωστοί, ἡμῶν ὁ φίλος κεκοίμηται, τούτοις προλέγων καὶ ἐκδιδάσκων, ὅτι πάντα γινώσκεις ὡς Κτίστης πάντων· ἄγωμεν οὖν πορευθῶμεν, καὶ ἴδωμεν ξένην ταφήν, καὶ θρῆνον τὸν τῆς Μαρίας, καὶ τὸν τάφον Λαζάρου ὀψώμεθα· ἐκεῖ γὰρ μέλλω θαυματουργεῖν, ἐκτελῶν τοῦ Σταυροῦ τὰ προοίμια, καὶ πᾶσι παρέχων θείαν ἄφεσιν.

Μεγαλυνάριον
Ἤγειρας Σωτήρ μου ἐκ τῶν νεκρῶν, Λάζαρον σὸν φίλον, τετραήμερον ὡς Θεός· ὅθεν Ἰουδαίων, ἐξέστησαν οἱ δῆμοι, τῆς δόξης σου Σωτήρ μου, τὸ μεγαλούργημα.

http://www.saint.gr/269/saint.aspx

Παρασκευή 10 Απριλίου 2020

10 Ἀπριλίου 1826 – Ἡ ἡρωϊκή ἔξοδος τοῦ Μεσολογγίου

Ἡ Τρίτη πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου (συχνὰ ἀναφέρεται καὶ ὡς δεύτερη πολιορκία) ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα πολεμικὰ γεγονότα τῆς Ἑλληνικῆς Ἐπανάστασης τοῦ 1821. Ἦταν τὸ γεγονὸς ποὺ ἔδωσε ἔμπνευση στὸ Διονύσιο Σολωμὸ νὰ γράψει τοὺς “Ἐλεύθερους Πολιορκημένους”. Ἔλαβε χώρα στὸ διάστημα ἀπὸ 25 Ἀπριλίου τοῦ 1825 ἕως 10 Ἀπριλίου τοῦ 1826 ὁπότε καὶ τερματίστηκε μὲ τὴν ἡρωικὴ ἔξοδο τοῦ Μεσολογγίου. Ἡ πολιορκία διακρίνεται σὲ δύο φάσεις. Ἡ πρώτη ἀπὸ τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1825 μέχρι τὸν Ὀκτώβριο τοῦ 1825 ὅταν ἡ πόλη πολιορκήθηκε ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ Κιουταχῆ καὶ ἡ δεύτερη ἀπὸ τὸν Δεκέμβριο τοῦ 1825 ἕως τὸν Ἀπρίλιο τοῦ 1826 ὅταν ἡ πόλη πολιορκήθηκε ἀπὸ τὰ στρατεύματα τοῦ Ἰμπραὴμ καὶ τοῦ Κιουταχῆ ἀπὸ κοινοῦ.
Τὸ Μεσολόγγι κήρυξε τὴν ἐπανάσταση στὶς 20 Μαΐου 1821 μὲ τὸν ὁπλαρχηγὸ Δημήτριο Μακρή. Τὸ 1822, μετὰ τὴν ἥττα τῶν Ἑλλήνων στὴ μάχη τοῦ Πέτα τὰ τουρκικὰ στρατεύματα κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ Μεσολόγγι καὶ πολιόρκησαν τὴν πόλη. Ἡ Πρώτη πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου διήρκεσε δύο μῆνες καὶ ἔληξε μὲ ἀποτυχία τῶν τουρκικῶν δυνάμεων νὰ κυριεύσουν τὴν πόλη. Στὰ μέσα τοῦ 1823 οἱ τουρκικὲς δυνάμεις σχεδίασαν νέα ἐκστρατεία ποὺ περιλάμβανε πολιορκία καὶ κατάληψη τοῦ Μεσολογγίου. Μετὰ ἀπὸ σκληρὲς μάχες ποὺ δόθηκαν στὴν περιοχὴ τῆς Εὐρυτανίας τὰ τουρκικὰ στρατεύματα κατευθύνθηκαν πρὸς τὸ...
Μεσολόγγι. Οἱ ἀρχὲς καὶ οἱ κάτοικοι τῆς πόλης προετοιμάστηκαν γιὰ πολιορκία ὅμως τὰ τουρκικὰ στρατεύματα προτίμησαν νὰ πολιορκήσουν τὸ Αἰτωλικό. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ ἀναφέρεται συχνὰ ὡς Δεύτερη πολιορκία τοῦ Μεσολογγίου.

Πρώτη φάση πολιορκίας
Μετὰ τὴν ἀποτυχία τοῦ Ὀμὲρ Βρυώνη νὰ καταλάβει τὸ Μεσολόγγι στὰ 1822, ὁ Σουλτάνος ἐπέλεξε τὸν ἰκανότερο στρατηγὸ τοῦ Ρεσὶτ Πασᾶ στὸν ὁποῖο καὶ παραχώρησε πλήρεις ἐξουσίες διορίζοντας τὸν, παράλληλα, ἀρχιστράτηγο (σερασκέρη) καὶ στρατιωτικὸ διοικητὴ ὁλόκληρής της Στερεᾶς (Ρούμελη Βαλεσή). Ὁ Κιουταχής, ὅπως ἐπίσης ὀνομαζόταν λόγω τῆς καταγωγῆς τοῦ ἀπ’ τὴν Κιουτάχεια τῆς Μ. Ἀσίας στρατοπέδευσε τὸ Μάρτιο τοῦ 1825 ἔξω ἀπ’ τὰ Ἰωάννινα καὶ ἄρχισε ἀθρόα στρατολογία μεταξὺ τῶν Ὀθωμανικῶν πληθυσμῶν, ἐνῶ, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ ἐξωμότη Γ. Βαρνακιώτη καλοῦσε τοὺς χριστιανοὺς σὲ ὑποταγή, μὲ τὴν ὑπόσχεση τῆς ἔγγραφης ἀμνηστίας, κατ’ ἐντολὴ τοῦ Σουλτάνου.

Μπροστὰ στὴ μεγάλη ἀπειλὴ ποὺ συνιστοῦσε ἡ παρουσία τοῦ Κιουταχῆ, ὁ ὁποῖος ἔπειτα ἀπὸ συνολικὴ προετοιμασία τρεισήμισι μηνῶν στὶς 15 Ἀπριλίου 1825 ἔφτασε μπροστὰ στὸ Μεσολόγγι ἐπικεφαλῆς 30.000 Τούρκων, ἡ ἑλληνικὴ ἐπιτροπὴ τῆς δυτικῆς Ἑλλάδας ἐξέδωσε ἀνακοίνωση καλώντας τοὺς κατοίκους τῶν ἐπαρχιῶν Αἰτωλίας καὶ Ἀκαρνανίας σὲ συστράτευση. Τὴν ἴδια στιγμὴ στὸ ἐσωτερικό της πόλης βρίσκονταν περίπου 4.000 ἄνδρες (ἀπὸ τοὺς ὁποίους οἱ χίλιοι ἦταν σὲ προχωρημένης ἡλικίας) καὶ 12.000 γυναικόπαιδα. Οἱ λεπτομέρειες αὐτῆς τῆς δεύτερης πολιορκίας τοῦ Μεσολογγίου ἔγιναν γνωστὲς ἀπὸ τὶς εἰδήσεις τῆς ἐφημερίδας τοῦ Μάγερ ποὺ ἐκδίδονταν ἐκείνη τὴν περίοδο. Στὴν ἐφημερίδα ἐκείνη δημοσιεύθηκε ἡ ἑλληνικὴ προκήρυξη, μὲ ἡμερομηνία 7 Μαρτίου 1825 καί, ἐκτός του Μάγερ, ἔφερε τὴν ὑπογραφὴ τοῦ Κ. Πεταλά. Παράλληλα, ὁ στρατηγὸς Ἀνδρέας Ἴσκος διατασσόταν νὰ ἀναλάβει τὴν ὑπεράσπιση τοῦ Μακρυνόρους, ἐνῶ τὴν 1 Ἀπριλίου τὸ Ἐκτελεστικὸ Σῶμα ποὺ ἕδρευε στὸ Ναύπλιο ζήτησε ἀπὸ τοὺς προεστοὺς τῆς Ὕδρας τὸν ἀπόπλου μίας πολεμικῆς μοίρας γιὰ τὴν προστασία ἀπὸ θαλάσσης. Ἀρχηγὸς τῶν ὅπλων τοῦ Μεσολογγίου διορίσθηκε ὁ Νικόλαος Στουρνάρης[1].

Λίγο πρὶν ξεκινήσει τὸν βομβαρδισμὸ τῆς πόλης ὁ Κιουταχὴς πρότεινε μὲ διαπραγματεύσεις τὴν παράδοσή της. Ἀφοῦ ὅμως οἱ τουρκικὲς προτάσεις ἀπορρίφθηκαν, τὸ Μεσολόγγι ἀποκλείστηκε διὰ θαλάσσης ἀπὸ τὸν στόλο τοῦ Μεχμὲτ Χιουρὲφ πασᾶ καὶ τοῦ Γιουσοὺφ πασᾶ ποὺ κατόρθωσε νὰ προσπελάσει καὶ τὴ λιμνοθάλασσα. Οἱ πολιορκητὲς ἄρχισαν τὶς ἑφόδους, ἀλλὰ οἱ πολιουρκούμενοι ἀμύνονταν μὲ ἐπιτυχία ἐπιδιορθώνοντας τοὺς προμαχῶνες καὶ διενεργώντας ἀλεπάλληλες ἐξόδους. Στὶς 3 Ἰουλίου ἡ δύναμη τοῦ στόλου αὐξήθηκε μὲ τὴν ἄφιξη 40 ἑλληνικῶν πλοίων, τὰ ὁποία τελοῦσαν ὑπὸ τὴν ἀρχηγία τῶν Μιαούλη καὶ Σαχτούρη. Γιὰ ἕνα μικρὸ χρονικὸ διάστημα, κατὰ τὸ ὁποῖο διακόπηκε ὁ ναυτικὸς ἀποκλεισμὸς (ἑλληνικὸς στόλος ἀσχολήθηκε μὲ τὴν καταδίωξη τοῦ τουρκικοῦ μέχρι τὴ Μάνη), ἡ πόλη ἀνεφοδιάστηκε μὲ τρόφιμα καὶ στρατιωτικὸ ὑλικό, ἐνῶ τὸ ἠθικὸ τῶν πολιορκημένων ἀνέκαμψε. Στὸ μεταξὺ εἰσῆλθαν στὴν πόλη (7 Αὐγούστου) ἐνισχύσεις Σουλιωτῶν καὶ τοῦ Κίτσου Τζαβέλα, πλαισιώνοντας τὴν ἀποδεκατισμένη φρουρά. Στὸ τουρκικὸ στρατόπεδο, μολονότι καὶ ἐκεῖ οἱ ἀπώλειες ἦταν σημαντικές, ὁ Κιουταχὴς ἀποφάσισε τὴ συνέχιση τῆς πολιορκίας.

Δεύτερη φάση πολιορκίας
Ἡ κατάσταση μεταβλήθηκε, ὅταν στὰ τέλη τοῦ 1825 κατέφθασε στὸ ἐχθρικὸ στρατόπεδο ὁ Ἰμπραὴμ μὲ ἀξιόλογες στρατιωτικὲς δυνάμεις πάνω ἀπὸ 15.000 Αἰγυπτίους. Ὁ Μεχμὲτ Χιουρὲφ ἐπανέλαβε τὸν ἀποκλεισμό, ἀλλὰ ὁ Μιαούλης κατάφερε νὰ ἀνεφοδιάσει τὸ Μεσολόγγι μὲ ὄπλα καὶ τρόφιμα. Ἡ πίεση ἔγινε ἀφόρητη, μετὰ τὴν ἀποχώρηση τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου καὶ τὸν συστηματικὸ κανονιοβολισμὸ τοῦ Μεσολογγίου ἀπὸ τὸ πυροβολικὸ τοῦ Ἰμπραὴμ (2.000 βόμβες τὸ εἰκοσιτετράωρο). Στὶς 15 Φεβρουαρίου (1826) οἱ πολιορκητὲς διενήργησαν δύο ἑφόδους, οἱ ὁποῖες, ἂν καὶ κατέληξαν σὲ ἀποτυχία, προκάλεσαν σοβαρὲς ἀπώλειες καὶ στὶς δύο πλευρές. Οἱ Τοῦρκοι κυρίευσαν τὸ Βασιλάδι, οἱ κάτοικοι τοῦ ὁποίου κατέφυγαν στὸ Μεσολόγγι, ἐπιτείνοντας μὲ τὴ μετακίνησή τους τὸ ἐπισιτιστικὸ πρόβλημα τῆς πόλης. Ἔπειτα ἀπὸ μερικὲς ἀνεπιτυχεῖς ἐπιχειρήσεις τῶν Ὀθωμανῶν ἐναντίον τῆς Κλείσοβας, ὁ Ἰμπραὴμ ἐπεδίωξε νὰ ἐξαντλήσει τοὺς πολιορκημένους μὲ ἀποκοπῆ ὅλων τῶν ὁδῶν ἐπικοινωνίας καὶ ἐφοδιασμοῦ.

Παράδοση τοῦ Ἀνατολικοῦ (Αἰτωλικοῦ)
Μετὰ τὴν ἅλωση τῆς νησίδας τοῦ Βασιλαδίου, ὁ Ἰμπραὴμ στράφηκε ἐναντίον ἑνὸς ἀπὸ τὰ τελευταία ὀχυρὰ ἐρείσματα ποὺ ἐνίσχυαν τὴν ἄμυνα τοῦ Μεσολογγίου μὲ στόχο τὴν κατάληψή του. Αὐτὸ ἦταν τὸ «Ἀνατολικὸ» (σήμερα Αἰτωλικὸ) τὸ ὁποῖο προάσπιζε μία ὀλιγομελὴς ὁμάδα Ἑλλήνων μαχητὼν (200 ἄνδρες ὑπὸ τὸ Γρ. Λιακατὰ) μὲ μόλις ἕνα κανόνι, ἐπὶ τῆς νησίδας Ντολμά. Οἱ Αἰγύπτιοι, ἀφοῦ προηγήθηκε σφοδρὸς βομβαρδισμὸς τῆς νήσου ἀπὸ τὴ γειτονικὴ Φοινικιά, ἐξαπέλυσαν στὶς 28 Φεβρουαρίου μία μεγάλη ἐπίθεση μὲ δύναμη 2.000 λογχοφόρων (ὑπὸ τὴν ἐποπτεία Γάλλων μισθοφόρων ἀξιωματικῶν) ἡ ὁποία καὶ λύγισε τὴν ἀντίσταση τῶν ὑπερασπιστῶν παρότι ὑπέστη ἀρκετὲς ἀπώλειες, μεταξὺ τῶν ὁποίων περιλαμβανόταν ὁ Ἀλβανὸς ὁπλαρχηγὸς Σέρβανης. Ἀπὸ τοὺς Ἕλληνες, ὅλοι ἔπεσαν μαχόμενοι.

Μία προσπάθεια τοῦ Κίτσου Τζαβέλα νὰ βοηθήσει τοὺς ἐπὶ τοῦ Ντολμὰ βρισκόμενους συμπολεμιστές του, μὲ ἐπιθετικὴ ἔξοδο ποὺ ἐνήργησε ἀπὸ τὸ Μεσολόγγι ἐπικεφαλῆς 500 ἀνδρῶν, δὲν εὐωδόθηκε, ἀφοῦ οἱ συντριπτικὰ ὑπέρτεροι ἀντίπαλοι ποὺ βρίσκονταν ἐπὶ τῆς ἀπέναντι παραθαλάσσιας περιοχῆς τοὺς ὑποχρέωσαν νὰ ὑποχωρήσουν. Μετὰ τὴν πτώση τοῦ Ντολμά, ὁ Αἰγύπτιος ἀρχιστράτηγος συγκέντρωσε ὁλόκληρη τὴ δύναμη πυρὸς ποὺ διέθετε ἀπὸ ξηρὰ καὶ θάλασσα, ἐναντίον τοῦ «Ἀνατολικοῦ». Οἱ κάτοικοι τῆς πόλης, ἤδη ἐξαντλημένοι ἀπὸ τὸν πολύμηνο ἀποκλεισμὸ ποὺ εἶχαν ὑποστεῖ, ἀλλὰ καὶ ἀπογοητευμένοι ἀπὸ τὴ μὴ ἄφιξη τοῦ ἑλληνικοῦ στόλου πρὸς ἐνίσχυσή τους μὲ τρόφιμα καὶ πολεμοφόδια, ἀποφάσισαν νὰ προτείνουν ἀνακωχὴ καὶ παράδοση ὑπὸ ὅρους. Ὁ Ἰμπραήμ, μὲ τὴν ἐγγύηση καὶ τοῦ Κιουταχῆ, δέχθηκε τοὺς περισσότερους ἀπὸ τοὺς ὅρους τους, οἱ ὁποῖοι ἦταν νὰ γίνει σεβαστὴ ἡ ζωὴ καὶ τιμὴ τῶν παραδιδομένων καὶ νὰ ἀφεθοῦν νὰ ἀποχωρήσουν ἐλεύθεροι, παίρνοντας μαζί τους ἕνα μικρὸ μέρος τῆς περιουσίας τοὺς (100 γρόσια ὁ καθένας) καὶ μία ἐνδυμασία.

Ὡστόσο, στοὺς ὅρους μπῆκε ἕνας περιορισμὸς ἐκ μέρους τῶν πολιορκητῶν, νὰ παραμείνει ἕνα ἄτομο τῆς ἐπιλογῆς τους στὰ χέρια τοὺς κατὰ τὴ διαδικασία ἐκκένωσης τῆς πόλης. Ὁ λόγος γιὰ αὐτὴ τὴν ἀσυνήθιστη ἀπαίτηση ἦταν ὅτι ὁ Ἰμπραὴμ εἶχε πληροφορηθεῖ τὴν ὕπαρξη μίας ὡραιότατης νεαρῆς Ἀνατολικιώτισας, τὴν ὁποία ἀπαίτησε μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ὡς προσωπική του λεία πολέμου. Πλὴν τῆς ἄτυχης κοπέλας ποὺ συνελήφθη καὶ μεταφέρθηκε στὴ σκηνὴ τοῦ Ἰμπραήμ, ὅλοι οἱ ὑπόλοιποι κάτοικοι ἐπιβιβάστηκαν σὲ πλοῖα τοῦ Κιουταχῆ μὲ προορισμὸ τὴν Ἄρτα καὶ οἱ Τοῦρκοι δεσμεύθηκαν γιὰ τὴν ἐκεῖ καὶ ἐπὶ ἑνὸς ἔτους, σίτισή τους. Ἱκανοποιημένος γιὰ τὸ τρόπαιό του, ὁ Ἰμπραὴμ περιποιήθηκε ἰδιαιτέρως ὅλους τους προκρίτους, πρὸς τοὺς ὁποίους ἡ συμπεριφορὰ του ὑπῆρξε ἁβρότατη[2].

Τελικὴ φάση πολιορκίας
Ὁ Μιαούλης πλέον δὲν κατάφερε νὰ λύσει καὶ αὐτὴ τὴ φορὰ τὸν ἀποκλεισμὸ καὶ ἡ φρουρὰ ἐξαναγκάστηκε νὰ σιτίζεται μὲ σκυλιά, γάτες καὶ ποντίκια, προκειμένου νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο ἀπὸ τὴν πείνα.[4]Οἱ δυσβάστακτες πλέον συνθῆκες διαβίωσης τῶν κατοίκων (λιμός, ἀρρώστιες κλπ.) καθὼς καὶ ἡ νέα ἀποτυχία τοῦ Μιαούλη νὰ προσεγγίσει τὸ Μεσολόγγι προκάλεσαν ἀπελπιστικὴ κατάσταση μεταξὺ τῶν πολιορκημένων, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔβλεπαν πιὰ ἄλλη λύση ἀπὸ τὴν Ἔξοδο. Ἔτσι τὴ νύχτα τῆς 10ης Απριλίου 1826 ὀργάνωσαν τὶς δυνάμεις τους σὲ τρία σώματα, ὑπὸ τὴν ἀρχηγία τοῦ Νότη Μπότσαρη, Δημήτριο Μακρὴ καὶ Κίτσο Τζαβέλα· στὸ μέσο τοῦ τριγώνου ποὺ θὰ σχημάτιζαν αὐτὲς οἱ δυνάμεις, τοποθετήθηκαν τὰ γυναικόπαιδα.

Ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης, ἂν καὶ ἀνέλαβε νὰ ἐπιτεθεῖ ἀπὸ τὶς πλαγιὲς τοῦ Ζυγοῦ, ἐλπίζοντας νὰ δημιουργήσει ἀντιπερισπασμὸ στοὺς πολιορκητές, τελικὰ δὲν κατόρθωσε νὰ ὑλοποιήσει τὴν ὑπόσχεσή του, ἀφοῦ ὁ Ἰμπραὴμ πληροφορήθηκε τὰ σχέδια τῶν πολιορκημένων. Ἑπομένως, ὅταν ἡ ὀγκώδης μάζα τῶν Ἑλλήνων ξεκίνησε στὶς δύο τὰ μεσάνυχτα τὴν Ἔξοδο, μὲ ἀρχηγὸ τὸν Ἀθανάσιο Ραζὴ- Κότσικα οἱ ἄνδρες τοῦ Ἰμπραὴμ καὶ τοῦ Κιουταχῆ ἦταν προετοιμασμένοι καὶ οἱ ντάπιες (προμαχῶνες) ποὺ εἶχαν ὁριστεῖ ὡς περάσματα τῶν Μεσολογγιτῶν εἶχαν ἀποκλειστεῖ. Ὁ αἰφνιδιασμὸς τοῦ Ἰμπραὴμ προκάλεσε μεγάλη σύγχυση στὴν ἑλληνικὴ πλευρὰ καὶ ὁ ἄνισος ἀγώνας ποὺ ἐπακολούθησε ἀπέβη συντριπτικὸς γιὰ τοὺς Ἕλληνες. Ἡ πρωτοπορία ὡστόσο τοῦ σώματος τῆς Ἐξόδου προχώρησε, διασχίζοντας τὶς τουρκικὲς τάξεις κι φθάνοντας ἀποδεκατισμένη στὶς πλαγιὲς τοῦ Ζυγοῦ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὴν Ἀμφισσα.

Ὅσοι εἶχαν μείνει πίσω ἀναγκάστηκαν νὰ ἀγωνιστοῦν σὲ φονικὲς ὁδομαχίες. Μεταξὺ ἐκείνων ποὺ ξέφυγαν (1.300 μαχητὲς καὶ περίπου ἑκατὸ γυναικόπαιδα) ἦταν οἱ Νότης Μπότσαρης, Δημήτριος Μακρής, Κίτσoς Τζαβέλας, Χρῆστος Φωτομάρας κ.α. Ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ποὺ ἐπέστρεψε καὶ σφιαγιάστηκε μέσα στὴν πόλη βρίσκονταν ὁ ἐπίσκοπος Ρωγῶν Ἰωσὴφ (ὁ ἐκκλησιαστικὸς ἡγέτης τῶν πολιορκημένων), ὁ Γιάκομ Μάγερ, ὁ Μιχαὴλ Κοκκίνης (τειχοποιὸς-ἀρχιτέκτων)[5] καὶ ὅσοι ἀνατινάχτηκαν μαζὶ μὲ τὸν Χρῆστο Καψάλη στὶς πυριτιδαποθῆκες. Ο δημογέροντας Χρῆστος Καψάλης, ὅταν κυκλώθηκε ἀπὸ τοὺς εἰσβολεῖς στὸ σπίτι του, ὅπου εἶχαν συγκεντρωθεῖ τραυματίες, γέροντες καὶ γυναικόπαιδα, ἔβαλε φωτιὰ στὴν πυριτιδαποθήκη, ἐνῶ ὁ μητροπολίτης Ρωγῶν Ἰωσὴφ ἀνατίναξε τὸν Ἀνεμόμυλο, στὴν τελευταία πράξη ἀντίστασης, ὅταν κυκλώθηκε ἀπὸ τοὺς ἐχθρούς. Υπολογίζεται ὅτι ἐκείνη τὴν ἡμέρα- Κυριακὴ τῶν Βαϊων- πυρπολήθηκαν 2.000, ἄλλοι 3.000 σκοτώθηκαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους καὶ ἄλλοι χίλιοι αἰχμαλωτίσθηκαν.

Ὁ ἐθνικός μας ποιητὴς Διονύσιος Σολωμὸς ἔγραψε τὴν ἡμιτελῆ ποιητική του σύνθεση «Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι», μὲ τοὺς γνωστοὺς στίχους ἀπὸ τὸ Σχεδίασμα Β’:

Ἄκρα τοῦ τάφου σιωπὴ στὸν κάμπο βασιλεύει·
λαλεῖ πουλί, παίρνει σπυρί, κι ἡ μάνα τὸ ζηλεύει.
Τὰ μάτια ἡ πείνα ἐμαύρισε· στὰ μάτια ἡ μάνα μνέει·
στέκει ὁ Σουλιώτης ὁ καλὸς παράμερα καὶ κλαίει:
«Ἔρμο τουφέκι σκοτεινό, τί σ’ ἔχω γῶ στὸ χέρι;
ὁπού σύ μου ΄γινες βαρὺ κι ὁ Ἀγαρηνὸς τὸ ξέρει».

Ἀμέσως μετὰ τὴν κατάληψη τοῦ Μεσολογγίου, ὁ Κιουταχὴς μὲ τὸν στρατὸ τοῦ κατευθύνθηκε πρὸς τὴν Ἀνατολικὴ Στερεὰ Ἑλλάδα, μὲ ἀντικειμενικὸ σκοπὸ τὴν κατάληψη τῆς Ἀττικῆς. Ὁ Ἰμπραὴμ ἐπανῆλθε στὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ ἐξαλείψει καὶ τὶς τελευταῖες ἑστίες ἀντίστασης σὲ Μάνη καὶ Ἀργολίδα.
Τὸ Μεσολόγγι ἀπελευθερώθηκε στὶς 11 Μαΐου 1829. Τὸ 1937 ἀναγνωρίστηκε ὡς «Ἱερὰ Πόλις» καὶ ἡ Κυριακὴ τῶν Βαΐων ὁρίστηκε ὡς ἐπέτειος τῆς ἐξόδου.

Παραπομπὲς
Διονύσιος Κόκκινος, “Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπαναστασις”, ἔκδοση “Μέλισσα” (6τομο), τόμος 5, σέλ. 183 – 190
Διονύσιος Κόκκινος, «Ἡ Ἑλληνικὴ Ἐπανάστασις», ἔκδοση «Μέλισσα», Ἀθήνα, 1974, τόμος 5, σέλ. 256 – 257 («Ὁ Ἰμβραὴμ καταλαμβάνει τὸν Ντολμᾶν καὶ τὸ Ἀνατολικὸν»)
Διονύσιος Σολωμός, Σχεδίασμα Β΄
Διονύσιος ΣολωμόςΣχεδιασμα Γ΄- Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι
Νικόλαος Κασομούλης, Ἐνθυμήματα στρατιωτικά, τ.2 σ. 282
Πηγὲς
Ἑλληνικὰ Χρονικὰ
Δημήτρης Φωτιάδης, Τὸ Μεσολόγγι τὸ Ἔπος τῆς Μεγάλης Πολιορκίας, ἐκδόσεις Κυψέλη, 1965
Μεσσολόγγι (1821-1829) Τύχη τῆς οἰκογένειας Μάγερ καὶ κατάλογος αἰχμαλώτων, ἔκδ. ΑΛΦΑ Ε.Π.Ε. 2001
ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ
Σὰν σήμερα
ΑΔΕΙΑ : https://creativecommons.org/licenses/by-sa/3.0/deed.el#
Ἔχει προστεθεῖ ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα στὸ ἀρχικὸ κείμενο τῆς ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ.
EΡΩ
http://www.orthodoxia-ellhnismos.gr/2020/04/10-1826.html

Ιδεολογικός Πάγος.

Ασφαλώς και  είμαστε  θλιμμένοι    για την κατάσταση που επικρατεί στις πληγείσες από τον κορονοιος χώρες   . Ο θάνατος είναι θάνατος και ο πόνος είναι πόνος . Όταν τελείωση ο εφιάλτης θα πρέπει να σημειωθεί και να συζητηθεί γιατί κατέρρευσε η υγειονομική περίθαλψη. Θα πρέπει να συζητηθεί στην Ελλάδα γιατί απολύθηκαν άνθρωποι από την δημοσιά  διοίκηση τα τελευταία χρόνια.  Οι λαοί της Ευρώπης θα πρέπει να βοηθηθούν  . Στην παρούσα φάση δεν υπάρχει διάλογος ιδεολογικός. Η απαγόρευση της κυκλοφορίας στους πολίτες δειχνη την γύμνια του κράτους και την ανασφάλεια του κράτους. 

Όταν έχεις ανθρώπους κλεισμένους στα σπίτια τους δεν είσαι Ηγέτης . 
Όταν αυτός ο εφιάλτης γίνει παρελθόν τότε θα πρέπει κάποιος να διαχειριστή τα αποτελέσματα του εφιάλτη.
Άρα είναι χαζό να μιλάμε για τον πρωθυπουργό όταν ο ίδιος   ήταν υπουργός έκανε  απολύσεις στο δημόσιο μετά από εντολή της Ευρώπης και του Δ.Ν.Τ.
 Ο ΣΥ.ΡΙ,ΖΑ τι θα μπορούσε να πει τούτη την ώρα ; τίποτα.

Ιδεολογικός Πάγος επικρατεί παντού . Τα πάντα είναι είναι παγωμένα. 


Τετάρτη 8 Απριλίου 2020

Χόνγκ Κόνγκ – Yποχρεωτική χρήση ηλεκτρονικών wristbands (βραχιόλι – λουράκι) σε όσους επαναπατρίζονται

«Περπάτα στις γωνίες του σπιτιού για να ορίσουμε τον χώρο σου»
ΔΥΣΑΡΕΣΤΗ ΕΚΠΛΗΞΗ από τα νέα των τελευταίων ημερών που καταφθάνουν από το Χόνγκ Κόνγκ με την προσπάθεια επιβολής καραντίνας λόγω του ιού του κορονοϊού να περιλαμβάνει τη χρήση ηλεκτρονικών wristbands (βραχιόλι – λουράκι) σε όσους επαναπατρίζονται και άρα προσγειώνονται στα τοπικά αεροδρόμια με μία πρωτόγνωρη διαδικασία να τους περιμένει επί των θυρών του τόπου της μονίμου κατοικίας τους.

«Απλά περίμενα ότι θα πρέπει να συμπληρώσουμε ένα έντυπο. Δεν υπέθετα ότι θα υπήρχε βραχιολάκι » είπε στο CNBC, τηλεφωνικά από το σπίτι του στο Χονγκ Κονγκ καθώς ευρίσκεται σε καραντίνα, ο κ. Declan Chan, κάτοικος της μεγαλούπολης, ο οποίος επέστρεψε στις 17 Μαρτίου με πτήση από Ζυρίχη και έμεινε έκπληκτος όταν του είπαν ότι θα έπρεπε να συμμορφωθεί με τα νέα μέτρα για να εισέλθει στο Χόνγκ Κόνγκ.
Τα wristbands συνδέονται με app (εφαρμογή) για smartphones και χρησιμοποιούνται για να βεβαιωθούν οι κρατικές αρχές ότι οι άνθρωποι μένουν πραγματικά στο σπίτι τους.
Όπως αποδεικνύεται, η χρήση – αποδοχή του βραχιολιού είναι εντελώς υποχρεωτική (it’s not an option), καθώς ενδεικτική είναι η μαρτυρία περί ενός εισερχομένου, ο οποίος αρνούμενος τη χρήση και το φόρεμά του, αναγκάστηκε να κλείσει εκ νέου πτήση και να αναχωρήσει άμεσα για άλλον προορισμό, εκτός Χόνγκ Κόνγκ.

«ΠΕΡΠΑΤΑ ΣΤΙΣ ΓΩΝΙΕΣ ΓΙΑ ΝΑ ΟΡΙΣΤΕΙ ΤΟ LIVING SPACE ΣΟΥ»
Ο κ. Declan Chan μαρτυρεί ότι δέχθηκε οδηγίες από τις κρατικές αρχές, ώστε επιστρέφοντας στο σπίτι του να περπατήσει κατά μήκος των γωνιών της οικίας του για να προσδιοριστούν μέσω του βραχιολιού οι ακριβείς συντεταγμένες (τα όρια) του «χώρου ζωής» του (living space) για όσο διάστημα θα ευρίσκεται σε καραντίνα, ενώ, στο μεταξύ, θα τρέφονταν μόνον με delivery από φαγάδικα και παντοπωλεία.
Οι κρατικές αρχές του Χόνγκ Κόνγκ διατυμπανίζουν ότι διαθέτουν πάνω από 60.000 wristbands (βραχιολάκια) τα οποία δύνανται να χρησιμοποιηθούν και άρα να ελέγχονται, ανά πάσα στιγμή, οι τυχόν παραβιάσεις των living spaces.
«Αισθάνθηκα λίγο περίεργα με αυτό το βραχιολάκι για λόγους ιδιωτικότητος» εξομολογείται ο κ. Declan Chan. Παραδόξως, όμως, θεωρεί τελικώς ως αποδεκτό ένα τέτοιο μέτρο, καταλήγοντας με ένα «αλλά» – “but I understand why they have to do that” – «αλλά, καταλαβαίνω γιατί πρέπει να το κάνουν αυτό».
Στην πραγματικότητα, οι κρατικές αρχές του Χονγκ Κόνγκ και αλλού παγκοσμίως όπου εφαρμόζονται παρόμοιες τακτικές επιτήρησης δια της προφάσεως του κοροναϊού, εκμεταλλεύονται τον νόστο και την αγωνία των εισερχομένων για το σπίτι και την πατρίδα, ώστε να πειραματίζονται με μεθόδους, οι οποίες προσβάλλουν βάναυσα θεμελιώδεις προσωπικές ελευθερίες, οι οποίες, τελικώς, γίνονται αποδεκτές συγκαταβατικά.
 Κώστας Παναγόπουλος – Πρακτορείο «ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ»
ΠΗΓΗ: CNBC – Uptin Saiid – «Hong Kong is putting electronic wristbands on arriving passengers to enforce coronavirus quarantine» – PUBLISHED WED, MAR 18 2020
https://www.cnbc.com/2020/03/18/hong-kong-uses-electronic-wristbands-to-enforce-coronavirus-quarantine.html
orthodoxianewsagency.gr

πηγή:  http://aktines.blogspot.com
http://makkavaios.blogspot.com/2020/04/y-wristbands.html#more

Κυριακή 5 Απριλίου 2020

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία

Τὸν Βίο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων († 11 Μαρτίου), ὁ ὁποῖος συνέγραψε διάφορα ἀσκητικὰ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸ  πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.

Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνια της πέρασε στὴν Αἴγυπτο μία ζωὴ ἀσωτίας, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν μικρὴ αὐτὴ ἡλικία διέφθειρε τὴν παρθενία της καὶ εἶχε ἀσυγκράτητο καὶ ἀχόρταγο τὸ πάθος τῆς σαρκικῆς μείξεως. Ζώντας αὐτὴν τὴν ζωὴ δὲν εἰσέπραττε χρήματα, ἀλλὰ ἁπλῶς ἱκανοποιοῦσε τὸ πάθος της. Ἡ ἴδια ἐξαγορεύθηκε στὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ὅτι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεώς τινος, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδὴ τὸ ἔργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Καὶ ὅπως τοῦ ἀπεκάλυψε, εἶχε ἀκόρεστη ἐπιθυμία καὶ ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κυλιέται στὸ βόρβορο ποὺ ἦταν ἡ ζωή της καὶ σκεπτόταν ἔτσι ντροπιάζοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση.

Λόγω τῆς ἄσωτης ζωῆς καὶ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας ποὺ εἶχε, κάποια φορὰ ἀκολούθησε τοὺς προσκυνητὲς ποὺ πήγαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο Σταυρό. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχει πολλοὺς ἐραστὲς ποὺ θὰ ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος της. Περιγράφει δὲ καὶ ἡ ἴδια ρεαλιστικὰ  καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιβιβάστηκε στὸ πλοιάριο. Καί, ὅπως ἡ ἴδια ἀποκάλυψε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ της δὲν ὑπῆρχε εἶδος ἀσέλγειας ἀπὸ ὅσα λέγονται καὶ δὲν λέγονται, τοῦ ὁποίου δὲν ἔγινε διδάσκαλος σὲ ἐκείνους τοὺς ταλαίπωρους ταξιδιῶτες. Καὶ ἡ ἴδια ἐξέφρασε τὴν ἀπορία της γιὰ τὸ πῶς ἡ θάλασσα ὑπέφερε τὶς ἀσωτίες της καὶ γιατί ἡ γῆ δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα της καὶ δὲν τὴν κατέβασε στὸν ἅδη, ἐπειδὴ εἶχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ αὐτοῦ δὲν ἀρκέστηκε στὸ ὅτι διέφθειρε τοὺς νέους, ἀλλὰ διέφθειρε καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ τοὺς ξένους ἐπισκέπτες. Καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ πῆγε κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, περιφερόταν στοὺς δρόμους «ψυχὰς νέων ἀγρεύουσα».

Αἰσθάνθηκε ὅμως, βαθιὰ μετάνοια ἀπὸ ἕνα θαυματουργικὸ γεγονός. Ἐνῷ εἰσερχόταν στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κάποια δύναμη τὴν ἐμπόδισε νὰ προχωρήσει. Στὴν συνέχεια στάθηκε μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔδειξε μεγάλη μετάνοια καὶ ζήτησε τὴν καθοδήγηση καὶ βοήθεια τῆς Παναγίας. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθε ἀνεμπόδιστα αὐτὴ τὴν φορὰ στὸν ἱερὸ ναὸ καὶ προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρό. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὴν Παναγία, ἄκουσε φωνὴ ποὺ τὴν προέτρεπε νὰ πορευθεῖ στὴν ἔρημο, πέραν τοῦ Ἰορδάνου. Ἀμέσως ζήτησε τὴν συνδρομὴ καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου καὶ πῆρε τὸν δρόμο της πρὸς τὴν ἔρημο, ἀφοῦ προηγουμένως πέρασε ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Βαπτιστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Στὴν ἔρημο ἔζησε σαράντα ἑπτὰ χρόνια, χωρὶς ποτὲ νὰ συναντήσει ἄνθρωπο.

Κατὰ τὰ πρῶτα δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο, πάλεψε πολὺ σκληρὰ γιὰ νὰ νικήσει τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, οὐσιαστικὰ γιὰ νὰ νικήσει τὸν διάβολο ποὺ τὴν πολεμοῦσε μὲ τὶς ἀναμνήσεις τῆς προηγούμενης ζωῆς.

Ἡ Ὁσία ζοῦσε δεκαεπτὰ χρόνια στὴν ἔρημο «θηρσὶν ἀνημέροις ταῖς ἀλόγοις ἐπιθυμίαις πυκτεύουσα». Εἶχε πολλὲς ἐπιθυμίες φαγητῶν, ποτῶν καὶ «πορνικῶν ᾀσμάτων» καὶ πολλοὺς λογισμοὺς ποὺ τὴν ὠθοῦσαν πρὸς τὴν πορνεία. Ὅμως, ὅταν ἐρχόταν κάποιος λογισμὸς μέσα της, ἔπεφτε στὴν γῆ, τὴν ἔβρεχε μὲ δάκρυα καὶ δὲν σηκωνόταν ἀπὸ τὴ γῆ «ἕως ὅτου τὸ φῶς ἐκεῖνο τὸ γλυκὺ περιέλαμψεν καὶ τοὺς λογισμοὺς τοὺς ἐνοχλοῦντας μοι ἐδίωξεν». Συνεχῶς προσευχόταν στὴν Παναγία, τὴν ὁποία εἶχε ἐγγυήτρια τῆς ζωῆς τῆς μετανοίας ποὺ ἔκανε. Τὸ ἱμάτιό της σχίσθηκε καὶ καταστράφηκε καὶ ἔκτοτε παρέμεινε γυμνή. Καιγόταν ἀπὸ τὸν καύσωνα καὶ ἔτρεμε ἀπὸ τὸν παγετὸ καὶ «ὡς πολλάκις με χαμαὶ πεσοῦσαν ἄπνουν μεῖναι σχεδὸν καὶ ἀκίνητον».

Ὕστερα ἀπὸ σκληρὸ ἀγῶνα, μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν συνεχὴ προστασία τῆς Παναγίας, ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς ἐπιθυμίες, ὁπότε μεταμορφώθηκε τὸ λογιστικὸ καὶ παθητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς της, καθὼς ἐπίσης ἐθεώθηκε καὶ τὸ σῶμα της.

Λόγω τῆς μεγάλης πνευματικῆς της καταστάσεως στὴν ὁποία ἔφθασε ἡ Ὁσία Μαρία, ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὸ διορατικὸ χάρισμα.

Ἦταν γυμνὴ ἀλλὰ τὸ σῶμα της ὑπερέβη τὶς ἀνάγκες τῆς φύσεως. Λέγει ἡ ἴδια: «Γυνὴ γὰρ εἰμί, καὶ γυμνή, καθάπερ ὁρᾷς, καὶ τὴν αἰσχύνην τοῦ σώματός μου ἀπερικάλυπτον ἔχουσα». Τὸ σῶμα τρεφόταν μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ: «Τρέφομαι γὰρ καὶ σκέπτομαι τῷ ῥήματι τοῦ Θεοῦ διακρατοῦντος τὰ σύμπαντα». Στὴ περίπτωσή της, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες περιπτώσεις Ἁγίων, παρατηροῦμε ὅτι ἀναστέλλονται οἱ ἐνέργειες τοῦ σώματος. Αὐτὴ ἡ ἀναστολὴ τῶν σωματικῶν ἐνεργειῶν ὀφειλόταν στὸ ὅτι ἡ ψυχή της δεχόταν τὴν ἐνέργεια τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὴ ἡ θεία ἐνέργεια διαπορθμευόταν καὶ στὸ σῶμα της: «Ἀρκεῖν εἰποῦσα τὴν χάριν τοῦ Πνεύματος, ὥστε συντηρεῖν τὴν οὐσίαν τῆς ψυχῆς ἀμίαντον».

Ἐκείνη τὴν περίοδο ἀσκήτευε σὲ ἕνα μοναστήρι ὁ Ἱερομόναχος Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς († 4 Ἀπριλίου), ποὺ ἦταν κεκοσμημένος μὲ ἁγιότητα βίου. Ἔβλεπε θεία ὁράματα, καθὼς τοῦ εἶχε δοθεῖ τὸ χάρισμα τῶν θείων ἐλλάμψεων, λόγω τοῦ ὅτι ζοῦσε μέχρι τὰ πενήντα τρία του χρόνια μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἦταν φημισμένος στὴν περιοχή του. Τότε, ὅμως, εἰσῆλθε μέσα του ἕνας λογισμὸς κάποιας πνευματικῆς ὑπεροψίας, γιὰ τὸ ἂν δηλαδὴ ὑπῆρχε ἄλλος μοναχὸς ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ὠφελήσει ἢ νὰ τοῦ διδάξει κάποιο καινούργιο εἶδος ἀσκήσεως. Ὁ Θεός, γιὰ νὰ τὸν διδάξει καὶ νὰ τὸν διορθώσει, τοῦ ἀποκάλυψε ὅτι κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ φθάσει στὴν τελειότητα. Καὶ στὴν συνέχεια τοῦ ὑπέδειξε νὰ πορευθεῖ σὲ ἕνα μοναστήρι ποὺ βρισκόταν κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό.

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ὑπάκουσε στὴν φωνὴ τοῦ Θεοῦ καὶ πῆγε στὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Βαπτιστοῦ, ποὺ τοῦ ὑποδείχθηκε. Ἐκεῖ συνάντησε τὸν ἡγούμενο καὶ τοὺς μοναχούς, καὶ διέκρινε ὅτι ἀκτινοβολοῦσαν τὴ Χάρη καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ζώντας ἔντονη μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἀκτημοσύνη, μὲ μεγάλη ἄσκηση καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή.

Στὸ μοναστήρι αὐτὸ ὑπῆρχε ἕνας κανόνας. Σύμφωνα μὲ αὐτόν, τὴν Κυριακὴ τῆς Τυρινῆς πρὸ τῆς ἐνάρξεως τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἀφοῦ οἱ μοναχοὶ κοινωνοῦσαν τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, προσεύχονταν καὶ ἀσπάζονταν μεταξύ τους, καὶ ἔπειτα ἐλάμβαναν ὁ καθένας  τους μερικὲς τροφὲς καὶ ἔφευγαν στὴν ἔρημο πέραν τοῦ Ἰορδάνου, γιὰ νὰ ἀγωνισθοῦν κατὰ τὴν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς τὸν ἀγῶνα τῆς ἀσκήσεως. Ἐπέστρεφαν δὲ στὸ μοναστήρι τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, γιὰ νὰ ἑορτάσουν τὰ Πάθη, τὸν Σταυρὸ καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Εἶχαν ὡς κανόνα νὰ μὴν συναντᾶ κανεὶς τὸν ἄλλο ἀδελφὸ στὴν ἔρημο καὶ νὰ μὴν τὸν ἐρωτᾶ, ὅταν ἐπέστρεφαν, γιὰ τὸ εἶδος τῆς ἀσκήσεως ποὺ ἔκανε τὴν περίοδο αὐτή.

Αὐτὸν τὸν κανόνα ἐφάρμοσε καὶ ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς. Ἀφοῦ ἔλαβε ἐλάχιστες τροφές, βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι καὶ πορεύθηκε στὴν ἔρημο, ἔχοντας τὴν ἐπιθυμία νὰ εἰσέλθει ὅσο μποροῦσε πιὸ βαθειὰ σὲ αὐτή, μὲ τὴν ἐλπίδα μήπως συναντήσει κάποιον ἀσκητὴ ποὺ θὰ τὸν βοηθοῦσε νὰ φθάσει σὲ αὐτὸ ποὺ ποθοῦσε. Πορευόταν προσευχόμενος καὶ τρώγοντας ἐλάχιστα. Κοιμόταν δὲ ὅπου εὑρισκόταν.

Εἶχε περπατήσει μία πορεία εἴκοσι ἡμερῶν ὅταν, κάποια στιγμὴ ποὺ κάθισε νὰ ξεκουραστεῖ καὶ ἔψελνε, εἶδε στὸ βάθος μία σκιὰ ποὺ ἔμοιαζε μὲ ἀνθρώπινο σῶμα. Στὴν ἀρχὴ θεώρησε ὅτι ἦταν δαιμονικὸ φάντασμα, ἀλλὰ ἔπειτα διαπίστωσε ὅτι ἦταν ἄνθρωπος. Αὐτὸ τὸ ὂν ποὺ ἔβλεπε ἦταν γυμνό, εἶχε μαῦρο σῶμα –τὸ σῶμα αὐτὸ προερχόταν ἀπὸ τὶς ἡλιακὲς ἀκτῖνες– καὶ εἶχε στὸ κεφάλι του λίγες ἄσπρες τρίχες, ποὺ δὲν ἔφθαναν πιὸ κάτω ἀπὸ τὸν λαιμό. Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἔβλεπε τὴν Ὁσία Μαρία, τὴν ὥρα ποὺ προσευχόταν. Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἀσκοῦσε τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ καὶ μάλιστα ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς τὴν εἶδε ὅταν ἐκείνη ὕψωσε τὰ μάτια της στὸν οὐρανὸ καὶ ἅπλωσε τὰ χέρια της καὶ «ἤρξατο εὔχεσθαι ὑποψιθυρίζουσα· φωνὴ δὲ αὐτῆς οὐκ ἠκούετο ἔναρθρος». Καὶ σὲ κάποια στιγμή, ἐνῷ ἐκεῖνος καθόταν σύντρομος, «ὁρᾷ αὐτὴν ὑψωθεῖσαν ὡς ἕνα πῆχυν ἀπὸ τῆς γῆς καὶ τῷ ἀέρι κρεμαμένην καὶ οὕτω προσεύχεσθαι».

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς προσπάθησε νὰ πλησιάσει, γιὰ νὰ διαπιστώσει τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ἔβλεπε, ἀλλὰ τὸ ἀνθρώπινο ἐκεῖνο ὂν ἀπομακρυνόταν. Ἔτρεχε ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἔτρεχε καὶ ἐκεῖνο. Καὶ ὁ Ἀββᾶς κραύγαζε μὲ δάκρυα πρὸς αὐτὸ ὥστε νὰ σταματήσει, γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐλογία του. Ἐκεῖνο ὅμως δὲν ἀνταποκρινόταν. Μόλις ἔφθασε ὁ Ἀββᾶς σὲ κάποιο χείμαρρο καὶ ἀπόκαμε, ἐκεῖνο τὸ ἀνθρώπινο ὂν ἀφοῦ τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὸ μικρό του ὄνομα, πρᾶγμα ποὺ προκάλεσε μεγάλη ἐντύπωση στὸν Ἀββᾶ, τοῦ εἴπε ὅτι δὲν μπορεῖ νὰ γυρίσει καὶ νὰ τὸν δεῖ κατὰ πρόσωπο, γιατί εἶναι γυναῖκα γυμνὴ καὶ ἔχει ἀκάλυπτα τὰ μέλη τοῦ σώματός της. Τὸν παρακάλεσε, ἂν θέλει, νὰ τῆς δώσει τὴν εὐχή του καὶ νὰ τῆς ρίξει ἕνα κουρέλι ἀπὸ τὰ ροῦχα του, γιὰ νὰ καλύψει τὸ γυμνὸ σῶμα της. Ὁ Ἀββᾶς ἔκανε ὅτι τοῦ εἶπε καὶ τότε ἐκείνη στράφηκε πρὸς αὐτόν. Ὁ Ἀββᾶς ἀμέσως γονάτισε γιὰ νὰ λάβει τὴν εὐχή της, ἐνῷ τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ ἐκείνη. Καὶ παρέμειναν καὶ οἱ δυὸ γονατιστοὶ «ἕκαστος ἐξαιτῶν εὐλογῆσαι τὸν ἕτερον».

Ἐπειδὴ ὁ Ἀββᾶς ἀναρωτιόταν μήπως ἔβλεπε μπροστά του κάποιο ἄυλο πνεῦμα, ἐκείνη διακρίνοντας τοὺς λογισμούς του, τοῦ εἶπε ὅτι εἶναι ἁμαρτωλή, ποὺ ἔχει περιτειχισθεῖ ἀπὸ τὸ ἅγιο Βάπτισμα καὶ εἶναι χῶμα καὶ στάχτη καὶ ὄχι ἄυλο πνεῦμα.

Ἡ Ὁσία Μαρία κατὰ τὴν συνάντηση αὐτή, ἀφοῦ ἀποκάλυψε ὅλη τὴν ζωή της, ζήτησε ἀπὸ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ νὰ ἔλθει κατὰ τὴν Μεγάλη Πέμπτη τῆς ἑπόμενης χρονιᾶς, σὲ ἕναν ὁρισμένο τόπο στὴν ὄχθη τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ, κοντὰ σὲ μία κατοικημένη περιοχή, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει, ὕστερα ἀπὸ πολλὰ χρόνια μεγάλης μετάνοιας ποὺ μεταμόρφωσε τὴν ὕπαρξή της. «Καὶ νῦν ἐκείνου ἐφίεμαι ἀκατασχέτῳ τῷ ἔρωτι», τοῦ εἶπε, δηλαδὴ εἶχε ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κοινωνήσει τοῦ Σώματος καὶ τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ.

Ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἐπέστρεψε στὸ μοναστήρι χωρὶς νὰ πεῖ σὲ κανένα τί ἀκριβῶς συνάντησε, σύμφωνα ἄλλωστε καὶ μὲ τὸν κανόνα ποὺ ὑπῆρχε σὲ ἐκείνη τὴν ἱερὰ μονή. Ὅμως, συνεχῶς παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νὰ τὸν ἀξιώσει νὰ δεῖ καὶ πάλι «τὸ ποθούμενον πρόσωπον» τὴν ἑπόμενη χρονιὰ καὶ μάλιστα ἦταν στεναχωρημένος γιατί δὲν περνοῦσε ὁ χρόνος, καθὼς ἤθελε ὅλος αὐτὸς ὁ χρόνος νὰ ἦταν μία ἡμέρα.

Τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς ἀπὸ κάποια ἀρρώστια δὲν μπόρεσε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ μοναστήρι στὴν ἔρημο, ὅπως ἔκαναν οἱ ἄλλοι πατέρες στὴν ἀρχὴ τῆς Σαρακοστῆς καὶ ἔτσι παρέμεινε στὸ μοναστήρι. Καὶ τὴν Κυριακὴ τῶν Βαΐων, ὅταν εἶχαν ἐπιστρέψει οἱ ἄλλοι πατέρες τῆς Μονῆς, ἐκεῖνος ἑτοιμάσθηκε νὰ πορευθεῖ στὸν τόπο ποὺ τοῦ εἶχε ὑποδείξει ἡ Ὁσία, γιὰ νὰ τὴν κοινωνήσει.

Τὴν Μεγάλη Πέμπτη πῆρε μαζί του σὲ ἕνα μικρὸ ποτήρι τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ, πῆρε μερικὰ σύκα καὶ χουρμάδες καὶ λίγη βρεγμένη φακὴ καὶ βγῆκε ἀπὸ τὸ μοναστήρι γιὰ νὰ συναντήσει τὴν Ὁσία Μαρία. Ἐπειδὴ ὅμως ἐκείνη ἀργοποροῦσε νὰ ἔλθει στὸν καθορισμένο τόπο, ὁ Ἀββᾶς προσευχόταν στὸν Θεὸ μὲ δάκρυα νὰ μὴν τοῦ στερήσει λόγω τῶν ἁμαρτιῶν του τὴν εὐκαιρία νὰ τὴ δεῖ ἐκ νέου.

Μετὰ τὴν θερμὴ προσευχὴ τὴν εἶδε ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, νὰ κάνει τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ, νὰ πατᾶ πάνω στὸ νερὸ τοῦ ποταμοῦ «περιπατοῦσαν ἐπὶ τῶν ὑδάτων ἐπάνω καὶ πρὸς ἐκεῖνον βαδίζουσαν». Στὴν συνέχεια ἡ Ὁσία τὸν παρακάλεσε νὰ πεῖ τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τὸ «Πάτερ ἡμῶν». Ἀκολούθως ἀσπάσθηκε τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ κοινώνησε τῶν ζωοποιῶν Μυστηρίων. Ἔπειτα ὕψωσε τὰ χέρια της στὸν οὐρανό, ἀναστέναξε μὲ δάκρυα καὶ εἶπε: «Νῦν ἀπολύεις τὴν δούλην σου, ὦ Δέσποτα, κατὰ τὸ ῥῆμά σου ἐν εἰρήνῃ· ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου».

Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ τὸν παρακάλεσε νὰ ἔλθει καὶ τὸ ἑπόμενο ἔτος στὸ χείμαρρο ποὺ τὴν εἶχε συναντήσει τὴν πρώτη φορά, ζήτησε τὴν προσευχή του. Ὁ Ἀββᾶς ἄγγιξε τὰ πόδια τῆς Ὁσίας, ζήτησε καὶ αὐτὸς τὴν προσευχή της καὶ τὴν ἄφησε νὰ φύγει «στένων καὶ ὀδυρόμενος», διότι τολμοῦσε «κρατῆσαι τὴν ἀκράτητον». Ἐκείνη ἔφυγε κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο ἦλθε, πατώντας δηλαδὴ πάνω στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνου ποταμοῦ.

Τὸ ἑπόμενο ἔτος, σύμφωνα καὶ μὲ τὴν παράκληση τῆς Ὁσίας, ὁ Ἀββᾶς βιαζόταν νὰ φθάσει «πρὸς ἐκεῖνο τὸ παράδοξο θέαμα». Ἀφοῦ βάδισε πολλὲς ἡμέρες καὶ ἔφθασε στὸν τόπο ἐκεῖνο, ἔψαχνε «ὡς θηρευτὴς ἐμπειρότατος» νὰ δεῖ «τὸ γλυκύτατο θήραμα», τὴν Ὁσία τοῦ Θεοῦ. Ὅμως δὲν τὴν ἔβλεπε πουθενά. Τότε ἄρχισε νὰ προσεύχεται στὸν Θεὸ κατανυκτικά: «Δεῖξόν μοι, Δέσποτα, τὸν θησαυρόν σου τὸν ἄσυλον, ὃν ἐν τῇδε τῇ ἐρήμῳ κατέκρυψας· δεῖξόν μοι, δέομαι, τὸν ἐν σώματι ἄγγελον, οὗ οὐκ ἔστιν ὁ κόσμος ἀπάξιος». Γιὰ τὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἡ Ὁσία Μαρία ἦταν ἄθικτος θησαυρός, ἄγγελος μέσα σὲ σῶμα, ποὺ ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἄξιος νὰ τὸν ἔχει. Καὶ προσευχόμενος μὲ τὰ λόγια αὐτὰ εἶδε «κεκειμένην τὴν Ὁσίαν νεκράν, καὶ τὰς χεῖρας οὕτως ὥσπερ ἔδει τυπώσασαν καὶ πρὸς ἀνατολὰς ὁρῶσαν κειμένην τῷ σχήματι». Βρῆκε δὲ καὶ δική της γραφὴ ποὺ ἔλεγε: «Θάψον, ἀββᾶ Ζωσιμᾶ, ἐν τούτῳ τῷ τόπῳ τῆς ταπεινῆς Μαρίας τὸ λείψανον, ἀποδὸς τὸν χοῦν  τῷ χοΐ, ὑπὲρ ἐμοῦ διὰ παντὸς πρὸς τὸν Κύριον προσευχόμενος, τελειωθείσης, μηνὶ Φαρμουθὶ (κατ’ Αἰγυπτίους, ὅπως ἐστὶ κατὰ Ρωμαίους Ἀπρίλιος), ἐν αὐτῇ δὲ τῇ νυκτὶ τοῦ πάθους τοῦ σωτηρίου, μετὰ τὴν τοῦ θείου καὶ μυστικοῦ δείπνου μετάληψιν». Τὴν βρῆκε δηλαδὴ νεκρή, κείμενη στὴν γῆ, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα καὶ βλέποντας πρὸς τὴν ἀνατολή. Συγχρόνως βρῆκε καὶ γραφὴ ποὺ τὸν παρακαλοῦσε νὰ τὴν ἐνταφιάσει.

Ἡ Ὁσία κοιμήθηκε τὴν ἴδια ἡμέρα ποὺ κοινώνησε, ἀφοῦ εἶχε διασχίσει σὲ μία ὥρα ἀπόσταση τὴν ὁποία διήνυσε τὸ ἑπόμενο ἔτος ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς σὲ εἴκοσι ἡμέρες. Γράφει ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος: «καὶ ἥνπερ ὤδευσεν ὁδὸν Ζωσιμᾶς διὰ εἴκοσι ἡμερῶν κοπιῶν, εἰς μίαν ὥραν Μαρίαν διέδραμεν, καὶ εὐθὺς πρὸς τὸν Θεὸν ἐξεδήμησεν». Τὸ σῶμα της εἶχε ἀποκτήσει ἄλλες ἰδιότητες, εἶχε μεταμορφωθεῖ.

Στὴν συνέχεια ὁ Ἀββᾶς Ζωσιμᾶς, ἀφοῦ ἔκλαψε πολὺ καὶ εἶπε ψαλμοὺς κατάλληλους γιὰ τὴν περίσταση, «ἐποίησεν εὐχὴν ἐπιτάφιον». Καὶ μετὰ μὲ μεγάλη κατάνυξη, «βρέχων τὸ σῶμα τοῖς δάκρυσι» ἐπιμελήθηκε τὰ τῆς ταφῆς. Ἐπειδή, ὅμως, ἡ γῆ ἦταν σκληρὴ καὶ ὁ ἴδιος ἦταν προχωρημένης ἡλικίας, γι’ αὐτὸ δὲν μποροῦσε νὰ τὴν σκάψει καὶ βρισκόταν σὲ ἀπορία. Τότε «ὁρᾷ λέοντα μέγαν τῷ λειψάνῳ τῆς Ὁσίας παρεστῶτα καὶ τὰ ἴχνη αὐτῆς ἀναλείχοντα», δηλαδὴ εἶδε ἕνα λιοντάρι νὰ στέκεται δίπλα στὸ λείψανο τῆς Ὁσίας καὶ νὰ γλείφει τὰ ἴχνη της. Ὁ Ἀββᾶς τρόμαξε, ἀλλὰ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι «οὐχὶ τοῦτον τοῖς κινήμασι μόνον ἀσπαζόμενον, ἀλλὰ καὶ προθέσει», δηλαδὴ τὸ ἴδιο τὸ λιοντάρι καλόπιανε τὸν Ἀββᾶ καὶ τὸν παρακινοῦσε καὶ μὲ τὶς κινήσεις του καὶ μὲ τὶς προθέσεις του, νὰ προχωρήσει στὸν ἐνταφιασμό της. Λαμβάνοντας ὁ Ἀββᾶς θάρρος ἀπὸ τὸ ἥμερο τοῦ λιονταριοῦ, τὸ παρακάλεσε νὰ σκάψει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸν λάκκο, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ ἱερὸ λείψανο τῆς Ὁσίας Μαρίας, ἐπειδὴ ἐκεῖνος ἀδυνατοῦσε. Τὸ λιοντάρι ὑπάκουσε. «Εὐθὺς δὲ ἅμα τῷ σώματι θαπτόμενο», δηλαδὴ μὲ τὰ μπροστινά του πόδια ἔσκαψε τὸ λάκκο, ὅσο ἔπρεπε, γιὰ νὰ ἐνταφιασθεῖ τὸ σκήνωμα τῆς Ὁσίας Μαρίας.

Ὁ ἐνταφιασμὸς τῆς Ὁσίας ἔγινε προσευχομένου τοῦ Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ καὶ τοῦ λιονταριοῦ «παρεστῶτος». Μετὰ τὸν ἐνταφιασμὸ ἔφυγαν καὶ οἱ δύο, «ὁ μὲν λέων ἐπὶ τὰ ἔνδον τῆς ἐρήμου ὡς πρόβατον ὑπεχώρησε. Ζωσιμᾶς δὲ ὑπέστρεψεν, εὐλογῶν καὶ αἰνῶν τὸν Θεὸν ἡμῶν».

Καὶ ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος, Πατριάρχης Ἱεροσολύμων, καταλήγει ὅτι ἔγραψε αὐτὸ τὸ βίο «κατὰ δύναμιν» καὶ «τῆς ἀληθείας μηδὲν προτιμῆσαι θέλων».

Ὁ βίος τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας, δείχνει πῶς μία πόρνη μπορεῖ νὰ γίνει κατὰ Χάριν θεός, πῶς ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ γίνει ἄγγελος ἐν σώματι καὶ πῶς ἡ κατὰ Χριστὸν ἐλπίδα μπορεῖ νὰ ἀντικαταστήσει τὴν ὑπὸ τοῦ διαβόλου προερχόμενη ἀπόγνωση. Στὸ πρόσωπο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας βλέπουμε τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἀναζητᾶ τὴν ἡδονὴ καὶ κυνηγᾶ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τὴν ἱκανοποίησή τους, ἀλλὰ ὅμως μὲ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ μπορεῖ νὰ ἐξαγιασθεῖ τόσο πολύ, ὥστε νὰ φθάσει στὸ σημεῖο νὰ τὴν κυνηγοῦν οἱ Ἅγιοι γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία της καὶ νὰ ἀσπασθοῦν τὸ τετιμημένο της σῶμα, καθὼς ἐπίσης νὰ τὴ σέβονται καὶ τὰ ἄγρια ζῶα.

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία μὲ τὴν μετάνοιά της, τὴν βαθιά της ταπείνωση, τὴν ὑπέρβαση ἐν Χάριτι τοῦ θνητοῦ καὶ παθητοῦ σώματός της, ἀφ’ ἐνὸς μὲν προσφέρει μία παρηγοριὰ σὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀφ’ ἑτέρου δὲ ταπεινώνει ἐκείνους ποὺ ὑπερηφανεύονται γιὰ τὰ ἀσκητικά τους κατορθώματα. Δὲν ἡμέρωσε μόνο τὰ ἄγρια θηρία ποὺ ὑπῆρχαν μέσα της, δηλαδὴ τὰ ἄλογα πάθη, ἀλλὰ ὑπερέβη ὅλα τὰ ὅρια τῆς ἀνθρώπινης φύσεως καὶ ἡμέρωσε ἀκόμη καὶ τὰ ἄγρια θηρία τῆς κτίσεως.

Αὐτὸς εἶναι ὁ σκοπὸς καὶ ὁ πλοῦτος τῆς ἐνανθρωπίσεως τοῦ Χριστοῦ, ποὺ φυλάσσεται μέσα στὴν Ἐκκλησία. Μὲ τὴν ἀποκαλυπτικὴ θεολογία καὶ τὴν ἐν Χριστῷ ζωῇ ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ μεταμορφωθεῖ ὁλοκληρωτικά. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τὴν μνήμη τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας καὶ τὴν Ε’ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν.

----------

Πηγή:www.imaik.gr
http://www.immorfou.org.cy/articles-form-the-net/828-kiriaki-marias-vios.html

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου: Ὑπόμνημα εἰς τὸν Ἅγιον Εὐαγγελιστὴν Μάρκον

Ὅταν ἦρθε ἀπὸ τὴ Γαλιλαία, δὲν ἀνεβαίνει ἀμέσως στὰ Ἱεροσόλυμα. Ἐθαυματούργησε πρῶτα, ἔκλεισε τὰ στόματα τῶν Ἰουδαίων, συνομίλησε μὲ τοὺς μαθητάς του· ἐπάνω στὸ θέμα τῆς ἀκτημοσύνης. «Ἄν θέλης νὰ εἶσαι τέλειος, λέει, πούλησε τὰ ὑπάρχοντά σου»· καὶ τῆς παρθενίας.

 «Ὅποιος μπορεῖ νὰ καταναοήση, ἄς κατανοήση»· καὶ τῆς ταπεινοφροσύνης· «Ἄν δὲν ἀναπλεύσετε τὴ ζωή σας καὶ δὲ γίνετε σὰν παιδιά, δὲ θὰ μπῆτε στὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Συνωμίλησε ἀκόμα κι ἐπάνω στὸ θέμα τῆς ἐδῶ ἀνταμοιβῆς· «Ὅποιος ἄφησε σπίτια ἤ ἀδελφούς, ἤ ἀδελφές, θὰ λάβη τὰ ἑκατονταπλάσια στὴ ζωὴ αὐτή». Καὶ γιὰ τὶς ἀμοιβὲς ἐκεῖ, «Καὶ θὰ κληρονομήσετε ζωὴν αἰώνια».

 Τότε φέρνει στὴ σκέψη του τέλος τὴν πόλη, καὶ σκοπεύοντας ν’ ἀνεβῆ, ἀναφέρεται πάλι στὸ πάθος του. Ἐπειδὴ δὲν ἤθελαν νὰ γίνη αὐτό, ἦταν  φυσικὸ νὰ τὸ ξεχνοῦν καὶ γι’ αὐτὸ τοὺς τὸ θυμίζει ἀδιάκοπα, θέλοντας νὰ συνηθίση τὴν ψυχή τους μὲ τὶς συχνὲς ὑπομνήσεις καὶ νὰ μετριάση τὴ λύπη τους. Μιλεῖ μαζί τους ἰδιαίτερα κατ’ ἀνάγκη· δὲν  ἔπρεπε ὁ λόγος αὐτὸς ν’ ἀνακοινωθῆ μὲ σαφήνεια· κανένα κέρδος δὲν προέκυπτε ἀπ’ αὐτό.  Γιατὶ ἄν αὐτὰ προκαλοῦσαν ταραχὴ στοὺς μαθητὰς ποὺ ἄκουαν, πολὺ περισσότερον θὰ ἐτάραζαν τὸ λαό. Καλά, καὶ δὲν εἰπώθηκαν καὶ στοὺς πολλούς; θὰ ρωτοῦσε  κανείς. Εἰπώθηκαν ἀλλὰ ὄχι μὲ τὸση σαφήνεια. Κατεδαφίσετε, εἶπε, αὐτὸν τὸ ναὸ καὶ σὲ τρεῖς ἡμέρες θὰ τὸν ὑψώσω πάλι. Κι ἀλλοῦ· Σημάδι ζητεῖ αὐτὴ ἡ γενιὰ καὶ σημάδι δὲ θὰ τῆς δοθῆ, παρὰ τὸ σημάδι τοῦ Ἰωνᾶ. Καὶ ἄλλη φορά· λίγο ἀκόμα διάστημα θὰ εἶμαι μαζί σας· ἔπειτα θὰ μὲ ζητήσετε καὶ δὲ θὰ μὲ βρῆτε.

Στοὺς μαθητάς του ὅμως δὲ μίλησε ἔτσι. Ὅπως φανέρωσε τὰ ἄλλα πιὸ καθαρὰ, τὸ ἴδιο καὶ τοῦτο. Καὶ ἄν πολλοὶ δὲν κατανοοῦσαν τὸ νόημα τῶν λόγων του, τί χρειαζόταν καὶ νὰ τοὺς μιλᾶ; Γιὰ νὰ νιώσουν ἔπειτα, ὅτι μὲ προηγούμενη γνώση βάδιζε πρὸς τὸ πάθος καὶ μὲ τὴ θέλησή του· ὄχι ἀπὸ ἄγνοια, οὔτε ἀπὸ ἀνάγκη. Στοὺς μαθητάς του δὲν ἔκανε τὴν παραγγελία γι’ αὐτὸ μόνο. Ἀλλὰ γιὰ τὸ λόγο ποὺ εἶπα: Νὰ προετοιμαστοῦν μὲ τὴν προσμονὴ καὶ νὰ βαστήξουν εὐκολώτερα τὸ πάθος· μὴν ἔρθη ἀπροσδόκητο καὶ τοὺς ταράξη ὑπερβολικά. Καὶ γι’ αὐτὸ στὴν ἀρχὴ τοὺς μιλοῦσε γιὰ τὸ θάνατο μόνο. Κι ὅταν τὸ καλοστοχάστηκαν καὶ ἐξοικειώθησαν μὲ τὴν ἰδέα του, προσθέτει καὶ τὰ ἄλλα· ὅτι θὰ τὸν παραδώσουν στὰ ἔθνη, ὅτι θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τοῦτο ἀκόμα· ὅταν δοῦνε ὅτι πραγματοποιήθηκαν τὰ δυσάρεστα, νὰ ὁδηγηθοῦν ἀπ’ αὐτὰ καὶ στὴν προσδοκία τῆς ἀναστάσεως. Γιατὶ αὐτὸς ποὺ δὲν ἔκρυψε τὰ λυπηρά, κι ὅσα θεωροῦνται ντροπή, εὔλογα θὰ γινόταν πιστευτός καὶ στὰ εὐχάριστα. Πρόσεξε καὶ τὴ σοφὴ χρονικὴ οἰκονομία τοῦ πράγματος. Δὲν τοὺς ἐμίλησε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ, γιὰ νὰ μὴν τοὺς ταράξη. Οὕτε πάλι τὴν ὥρα τῆς ἐκτελέσεως, γιὰ νὰ μὴν τοὺς προκαλέση διπλῆ ἀναστάτωση. Τοὺς μίλησε, ὅταν τοὺς εἶχε δώσει ἀρκετὰ δείγματα τῆς δυνάμεώς του·  ὅταν τοὺς ἔδωσε μεγάλες ὑποσχέσεις γιὰ τὴν αἰώνια ζωή, τότε εἰσάγει καὶ τὸ λόγο γι’ αὐτὰ καὶ μία καὶ δύο καὶ πολλὲς φορὲς, συνδυάζοντάς τον μὲ τὰ θαύματα καὶ τὶς διδαχές του.

Ἄλλος εὐαγγελιστὴς λέγει ὅτι φέρνει μάρτυρες, καὶ τοὺς προφῆτες. Ἄλλος ὅτι κι αὐτοὶ ἀκόμα δὲν ἐνοοῦσαν τοὺς λόγους του ἀλλὰ ἔμεναν μυστικοὶ καὶ γι’ αὐτοὺς κι ὅτι θαμπωμένοι τὸν ἀκολουθοῦσαν. Χανόταν λοιπόν, συμπεραίνει, τὸ κέρδος τῆς παραγγελίας. Ἄν δὲν ἐγνώριζαν τὸ περιεχόμενο ὅσων εἶχαν ἀκούσει, δὲν μποροῦσαν καὶ νὰ περιμένουν· κι ἄν δὲν περίμεναν πῶς νὰ προετοιμασθοῦν μὲ τὶς ἐλπίδες; Ἄλλη μεγαλύτερη ἀπορία διατυπώνω ἐγώ·  ἄν δὲν ἐγνώριζαν πῶς ἐλυποῦνταν; Πῶς ἔλεγε ὁ Πέτρος· Σὲ καλό σου, μακριὰ αὐτὸ ἀπὸ σένα; Τί σημαίνει λοιπὸν αὐτὸ; Ἐγνώριζαν ὅτι θὰ πεθάνη κι ἄς μὴ ἤξεραν καθαρὰ τὸ μυστήριο τῆς οἰκονομίας. Οὔτε τὴν ἀνάσταση ἐγνώριζαν οὔτε ὅσα ἔμελλε νὰ κατορθώση. Καὶ τοῦτο ἦταν κρυμμένο ἀπ’ αὐτούς. Γι’ αὐτὸ καὶ λυποῦνταν. Εἶχαν δεῖ μερικοὺς, ποὺ εἶχαν ἀναστηθῆ ἀπὸ ἄλλους. Ποτὲ δὲν εἶδαν ὅμως κάποιον νὰ ἀναστήση τὸν ἑαυτὸ του καὶ μάλιστα μὲ τρόπο ποὺ νὰ μὴν ξαναπεθάνη πιά. Αὐτὸ δὲν ἦταν κατανοητὸ κι ἄς λεγόταν πολλὲς φορές. Ἀκόμα, δὲν ἐγνώριζαν καθαρὰ τὴν ἴδια τὴν ἔννοια τοῦ θανάτου καὶ τὸν τρόπο, τῆς πραγματοποιήσεώς του. Γι’ αὐτὸ καὶ τὸν ἀκολουθοῦσαν θαμπωμένοι. Κι ὄχι μονάχα γι’ αὐτό· νομίζω ὅτι τοὺς ξάφνιαζε κι ὅλας, καθὼς μιλοῦσε γιὰ τὸ πάθος του.

Ὡστόσο κανένα ἀπ’ αὐτὰ δὲν τοὺς ἔδινε λίγο θάρρος, κι ἄς ἄκουγαν ἀδιάκοπα γιὰ τὴν ἀνάσταση. Γιατὶ ἐκτὸς ἀπὸ τὸ θάνατο, τοὺς ἀνησυχοῦσε ὑπεβολικὰ καὶ τοῦτο· ὅτι ἄκουγαν πὼς θὰ τὸν ἐμπαίξουν καὶ θὰ τὸν μαστιγώσουν καὶ ὅσα ἄλλα παρόμοια. Ὅταν ἔφεραν στὸ νοῦ τὰ θαύματα, τοὺς δαιμονισμένους ποὺ ἐλευθέρωσε, τοὺς νεκροὺς ποὺ σήκωσε, ὅλα τὰ ἄλλα ποὺ θαυματουργοῦσε κι ἔπειτα ἄκουσαν κι αὐτά, ἔνιωθαν ἔκπληξη γιατὶ αὐτὸς ποὺ ἔπραττε αὐτὰ τὰ θαύματα θὰ πάθαινε αὐτὰ τὰ παθήματα.  Γι’ αὐτό κι ἔπεφταν σὲ ἀπότοματα. Τώρα ἐπίστευσαν κι ἔπειτα δὲν δυσπιστοῦσαν καὶ δὲν μποροῦσαν νὰ ἀντιληφθοῦν τοὺς λόγους. Γι’ αὐτὸ δὲν ἀντιλήφθηκαν καθαρὰ τὸ λόγο, ὥστε ἀμέσως τὸν ἐπλησίασαν οἱ γιοὶ τοῦ Ζεβεδαίου καὶ τοῦ μίλησαν γιὰ τὴν πρωτοκαθεδρία· Θέλουμε, λέει, νὰ καθίσωμε ὁ ἕνας στὰ δεξιὰ  κι ὁ ἄλλος ἀριστερά σου. Πῶς λοιπὸν αὐτὸς ὁ Εὐγγελιστὴς λέει ὅτι ἐπλησίασε ἡ μητέρα; Καὶ τὰ δύο εἶναι πιθανά. Πῆραν τὴ μητέρα τους, γιὰ νὰ κάμουν τὴν παράκλησή τους πιὸ ἀποτελεσματικὴ κι ἔτσι νὰ κάμψουν τὸ Χριστό. Ὅτι εἶναι ἀληθινὸ τοῦτο ποὺ εἶπα -ἦταν  δική τους ἡ αἴτηση κι ἀπὸ ντροπὴ προβάλουν τὴ μήτερα- προσέξετε πῶς ὁ Χριστὸς ἀπευθύνει σ’ αὐτοὺς τὸ λόγο.

 Ἄς δοῦμε καλύτερα τί ζητοῦν πρῶτα, καὶ μὲ ποιό σκοπό, καὶ πῶς ἦρθαν στὴ σκέψη αὐτή. Πῶς ἦρθαν στὴ σκέψη αὐτή; Ἔβλεπαν νὰ δέχωνται τιμὴ μεγαλύτερη ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ τοὺς γεννήθηκε ἡ ἐλπίδα ὅτι θὰ ἐπιτύχουν καὶ τὴν αἴτησή τους αὐτή. Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ ζητοῦν; Ἄκουσε κάποιον ἅλλον εὐαγγελιστὴ ποὺ τὸ ἀποκαλύπτει φανερά. Βρίσκονταν κοντὰ στὴν Ἱερουσαλὴμ κι ἐνόμιζαν ὅτι ἀπὸ στιγμὴ σὲ στιγμὴ θὰ φανερωνόταν ἡ βασιλεία, γι’ αὐτὸ τὴ ζητοῦσαν. Νόμιζαν ὅτι αὐτὴ ἦταν πολὺ κοντὰ κι ὅτι ἀπὸ τὴ φύση της ὑλικὴ κι ὅταν ἀπολάμβαναν αὐτὰ ποὺ ζητοῦσαν, δὲ θὰ δοκίμαζαν κανένα λυπηρό. Γιατὶ δὲν τὴ ζητοῦσαν μόνο γιὰ τὸν ἑαυτό της ἀλλὰ καὶ ν’ ἀποφύγουν δυσκολίες. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπομακρύνει πρῶτα ἀπ’ αὐτὲς τὶς σκέψεις, συνιστώντας τους νὰ περιμένουν σφαγὲς καὶ κινδύνους καὶ τὰ ἔσχατα δεινά. Μπορεῖτε, τοὺς λέει, νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι πού πίνω; Κανένας ὡστόσο ἄς μὴ σκανδαλιστῆ γιὰ τὴν ἀτέλεια τῶν ἀποστόλων.

Δὲν εἶχε ἀκόμα συντελεσθῆ ἡ σταύρωση, οὔτε ἦταν δοσμένη ἡ χάρη. Κι ἄν θέλης νὰ μάθης τὴν ἀρετή τους, σπούδασέ τους ἔπειτ’ ἀπ’ αὐτὰ καὶ θὰ τοὺς εὔρης ἀνώτερους ἀπὸ κάθε πάθος. Γι’ αὐτὸ φανερώνει τὰ ἐλαττώματά τους γιὰ νὰ καταλάβης τὴν ἀλλαγὴ ποὺ δέχτηκαν ἀπὸ τὴ χάρη. Ὅτι δὲ ζητοῦσαν τίποτα πνευματικό, οὔτε κι εἶχαν κάποια ἰδέα γιὰ τὴν βασιλεία τῶν οὐρανῶν εἶναι φανερό τοῦτο. Ἄς δοῦμε ὅμως καὶ πῶς πλησιάζουν καὶ τί λένε. Θέλομε, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, νὰ μᾶς παραχωρήσης ὅ,τι σοῦ ζητήσουμε. Κι ὁ Χριστὸς τούς ρωτάει, Τί θέλετε; Ὄχι ἐπειδὴ δὲν ἐγνώριζε ἀλλὰ γιὰ νὰ τοὺς ἀναγκάση ν’ ἀποκριθοῦν καὶ νὰ ἀποκαλύψη τὴν πληγὴ καὶ ἔτσι νὰ βάλη ἐπάνω τὸ  φάρμακο. Κι αὐτοὶ κατακόκκινοι ἀπὸ τὴν ντροπή, γιατὶ τοὺς ἐκινοῦσε ἀνθρώπινο πάθος, τὸν πῆραν ξεχωριστά, μακρυὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ τὸν παρακάλεσαν. Γιατὶ λέει ὅτι προχώρησαν, ὥστε νὰ μὴ γίνη τὸ πρᾶγμα ὁλοφάνερο στοὺς μαθητὰς κι ἔτσι εἶπαν ὅ,τι ἐπιθυμοῦσαν. Καὶ ἐπειδὴ ἄκουαν, Θὰ καθίσετε σὲ δώδεκα θρόνους, ἐπιθυμοῦσαν κατὰ τὴ γνώμη μου τὸ πρωτεῖο τῆς συμπαρακαθήσεως αὐτῆς. Ἤξεραν ὅτι εἶχαν τὴν προτίμηση ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Φοβοῦνται ὅμως τὸν Πέτρο καὶ λένε· Πὲς νὰ καθίση ὁ ἕνας στὰ δεξιὰ κι ὁ ἄλλος ἀριστερά σου. Τὸν βιάζουν λέγοντας, Πές. Κι ἐκεῖνος κάνοντας γνωστό, ὅτι δὲν ζητοῦσαν τίποτα πνευματικό, οὔτε θὰ τολμοῦσαν νὰ ζητήσουν τόσο μεγάλο πρᾶγμα, ἄν ἤξεραν τί ἦταν αὐτὸ ποὺ ζητοῦσαν, τοὺς λέει· Δὲν ξέρετε τί ζητᾶτε. Πόσο μεγάλο, πόσο ὑπέροχο, πόσο ἀνώτερο κι ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις. Προσθέτει ἔπειτα·  Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι ποὺ εἶναι νὰ πιῶ καὶ νὰ δεχτῆτε τὸ βάπτισμα, ποὺ θὰ δεχτῶ;

Βλέπετε πῶς τοὺς ἀπομακρύνει ἀμέσως ἀπὸ τὴ σκέψη τους, μιλῶντας ἀπὸ τὰ ἀντίθετα; Μοῦ κάμετε λόγο γιὰ τιμὲς καὶ στεφάνωμα, τοὺς λέει. Σᾶς μιλῶ ἐγὼ γιὰ ἀγῶνες κι ἱδρῶτες. Αὐτὴ δὲν εἶναι ἡ ὥρα τῶν ἐπάθλων οὔτε θὰ φανερωθῆ τώρα ἐκείνη ἡ δόξα μου· τὸ παρὸν εἶναι σφαγὲς καὶ πόλεμοι καὶ κίνδυνοι. Προσέξετε ἀκόμα πῶς μὲ τὸν τρόπο τῆς ἐρωτήσεως καὶ τοὺς παρακινεῖ καὶ τοὺς ἐλκύει. Δὲν τοὺς εἶπε, μπορεῖτε νὰ ὑπομείνετε τὴ σφαγή; Μπορεῖτε νὰ χύσετε τὸ αἷμα σας; Τοὺς εἶπε· Μπορεῖτε νὰ πιῆτε τὸ ποτήρι; Κι ἔπειτα ἐλκύοντάς τους· ποὺ εἶναι νὰ πιῶ. Γιὰ νὰ γίνουν πιὸ πρόθυμοι μὲ τὸ συνδεσμό τους μ’ ἐκεῖνον. Κι ἀποκαλεῖ τὸ πάθος του βάπτισμα, δείχνοντας ὅτι θὰ προκύψη μεγάλος καθαρμὸς στὴν οἰκουμένη ἀπ’ αὐτό. Μποροῦμε, τοῦ ἀπάντησαν, περιμένοντας ν’ ἀκούσουν τὸ ναὶ στὴν αἴτησή τους. Κι ἐκεῖνος· Τὸ ποτήρι νὰ τὸ πιῆτε καὶ νὰ δεχτῆτε τὸ βάπτισμα ποὺ θὰ δεχτῶ. Τοὺς προφητεύει μεγάλα ἀγαθά, ὅτι θ’ ἀξιωθοῦν τὸ μαρτύριο καὶ θὰ πάθουν ὅ,τι κι αὐτός· θὰ τελειώσετε τὴ ζωή σας μὲ βίαιο θάνατο, θὰ εἶστε σ’ αὐτὰ συμμέτοχοί μου. Νὰ καθίσετε ὅμως δεξιὰ καὶ ἀριστερά μου, δὲν εἶναι δικαίωμά μου νὰ σᾶς τὸ παραχωρήσω. Τὸ δίνει ὁ Πατέρας σ’ αὐτοὺς γιὰ ὅποιους τὸ ἑτοίμασε.

Ἀφοῦ ἐτόνωσε τὶς ψυχές τους καὶ τὶς ἀνέβασε ψηλότερα καὶ τὶς ἐξασφάλισε ἀπὸ τὴ λύπη, τότε διορθώνει τὴν αἴτησή τους. Ἀλλὰ τί σημαίνει ὁ τωρινός λόγος; Δύο πράγματα ζητοῦν οἱ πολλοί· ἄν ἔχη ἑτοιμαστῆ γιὰ μερικοὺς ἡ παρακάθιση στὰ δεξιὰ του καὶ δεύτερο ἄν ὁ Κύριος τῶν ὅλων δὲν εἶναι Κύριος νὰ κάμη παραχώρηση σέ ἐκείνους, γιὰ ὅσους ἔγινε ἡ προετοιμασία. Τί σημαίνει λοιπόν ὁ λόγος; Ἄν ἀπαντήσωμε στὸ πρῶτο, θ’ ἀποσαφηνισθῆ καὶ τὸ δεύτερο. Τὸ πρῶτο λοιπὸν σημαίνει ὅτι κανένας δὲ θὰ καθίση δεξιὰ κι ἀριστερά του. Εἶναι γιὰ ὅλους ἀπλησίαστος ὁ θρόνος αὐτός. Δὲ λέγω γιὰ τούς ἀνθρώπους καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς ἀποστόλους μονάχα ἀλλἀ καὶ γιὰ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἀρχαγγέλους καὶ ὅλες τὶς δυνάμεις τοῦ οὐρανοῦ. Ὁ Παῦλος τὸ θεωρεῖ σὰν ἐξαιρετικὴ τιμὴ πρὸς τὸ Μονογενῆ ὅταν λέη·  Σὲ ποιόν ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους εἶπε ποτέ, κάθισε στὰ δεξιά μου; Ἀκόμα καὶ στοὺς ἀγγέλους λέει· Αὐτὸς ποὺ κάμει τοὺς ἀγγέλους του πνεύματα. Ἐνῶ στὸ γιό του, Θρόνος σου, ὁ Θεός. Πῶς λέει λοιπόν, δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα νὰ σᾶς δώσω τὴν παρακάθηση στὰ δεξιὰ καὶ στ’ ἀριστερά μου; Ἐπειδὴ ἦσαν μεγάλα πρόσωπα αὐτοὶ ποὺ θὰ κάθονταν; Ὄχι βέβαια. Ἀλλὰ ἀποκρίθηκε σύμφωνα μὲ τὴν ἀντίληψη αὐτῶν ποὺ ρωτοῦσαν, συγκατεβαίνοντας στὸ διανοητικό τους ἐπίπεδο. Γιατὶ δὲν εἶχαν ἰδέα ἀπὸ τὸν ὑψηλὸ ἐκεῖνο θρόνο καὶ τὸ κάθισμα στὰ δεξιὰ τοῦ Πατέρα, ἀφοῦ ἀγνοοῦσαν καὶ τὰ πολὺ χαμηλὰ ἀπ’ αὐτά, ποὺ τὰ εἶχαν καθημερινὰ στ’ αὐτιά τους. Ἕνα ζήτοῦσαν μόνο, ν’ ἀπολαύσουν τὰ πρωτεῖα καὶ νὰ σταθοῦν μπροστὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ μὴν ὑπάρχη κοντινώτερος σ’ ἐκεῖνον ἀπ’ αὐτούς.

Αὐτὸ εἶπα καὶ πρὶν ἀπὸ λίγο· ἄκουσαν δώδεκα θρόνους καὶ χωρὶς νὰ γνωρίζουν τὴ σημασία τοῦ λόγου, ἐπιδίωξαν τὸ προκάθισμα. Ἰδοὺ τὸ νόημα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ. Θὰ βρῆτε θάνατο γιὰ μένα, καὶ θὰ θυσιαστῆτε γιὰ τὸ κήρυγμα καὶ θὰ γίνετε μέτοχοι στὸ πάθος μου. Δὲν φτάνει ὅμως αὐτὸ νὰ σᾶς δώση τὴν ἀπόλαυση τοῦ προκαθίσματος καὶ τὴν κατοχὴ τῆς πρώτης θέσης. Ἄν καποιος ἔρθη μὲ τὸ εὔσημο τοῦ μαρτυρίου κι ἔχοντας περισσότερες ἀρετὲς ἀπὸ σᾶς, μπορεῖ νὰ σᾶς ἀγαπῶ τώρα καὶ νὰ σᾶς προτιμῶ ἀπὸ τοὺς ἄλλους, δὲ θὰ παραμερίσω ὅμως ἐκεῖνον ποὺ τὸν διαλαλοῦν τὰ ἔργα του, γιὰ νὰ δώσω τὰ πρωτεῖα σὲ σᾶς.  Δὲν τοὺς μίλησε ἔτσι ὡστόσο, γιὰ νᾶ μῆν τοὺς λυπήση. Μ’ αἰνιγματικὴ ὅμως ἔκφραση ὑπονοεῖ λέγοντας τὸ ἴδιο. Θὰ πιῆτε τὸ δικὸ μου ποτήρι, καὶ θὰ δεχτῆτε τὸ βάπτισμα ποὺ δέχομαι. Νὰ καθίσετε ὅμως δεξιὰ καὶ ἀριστερά μου, δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα νὰ σᾶς τὸ δώσω, μὰ σ’ ὅποιους ἔχει ἑτομαστῆ. Καὶ γιὰ ποιούς ἑτοιμάστηκε; Γι’ αὐτοὺς ποὺ μποροῦν νὰ λάμψουν μὲ τὰ ἔργα τους. Γι’  αὐτὸ δὲν εἶπε, δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα νὰ τὸ δώσω ἀλλὰ στὸν Πατέρα μου, γιὰ νὰ πῆ κανένας ὅτι δὲν ἔχει τὴν δύναμη μὴν πῆ τὴν ἱκανότητα τῆς ἀντίδοσης. Εἶπε μόνο, δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα ἀλλὰ σ’ ὅσους ἑτοιμάστηκε.

Γιὰ νὰ γίνη σαφέστερο ὅ,τι λέω, ἄς τὸ ἐφαρμόσωμε σ’ ἕνα παράδειγμα. Ἄς ὑποθέσωμε πὼς ὑπάρχει ἕνας ἀγωνοθέτης κι ἔπειτα ὅτι συμμετέχουν σ’ αὐτὸν τὸν ἀγῶνα πολλοὶ ἄριστοι ἀθληταί. Δύο ἀπ’ αὐτοὺς, πολὺ γνωστοὶ στὸν ἀγωνοθέτη, ἔρχονται καὶ τοῦ λένε μὲ τὸ θάρρος τῆς φιλίας τους. Κάμε νὰ στεφανωθοῦμε καὶ ν’ ἀνακηρυχθοῦμε ἐμεῖς νικηταί. Κι ἐκεῖνος τοὺς λέει· Δὲν ἀνήκει σ’ ἐμένα νὰ σᾶς δώσω αὐτὸ τὸ δῶρο, ἀλλὰ σ’ αὐτοὺς γιὰ ὅσους ἑτοιμάστηκε ἀπὸ τοὺς κόπους καὶ τὸν ἱδρῶτα.  Θὰ τοῦ καταλογίσουμε τάχα ἀδυναμία; Καθόλου βέβαια. Θὰ παραδεχτοῦμε τὴ δικαιοσύνη καὶ τὴν ἀπροσωποληψία του.  Θὰ λέγαμε λοιπὸν πὼς ἐκεῖνος δὲ δίνει, ὄχι ἐπειδὴ δὲν μπορεῖ ἀλλὰ ἐπειδὴ δὲ θέλει νὰ καταπατήση τοὺς κανόνες τῶν ἀγώνων οὔτε νὰ ταράξη τὴν τάξη τοῦ δικαίου.

Ἔτσι θὰ ἔλεγα ὅτι καὶ ὁ Χριστὸς ἔχει πεῖ, τὸ ἴδιο κατευθύνοντάς τους ἀπὸ παντοῦ νὰ ἔχουν, ἔπειτα ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας καὶ τῆς προκοπῆς τους στηριγμένη στὴν ἐπίδειξη τῶν δικῶν τους κατορθωμάτων. Γι’ αὐτὸ λέει· γιὰ ὅσους ἔχει ἑτοιμαστεῖ. Σὰ νὰ τοὺς λέει·  ἄν φανοῦν ἄλλοι καλύτεροί σας; Κι ἄν ἐπιτύχουν ἔργα ἀνώτερα; Μήπως ἐπειδὴ γίνατε μαθηταί μου, γι’ αὐτὸ καὶ θ’ ἀπολαύσετε τὰ πρωτεῖα, χωρὶς νὰ φανῆτε ἄξιοι τῆς ἐκλογῆς μου; Ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ Κύριος τῶν ὅλων, φαίνεται ἀπὸ τὸ ὅτι ὁλόκληρη ἡ κρίση εἶναι ἔργο του. Ἔτσι λέει στὸν Πέτρο. Ἐγὼ θὰ σοῦ δώσω τὰ κλειδιὰ τῶν οὐρανῶν. Κι ὁ Παῦλος τὸ ἴδιο λέει·  Μοῦ ἀπομένει ὁ στέφανος τῆς δικαιοσύνης, ποὺ θὰ μοῦ τὸν δώση ὁ Κύριος, ὁ δίκαιος κριτής, τὴν ἡμέρα ἐκείνη. Κι ὄχι σ’ ἐμένα μονάχα, ἀλλὰ σ’ ὅλους ποὺ ἐπιθύμησαν τὴν ἐπιφάνειά του. Κι ἔχει γίνει ἡ ἐπιφάνεια τοῦ Χριστοῦ.  Κι εἶναι σ’ ὅλους φανερὸ ὅτι κανένας δὲ θὰ σταθῆ πιὸ μπροστὰ ἀπὸ τὸν Παῦλο.

 Μὴν ἀπορήσης ἄν ἐκφράστηκε γι’ αὐτὰ μὲ κάποια ἀσάφεια. Οἰκονομοῦσε τὴν ἀποτροπὴ τους ἀπὸ τὸ νὰ τὸν ἐνοχλοῦν ἀνώφελα γιὰ πρωτεῖα. Ἦταν ἀνθρώπινο τὸ πάθος τους καὶ δὲν ἤθελε συνάμα νὰ τοὺς λυπήση· τὰ πετυχαίνει μὲ τὴν ἀσάφεια καὶ τὰ δύο. Τότε ἀγανάκτησαν οἱ δέκα γιὰ τοὺς δύο. Πότε τότε; Ὅταν τοὺς ἔκαμε τὴν ἐπιτίμηση. Ὥσπου ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε βγάλει ἀπόφαση, δὲν ἀγανακτοῦσαν. Ἔβλεπαν τὴ προτίμηση σ’ αὐτούς, τὴ δέχονταν ὅμως καὶ σιωποῦσαν, ἐπειδὴ ἐσέβονταν καὶ τιμοῦσαν τὸ Δάσκαλο. Κι ἄν ἐδοκίμαζαν μέσα τους κάποια λύπη, δὲν ἐτολμοῦσαν νὰ τὴ φανερώσουν. Κάτι ἀνθρώπινο εἶχαν πάθει καὶ μὲ τὸ Πέτρο, ὅταν ἔδωσε τὰ δίδραχμα, ἀλλὰ δὲ θύμωσαν· ρώτησαν μόνο. Ποιός εἶναι λοιπὸν μεγαλύτερος; Ἐδῶ ὅμως θύμωσαν, ἐπειδὴ ἡ αἴτησή  ἔγινε ἀπὸ τοὺς μαθητάς. Μὰ κι ἐδῶ πάλι δὲν ἀγανακτοῦν ἀμέσως, μόλις τὸ ἐζήτησαν, ἀλλὰ ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς ἐπιτίμησε καὶ τοὺς εἶπε ὅτι δὲ θἀ ἀπολαύσουν τὰ πρωτεῖα, ἄν δὲν κάμουν τὸν ἑαυτό τους ἄξιο γι’ αὐτό.

Εἶδες τὴν ἀτέλεια ὅλων; Κι αὐτῶν ποὺ ξεσηκώνονταν ἐναντίον τῶν δέκα κι ἐκείνων ποὺ φθονοῦσαν τοὺς δύο. Δεῖξε μού τους ὅμως ἔπειτα, ὅπως εἶπα καὶ θὰ τοὺς δῆς ἐλεύθερους ἀπὸ τὰ πάθη αὐτά. Ἄκουσε λοιπὸν πῶς ὁ ἴδιος ὁ Ἰωάννης, αὐτὸς ποὺ τώρα ἦρθε γιὰ τὰ πρωτεῖα, ὑποχωρεῖ παντοῦ μπροστὰ τὸν Πέτρο, ὅταν μιλᾶ καὶ θαυματουργεῖ μέσα στὶς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων. Δὲν κρύβει τὰ κατορθώματά του οὔτε ἀποσιωπᾶ τὴν ἀπολογία του, ποὺ ἔκαμε ἐνῶ ὅλοι σιωποῦσαν καὶ τὴν εἴσοδό του στὸν τάφο καὶ θέτει τὸν Πέτρο μπροστὰ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ἐπειδὴ ἔμειναν κι οἱ δύο κοντά του τὴν ὥρα τῆς σταυρώσεως μετριάζοντας τὸν αὐτοέπαινό του λέει, ὅτι Ἦταν γνώριμος στὸν ἱερέα ἐκεῖνος ὁ μαθητής. Ὁ Ἰάκωβος πάλι δὲν ἔζησε πολὺ ἔπειτα. Ἀπὸ τὴν ἄρχὴ ἔνιωσε τόση φλόγα μέσα του καὶ παραιτῶντας ὅλα τὰ ἀνθρώπινα ἀνέβηκε σὲ ὕψος ἀπερίγραπτο, ὥστε νὰ θυσιαστῆ ἀμέσως. Ἔτσι μὲ ὅλες τὶς πράξεις τους ἔφτασαν ἀργότερα στὸ ἄκρο τῆς τελειότητας. Τότε ὅμως εἶχαν ἀγανακτήσει.

Καὶ ὁ Χριστός; Ἀφοῦ τοὺς κάλεσε κοντά το τοὺς λέει·  θὰ τοὺς ἐξουσιάσουν οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν. Ἐπειδὴ ἐτρόμαξαν καὶ ταράχτηκαν, τοὺς καταπραΰνει πρὶν ἀπὸ τὸ λόγο μὲ τὴν πρόσκληση καὶ μὲ τὴν προσέλκυσή τους κοντά του. Γιατὶ οἱ δύο, ἀφοῦ ἀποσπάστηκαν ἀπὸ τὸν κύκλο τῶν δώδεκα, στέκονταν πιὸ κοντά του καὶ τοῦ μιλοῦσαν σὰν ἴσοι.  Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς φέρνει κοντά του μ’ αὐτὸ τὸ σκοπὸ καὶ γιὰ νὰ διακωμωδήση τὸ ζήτημά του καὶ νὰ τὸ ξεσκεπάση στοὺς ἄλλους, διασκεδάζοντας τὸ πάθος κι αὐτῶν κι ἐκείνων. Καὶ δὲν τὸ μετριάζει τώρα ὅπως πρῶτα. Πρῶτα παρουσιάζει μικρὰ παιδιὰ καὶ τοὺς προτρέπει νὰ μιμηθοῦν τὴν ἁπλότητα καὶ τὴν ταπεινωσύνη τους. Ἐδῶ τοὺς προτρέπει ἀπὸ τὸ ἀντίθετο ἐντονώτερα· οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν θὰ τοὺς ἐξουσιάσουν καὶ οἱ μεγάλοι θὰ τοὺς ὑποδουλώσουν. Δὲ θὰ γίνη ὅμως ἔτσι σ’ ἐμᾶς· ἀλλὰ ὅποιος θέλει νὰ γίνη μεγάλος ἀνάμεσά μας, αὐτὸς θὰ εἶναι ὑπηρέτης ὅλων. Κι ὅποιος θέλει νὰ εἶναι πρῶτος, ἄς εἶναι ὁ πιὸ τελευταῖος ἀπὸ ὅλους. Δείχνει πὼς ὁ ἔρωτας τῶν πρωτείων εἶναι γνώρισμα τῶν ἐθνικῶν.  Γιατὶ τὸ πάθος εἶναι τυραννικὸ καὶ συνεχῶς ἐνοχλεῖ ἀκόμα καὶ μεγάλους ἄνδρες. Γι’ αὐτὸ καὶ χρειάζεται ἐντονώτερη καταδίκη καὶ τοὺς ἀγγίζει κι ἐκείνους βαθύτερα παρουσιάζοντας ἄρρωστη τὴν ψυχή τους μὲ τὴν παράθεση τῶν ἐθνῶν.

Μετριάζει ἔτσι ἐκείνων τὸ φθόνο κι αὐτῶν τὴν παραφροσύνη, σχεδὸν λέγοντάς τους. Μὴν ἀγανακτῆτε, γιατὶ τάχα σᾶς ἔχουν προσβάλει. Τὸν ἑαυτὸ τους πιὸ πολύ βλάπτουν κι ἐξευτελίζουν ὅσοι ζητοῦν ἔτσι τὰ πρωτεῖα· βρίσκονται στὴν ἔσχατη θέση. Δὲ γίνεται σ’ ἐμᾶς ὅ,τι στοὺς ἔξω. Οἱ ἄρχοντες τῶν ἐθνῶν τοὺς ἐξουσιάζουν. Στὸ δικό μου βασίλειο, πρῶτος γίνεται ὁ τελευταῖος. Ὅτι αὐτὸ δὲν εἶναι λόγος ἁπλός, δέξου τὴν ἀπόδειξη ἀπὸ ὅσα πράττω κι ὅσα παθαίνω. Ἐγὼ ἔκαμα καὶ κάτι περισσότερο. Ἄν καὶ ἤμουν βασιλιὰς τῶν δυνάμεων τοῦ οὐρανοῦ, θέλησα νὰ γίνω ἄνθρωπος καὶ καταδέχτηκα νὰ περιφρονηθῶ καὶ νὰ ἐξευτελιστῶ. Μὰ δὲν περιωρίστηκα σ’ αὐτά· ἔφτασα ὡς τὸ θάνατο. Γι’ αὐτὸ λέει· Καθὼς ὁ Γιὸς τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἦρθε νὰ ὑπηρετηθῆ ἀλλὰ νὰ ὑπηρετήση καὶ νὰ δώση τὴν ψυχή του ἐξαγορά πολλῶν. Καὶ δὲ σταμάτησα λέει ὡς ἐδῶ· ἀλλὰ ἔδωσα ἐξαγορὰ λυτρώσεως τὴν ψυχή μου. Καὶ λύτρωση ποιῶν; Τῶν ἐχθρῶν μου. Σὺ ἄν ταπεινωθῆς, τὸ κάμεις γιὰ τὸν ἑαυτό σου· ἐγὼ ὅμως γιὰ σένα.

Μὴ φοβηθῆς λοιπόν, γιατὶ τάχα μειώνεται ἡ ἀξία σου. Ὅσο κι ἄν ταπεινωθῆς, δὲν μπορεῖς νὰ κατεβῆς τόσο, ὅσο ὁ Κύριός σου. Ἡ κατάβαση ὅμως ἐγινε ἀνάβαση ὅλων κι ἔκαμε νὰ λάμψη ἡ δόξα του. Προτοῦ γίνη ἄνθρωπος, ἦταν γνωστὸς στοὺς ἀγγέλους μόνο. Ὅταν ὅμως ἔγινε ἀνθρωπος τὴ δόξα δὲν ἐλάττωσε ἀλλὰ πῆρε κι ἄλλη, τοῦ γνωρισμοῦ του μὲ τὴν οἰκουμένη. Μὴ φοβηθῆς λοιπὸν ὅτι  μειώνεται ἡ ἀξία σου, ἄν ταπεινωθῆς. Ἀντίθετα ἔτσι αὐξάνεται ἡ δόξα σου· ἔτσι γίνεται μεγαλύτερη. Αὐτὴ εἶναι ἡ πύλη τῆς Βασιλείας. Ἄς μὴν ἀκολουθήσωμε τὸν ἀντίθετο δρόμο κι ἄς μὴν πολεμοῦμε τὸν ἑαυτὸ μας.

 Ἅν ἐπιθυμήσωμε νὰ φανοῦμε μεγάλοι, δὲ θὰ γίνουμε μεγάλοι ἀλλὰ πιὸ ἀνάξιοι ἀπ’ ὅλους. Εἶδες πῶς τοὺς παρακινεῖ μὲ τὰ ἀντίθετα παραδείγματα, δίδοντάς τους ὅ,τι ἐπιθυμοῦν; Στὰ προηγούμενα τὸ ἐδείξαμε ἀναλυτικά. Ἔτσι ἔκαμε καὶ στὴ περίπτωση τῶν φιλοχρήματων καὶ τῶν κενόδοξων. Γιὰ ποιὸ λόγο, ρωτάει ἐλεεῖς μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους; Γιὰ νὰ κερδίσης δόξα; Μὴν κάμης ἔτσι λοιπὸν καὶ θὰ κερδίσης δόξα ἐξάπαντος. Γιὰ ποιό λόγο μαζεύεις θησαυρούς; Γιὰ νὰ πλουτήσης. Μὴ μαζέψης θησαυροὺς καὶ θὰ πλουτήσης. Ἔτσι καὶ ἐδῶ. Γιὰ ποιὸ λόγο ἐπιθυμεῖς πρωτεῖα; Γιὰ νὰ πηγαίνης μπροστὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους; Διάλεξε λοιπὸν τὴν τελευταία θέση καὶ τότε θ’ ἀπολαύσης τὰ πρωτεῖα. Ἄν θέλης λοιπὸν νὰ γίνης μεγάλος μὴν ἐπιδιώκης νὰ γίνης μεγάλος καὶ τότε θὰ γίνης μεγάλος. Ἐκεῖνο σὲ κάνει μικρό.

Βλέπεις πῶς τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸ νόσημά τους; Μὲ τὸ νὰ τοὺς δείξη ὅτι κι ἀπὸ κεῖνο ξεπέφτουν καὶ μὲ τοῦτο πετυχαίνουν. Γιὰ ν’ ἀποφύγουν τὸ ἕνα καὶ νὰ ἐπιδιώξουν τὸ ἄλλο. Γι’ αὐτὸ τοὺς ἐθύμισε καὶ τὰ ἔθνη· γιὰ νὰ παρουσιάση τὸ πρᾶγμα κι ἀπ’ αὐτὴν τὴν πλευρὰ αἰσχρὸ καὶ σιχαμερό. Γιατὶ ὁ ὑπερήφανος εἶναι ἀνάγκη νὰ ταπεινώνεται καὶ ἀντίθετα ὁ ταπεινὸς νὰ ὑψωθῆ. Αὐτὸ εἶναι τὸ ὕψος τὸ ἀληθινὸ καὶ γνήσιο, ποὺ δὲ βρίσκεται μόνο στὸ ὄνομα καὶ τὴν προσωνυμία. Καὶ τὸ ἐξωτερικὸ εἶναι ἀποτέλεσμα ἀνάγκης καὶ φόβου, τοῦτο ὅμως ἁρμόζει στὸ Θεό. Τοῦτος ὁ ἄνθρωπος μένει ἀνώτερος κι ἄς μὴν τὸν θαυμάζη κανένας, ὅπως κι ἐκεῖνος πάλι εἶναι ἀπ’ ὅλους πιὸ ἀνάξιος κι ἄς τὸν ὑπηρετοῦν ὅλοι. Αὐτὴ εἶναι μιὰ ἀναγκαστικὴ τιμὴ γι’ αὐτὸ κι εὔκολα διαρρέει· ἡ ἄλλη ὅμως ἐλεύθερη, γι’ αὐτὸ καὶ παραμένει σταθερή. Ἐξ ἄλλου καὶ τοὺς ἁγίους τοὺς θαυμάζομε γι’ αὐτό·  ἐπειδὴ ταπείνωναν τὸν ἑαυτό τους περισσότερο ἀπ’ τὸν καθένα, ἐνῶ ἦσαν ἀνώτεροι ἀπὸ ὅλους. Γι’ αὐτὸ κι ὡς σήμερα μένουν στὸ ψηλό τους βάθρο καὶ μήτε ὁ θάνατος δὲν τὸ χαμήλωσε.

Ἄν θέλης ἄς ἐξετάσωμε τὸ  ἴδιο πρᾶγμα καὶ μὲ συλλογισμούς. Λέμε κάποιον πὼς εἶναι ψηλὸς ἤ γιὰ τὸ ὕψος τοῦ σώματός του ἤ ὅταν τύχη νὰ στέκεται σὲ ψηλὸ τόπο. Ὅμοια καὶ ὁ ταπεινὸς ἀπὸ τὰ ἀντίθετα. Ἄς δοῦμε λοιπὸν ποιός ἔχει αὐτὴν τὴν ἰδιότητα· ὁ ἀλαζόνας ἤ ὁ μετριοπαθής. Γιὰ νὰ δῆς ὅτι τίποτα δὲν εἶναι πιὸ ὑψηλὸ ἀπὸ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τίποτα πιὸ χαμηλὸ ἀπὸ τὴν ἀλαζονεία. Ὁ ἀλαζόνας θέλει νὰ εἶναι ὁ μεγαλύτερος ἀπὸ ὅλους καὶ τίποτα δὲ νομίζει πὼς τοῦ εἶναι ἄξιο· ὅση κι ἄν τοῦ προσφερθῆ τιμή, ἐπιθυμεῖ περισσότερη κι ἐπιδιώκει. Νομίζει πὼς τίποτα δὲν τοῦ προσφέρθηκε, περιφρονεῖ τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν τιμή τους ὡστόσο ἀποζητᾶ. Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη ἀνοησία. Μοιάζει μὲ αἴνιγμα· αὐτοὺς ποὺ γιὰ μηδὲν τοὺς λογαριάζει, ἀπ’ αὐτοὺς θέλει νὰ δοξάζεται.

Εἶδες πῶς ὅποιος θέλει νὰ ἐπαρθῆ καὶ νὰ ψηλώση πέφτει καὶ μένει στὰ χαμηλά; Δογματίζει ὅτι θεωρεῖ μηδενικὰ τοὺς ἄλλους σὲ σχέση μὲ τὸν ἑαυτό του·  κι αὐτὸ εἶναι ἡ ἀλαζονεία. Γιατί λοιπὸν καταφεύγεις στὸ μηδενικό; Γιατὶ ζητᾶς ἀπὸ κεῖνον τιμή; Γιατὶ σέρνεις μαζί σου τόσο πλῆθος; Βλέπετε τὸν ταπεινὸ στὴν ταπεινὴ του θέση; Ἄς στρέψωμε σ’ αὐτὸν τὴν προσοχή μας. Γνωρίζει αὐτὸς τὴν ἀξία τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι μεγάλο πρᾶγμα, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶναι ὁ ἐλάχιστος ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ γι’ αὐτὸ ὅποια τιμὴ κι ἄν τοῦ κάνουν τὴ θεωρεῖ σημαντική. Ὥστε αὐτὸς ἀκολουθεῖ τὸν ἑαυτὸ του, μένει ὑψηλὸς καὶ δὲ μεταβάλλει τὴν ἀπόφασή του. Ὅποιος δηλαδὴ θεωρεῖ τοὺς ἄλλους μεγάλους, μεγάλες θεωρεῖ καὶ τὶς τιμὲς ἀπ’ αὐτοὺς, ἀκόμα κι ἄν εἶναι μικρές, ἐπειδὴ αὐτοὺς τοὺς θεωρεῖ μεγάλους. Ὁ ἀλαζόνας ὅμως θεωρεῖ μηδενικὰ ὅσους τὸν τιμοῦν, ἐνῶ τὶς τιμὲς ἀπ’ αὐτοὺς τὶς χαρακτηρίζει μεγάλες.

Ἀκόμα, ὁ ταπεινὸς  δὲν εἶναι αἰχμάλωτος κανενὸς πάθους· δὲν μπορεῖ νὰ τον πειράξη ἡ ὀργή, οὔτε ὁ ἔρωτας τῆς δόξας, οὔτε ὁ φθόνος, οὔτε ἡ ζήλεια. Ὑπάρχει ἀνώτερο ἀπὸ ψυχὴ ἀπαλλαγμένη ἀπ’ αὐτά; Ὁ ἀλαζόνας ὅμως ἐξουσιάζεται ἀπὸ ὅλα αὐτά, σὰν τὸ σκουλήκι ποὺ κυλιέται στὸ βόρβορο, γιατὶ κι ἡ ζήλεια κι ὁ φθόνος κι ὁ θυμὸς βασανίζουν ἀδιάκοπα τὴν ψυχή του. Ποιός εἶναι λοιπὸν ὑψηλός;  ὁ νικητὴς τῶν παθῶν ἤ ὁ δοῦλος τους; Αὐτὸς ποὺ τρέμει ἐξ αἰτίας τους καὶ φοβᾶται ἤ αὐτὸς ποὺ δὲν ὑποτάζεται οὔτε αἰχμαλωτίζεται ἀπ’ αὐτά; Ποιό πουλὶ θὰ ποῦμε ὅτι πετᾶ ψηλότερα; Αὐτὸ ποὺ εἶναι πιὸ πάνω ἀπὸ τὰ χέρια καὶ τὰ καλάμια τοῦ κυνηγοῦ ἤ ἐκεῖνο ποὺ μήτε καλάμι δὲν ἀφίνει τὸν κυνηγό του νὰ χρησιμοποιήση, ἐπειδὴ χαμοπετᾶ καὶ δὲν μπορεῖ νὰ ψηλώση; Τέτοιος εἶναι ὁ ὑπερήφανος· ἕρπει στὸ χῶμα καὶ τὸν πιάνει εὔκολα κάθε παγίδα.

Ἄν θέλης κοίταξε τὸ πρᾶγμα κι ἀπὸ τὴν πλευρὰ τοῦ πονηροῦ ἐκείνου δαίμονα. Τὶ πιὸ ταπεινὸ ἀπὸ τὸ διάβολο, ἀπὸ τότε ποὺ ψήλωσε τὸν ἑαυτό του, καὶ πιὸ ψηλὸ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ θέλει νὰ ταπεινώση τὸν ἑαυτό του; Ἐκεῖνος σέρνεται χάμω κι εἶναι κάτω ἀπὸ τὴ φτέρνα μας –πατεῖτε, ὁρίζει, πάνω στὰ φίδια καὶ τοὺς σκορπιούς. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει θέση ψηλὰ μὲ τοὺς  ἀγγέλους. Ἄν θέλης αὐτὸ νὰ τὸ διαπιστώσης κι ἀπὸ ὑπερήφανους ἀνθρώπους, σκέψου ἐκεῖνο τὸ βάρβαρο ποὺ ὁδηγεῖ τόσο στρατὸ καὶ δὲ γνωρίζει μήτε ὅσα εἶναι σ’ ὅλους γνωστά, ὅτι ἡ πέτρα εἶναι πέτρα καὶ τὰ εἴδωλα εἴδωλα. Γι’ αὐτὸ κι ἀπὸ τοῦτα ἦσαν κατώτερος. Οἱ εὐσεβεῖς ὅμως καὶ πιστοὶ ἀνεβαίνουν ψηλότερα ἀπ’ τὸν ἥλιο. Ἀπὸ τούτους δὲν ὑπάρχει ψηλότερο. Ἀφού ξεπερνοῦν τοὺς θόλους τοῦ οὐρανου καὶ προσπερνῶντας τοὺς ἀγγέλους στέκονται δίπλα στὸ βασιλικὸ θρόνο. Μπορεῖς νὰ συμπεράνης κι ἀπὸ ἄλλο σημεῖο τὴ μηδαμινότητά τους. Ποιός εἶναι πιθανὸ νὰ ταπεινωθῆ; Ὅποιος βοηθεῖται ἀπὸ τὸ Θεὸ ἤ ὅποιος πολεμεῖται ἀπ’ αὐτόν; Εἶναι φανερὸ ὅτι ὅποιος πολεμεῖται. Ἄκουσε λοιπὸν τί λέει γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ τοὺς δύο ἡ Γραφή. Ὁ Θεὸς ἐναντιώνεται στοὺς ὑπερηφάνους, δίνει τὴ χάρη του στοὺς ταπεινούς.

Θὰ σὲ ρωτήσω καὶ κάτι ἄλλο. Ποιὸς εἶναι ὑψληλότερος; Ὅποιος ἔχει ἀφιερωθῆ στὸ Θεὸ καὶ προσφέρει τὴ θυσία ἤ ὄποιος δὲν ἔχει καθόλου παρρησία μπροστά του; Καὶ ποιὰ θυσία προσφέρει ὁ ταπεινός; ρωτᾶ. Ἄκουσε τὸ Δαυΐδ· θυσία στὸ Θεὸ εἶναι ἡ συντετριμμένη ψυχή. Μιὰ συντετριμμένη καὶ ταπεινωμένη καρδιά, ὁ Θεὸς δὲν τὴν ἐκμηδενίζει. Αὑτὴ εἶναι ἡ καθαρότητα τοῦτου. Κοίταξε ἐκείνου τὴν ἀκαθαρσία. Κάθε ὑπερήφανος εἶναι ἀκάθαρτος γιὰ τὸ Θεό. Στὸν ἕνα λοιπὸν βρίσκει ἀνάπαυση ὁ Θεός. Σὲ ποιὸν νὰ ρίξω τὰ βλέμματά μου, λέει ὁ Θεός, ἄν ὄχι στὸν πρᾶο καὶ στὸν ἥσυχο καὶ σ’ αὐτὸν ποὺ τρέμει τὰ λόγια του; Ὁ ἄλλος σέρνεται μαζί μὲ τὸ διάβολο. Γιατὶ ὁ φαντασμένος παθαίνει ὅ,τι κι ἐκεῖνος. Γι’ αὐτὸ κι ὁ Παῦλος ἔλεγε·  Μήπως πέση σὲ κρῖμα τυφλωμένος ἀπὸ ἕπαρση. Καὶ τοῦ τυχαίνει τὸ ἀντίθετο ἀπὸ ὅ,τι ἐπιθυμεῖ. Θέλει νὰ φαίνεται, γιὰ νὰ τὸν τιμοῦν. Κι εἶναι αὐτὸς ποὺ περιφρονεῖται περισσότερο ἀπ’ ὅλους. Αὐτοὶ εἶναι καταγέλαστοι, οἱ ἐχθροὶ κι οἱ ἀντίπαλοι ὅλων, τὰ εὔκολα θύματα, οἱ εὔκολοι στὸ θυμό, οἱ ἀκάθαρτοι γιὰ τὸ Θεό. Ὑπάρχει χειρότερο ἀπ’ αὐτό; Αὐτὸ εἶναι τὸ ἄκρον ἄωτο τῶν κακῶν.

Καὶ τί εἶναι πιὸ ὡραῖο ἀπὸ τοὺς ταπεινούς; Καὶ τί θὰ τοὺς δώση περισσότερη μακαριότητα, παρὰ ὅταν εἶναι ποθητοὶ κι ἀξιαγάπητοι ἀπὸ τὸ Θεό; Ἀλλὰ αὐτοὶ ἀπολαμβάνουν καὶ τὴ δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους κι ὅλοι τοὺς τιμοῦς σὰν πατέρες τους, τοὺς ἀσπάζονται σὰν ἀδελφούς, τοὺς δέχονται σὰν δικούς τους. Ἄς γίνωμε λοιπὸν ταπεινοί, γιὰ νὰ γίνωμε ὑψηλοί. Γιατὶ ἡ ὑπερηφάνεια ταπεινώνει ὑπερβολικά. Αὐτὴ ἐταπείνωσε τὸν Φαραώ. Δὲν γνωρίζω λέει τὸν Κύριο κι ἔγινε χειρότερος ἀπὸ τὶς μύγες, τὰ βατράχια καὶ τὶς κάμπιες καὶ μὲ τὰ ὅπλα μαζὶ καὶ τὰ ἄλογα καταποντίστηκε. Ἀντίθετα μ’ αὐτὸν ὁ Ἀβραὰμ λέει· Ἐγὼ εἶμαι γῆ καὶ τέφρα καὶ νίκησε ἀμέτρητους βαρβάρους. Ἔπεσε μέσα στοὺς Αἰγυπτίους καὶ γύρισε κερδίζοντας λαμπρότερο ἀπὸ τὸ προηγούμενο τρόπαιο. Κρατῶντας σταθερὰ αὐτὴν τὴν ἀρετὴ γινόταν ὅλο καὶ ψηλότερος. Γι’ αὐτὸ παντοῦ μιλᾶνε γι’ αὐτὸν, γι’ αὐτὸ τὸν δοξάζουν καὶ τὸν διαλαλοῦν. Ἐνῶ ὁ Φαραὼ ἔγινε χῶμα καὶ τέφρα καὶ ὅ,τι χειρότερο ἀπ’ αὐτά.

Τίποτα δὲ μισεῖ ὁ Θεὸς ὅσο τὴν ὑπερηφάνεια.  Γι’ αὐτὸ ἔκαμε ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τὰ πάντα, γιὰ νὰ ἐξαλείψη τοῦτο τὸ πάθος. Γι’ αὐτὸ γίναμε θνητοὶ καὶ ταλαιπωρούμαστε μὲ λύπες καὶ θρήνους, μὲ ἀσταμάτητο πόνο, ἱδρῶτα καὶ ἐργασία. Ἀπὸ ἀλαζονεία ἀμάρτησε ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὅταν ἤλπισε πὼς θὰ γινόταν ἴσος μὲ τὸ Θεό. Γι’ αὐτὸ δὲν ἔμεινε μὲ ὅσα εἶχε ἀλλὰ τὰ στερήθηκε κι αὐτά. Τέτοια ἡ ἀλαζονεία ὄχι μονάχα δὲ δίνει κανένα ὄφελος στὴ ζωὴ ἀλλὰ μᾶς περιορίζει κι ὅσα ἐπιτύχαμε. Ἐνῶ ἡ ταπεινοφροσύνη ὄχι μόνο δὲν περιορίζει ὅσα ἔχουμε ἀλλὰ μᾶς προσθέτει κι ὅ,τι δὲν ἔχουμε. Αὐτὴ λοιπὸν ἄς ζηλέψουμε, αὐτὴ ἄς ἐπιδιώξουμε γιὰ ν’ ἀπολαύσουμε καὶ τὴν τωρινὴ τιμή καὶ νὰ ἐπιτύχωμε καὶ τὴ μελλοντικὴ δόξα μὲ τὴ χάρη καὶ τὴ φιλανθρωπία τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.

Σ’ Αὐτὸν καὶ τὸν Πατέρα καὶ τὸ ἅγιο Πνεῦμα ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη τώρα καὶ πάντοτε καὶ στοὺς αἰῶνες. Ἀμήν.

----------

Πατερικὸν Κυριακοδρόμιον  τ.  Β΄, Μητροπολίτου Τρίκκης καὶ Σταγῶν Διονυσίου

 http://www.immorfou.org.cy/articles-form-the-net/826-kiriaki-marias-ioannis.html

Μητροπολίτου Αnthony Βloom: Ἡ κλειστή πόρτα τῆς ψυχῆς μας

Τήν πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς θυμόμαστε τήν ῾Οσία Μαρία τήν Αἰγυπτία, καί εἶναι πολλά αὐτά πού μᾶς διδάσκει καί πού τά ἔχουμε ἀνάγκη. ῏Ηταν ἁμαρτωλή, δημόσια γνωστή, πειρασμός καί σκάνδαλο γιά τούς ἄνδρες.

Πῶς ἔφθασε σ’ αὐτό τό σημεῖο, δέν τό ξέρουμε. Ποτέ δέν θά μάθουμε πῶς ἔγινε πόρνη, ἄν τό κακό ἦταν μέσα της, ἄν τήν ἀποπλάνησαν ἤ τή βίασαν… Αὐτό πού σίγουρα γνωρίζουμε εἶναι ὅτι μία μέρα ἦρθε σ’ ἕνα ναό τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ -ἡ ὁποία ἀντιπροσωπεύει τήν ἀπόλυτη ἀκεραιότητα- καί ξαφνικά ἔνιωσε ὅτι δέν μποροῦσε νά προχωρήσει μέσα.

Ἄς μή φανταστοῦμε κάποια θαυμαστή ἐξωτερική δύναμη νά τήν ἐμποδίζει νά διαβεῖ τό κατώφλι· τό πιθανότερο -τό βέβαιο- εἶναι ὅτι ἡ δύναμη ἐρχόταν ἀπό μέσα της. ῎Ενιωθε τόν χῶρο τόσο ἱερό, καί τό πρόσωπο τῆς ῾Υπεραγίας Θεότοκου τόσο ἅγιο ὥστε, πῶς νά τολμήσει νά εἰσέλθει στόν τόπο τῆς παρουσίας Της καί νά σταθεῖ στά κράσπεδα τοῦ ναοῦ;

Αὐτό τῆς ἦταν ἀρκετό γιά νά συνειδητοποιήσει τό σκοτεινό της παρελθόν ἀλλά καί τό γεγονός ὅτι μόνος ἕνας τρόπος ὑπῆρχε γιά νά βγεῖ ἀπό αὐτό· νά ἀποτινάξει τό κακό καί νά ἀρχίσει μία νέα ζωή. Δέν πῆγε νά ζητήσει συμβουλές, δέν πῆγε νά ἐξομολογηθεῖ· ἀναχώρησε ἔξω ἀπό τήν πόλη, στήν ἐρημιά, στήν καψαλισμένη ἔρημο ὅπου δέν ὑπῆρχε τίποτε ἄλλο παρά ἄμμος καί καύσωνας καί πείνα καί ἀπελπιστική μοναξιά.

Αὐτό μᾶς διδάσκει κάτι πολύ μεγάλο. ῞Οπως πολύ συχνά ἔλεγε ὁ ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ στούς ἐπισκέπτες του, ἡ διαφορά ἀνάμεσα σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού εἶναι χαμένος καί σ’ ἕναν ἁμαρτωλό πού βρίσκει τόν δρόμο τῆς σωτηρίας ἔγκειται μόνο στήν ἀπόφαση. ῾Η χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα ἐκεῖ, λείπει ὅμως ἡ δική μας ἀνταπόκριση.

῾Η Μαρία ἀνταποκρίθηκε! Συνειδητοποίησε μέ φρίκη τήν κατάστασή της, εἶπε τό δικό της ναί στήν ἁγιότητα, στή χάρη, στήν πληρότητα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, καί τίποτε, μά τίποτε, δέν ἦταν ἱκανό πιά νά ἀντισταθεῖ στήν ἀπόφασή της νά ἀλλάξει ζωή. Χρόνο μέ τόν χρόνο, μέ νηστεία καί προσευχή, μέσα στήν ἀνυπόφορη ζέστη, στήν καταθλιπτική μοναξιά τῆς ἐρήμου πολέμησε ὅλο τό κακό πού εἶχε σωρεύσει στήν ψυχή της· ἐπειδή δέν εἶναι ἀρκετό νά συνειδητοποιήσουμε τό κακό, δέν ἀρκεῖ οὔτε καί ἡ ἀπόρριψή του μέ μιά ἁπλή πράξη θέλησης.

Τό κακό εἶναι παρόν στίς ἀναμνήσεις μας, στίς ἐπιθυμίες μας, στήν ἀδυναμία μας, στή σήψη πού φέρνει μαζί του. ῎Επρεπε νά μάχεται μιά ὁλόκληρη ζωή, ἀλλά στό τέλος αὐτῆς τῆς ζωῆς εἶχε νικήσει. Εἶχε ὄντως ἀγωνιστεῖ τόν καλόν ἀγώνα, εἶχε ἐξαλείψει κάθε κηλίδα, μποροῦσε νά εἰσέλθει στόν χῶρο τοῦ Θεοῦ· ὄχι σέ μιά ἐκκλησία, ὄχι σ’ ἕνα τόπο, ἀλλά στήν αἰωνιότητα.

Πολλά μπορεῖ νά μᾶς διδάξει· Οἱ χῶροι στούς ὁποίους τόσο ἐλεύθερα κινούμαστε (ἡ ἐκκλησία, ἡ δημιουργία τοῦ Θεοῦ, πού παρέμεινε καθαρή ἀπό τό κακό παρά τήν ἐξαιτίας μας ὑποδούλωση καί ὑποταγή της σ’ αὐτό) εἶναι τόσο ἅγιοι, πού ἐμεῖς δέν ἔχουμε θέση ἐκεῖ μέσα. Μόνο ἄν κάποια μέρα τό συνειδητοποιήσουμε αὐτό, τότε ἴσως νά θελήσουμε, ἀνταποκρινόμενοι μέ συναίσθηση, νά ἀποστραφοῦμε μέ φρίκη τόν ἑαυτό μας, καί μέ αὐστηρή ἀποφασιστικότητα νά στραφοῦμε ἐναντίον του. Τότε μόνο θά μπορέσουμε νά ποῦμε ὅτι ἀκολουθοῦμε τό παράδειγμά της.

Τό παράδειγμα τῆς ῾Οσίας μᾶς προσφέρεται ὡς ἐπιστέγασμα αὐτῆς τῆς ἄνοιξης τῆς ζωῆς πού εἶναι ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρίν ἀπό μιά ἑβδομάδα ἀκούσαμε τή διδασκαλία καί τήν πρόσκληση τοῦ ἁγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κλίμακος, ὁ ὁποῖος ἔστησε γιά χατήρι μας μιά ὁλόκληρη σκάλα τελειότητας γιά νά ὑπερβοῦμε τό κακό καί νά πλησιάσουμε τό ἀγαθό.

Καί σήμερα βλέπουμε κάποιαν πού ἀπό τό ἔρεβος τοῦ κακοῦ ἀνέβηκε στά ὕψη τῆς ἁγιότητας, καί ὅπως ψάλλουμε καί στόν Κανόνα τοῦ ῾Αγίου ᾿Ανδρέου Κρήτης, «μάθε, ψυχή, πῶς δύναται Θεός, λεπρωθέντα βίον λευκᾶναι καί καθᾶραι· καί μή ἀπογνῷς σεαυτήν, κἄν ἐλεπρώθης». ῎Ας πάρουμε λοιπόν ἀπό τήν ῾Οσία καινούριο θάρρος, καινούρια ἐλπίδα, ὄντως καινούρια χαρά, ἀλλά καί ἄς δοῦμε τήν πρόκληση, τήν κλήση, διότι ματαίως ψάλλουμε τά ἐγκώμια τῶν ἁγίων ἄν δέν μαθαίνουμε ἀπό αὐτούς καί δέν ἁμιλλώμαστε μέ αὐτούς.

----------

Μητροπολίτου  Αnthony Βloom, Στό  φῶς τῆς κρίσης τοῦ Θεοῦ, πορεία ἀπό τό τριώδιο στήν ἀνάσταση Ἐκδ. «Ἐν πλῷ»

 http://www.immorfou.org.cy/articles-form-the-net/827-kiriaki-marias-bloom.html

Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου: Λόγος περί ἐλεημοσύνης

Άγιος Συμεών ο νέος ΘεολόγοςἈδελφοί καί Πατέρες Θά ἔπρεπε βέβαια νά μήν τολμῶ καθόλου νά ὁμιλῶ καί νά κρατῶ τή θέση τοῦ διδασκάλου καί καθοδηγητῆ ἐνώπιον τῆς ἀγάπης σας. Ἀλλά καί σεῖς γνωρίζετε ὅτι τό μουσικό ὄργανο, πού κατασκευάστηκε ἀπό τόν τεχνίτη, ἀποδίδει τόν ἦχο καί γεμίζει τά αὐτιά ὅλων μας μέ γλυκύτατη μελωδία, ὄχι ὅταν ἐκεῖνο θέλει, ἀλλά ὅταν γεμίσουν οἱ σωλῆνες του μέ ἀέρα καί τό κρούσουν ρυθμικά τά δάκτυλα τοῦ ὀργανοπαίκτη.

Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νά καταλάβετε ὅτι συμβαίνει καί μέ μένα.

Γι’ αὐτό νά μή σᾶς κάνει ἡ μηδαμινότητα καί ἡ εὐτέλεια τοῦ ὀργάνου νά κρατήσετε ἀρνητική στάση σέ ὅσα πρόκειται νά σᾶς πῶ. Ἀλλά νά ἔχετε στραμμένη τήν προσοχή σας πρός τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐμπνέει ἄνωθεν καί γεμίζει τίς ψυχές τῶν πιστῶν· καί πρός τόν ἴδιο τό δάκτυλο τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 11, 20), πού κρούει τίς χορδές τοῦ νοῦ καί μᾶς προτρέπει νά σᾶς ἀπευθύνουμε τό λόγο. Καί σάν νά ἠχεῖ ἡ δεσποτική σάλπιγγα ἤ, γιά νά τό πῶ πιό σωστά, νά μᾶς ὁμιλεῖ μέσω κάποιου ὀργάνου ὁ Βασιλέας τῶν ὅλων, μέ σύνεση καί πολλή προσήλωση, ἀκούσατε ὅσα ἔχω νά σᾶς πῶ: Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουμε νά ἐξετάζουμε καί νά προτρέπουμε τούς ἑαυτούς μας -καί οἱ πιστοί καί οἱ ἄπιστοι καί οἱ μικροί καί οἱ μεγάλοι- ἔτσι ὥστε οἱ μέν ἄπιστοι νά φθάσουμε στήν ἐπίγνωση καί νά πιστέψουμε στόν Θεό πού μᾶς δημιούργησε, καί οἱ πιστοί μέ τήν ἐνάρετη βιοτή καί τά ἔργα μας νά Τόν εὐαρεστήσουμε.

Οἱ μικροί νά ὑποταχθοῦμε στούς μεγάλους χάριν τοῦ Κυρίου καί οἱ μεγάλοι νά συμπεριφερθοῦμε στούς μικρούς καί ἀσήμαντους σάν σέ γνήσια τέκνα μας, ὅπως τό ζητάει καί ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου πού λέει: «Καθετί πού κάνατε σέ ὁποιονδήποτε ἀπ’ αὐτούς τούς φτωχούς καί ἀσήμαντους ἀδελφούς μου, σέ μένα τό κάνατε» (Ματθ. 25, 40). Αὐτό τό λόγο δέν τόν εἶπε ὁ Κύριος μόνο γιά τούς φτωχούς, ὅπως νομίζουν μερικοί, καί γιά ὅσους στεροῦνται τά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς ἄλλους ἀδελφούς μας πού χάνονται, ὄχι γιατί στεροῦνται τό ψωμί καί τό νερό, ἀλλά ἀπό τή μεγάλη καί βαριά πείνα πού δημιουργεῖ ἡ ἀνυπακοή καί ἡ περιφρόνηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου (πρβλ. Ἀμώς 8, 11). Διότι ὅσο εἶναι ἡ ψυχή ἀνώτερη ἀπό τό σῶμα, τόσο εἶναι καί ἡ πνευματική τροφή ἀνώτερη ἀπό τή σωματική. Καί νομίζω ὅτι γι’ αὐτήν τήν τροφή λέει ὁ Κύριος «πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάγω, δίψασα καί μοῦ δώσατε νά πιῶ νερό» (Λουκ. 12, 23), παρά γιά τή φθαρτή ὑλική τροφή.

Πράγματι, πεινᾶ ὁ Χριστός καί διψᾶ τή σωτηρία τοῦ καθενός μας. Καί ἡ σωτηρία μας εἶναι ἡ ἀποχή ἀπό κάθε ἁμαρτία. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νά ἐπιτύχουμε τήν ἀποχή ἀπό κάθε ἁμαρτία χωρίς τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν καί τήν ἐφαρμογή καί ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν. Δηλαδή μέ τήν ἐφαρμογή καί ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τρέφεται ἀπό μᾶς ὁ Δεσπότης μας Θεός καί Κύριος τοῦ παντός! Διότι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς λένε ὅτι ὅπως ἀκριβῶς οἱ δαίμονες τρέφονται ἀπό τίς πονηρές μας πράξεις καί παίρνουν δύναμη ἐναντίον μας -ὅταν ὅμως ἐμεῖς ἀπέχουμε ἀπό τήν ἁμαρτία ὑποφέρουν ἀπό ἀσιτία καί χάνουν τή δύναμή τους- ἔτσι σκέπτομαι ὅτι τρέφεται ἀπό μᾶς, ἤ καί τό ἀντίθετο, παραμελεῖται καί πεινᾶ καί Ἐκεῖνος πού «ἐπτώχευσε» (Β’ Κορ. 8, 9) γιά τή σωτηρία μας.

Αὐτό μποροῦμε νά τό μάθουμε καί νά τό ψηλαφήσουμε καί στή ζωή τῶν Ἁγίων μας. Ἀλλά ἐπειδή ὁ ἀριθμός τους εἶναι μεγάλος καί ὑπερβαίνει τούς κόκκους τῆς ἄμμου, θά προσπεράσω ὅλους τούς ἄλλους καί θά σταθῶ στό βίο ἑνός Ἁγίου ἤ μιᾶς Ἁγίας γιά νά πληροφορήσω τήν ἀγάπη σας γιά τό θέμα αὐτό. Ξέρω ὅτι ἀκοῦτε τό βίο τῆς ἁγίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας πού δέν τόν διηγεῖται κανένας ἄλλος, ἀλλά ἐκείνη ἡ ἴδια ἡ ἰσάγγελος, ἡ ὁποία μᾶς κάνει γνωστή, σάν νά ἐξομολογεῖται, τή φτώχεια της μέ τά ἑξῆς λόγια: «Πολλές φορές δέν ἔπαιρνα μισθό ἀπό τούς ἐραστές μου, παρά μόνο τό μισθό τῆς ἁμαρτίας. Καί αὐτό δέν τό ἔκανα γιατί ἤμουν πλούσια, ἀφοῦ ἔγνεθα λινάρι γιά νά ζήσω, ἀλλά γιά νά μπορῶ νά ἔχω πιό πολλούς ἐραστές καί νά ἱκανοποιῶ σέ μεγαλύτερο βαθμό τό πάθος μου» (P.G. 87, 3709D, 3712A καί B). Ὅταν δέ πήγαινε στά Ἱεροσόλυμα καί πῆγε νά ἐπιβιβασθεῖ στό πλοῖο ἦταν τόσο φτωχή πού δέν εἶχε οὔτε τά ναῦλα, οὔτε τά ἔξοδα γιά τό ταξίδι. Μετά ὅμως τήν ἀφιέρωσή της στήν Πανάμωμο Θεοτόκο, ἀναχώρησε γιά τήν ἔρημο. Καί μέ δυό νομίσματα πού τῆς ἔδωσε κάποιος ἀγόρασε ψωμί καί μέ αὐτά τά ἐφόδια πέρασε τόν Ἰορδάνη, ἔζησε μέ καρτερία στήν ἔρημο μέχρι τό τέλος τῆς ζωῆς της, χωρίς νά δεῖ πρόσωπο ἀνθρώπου, παρά μόνο τόν ἅγιο Ζωσιμᾶ, καί χωρίς βέβαια νά θρέψει κάποιο πεινασμένο φτωχό ἤ χωρίς νά ξεδιψάσει κάποιο διψασμένο ἤ νά ντύσει κάποιο γυμνό ἤ νά ἐπισκεφθεῖ τούς φυλακισμένους ἤ νά φιλοξενήσει ξένους (Ματθ. 25, 35-38).

Τό ἀντίθετο μάλιστα, καί παρέσυρε πολλούς στό βάραθρο τῆς ἀπώλειας μέ τό νά τούς δέχεται στό καταγώγιο τῆς ἁμαρτίας. Πές μου λοιπόν πῶς θά σωθεῖ καί πῶς θά εἰσέλθει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν μαζί μέ τούς ἐλεήμονες αὐτή πού οὔτε πλούτη ἐγκατέλειψε, οὔτε περιουσία μοίρασε στούς φτωχούς (Ματθ. 19, 21), οὔτε ἔκανε ποτέ ἔστω κάποια ἐλεημοσύνη, ἀλλά μᾶλλον σέ μύριους ἀνθρώπους ἔγινε αἰτία καταστροφῆς; Ἀντιλαμβάνεσαι πώς ἄν ποῦμε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη γίνεται μόνο μέ χρήματα καί ὑλικά ἀγαθά καί πώς ὁ Χριστός τρέφεται ἀπό μᾶς μέ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τήν ἐλεημοσύνη καί πώς σώζονται μόνο ἐκεῖνοι πού Τόν τρέφουν, Τόν ποτίζουν καί γενικά Τόν ὑπηρετοῦν μέ αὐτό τόν τρόπο, ἐνῶ αὐτοί πού δέν τό κάνουν χάνονται, εἶναι πολύ παράδοξο. Διότι τότε θά διωχθοῦν ἀπό τή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν πολλοί Ἅγιοι! Ἀλλά δέν εἶναι δυνατόν νά γίνει αὐτό. Ὄχι, δέν εἶναι. Τά πράγματα καί καθετί πού ὑπάρχει στόν κόσμο εἶναι κοινά σέ ὅλους, ὅπως εἶναι δηλαδή τό φῶς καί ὁ ἀέρας πού ἀναπνέουμε, τό χορτάρι καί ἡ βοσκή πού ὑπάρχει στίς πεδιάδες καί στά βουνά γιά τά ἄλογα ζῶα.

Τά πάντα εἶναι κοινά γιά ὅλους, μποροῦν ὅλοι νά τά χρησιμοποιοῦν καί νά τά ἀπολαμβάνουν, ἀλλά δέν μποροῦν νά τά ἐξουσιάζουν. Ἡ πλεονεξία ὅμως μέ τούς δούλους καί τούς ὑπηρέτες της, σάν ἕνας τύραννος, μπῆκε στή ζωή μας καί μοίρασε ἐδῶ καί ἐκεῖ αὐτά πού δόθηκαν ἀπό κοινοῦ σέ ὅλους ἀπό τόν Δεσπότη Χριστό. Τά περιόρισε καί τά ἀσφάλισε μέ φράκτες καί πύργους, μέ κλειδαριές καί πόρτες καί ἔτσι στέρησε ἀπό τούς ἄλλους ἀνθρώπους τήν ἀπόλαυση τῶν ἀγαθῶν πού μᾶς χάρισε ὁ Κύριος, λέγοντας μάλιστα ἡ ἀδιάντροπη πώς ὅλα αὐτά ἀνήκουν στήν ἐξουσία της καί ὑποστηρίζοντας μέ πάθος πώς δέν ἀδικεῖ ἀπολύτως κανέναν! Οἱ ἀκόλουθοι ὅμως καί οἱ δοῦλοι τῆς τυράννου αὐτῆς πού λέγεται πλεονεξία, ὁ ἕνας κατόπιν τοῦ ἄλλου, δέν ἔγιναν μόνο κυρίαρχοι τῶν κοινῶν ὑπαρχόντων, ἀλλά καί πονηροί δοῦλοι καί κακοί φύλακες.

Πῶς λοιπόν αὐτοί, ἔστω καί ἄν ἀπό φόβο γιά τήν ἀπειλή τῶν κολάσεων ἤ ἀπό τήν ἐλπίδα πώς θά λάβουν ἑκατονταπλάσια ἤ ἐπειδή, τέλος πάντων, κάμφθηκαν ἀπό τή δυστυχία τῶν συνανθρώπων τους, ἄν δώσουν λίγα ἀπ’ αὐτά τά ἀγαθά, ἤ καί ὅλα, σέ ἐκείνους πού μέχρι τότε ἦταν παραμελημένοι μέσα στή φτώχεια καί στή στέρηση, θά θεωρηθοῦν ἐλεήμονες, διότι ἔθρεψαν τόν Χριστό ἤ ἔκαναν μιά πράξη γιά τήν ὁποία πρέπει νά ἀμειφθοῦν; Ὄχι, δέν εἶναι δυνατόν, ἀλλά, ὅπως εἶπα, ἔχουν χρέος καί νά μετανοοῦν μέχρι τό τέλος τῆ ζωῆς τους γιά ὅλα ὅσα ἐπί χρόνια εἶχαν στήν κατοχή τους καί στέρησαν τούς ἀδελφούς τους ἀπό τήν ἀπόλαυσή τους. Πῶς ὅμως ἐμεῖς πού ἔχουμε διαλέξει τή ζωή τῆς πτωχείας -ὅπως ὁ Χριστός «ἐπτώχευσε» γιά χάρη μας ἐνῶ ἦταν πλούσιος- μέ τό νά ἐλεοῦμε τούς ἑαυτούς μας θεωροῦμε ὅτι ἐλεοῦμε Αὐτόν πού ἔγινε ὅμοιος μέ μᾶς; Σκέψου καλά αὐτό πού σοῦ λέω: Ἔγινε γιά σένα ὁ Θεός ἄνθρωπος φτωχός! Ὀφείλεις λοιπόν καί σύ πού πιστεύεις σ’ Αὐτόν νά γίνεις ὅμοιος μέ Ἑκεῖνον, φτωχός. Ἐκεῖνος «ἐπτώχευσε», ἔγινε φτωχός κατά τήν ἀνθρωπότητα καί σύ εἶσαι φτωχός κατά τή θεότητα. Σκέψου λοιπόν πῶς θά Τόν θρέψεις, ἐξέτασε μέ ἀκρίβεια. «Ἐπτώχευσε Ἐκεῖνος γιά νά πλουτίσεις ἐσύ» (Β’ Κορ. 8, 9), «γιά νά σοῦ μεταδώσει τόν πλοῦτο τῆς Χάριτός Του» Ἐφεσ.1, 7. 2, 7).

Γι’ αὐτό τό λόγο προσέλαβε σάρκα. Ἀκριβῶς γιά νά μπορεῖς ἐσύ νά γίνεις μέτοχος στή θεότητά Του. Ὅταν λοιπόν ἑτοιμάσεις τόν ἑαυτό σου γιά τήν ὑποδοχή Ἐκείνου, τότε μποροῦμε νά ποῦμε ὅτι Τόν ὑποδέχεσαι. Ὅταν δηλαδή πεινᾶς καί διψᾶς γιά Ἐκεῖνον, αὐτό λογίζεται τροφή καί ποτό για Αὐτόν. Πῶς; Ἐπειδή μέ τήν πτωχεία καί τά παρόμοια ἔργα καί τίς πράξεις σου καθαρίζεις τήν ψυχή σου καί ἀπαλλάσσεις τόν ἑαυτό σου ἀπό τή φθορά καί τό μολυσμό τῶν παθῶν. Καί ὁ Χριστός πού σέ προσέλαβε στόν ἑαυτό Του καί ἔτσι ἔκανε δικά Του ὅλα τά δικά σου καί ἐπιθυμεῖ διακαῶς νά σέ κάνει θεό “κατά χάριν”, ὅπως Ἐκεῖνος ἔγινε ἄνθρωπος. Ἐκεῖνος, αὐτά πού κάνεις ἐσύ στόν ἑαυτό σου τά θεωρεῖ παθήματα δικά Του καί λέει: «Ὅ,τι ἔκανες στήν ταπεινή ψυχή σου, σέ μένα τό ἔκανες» (πρβλ. Ματθ. 25, 40). Διότι, πράγματι, μέ ποιά ἄλλα ἔργα εὐαρέστησαν τόν Θεό ἐκεῖνοι πού ἔζησαν στά σπήλαια καί στά ὄρη; Ὁπωσδήποτε μέ τίποτε ἄλλο παρά μέ τή μετάνοια, τήν ἀγάπη καί τήν πίστη, ἀφοῦ ἐγκατέλειψαν ὅλο τόν κόσμο καί ἀκολούθησαν Αὐτόν μόνο.

Μέ τή μετάνοια καί τά δάκρυα Τόν ὑποδέχτηκαν καί Τόν φιλοξένησαν, ἀλλά καί Τόν ἔθρεψαν καί τόν ξεδίψασαν. Ἄλλωστε ἔτσι δέν ζοῦν ὅλοι ὅσοι γίνονται μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα υἱοί τοῦ Θεοῦ, πού γιά τόν κόσμο ὅμως εἶναι ἀσήμαντοι καί φτωχοί; Ἐκεῖνοι πού ἔνιωσαν μέσα στήν ψυχή τους καί συνειδητοποίησαν ὅτι ἔγιναν υἱοί Θεοῦ, δέν ἀνέχονται νά καλλωπίζονται μέ φθαρτά στολίδια, διότι ἔχουν ἐνδυθεῖ τόν Χριστό (Γαλ. 3, 27). Ἀλήθεια, ποιός ἄνθρωπος στολισμένος μέ βασιλική πορφύρα θά καταδεχθεῖ ποτέ νά βάλει πάνω ἀπ’ αὐτή ἕνα λερωμένο καί σχισμένο χιτώνα; Ὅσοι λοιπόν δέν ἔχουν κάνει αὐτή τή συνειδητοποίηση καί εἶναι γυμνοί ἀπό τό βασιλικό ἔνδυμα, ἀγωνίζονται ὅμως μέ τή μετάνοια καί μέ τίς ἄλλες, ὅπως εἴπαμε, ἀγαθοεργίες τους νά ἐνδυθοῦν τόν Χριστό, αὐτοί εἶναι ἐκεῖνοι πού “ἐνδύουν τόν Χριστό”. Διότι εἶναι καί αὐτοί Χριστοί, ἐφόσον ἔγιναν υἱοί Θεοῦ μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα. Ἄν τώρα δέν τό κάνουν αὐτό, ἀλλά ντύνουν ὅλους τούς γυμνούς τοῦ κόσμου, ἐγκαταλείπουν ὅμως τούς ἑαυτούς τους γυμνούς, ποιό εἶναι τό ὄφελός τους; Ἔπειτα ἕνα ἄλλο: Ὀνομαζόμαστε ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ ὅσοι βαπτιστήκαμε «εἰς τό Ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Ματθ. 28, 19). Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά ἐπιπλέον εἴμαστε καί μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ. Σάν ἀδελφός λοιπόν καί μέλος τοῦ Χριστοῦ, ἄν τιμήσεις, φιλοξενήσεις, ὑπηρετήσεις ὅλους τούς ἄλλους, παραβλέψεις ὅμως τόν ἑαυτό σου καί δέν ἀγωνισθεῖς μέ ὅλη σου τή δύναμη νά φτάσεις στήν τελειότητα τῆς κατά Θεό πολιτείας καί τιμῆς, ἄν δηλαδή λόγω τῆς γαστριμαργίας καί τῆς φιληδονίας ἐγκαταλείψεις στό λιμό τῆς ὀκνηρίας ἤ στή δίψα τῆς ραθυμίας ἤ στήν ἀσφυκτική φυλακή τοῦ ρυπαροῦ σώματος τήν ψυχή σου ἀκάθαρτη, ἄθλια, πεσμένη σέ βαθύτατο σκοτάδι, σάν νεκρή, τότε δέν καταφρόνησες τόν ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ; Δέν τόν ἐγκατέλειψες στήν πείνα καί στή δίψα Του; Τόν ἐπισκέφθηκες ὅταν ἦταν στή φυλακή; (Ματθ. 25, 42-43).

Γι’ αὐτό τό λόγο λοιπόν θά ἀκούσεις: «Ἐπειδή δέν ἐλέησες τόν ἑαυτό σου, δέν θά ἐλεηθεῖς καί σύ». Ἄν τώρα κάποιος φέρει τό ἑξῆς ἐπιχείρημα: Ἀφοῦ εἶναι ἔτσι τά πράγματα καί δέν θά λάβουμε μισθό γιά ὅσα πράγματα δίνουμε, τότε ποιός ὁ λόγος νά ἐλεοῦμε τούς φτωχούς; Ἄς ἀκούσει Αὐτόν πού πρόκειται νά τόν κρίνει καί νά ἀποδώσει στόν καθένα ἀνάλογα μέ τά ἔργα του (Ρωμ. 14, 10), νά τοῦ λέει κατά κάποιο τρόπο τά ἑξῆς: Ἀνόητε καί ἀπερίσκεπτε, τί ἔφερες ἐσύ στόν κόσμο ἤ τί δημιούργησες ἀπό ὅσα βλέπεις σέ τούτη τή κτίση; Δέν βγῆκες ἀπό τήν κοιλιά τῆς Μάννας σου γυμνός καί δέν θά φύγεις ἀπό τή ζωή καί πάλι γυμνός καί δέν θά παρουσιαστεῖς μπροστά στό κριτήριό μου ἀπογυμνωμένος ἀπό τίς ἀρετές; (Ρωμ. 14, 10).

Γιά ποιά πράγματα ἀπαιτεῖς μισθούς καί ἀμοιβές; Καί μέ ποιά δικά σου ἀγαθά, λές ὅτι ἐλεεῖς τούς ἀδελφούς σου καί μέσω τῶν ἀδελφῶν σου, Ἐμένα, ὁ Ὁποῖος τά παρέθεσα ὅλα αὐτά κοινά, ὄχι μόνο σέ σένα, ἀλλά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους; Ἤ μήπως νομίζεις ὅτι ἔχω ἀνάγκη ἀπό κάτι καί φαντάζεσαι ὅτι θά μέ δωροδοκήσεις κι Ἐμένα ὅπως δωροδοκεῖς τούς φιλάργυρους δικαστές τῶν ἀνθρώπων; Διότι εἶναι δυνατόν νά περάσει κάτι τέτοιο ἀπό τό ἀνόητο μυαλό σου. Καθόλου λοιπόν δέν τά νομοθετῶ αὐτά, ἐπειδή ἐπιθυμῶ κάποια ἀγαθά, ἀλλά γιά νά σᾶς ἐλεήσω. Οὔτε τό κάνω ἐπειδή ἔχω τήν ἐπιθυμία νά οἰκειοποιηθῶ τά δικά σας (Β’ Κορ. 12, 14), ἀλλά ἐπειδή θέλω νά σᾶς ἀπαλλάξω ἀπό τίς διαβρωτικές παρενέργειες ὅλων αὐτῶν.

Γι’ αὐτό καί γιά κανέναν ἄλλο λόγο. Ἀλλά μή νομίζεις, ἀδελφέ, ὅτι ὁ Θεός στερεῖται καί δέν μπορεῖ νά θρέψει τούς φτωχούς καί γι’ αὐτό μᾶς προτρέπει νά ἐλεοῦμε τούς ἀδελφούς μας καί νά θεωροῦμε σημαντική αὐτή τήν ἐντολή. Μή γένοιτο! Ἀλλά αὐτό πού ἐπινόησε ὁ διάβολος μέ τήν πλεονεξία γιά νά μᾶς καταστρέψει, αὐτό ὁ Χριστός τό οἰκονόμησε καί τό ἔστρεψε μέ τήν ἐλεημοσύνη, ὥστε νά γίνεται αἰτία τῆς σωτηρίας μας. Τί θέλω νά πῶ; Μᾶς ὑπέβαλε τήν ἐπιθυμία ὁ διάβολος νά οἰκειοποιηθοῦμε καί νά ἀποθησαυρίσουμε ὅλα ἐκεῖνα πού δημιούργησε ὁ Θεός γιά κοινή χρήση. Καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά μᾶς προσάψει μέ τήν πλεονεξία δύο κατηγορίες καί νά μᾶς καταστήσει ὑπόδικους γιά τήν αἰώνια κόλαση καί καταδίκη. Ἡ μία εἶναι ὅτι εἴμαστε ἀνελεήμονες καί ἡ ἄλλη ὅτι ἔχουμε τήν ἐλπίδα μας στά ἀποθησαυρισμένα ἀγαθά καί ὄχι στό Θεό. Διότι αὐτός πού ἔχει ἀποθησαυρισμένα πολλά χρήματα, δέν μπορεῖ νά ἔχει τήν ἐλπίδα του στόν Θεό. Καί αὐτό εἶναι φανερό ἀπό ὅσα μᾶς εἶπε ὁ Χριστός καί Θεός: «Ὅπου», λέει «εἶναι ὁ θησαυρός σας, ἐκεῖ θά εἶναι προσκολλημένη καί ἡ καρδιά σας» (Λουκ. 12, 34). Ἐκεῖνος λοιπόν πού διαμοιράζει ἀπό τά ἀποθησαυρισμένα ἀγαθά του σέ ὅλους, δέν τοῦ ὀφείλει κανένας μισθό γι’ αὐτά. Ἀντίθετα μάλιστα, εἶναι καί ἔνοχος γιατί μέχρι ἐκείνη τήν ὥρα τά στέρησε ἄδικα ἀπό τούς ἄλλους.

Ἐπιπλέον εἶναι καί ὑπεύθυνος γιά ὅλους αὐτούς πού κατά καιρούς ἔχασαν τή ζωή τους ἀπό τήν πείνα καί τή δίψα. Αὐτούς, ἐνῶ μποροῦσε νά τούς θρέψει, δέν τούς ἔθρεψε, ἀλλά καταχώνιασε τό μερίδιό τους καί τούς ἄφησε νά πεθάνουν βάναυσα ἀπό τό κρύο καί τήν πείνα. Καί ἔτσι ἀποδείχτηκε φονιάς τόσων ἀνθρώπων, ὅσων μποροῦσε νά θρέψει γιά νά ζήσουν καί νά μήν πεθάνουν. Ὁ ἀγαθός λοιπόν καί εὔσπλαγχνος Δεσπότης μᾶς ἀπάλλαξε ἀπό τήν εὐθύνη καί τήν καταδίκη γιά ὅλες αὐτές τίς κατηγορίες, δέν θεωρεῖ ὅτι κατέχουμε ξένα ἀγαθά, ἀλλά δικά μας, καί ὑπόσχεται σέ ὅσους ἀπό μᾶς διαμοιράζουμε στούς ἀδελφούς μας, μέ χαρά καί ἱλαρότητα τά ἀγαθά αὐτά (Μάρκ. 10, 30), νά χαρίσει ὄχι μόνο δεκαπλάσια, ἀλλά ἑκατονταπλάσια.

Καί ὅταν λέει «μέ ἱλαρότητα» (Ρωμ. 12, 8) ἐννοεῖ νά μή θεωρεῖ κανείς δικά του αὐτά τά ἀγαθά, ἀλλά ὅτι τοῦ τά ἐμπιστεύθηκε ὁ Θεός γιά τήν ἐξυπηρέτηση τῶν ἀδελφῶν του, πού εἶναι δοῦλοι τοῦ Θεοῦ, ὅπως καί αὐτός, καί νά τά σκορπίζει καί νά τά διαδίδει μέ ἀφθονία, μέ χαρά καί μεγαλοψυχία καί ὄχι μέ λύπη καί ἐξαναγκασμό (Β’ Κορ.9, 7). Δηλαδή ἱλαρότητα εἶναι τό νά παραδώσουμε τά ἀποθησαυρισμένα ἀγαθά μας μέ τήν ἐλπίδα τῆς ἀληθινῆς ὑποσχέσεως πού μᾶς ἔδωσε ὁ Θεός, ὅτι θά μᾶς δώσει μισθό γι’ αὐτό ἑκατονταπλάσιο. Καί τό ἔκανε αὐτό ὁ Θεός ἐπειδή γνώριζε ὅτι ὅλοι κυριευόμαστε καί αἰχμαλωτιζόμαστε ἐντελῶς ἀπό τήν ἐπιθυμία τῆς περιουσίας καί τή μανία τοῦ πλούτου καί δύσκολα μᾶς ξεκολλάει κανείς ἀπ’ αὐτά καί ὅτι αὐτοί τελικά πού τά ἀποστεροῦνται χάνουν καί τό ἐνδιαφέρον καί τήν ἐπιθυμία γιά τήν ἴδια τους τή ζωή (Ἰωνᾶ 4, 8). Γι‹ αὐτό μεταχειρίστηκε τό κατάλληλο φάρμακο. Μᾶς ὑποσχέθηκε δηλαδή ὅτι θά μᾶς δώσει ἑκατονταπλάσια ἀμοιβή. Καί αὐτό τό ἔκανε γιά νά μᾶς ἀπαλλάξει πρῶτα ἀπό τήν καταδίκη τῆς πλεονεξίας γι‹ αὐτά, ἔπειτα νά παύσουμε νά ἔχουμε σέ αὐτά τήν πεποίθηση καί τήν ἐλπίδα μας, ὥστε νά ἐλευθερωθοῦν οἱ καρδιές μας ἀπό τά δεσμά αὐτά. Καί ἔτσι ἐλεύθεροι πιά νά κάνουμε πράξη τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί νά Τόν ὑπηρετήσουμε μέ φόβο καί τρόμο (Ψαλμ. 2, 11), ὄχι μέ τό βίωμα ὅτι κάνουμε κάτι γιά χάρη Του, ἀλλά ὅτι ἐμεῖς εὐεργετούμαστε μέ τήν ὑποταγή στίς ἐντολές Του. Διαφορετικά δέν μποροῦμε νά σωθοῦμε. Παράδειγμα.

Τούς πλούσιους τούς προέτρεψε νά ἐγκαταλείψουν τά πλούτη τους, ἐπειδή εἶναι φορτίο καί ἐμπόδιο γιά τήν κατά Θεό ζωή, καί ἔπειτα νά σηκώσουν τό σταυρό στούς ὤμους τους καί νά ἀκολουθήσουν τά ἴχνη τοῦ Δεσπότου (Ματθ. 10, 38). Διότι εἶναι ἐντελῶς ἀδύνατον νά κάνουν καί τά δύο αὐτά πράγματα μαζί. Αὐτοί βέβαια πού δέν εἶναι πλούσιοι καί ζοῦν μέ ὀλιγάρκεια ἤ περνοῦν τή ζωή τους μέσα στήν ἐγκράτεια καί στή στέρηση, δέν ἔχουν τίποτε νά τούς ἐμποδίσει, ἄν θέλουν νά βαδίσουν τή στενή καί τεθλιμμένη ὁδό (Ματθ. 7, 14). Οἱ πρῶτοι, οἱ πλούσιοι, ἔχουν ἀνάγκη ἀπό καλή προαίρεση γιά νά τό ἐπιτύχουν, ἐνῶ οἱ δεύτεροι, ὅσοι ζοῦν μέ ἐγκράτεια, περπατοῦν ἤδη σέ αὐτή τήν ὁδό. Γιά τό λόγο αὐτό ὀφείλουν νά περνοῦν τή ζωή τους μέ ὑπομονή καί δοξολογία. Καί ὁ Θεός πού εἶναι δίκαιος, σέ αὐτούς πού πορεύονται μέ αὐτό τόν τρόπο πρός τήν αἰώνια ζωή καί ἀπόλαυση, θά τούς ἑτοιμάσει ἐκεῖ τόν τόπο τῆς ἀναπαύσεώς τους.

Τό νά δώσει ὅμως κανείς ὅλη τήν περιουσία καί τά ἀγαθά του, καί νά μήν ἀγωνίζεται μέ ἀνδρεία στούς πειρασμούς καί στίς θλίψεις, αὐτό εἶναι, νομίζω, χαρακτηριστικό ἀμελοῦς ψυχῆς πού δέν γνωρίζει ποῦ στοχεύει ὁ ἀγώνας αὐτός. Διότι ὅπως ἀκριβῶς ὁ χρυσός, ὅταν σκουριάσει σέ βάθος, δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά καθαριστεῖ καλά καί νά ἐπανέλθει στή λαμπρότητά του, παρά μόνο ἄν ξαναλιώσει στή φωτιά καί σφυροκοπηθεῖ πολλές φορές, ἔτσι καί ἡ ψυχή πού διαβρώθηκε ἀπό τόν ἰό τῆς ἁμαρτίας καί ἐξαχρειώθηκε μέχρι τά μύχια της, δέν μπορεῖ μέ ἄλλο τρόπο νά καθαριστεῖ καί νά ἐπανέλθει στό ἀρχαῖο κάλλος της, παρά μόνο ἄν πέσει σέ πολλούς πειρασμούς καί μπεῖ μέσα στό χωνευτήρι τῶν θλίψεων (Σοφ. Σολ. 3, 6). Ἄλλωστε αὐτό δηλώνει καί ὁ λόγος τοῦ Κυρίου πού λέει: «Πούλησε τά ὑπάρχοντά σου, δός τα στούς φτωχούς» (Ματθ. 19, 21) «σήκωσε τό σταυρό σου καί ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21. 16, 24), ἐννοώντας μέ τό σταυρό, τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις. Τίποτε λοιπόν δέν θά κερδίσουν μόνο ἀπό τήν περιφρόνηση καί ἀπόταξη τῶν χρημάτων καί τῆς περιουσίας τους ὅσοι τά ἐγκαταλείπουν αὐτά καί στρέφονται πρός τή μοναστική ζωή, ἄν δέν ὑπομείνουν μέχρι τέλους τούς πειρασμούς καί τίς θλίψεις καί τούς “κατά Θεόν” κόπους καί στερήσεις (Β’ Κορ. 7, 10). Διότι ὁ Χριστός δέν εἶπε «μέ τήν ἐγκατάλειψη τῆς περιουσίας σας θά κερδίσετε τήν ψυχή σας, ἀλλά μέ τήν ὑπομονή σας» (Λουκ. 21, 19).

Βέβαια εἶναι φανερό ὅτι εἶναι καλή καί ὠφέλιμη ἡ διανομή τῶν χρημάτων καί τῶν ὑπαρχόντων καί ἡ φυγή ἀπό τόν κόσμο, ἀλλά δέν μπορεῖ αὐτή καθεαυτή ἀπό μόνη της ἡ φυγή καί ἡ ἀπόταξη νά συστήσει τόν “κατά Θεόν” τέλειο ἄνθρωπο, χωρίς τήν ὑπομονή στούς πειρασμούς. Γιά νά βεβαιωθεῖς ὅτι ἔχουν ἔτσι τά πράγματα καί ὅτι αὐτό ἀρέσει στό Θεό, ἄκουσε τόν Ἴδιο πού λέει: «Ἄν θέλεις», λέει, «νά εἶσαι τέλειος,πούλησε τά ὑπάρχοντά σου μοίρασέ τα στούς φτωχούς, σήκωσε τό σταυρό σου καί ἔλα νά μέ ἀκολουθήσεις» (Ματθ. 19, 21. 16, 14), ὑπονοώντας, ὅπως εἴπαμε, μέ τό σταυρό, τούς πειρασμούς, τήν ὑπομονή καί τή θλίψη. Ἐπειδή, πράγματι, ἡ Βασιλεία τῶν οὐρανῶν “κερδίζεται μέ βία καί οἱ βιαστές τήν ἁρπάζουν” (Ματθ. 11, 12), καί δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος γιά τούς πιστούς νά εἰσέλθουν σέ αὐτή, παρά μόνο διά τῆς στενῆς πύλης τῶν πειρασμῶν καί τῶν θλίψεων. Δικαίως ὁ θεῖος λόγος τοῦ Εὐαγγελίου μᾶς παραγγέλλει: «Ἀγωνίζεσθε», λέει, «νά εἰσέλθετε διά τῆς στενῆς πύλης» (Λουκ. 13, 24). Καί ἀκόμη: «Πρέπει νά περάσουμε πολλές θλίψεις γιά νά εἰσέλθουμε στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Πράξ. 14, 22). Ἐκεῖνος λοιπόν πού διαμοιράζει τά ὑπάρχοντά του στούς φτωχούς καί ἀναχωρεῖ ἀπό τόν κόσμο καί ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου μέ τήν ἐλπίδα πώς θά λάβει μισθό, αὐτός αἰσθάνεται πολύ ἥσυχη τή συνείδησή του, ἀλλά καμμιά φορά ἀπό τήν κενοδοξία χάνει τό μισθό καί τήν ἀμοιβή. Αὐτός ὅμως πού, μετά τή διανομή τῶν ὑπαρχόντων του στούς φτωχούς, ὑπομένει τίς θλίψεις μέ εὐγνωμοσύνη καί εὐχαριστία καί ἀντέχει στίς συμφορές, αἰσθάνεται βέβαια ἔντονα ὀδυνηρούς πόνους στήν καρδιά του, ἀλλά διατηρεῖ τό λογισμό του καθαρό, καί στό μέλλον θά ἔχει μεγάλο μισθό, διότι μιμήθηκε τά πάθη τοῦ Χριστοῦ καί ὑπέμεινε μέ καρτερία τούς διάφορους πειρασμούς καί τίς θλίψεις.

Γι’ αὐτό σᾶς παρακαλῶ, ἀδελφοί ἐν Χριστῷ, ἄς φροντίσουμε, σύμφωνα μέ τό λόγο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ἀπαρνηθήκαμε τόν κόσμο, νά εἰσέλθουμε διά τῆς στενῆς πύλης πού εἶναι ἡ ἐκκοπή τοῦ θελήματος καί ἡ ἀποφυγή τοῦ σαρκικοῦ φρονήματος. Διότι χωρίς νά νεκρώσουμε τή σάρκα καί τίς ἐπιθυμίες της δέν εἶναι δυνατόν νά φτάσουμε στήν ἄνεση καί στήν ἀπαλλαγή ἀπό τά κακά καί στήν ἐλευθερία πού γεννᾶται σέ μᾶς ἀπό τήν παράκληση καί τήν παρηγορία πού δίνει τό Ἅγιο Πνεῦμα. Καί χωρίς τήν ἐπιφοίτηση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κανείς δέν θά δεῖ τόν Θεό οὔτε σ’ αὐτό τόν αἰώνα, οὔτε στό μέλλοντα. Ὅτι βέβαια ἔκανες πολύ καλό ἔργο, πού σκόρπισες ὅλα σου τά ὑπάρχοντα στούς φτωχούς, χωρίς νά ἀφήσεις τίποτε γιά τόν ἑαυτό σου ὅπως ὁ Ἀνανίας (Πράξ. 5, 1-5), καί ἐπιπλέον ἀπαρνήθηκες τόν κόσμο (Α’ Ἰωάν. 2, 15) καί τά τοῦ κόσμου καί ἐγκατέλειψες τό βίο καί τίς μέριμνές του καί ἔσπευσες στό λιμάνι τῆς μοναχικῆς ζωῆς καί φόρεσες τό ἔνδυμα τοῦ μοναχοῦ, συμφωνῶ καί ἐγώ καί σέ ἐπαινῶ γιά τό ἔργο σου αὐτό. Πρέπει ὅμως νά ξεντυθεῖς καί τό φρόνημα τῆς σαρκός (Ρωμ. 8, 67), ὅπως ξεντύθηκες τά ἐνδύματα, καί νά ἀποκτήσεις τέτοιο ἦθος καί τέτοιο φρόνημα, ἀνάλογο μέ τή στολή πού ἐνδύθηκες. Καί ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλά καί τό φωτεινό χιτώνα νά φορέσεις διά τῆς μετανοίας πού εἶναι Αὐτό τό Ἴδιο τό Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτό δέν θά τό ἐπιτύχεις μέ ἄλλο τρόπο, παρά μόνο μέ τήν ἐπίμονη ἐργασία τῶν ἀρετῶν καί τήν ὑπομονή στίς θλίψεις. Διότι ὅταν θλίβεται ἡ ψυχή, μέ τήν πίεση τῶν πειρασμῶν, χύνει δάκρυα καί τά δάκρυα καθαρίζουν τήν καρδιά καί τήν καθιστοῦν ναό καί κατοικητήριο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Δέν εἶναι λοιπόν ἀρκετό γιά τή σωτηρία μας μόνο ἡ περιβολή τοῦ σχήματος καί ὁ ἐξωτερικός στολισμός τοῦ σώματος. Ἀλλά ἔχουμε χρέος ὅπως ἀκριβῶς τόν ἐξωτερικό ἔτσι καί τόν ἐσωτερικό ἄνθρωπο νά τόν στολίσουμε μέ τόν στολισμό τοῦ Πνεύματος καί νά θυσιάσουμε ὁλοκληρωτικά τούς ἑαυτούς μας στόν Θεό, “ψυχῇ τε καί σώματι”. Πρέπει μέ τή σωματική ἄσκηση νά ἀσκοῦμε τό σῶμα στούς κόπους τῆς ἀρετῆς, ἔτσι ὥστε νά συνηθίζει στά “κατά Θεόν” λυπηρά. Νά σηκώνει δηλαδή γενναῖα τή θλίψη τῆς νηστείας, τή βία τῆς ἐγκράτειας, τήν ἔνταση τῆς ἀγρυπνίας καί ὅλη τή σωματική κακοπάθεια. Μέ τήν «εὐσέβεια» δέ πού ἐμπνέει τό Ἅγιο Πνεῦμα, νά παιδαγωγοῦμε τήν ψυχή ὥστε νά φρονεῖ αὐτά πού πρέπει. Νά φρονεῖ καί νά μελετᾶ πάντοτε τήν αἰώνια ζωή. Νά εἶναι ταπεινή, πραεῖα, κατανυκτική. Νά πενθεῖ καθημερινά, νά μετέχει μέ τήν προσευχή στό φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλα αὐτά συνήθως ἔρχονται στήν ψυχή μέ τή θερμή καί ὁλοκληρωτική μετάνοια. Ὅταν αὐτή καθαρίζεται μέ πολλά δάκρυα, χωρίς τά ὁποῖα δέν μπορεῖ ποτέ νά ἀποκτήσει λαμπρό χιτώνα οὔτε νά ἀναχθεῖ σέ ὕψος πνευματικῆς θεωρίας. Ὅπως δηλαδή ἕνα ροῦχο, πού ἔχει καταλερωθεῖ ἀπό λάσπη καί ἀκαθαρσία, δέν ὑπάρχει ἄλλος τρόπος νά καθαριστεῖ, παρά μόνο ἄν τοῦ ρίξουμε πολύ νερό καί τό χτυπήσουμε δυνατά, ἔτσι καί ὁ χιτώνας τῆς ψυχῆς πού μολύνθηκε ἀπό τό βοῦρκο καί τήν ἀκαθαρσία τῶν ἁμαρτωλῶν παθῶν.

Δέν μπορεῖ αὐτός νά καθαριστεῖ ἀπό τό ρύπο τῆς ἁμαρτίας, παρά μόνο μέ πολλά δάκρυα καί ὑπομονή στούς πειρασμούς καί στίς θλίψεις. Διότι δύο εἶναι σέ μᾶς οἱ ρεύσεις τοῦ σώματος. Ἡ μιά εἶναι ἄνωθεν, τά δάκρυα πού τρέχουν ἀπό τά μάτια, καί ἡ ἄλλη προέρχεται ἀπό τίς γεννητικές δυνάμεις. Ἡ ρεύση τῶν γεννητικῶν δυνάμεων μολύνει τήν ψυχή ὅταν ἐκρέει παρά φύση καί παρανόμως. Τά δάκρυα ὅμως καθαρίζουν τήν ψυχή ὅταν βέβαια προέρχονται ἀπό τή μετάνοια. Πρέπει λοιπόν ὅσοι ἔχουν μολύνει τήν ψυχή τους μέ ἐφάμαρτες πράξεις ἤ ὅσοι ἀπό τήν ἐμπαθή κίνηση τῆς καρδιᾶς χάραξαν μέσα στό νοῦ τους ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες, νά καθαριστοῦν μέ πολλά δάκρυα γιά νά καταστήσουν τό χιτώνα τῆς ψυχῆς τους καθάριο καί λαμπερό. Διότι εἶναι ἀδύνατον νά δοῦν τόν Θεό, τό Φῶς Αὐτό πού φωτίζει τήν καρδιά κάθε ἀνθρώπου, τό Ὁποῖο ἔρχεται στόν ἄνθρωπο μέ τή μετάνοια, ἀφοῦ τόν Θεό ἀξιώνονται νά τόν δοῦν μόνο αὐτοί πού ἔχουν καθαρή τήν καρδιά.

Ἄς φροντίσουμε λοιπόν, πατέρες μου, ἀδελφοί καί τέκνα, νά ἔχουμε καθαρή τήν καρδιά, μέ τό προσεκτικό ἦθος καί τή συνεχή ἐξομολόγηση τῶν κρυφῶν μας λογισμῶν. Διότι ἡ συνεχής καί καθημερινή ἐξομολόγηση, ἐπειδή προέρχεται ἀπό καρδιά συντετριμένη, ὁδηγεῖ στή μετάνοια γιά ὅσα ἔχουμε πράξει ἤ ἁπλῶς λογιστήκαμε. Ἡ μετάνοια μέ τή σειρά της κινεῖ τά δάκρυα ἀπό τά βάθη τῆς ψυχῆς καί αὐτά καθαρίζουν τήν καρδιά καί ἐξαλείφουν μεγάλες ἁμαρτίες. Καί ὅταν ἐξαλειφθοῦν οἱ ἁμαρτίες μέ τά δάκρυα, τότε ἡ ψυχή αἰσθάνεται μεγάλη παρηγορία ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα. Τότε διαποτίζεται συνέχεια μέ δάκρυα γλυκύτατης κατάνυξης, ἀπό τά ὁποῖα τρέφεται νοητῶς κάθε ἡμέρα καί καλλιεργεῖ τούς καρπούς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Γαλ. 5, 22). Καί στόν κατάλληλο καιρό, σάν πολύσπορο σιτάρι, παραδίδει τούς καρπούς αὐτούς γιά τροφή ἀτελεύτητη τῆς ψυχῆς, γιά ζωή αἰώνια καί ἄφθαρτη.

Ὅταν φθάσει λοιπόν σ’ αὐτή τήν κατάσταση μέ σπουδή καί προσοχή ἡ ψυχή, εἶναι πιά οἰκεία στόν Θεό καί γίνεται κατοικητήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ἀξιώνεται νά βλέπει καθαρά τόν Ποιητή της καί Θεό (μέ τίς ἄκτιστες ἐνέργειες τῆς Θείας Χάριτος) καί νά συνομιλεῖ μαζί Του καθημερινά. Τότε ἐξέρχεται ἡ ψυχή ἀπό τό σῶμα, ἀπό τόν κόσμο καί ἀπό τήν ἀτμόσφαιρα καί ἀνέρχεται στούς οὐρανούς τῶν οὐρανῶν (Ψαλμ. 148, 4), καί, ἀνάλαφρη ἀπό τίς ἀρετές καί τίς πτέρυγες τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, καταπαύει “μετά πάντων τῶν Ἁγίων”. Ἐλεύθερη ἀπό τούς κόπους εἰσέρχεται μέσα στό ἄπειρο καί Θεῖο Φῶς, ὅπου συγχορεύουν καί συνδοξολογοῦν τά τάγματα τῶν Ἀποστόλων τοῦ Χριστοῦ, τῶν Μαρτύρων, τῶν Ὁσίων καί ὅλων τῶν ἀγγελικῶν Δυνάμεων. Σ’ αὐτή τήν κατάσταση ἄς ἔλθουμε καί ἐμεῖς, ἀδελφοί ἐν Χριστῷ, γιά νά μήν ὑστερήσουμε ἀπό τούς ἁγίους Πατέρες μας, ἀλλά μέ τόν ζῆλο γιά τό καλό καί τήν ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, νά φθάσουμε σέ μέτρα πνευματικῆς ὡριμότητας, «εἰς ἄνδρα τέλειον» (Ἐφεσ. 4, 13). Δέν ὑπάρχει κανένα ἐμπόδιο, ἀρκεῖ μόνο νά θελήσουμε. Ἔτσι καί τόν Θεό θά δοξάσουμε μέσα στήν καρδιά μας καί ὁ Θεός θά εὐφρανθεῖ ἀπό μᾶς.

Ἔτσι θά Τόν βροῦμε τήν ὥρα τῆς ἀναχώρησής μας ἀπό τήν παροῦσα ζωή, νά μᾶς ὑποδέχεται σάν μέγας κόλπος τοῦ Ἀβραάμ καί νά μᾶς περιθάλπει στή Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Αὐτή τή Βασιλεία εἴθε νά ἐπιτύχουμε ὅλοι μας μέ τήν Χάρη τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, στόν Ὁποῖο ἀνήκει ἡ δόξα στούς αἰῶνες. Ἀμήν.

----------

Πηγή:www.imaik.gr
http://www.immorfou.org.cy/articles-form-the-net/830-kiriaki-marias-simeon.html