Eἰς τὸν Πάγκαλον Ἰωσὴφ
Σώφρων Ἰωσήφ, δίκαιος κράτωρ ὤφθη, Καὶ σιτοδότης, ὧ καλῶν θημωνία! Ἕτεροι, εἰς τὴν ξηρανθεῖσαν Συκῆν Τὴν Συναγωγήν, συκῆν Χριστός, Ἑβραίων, Καρπῶν ἄμοιρον πνευματικῶν εἰκάζων, Ἀρᾷ ξηραίνει, ἧς φύγωμεν τὸ πάθος. |
Βιογραφία
Από τη σημερινή μέρα ξεκινούν τα άγια Πάθη του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Τύπος του Κυρίου μας Ιησού είναι ο πάγκαλος Ιωσήφ που σήμερα επιτελούμε την ανάμνησή του (Γεν. 37 - 50). Ήταν ο μικρότερος γιός του Πατριάρχη Ιακώβ και ο πιο αγαπητός. Όμως φθονήθηκε από τα αδέλφια του και αρχικά τον έρριξαν σ' ένα βαθύ λάκκο και εξαπάτησαν το πατέρα τους χρησιμοποιώντας ένα ματωμένο ρούχο ότι δήθεν τον κατασπάραξε κάποιο θηρίο. Στη συνέχεια τον πούλησαν για τριάντα αργύρια σε εμπόρους, οι οποίοι τον ξαναπούλησαν στον αρχιμάργειρα του βασιλιά της Αιγύπτου, τον Πετεφρή. Ο Ιωσήφ ήταν πανέμορφος και τον ερωτεύθηκε η γυναίκα του Πετεφρή, που θέλησε να τον παρασύρει σε ανήθικη πράξη βιαίως. Μόλις εκείνη έπιασε τον Ιωσήφ, εκείνος άφησε στα χέρια της το χιτώνα του και έφυγε. Εκείνη από το θυμό της τον συκοφάντησε στο σύζυγό της, ότι δήθεν αυτός επιτέθηκε εναντίον της με ανήθικους σκοπούς. Ο Πετεφρής την πίστευσε και φυλάκισε τον Ιωσήφ. Κάποτε όμως ο Φαραώ, ο βασιλιάς της Αιγύπτου, είδε ένα παράξενο όνειρο και ζήτησε έναν εξηγητή. Με το φωτισμό του Θεού, μόνο ο Ιωσήφ μπόρεσε να το εξηγήσει. Ότι θα έλθουν στη χώρα του επτά χρόνια ευφορίας και επτά ακαρπίας και πείνας. Ενθουσιάσθηκε ο Φαραώ από τη σοφία του και τον έκανε γενικό άρχοντα, σαν πρωθυπουργό. Ο Ιωσήφ διαχειρίσθηκε άριστα την εξουσία και φρόντισε στα δύσκολα χρόνια της πείνας όλο το λαό. Με αφορμή τη διανομή του σιταριού, φανερώθηκαν τ' αδέλφια του που τον είχαν φθονήσει. Εκείνος δεν τους κράτησε κακία, αντίθετα τα προσκάλεσε μόνιμα στην Αίγυπτο μαζί με τους γονείς. Αυτός λοιπόν αποτελεί προεικόνηση του Χριστού, διότι και Αυτός, αγαπητός γιός του Πατέρα, φθονήθηκε από τους ομοφύλους Του Ιουδαίους, πουλήθηκε από το μαθητή Του για τριάντα αργύρια και κλείσθηκε στο σκοτεινό λάκκο, τον τάφο. Επίσης, σήμερα μνημονεύουμε και τη άκαρπο συκή, την οποία καταράσθηκε ο Κύριος και ξεράθηκε αμέσως Ματθ. 21:19, Μαρκ. 11:13). Συμβολίζει τόσο τη Συναγωγή των Εβραίων, η οποία δεν είχε πνευματικούς καρπούς, όσο και κάθε άνθρωπο που στερείται πνευματικών καρπών, αρετών. Έδειξε ο Κύριος τη δύναμή Του στο άψυχο δένδρο και ποτέ πάνω σε άνθρωπο, για να δείξει ότι δεν έχει μόνο δύναμη να ευεργετεί, αλλά και να τιμωρεί. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει πως την ώρα που ο Κύριος επιτίμησε τη συκή και ξηράθηκε, κατέπεσαν αμέσως τα καταπράσινα φύλλα της και την επόμενη μέρα ξεράθηκε και η ρίζα της (Μαρκ. 11:21). Οι μαθητές έκθαμβοι από το θαύμα αυτό δεν ζητούσαν να μάθουν την βαθύτερη έννοιά του, αλλά είχαν την απορία «πως παραχρήμα εξηράνθη η συκή;» (Ματθ. 21:20). Πρώτη φορά είχαν δει τιμωρία της άψυχης φύσεως. Ο Κύριος παίρνοντας αφορμή από την απορία των μαθητών, χωρίς να εξηγήσει την συμβολική σημασία του θαύματος, τους δίδαξε για τη μεγάλη δύναμη της πίστεως, η οποία όταν συνοδεύεται από εσωτερική θέρμη και χωρίς τον παραμικρό δισταγμό μπορεί να κατορθώσει αφάνταστα πράγματα. Τους είπε: «Ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐὰν ἔχητε πίστιν καὶ μὴ διακριθῆτε, οὐ μόνον τὸ τῆς συκῆς ποιήσετε, ἀλλὰ κἂν τῷ ὄρει τούτῳ εἴπητε, ἂρθητι καὶ βλήθητι εἰς τὴν θάλασσαν, γενήσεται·» (Ματθ. 21:21). Αυτή την πίστη θέλει η Εκκλησία μας να μεταδώσει και σε μας. Η υμνογραφία αναφέρεται σήμερα στα δύο παραπάνω θέματα, αλλά και επί πλέον στο θέμα της πορείας του Κυρίου προς το Πάθος. Από το τροπάριο: «Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται...» οι ακολουθίες της Μ. Δευτέρας έως Τετάρτης λέγονται και «Ακολουθίες του Νυμφίου». |
Ἀπολυτίκιον Ἦχος πλ. δ'. Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός, καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὃν εὑρήσει γρηγοροῦντα, ἀνάξιος δὲ πάλιν, ὃν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθής, ἵνα μῄ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς βασιλείας ἔξω κλεισθῇς, ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἶ ὁ Θεός, διὰ τῆς Θεοτόκου ἐλέησον ἡμᾶς. (Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου) Να, ὁ Νυμφίος ἔρχεται στὸ μέσο τῆς νύχτας, κι εὐτυχισμένος θὰ εἶναι ὁ δοῦλος ποὺ θὰ τὸν βρεῖ (ὁ Νυμφίος) ξάγρυπνο νὰ τὸν περιμένει· ἀνάξιος ὅμως πάλι θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ τὸν βρεῖ ράθυμο καὶ ἀπροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου νὰ μὴ βυθιστεῖς στὸν πνευματικὸ ὕπνο, γιὰ νὰ μὴν παραδοθεῖς στὸ θάνατο (τῆς ἁμαρτίας) καὶ νὰ μείνεις ἔξω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀνάνηψε κράζοντας· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι ἐσὺ ὁ Θεὸς· σῶσε μας διὰ τῆς προστασίας τῶν ἐπουρανίων ἀσωμάτων δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων). Κοντάκιον Ἦχος πλ. δ'. Ὡς ἀπαρχὰς. Ὁ Ἰακὼβ ὠδύρετο, τοῦ Ἰωσὴφ τὴν στέρησιν, καὶ ὁ γενναῖος ἐκάθητο ἅρματι, ὡς βασιλεὺς τιμώμενος· τῆς Αἰγυπτίας γὰρ τότε ταῖς ἡδοναῖς μὴ δουλεύσας, ἀντεδοξάζετο παρὰ τοῦ βλέποντος τὰς τῶν ἀνθρώπων καρδίας, καὶ νέμοντος στέφος ἄφθαρτον. Κάθισμα Ἦχος α'. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ. Τὰ Πάθη τὰ σεπτά, ἡ παροῦσα ἡμέρα, ὡς φῶτα σωστικά, ἀνατέλλει τῷ Κόσμῳ· Χριστὸς γὰρ ἐπείγεται, τοῦ παθεῖν ἀγαθότητι, ὁ τὰ σύμπαντα, ἐν τῇ δρακὶ περιέχων, καταδέχεται, ἀναρτηθῆναι ἐν ξύλῳ, τοῦ σῶσαι τὸν ἄνθρωπον. (Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου) Τὰ πάθη (τοῦ Κυρίου) τὰ σεπτὰ ἡ παροῦσα ἡμέρα (ἡ Μ. Δευτέρα) προβάλλει μὲ λαμπρότητα στὸν κόσμο σὰν φῶτα σωτήρια καὶ λυτρωτικά. Διότι ὁ Χριστὸς σπεύδει πρόθυμα νὰ ὑποστεῖ τὸ πάθος ἀπὸ ἀγαθότητα. Αὐτός, ποὺ περικλείει τὰ σύμπαντα στὴν παλάμη του, καταδέχεται νὰ κρεμαστεῖ στὸ ξύλο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος α'. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ. Ἀόρατε Κριτά, ἐν σαρκὶ πῶς ὠράθης, καὶ ἔρχῃ ὑπ' ἀνδρῶν, παρανόμων κτανθῆναι; ἡμῶν τὸ κατάκριμα, κατακρίνων τῷ πάθει σου. Ὅθεν αἴνεσιν, μεγαλωσύνην καὶ δόξαν, ἀναπέμποντες, τῇ ἐξουσίᾳ σου Λόγε, συμφώνως προσφέρομεν. Ἕτερον Κάθισμα Ἦχος πλ. δ'. Τὴν Σοφίαν, καὶ Λόγον. Τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου τὰς ἀπαρχάς, ἡ παροῦσα ἡμέρα λαμπροφορεῖ. Δεῦτε οὖν φιλέορτοι, ὑπαντήσωμεν ᾄσμασιν· ὁ γὰρ Κτίστης ἔρχεται, σταυρὸν καταδέξασθαι, ἐτασμούς καὶ μάστιγας, Πιλάτῳ κρινόμενος· ὅθεν καὶ ἐκ δούλου ῥαπισθεὶς ἐπὶ κόρης· τὰ πάντα προσίεται, ἵνα σώσῃ τὸν ἄνθρωπον. Διὰ τοῦτο βοήσωμεν· Φιλάνθρωπε Χριστὲ ὁ Θεός, τῶν πταισμάτων δώρησαι τὴν ἄφεσιν, τοῖς προσκυνοῦσιν ἐν πίστει, τὰ ἄχραντα Πάθη σου. (Μετάφραση Ανδρέας Θεοδώρου) Τὴν ἔναρξη τῶν παθῶν τοῦ Κυρίου ἡ σημερινὴ ἡμέρα προβάλλει μὲ λαμπρότητα. Ἐλᾶτε, λοιπόν, ὅσοι ἀγαπᾶτε τὶς γιορτές, νὰ προϋπαντήσουμε μὲ ᾄσματα (τὸν Κύριο). Διότι ὁ Κτίστης τῶν ἁπάντων ἔρχεται νὰ ὑποστεῖ τὸ σταυρικὸ θάνατο, νὰ ἀνακριθεῖ (σὰν κακοῦργος) καὶ νὰ μαστιγωθεῖ, δικαζόμενος ἀπὸ τὸν Πιλᾶτο. Ἔτσι, δεχτεῖς ράπισμα στὸ πρόσωπο ἀπὸ δοῦλο, ὅλα τὰ ὑπομένει γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο. Γιαυτὸ ἂς φωνάξουμε· φιλάνθρωπε Χριστὲ ὁ Θεός, χάρισε τὴν ἄφεση τῶν πταισμάτων σ' αὐτοὺς ποὺ μὲ πίστη προσκυνοῦν τὰ ἄχραντα πάθη σου. Ὁ Οἶκος Ἐπὶ τῷ ὀδυρμῷ νῦν προσθήσωμεν ὀδυρμόν, καὶ ἐκχέωμεν δάκρυα, μετὰ τοῦ Ἰακὼβ συγκοπτόμενοι, Ἰωσὴφ τὸν ἀοίδιμον καὶ σώφρονα, τὸν δουλωθέντα μὲν τῷ σώματι, τὴν ψυχὴν δὲ ἀδούλωτον συντηροῦντα, καὶ Αἰγύπτου παντὸς κυριεύσαντα. Ὁ Θεὸς γὰρ παρέχει τοῖς δούλοις αὐτοῦ, στέφος ἄφθαρτον. |
Δευτέρα 22 Απριλίου 2019
Μεγάλη Δευτέρα - Ιωσήφ του Παγκάλου
Δευτέρα 15 Απριλίου 2019
Γεώργιος ή Ιωάννης Τσερνωτάς: Ο ιδρυτής του Πύργου
Γράφει ο Θοδωρής Λάμπρος
(Δημοσιογράφος - Ιστορικός
Πρώτη γραπτή αναφορά για τον Πύργο έχουμε στο χρονικό του Μάτεση το 1687. Όπως αναφέρει «1687, Ιουνίου 15, ήρθε ένα καΐκι από τη Μοθώνη και είπε πως απόθαναν τρεις από πανούκλα εις τον Πύργο». Ο σημερινός Πύργος είναι κτισμένος σε εφτά χαμηλούς λόφους.
Οι λόφοι αυτοί είναι του κοιμητηρίου, θέση τυροκομίστρα, της δεξαμενής, θέση κοκκινόχωμα, του ναού του Αγίου Αθανασίου, θέση αχιβάδα, του Επαρχείου, του χώρου μεταξύ των σημερινών πλατειών Αυγερινού και Κύπρου, του ιερού ναού της Αγ. Κυριακής, όπου βρίσκεται και η «Αγιοχαραλαμπόρουγα» και του Αγίου Διονυσίου μέχρι το νοσοκομείο, θέση «ανεμόμυλος» ή «τούμπι». Η ονομασία της πόλης προέρχεται από τον πύργο που είχε κατασκευάσει, το 1512, στην θέση του Επαρχείου ο Μπέης της ευρύτερης περιοχής Γεώργιος Τσερνωτάς.
Ο Γεώργιος ή Ιωάννης Τσερνοτάς ή Τσερνωτάς εικάζεται ότι γεννήθηκε στα τέλη του 15ου αιώνα (περίπου 1475-1480) στην ευρύτερη περιοχή των σημερινών χωριών Σκοτάνης, Φιλίων και Λευκασίου (Τσερνωτά) της επαρχίας Καλαβρύτων. Ήταν χριστιανός άγνωστης όμως εθνικής καταγωγής, και ενδέχεται να ήταν Έλληνας, Αρβανίτης ή Σλάβος.
Επί ηγεμονίας του σουλτάνου Σελίμ Α΄ του σκληρού (1512 - 1520), ανακάλυψε συμπτωματικά, οργώνοντας ένα βακουφικό κτήμα της μονής Αγίου Αθανασίου Φίλιων, ένα θησαυρό του Κλείτορα ο οποίος είχε ενδεχομένως θαφτεί εν όψει των επιδρομών του Αλάριχου. Λόγω του όγκου του θησαυρού αναγκάστηκε να τον παραδώσει στον Σουλτάνο. Αναφέρεται σε χειρόγραφα του Αγίου Όρους ότι χρησιμοποιώντας αυτόν τον θησαυρό οργάνωσε ο Σελίμ την εκστρατεία του για την κατάκτηση της Αιγύπτου το 1517.
Σημαντική συμβολή στην προστασία
της Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά
Ο Τσερνωτάς πήρε μέρος σε αυτή την εκστρατεία ως χριστιανός σπαχής (hristiyan sipahiler) μαζί με άλλους 2.500 ακόμα χριστιανούς σπαχήδες των οποίων ήταν ο σημαιοφόρος.
Έξω από την Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά ο Τσερνωτάς απέτρεψε τον οθωμανικό στρατό από το να λεηλατήσει την μονή, δίνοντας την ευκαιρία στους μοναχούς να επιδείξουν στον Σουλτάνο χειρόγραφο με την αποτύπωση της παλάμης του Μωάμεθ, βάσει του οποίου η μονή προστατευόταν εσαεί από τον Αλλάχ και τον προφήτη. Για την παρέμβασή του ο Τσερνωτάς, σύμφωνα με χειρόγραφα της Μονής, έλαβε από τους μοναχούς τον τίτλο «Μέγας σημαιοφόρος της Ελλάδας». Στην μάχη της Ραϊντινίγια ο Τσερνωτάς έχοντας την σημαία του έφιππου Αγίου Γεωργίου και μαζί με 40 ιππείς είχε σημαντική δράση και συνέβαλλε στην σύλληψη του Τουμάν Μπέη των Μαμελούκων Αιγυπτίων όπως αναφέρει χειρόγραφο της Μονής Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους.
Ο Πύργος του Τσερνοτάμπεη
Για αυτή του την υπηρεσία ο Τσερνωτάς χρίστηκε μπέης και απέκτησε τιμάρια γης στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στα Καλάβρυτα, την Αιγιάλεια, την Μεσσηνία, την Ηλεία και την Κορινθία. Ίδρυσε το χωριό Τσερνωτά (ή Τσορωτά σημ. Λευκάσιο) στην Αχαΐα και τα χωριά Τσορωτά και Φίλια στην Μεσσηνία και ανοικοδόμησε την Μονή Ταξιαρχών Αιγιαλείας, όπως αναφέρεται στο κτητωρικό της μονής. Ο Τσερνοτάμπεης από τον πύργο που έκτισε στον σημερινό λόφο του Επαρχείου πήρε το όνομά της η μετέπειτα πόλη του Πύργου και πρωτεύουσα του νομού Ηλείας. Ίδρυσε τέλος την Μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου και απεβίωσε την Πέμπτη 15 Μαρτίου 1535. Στο χρονικό του Γαλαξειδίου , αναφέρεται κάποιος Ιωάννης Τσερνοτάμπεης (γιος ή εγγονός του Τσερνοτάμπεη), ο οποίος, με αφορμή την ναυμαχία της Ναυπάκτου το 1571 πήρε μέρος σε επαναστατική κίνηση κατά των Οθωμανών, στη βόρεια Πελοπόννησο και τη Ρούμελη, με αποτέλεσμα όμως να συλληφθεί και να εξελεπιστεί (γδαρθεί ζωντανός). Εκτοτε η οικογένεια έπεσε σε δυσμένεια και όσοι επέζησαν πέρασαν στα Επτάνησα. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση το δημοτικό τραγούδι της Λάμπρως ( «..σαράντα δυο τουρκόπουλα, την Λάμπρω κυνηγάνε. Κι' η Λάμπρω από τον φόβο της, στον αη Γιώργη πάει. Αγιε μου Γιώργη γλύτωμε απ' των τουρκών τα χέρια ...»), αναφέρεται σε κάποια κόρη του Τσερνοτάμπεη, η οποία στην προσπάθειά της να γλυτώσει από την σφαγή των Οθωμανών, έτρεξε να κρυφτεί στην μονή Αγίου Γεωργίου Φενεού, όπου ήταν θαμμένος ο προγονός της Τσερνωτάς.
ΠΗΓΕΣ:
1)Ιστορία του Ελληνικού έθνους, Εκδοτικής Αθηνών.
2)ΒΙΚΑΙΠΑΙΔΕΙΑ, η ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια
3) «Η ΗΛΕΙΑ ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ», Γεώργιος Παπανδρέου (Εκδόσεις «Βιβλιοπανόραμα», 2010)
http://www.iliaoikonomia.gr/content/georgios-i-ioannis-tsernotas-o-idrytis-toy-pyrgoy
Κυριακή 14 Απριλίου 2019
Οικογένεια

Κάθε ἡμέρα ἡ μητέρα τῆς Ἑλενίτσας καὶ τοῦ Χρόνη σηκώνεται πρωί. Πιὸ πρωὶ ἀπ’ ὅλους μέσα στὸ σπίτι. Καθὼς μπαινοβγαίνει στὰ δωμάτια, περπατεῖ σιγὰ - σιγά, για νὰ μὴ ξυπνήσῃ τἀ παιδιά της. Ἔχει νὰ σκουπίσῃ, νὰ συγυρίσῃ, ν’ ἀνάψῃ φωτιά. Νὰ ψήσῃ τὸν καφὲ γιὰ τὸν πατέρα, ποὺ θὰ φύγῃ γιὰ τὴ δουλειά. Νὰ ἑτοιμάσῃ τὸ ζεστὸ γιὰ τὰ παιδιά της, ποὺ πηγαίνουν στὸ σχολεῖο.
Καὶ ὅταν εἶναι ἡ ὥρα γιὰ νὰ ξυπνήσουν, ἔρχεται σιγά - σιγά, γιὰ νὰ μὴ τά τρομάξῃ, καὶ τὰ φωνάζει μὲ χαϊδευτικὴ φωνή:
- Ἔ! ὑπναρᾶδές μου! Ξυπνᾶτε! Φθάνει πιὰ τόσο ποὺ ἐκοιμηθήκατε.
Ἐκεῖνα ἀκοῦν τὴ φωνή, ἀνοίγουν τὰ μάτια τους, μὰ πάλι τὰ ξανακλείνουν. Τοὺς ἀρέσει ὁ ὕπνος.
Ἡ μητέρα, ὅμως, ἂν δὲν ξυπνήσουν, δὲν φεύγει.
- Τὰ ρουχαλάκια τους εἶναι στὴ θέσι τους ἕτοιμα καὶ καθαρά. Τὰ παπούτσια τους λουστραρισμένα.
Ὅλα εἶναι ἕτοιμα. Ὅταν τὰ παιδιά της νιφθοῦν, ἑτοιμασθοῦν καὶ κάμουν τὴν προσευχή τους, οἱ κοῦπες μὲ τὸ ζεστὸ ρόφημα τὰ περιμένουν στὸ τραπέζι. Βουτοῦν τὸ ψωμί τους στὸ ρόφημα καὶ τρώγουν μὲ μεγάλη ὄρεξι.
- Σιγά! μὴ βιάζεσθε! τοὺς λέγει ἡ μητέρα. Μὴν τρῶτε λαίμαργα. Μασᾶτε καλά. Προσέξετε νὰ μὴ λερώσετε τὰ ροῦχά σας.
Καὶ ὅταν ἡ ῾Ελενίτσα καὶ ὁ Χρόνης χορτάσουν, σηκώνονται καὶ εἶναι ἕτοιμοι γιὰ τὸ σχολεῖο. Αὐτὸ γίνεται κάθε ἡμέρα μὲ τὴ μητέρα. Γίνεται ἑβδομάδες, γίνεται μῆνες, γίνεται χρόνια.
Καὶ σὰν τὴ μητέρα τῆς Ἑλενίτσας καὶ τοῦ Χρόνη κάνουν ὅλες οἱ μητέρες τῶν παιδιῶν.
Ἡ μητέρα πάντα μᾶς ξυπνᾷ μᾶς ἑτοιμάζει γιὰ τὸ σχολεῖο. Αὐτὴ μᾶς φροντίζει καὶ μᾶς παραστέκει στὴν ἀρρώστεια μας. Σ᾽ ὅλα ἡ μητέρα καὶ παντοῦ ἡ μητέρα.
Πηγή : Αναγνωστικό Β' Δημοτικού 1963
http://www.kapodistrias.info/oikogeneia/i-miteraΟ ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, που έγινε τύραννος της Σμύρνης & μισήθηκε απο σμυρνιούς και ηπειρώτες
Ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, που έγινε τύραννος της Σμύρνης & μισήθηκε απο σμυρνιούς και ηπειρώτες
Του Τάσου Κ. Κοντογιαννίδη
Στις 22 Ιουνίου 1949, πέθανε ξεχασμένος στη Νίκαια της Γαλλίας, ο άνθρωπος που μισήθηκε από ηπειρώτες και μικρασιάτες για τον αυταρχικό χαρακτήρα του, που χειροδίκησε με μητροπολίτες και ιερείς, ο ύπατος αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης. Γεννήθηκε στο Ηράκλειο Κρήτης το 1861 και διορίστηκε από τον Ελευθέριο Βενιζέλο αρμοστής, στην ΄Ηπειρο το 1917 και στη Σμύρνη το 1919.
Στην Πρέβεζα, ο μητροπολίτης Ιωακείμ, «τόλμησε!» να τον επισκεφθεί στο γραφείο του, όπου βρισκόταν και ο υπουργός Περιθάλψεως Σίμος. Μόλις τον είδε ο Στεργιάδης, έγινε έξαλλος και μπροστά στον υπουργό, του λέει: «Τι θέλεις εδώ δέσποτα; Ποιος σε κάλεσε;». Και σύμφωνα με την εφημερίδα «Ακρόπολις», «όρμησε, τον ήρπασε από το εγκόλπιο το οποίον έσφιγγε δυνατά το λαιμό του και τον έσυρε βιαίως προς την έξοδο. Η αλυσίδα του εγκολπίου παρά ολίγον να τον πνίξη!» Μία ώρα μετά, επιτέθηκε στο βουλευτή Πρεβέζης Γερογιάννη με ύβρεις και τον απέπεμψε, ενώ χαστούκισε για ασήμαντο λόγο, τον τελωνιακό υπάλληλο Κρεβατά!

Φωτό: Ο Στεργιάδης σε σκίτσο της εποχής
Στις 4-5-1919, ο Βενιζέλος, τον στέλνει αρμοστή στη Σμύρνη με εντολές, να προλάβει παρεκτροπές Στρατού και Λαού, που θα υπονόμευαν τα ελληνικά συμφέροντα. Αυτό ίσως εξηγεί τις δικτατορικές του ενέργειες, που ξέφευγαν, με υπερβάσεις και μεροληψίες πάντα υπέρ των Τούρκων και σε βάρος των Ελλήνων.
Τον επισκέφθηκε μια μέρα η Δημογεροντία (Τσαρακτσόγλου, Κλημάνογλου, Σολωμονίδης κ.α.) για σοβαρά κοινοτικά ζητήματα.΄Εγιναν δεκτοί με ύβρεις και φωνές! « Τι γυρεύετε εδώ; Γιατί ήρθατε; Ποιος σας έφερε; Εμπρός, να φύγετε αμέσως, δεν είναι δική σας δουλειά» και τους έσπρωξε βιαίως στην έξοδο!
Το Σεπτέμβρη του 1919, ο εφοπλιστής Δημοσθένης Πανταλέων, επιστρέφοντας οικογενειακώς από τον Πειραιά στη Σμύρνη, η σύζυγός του Δέσποινα, βρίσκει, στην έπαυλη τους στο Βουτζά εγκατεστημένο από τον Στεργιάδη, τον Άγγλο πρόξενο, που τη ρωτά αυστηρά «Τι ζητείτε εδώ;» Εκείνη ταραγμένη απαντά, «ήρθα στο σπίτι μου». Εκείνος την έδιωξε λέγοντας « Τώρα είναι δικό μου!» Ο Στεργιάδης, οργισμένος επειδή έθιξε τον πρόξενο, διέταξε τον αστυνόμο Νικηφοράκη, να τη συλλάβει και να τη φυλακίσει!
Η αυταρχισμός του εκδηλωνόταν κυρίως στον Κλήρο. Ταπείνωσε τον μητροπολίτη Κυδωνιών Γρηγόριο κι εξευτέλισε τον Σμύρνης Χρυσόστομο, όταν αδίστακτα διέκοψε το κήρυγμα του, στη δοξολογία για τον εορτασμό της συμμαχικής νίκης, λέγοντας οργισμένος, «ξεφεύγετε από τα θρησκευτικά όρια και επιδίδεσθε εις εθνικοπατριωτικάς πολιτικολογίας».

Φωτό: Οκτώβριος του 1920 στη Σμύρνη κατά την διάρκεια εκδήλωσης. Αριστερά ο Αρμοστής Στεργιάδης, δίπλα του ο στρατηγός Λεωνίδας Παρασκευόπουλος και δεξιά ο στρατηγός Θόδωρος Πάγκαλος
Στις 18-11-1919, ο Χρυσόστομος διαμαρτύρεται εγγράφως στον Στεργιάδη. «Εξοχώτατε, ήλθον εξάκις εις το μέγαρόν σας, αλλά εστάθη αδύνατον να σας ιδώ!» Ο Στεργιάδης αντιδρά. Κόβει την κυβερνητική επιχορήγηση για κοινωνικούς σκοπούς, επισκέπτεται τον… «καταχραστή» Χρυσόστομο και του λέει « Είσαι ή δεν είσαι κλέφτης; Τι παπάς είσαι; Δώσε μου γρήγορα λογαριασμό!» Ο Χρυσόστομος δείχνει τις αποδείξεις και ο Στεργιάδης λέει ειρωνικά « Μπά; Κρατάς και αποδείξεις; Άκουσε καλά, εγώ είμαι αρμοστής, σε μένα λογοδοτείς κι εσύ είσαι ενας απλός παπάς!» Όταν κατάλαβε ότι παραφέρθηκε, έστειλε για να τον εξευμενίσει ένα αυτοκίνητο, το οποίο δεν δέχτηκε ο ιεράρχης!

Φωτό: Ο εθνομάρτυς μητροπολίτης Χρυσόστομος, τον οποίο εξευτέλιζε ο Στεργιάδης.
Απάνθρωπα φέρθηκε στο γραφείο του και στον ιερέα Δωρόθεο που αδικηθείς, ζήτησε δικαίωση. «Βρε τραγόπαπα, τολμάς να κάνεις του κεφαλιού σου;» του είπε ο Στεργιάδης και όταν τόλμησε να δικαιολογηθεί, αφηνίασε: « Σκασμός παλιάνθρωπε» και άρπαξε ένα μαστίγιο, τον δέρνει ανηλεώς και να τον κλωτσά αλύπητα! Ακόμα και τον διοικητή του στρατού κατοχής Σμύρνης στρατηγό Κων. Νίδερ εξευτέλισε σε εκδήλωση παρουσία επισήμων!
Το τέλος Χρυσόστομου και Στεργιάδη
Οι υπουργοί, Ρέπουλης και Διομήδης, τον κατήγγειλαν στον Βενιζέλο. Εκείνος τον υπερασπίστηκε αποδίδοντας υπερβολές στις καταγγελίες από ζηλοφθονία. Αγνόησε την καταγγελία Χρυσοστόμου: «… απεστείλατε ως ύπατον αρμοστήν έναν παράφρονα, εγωϊστήν, φλύαρον» που βρίζει, δέρνει εξορίζει και φυλακίζει, «τα υγιή και σώφρονα στοιχεία του τόπου, διότι εν τω φρενοκομείω του δεν είχον τόπον…» Στις 26-8-22, ο Στεργιάδης κρυφά μπήκε σε βάρκα που τον οδήγησε στο Αγγλικό πλοίο « Iron Duke» και με ρουμανικό, μέσω Κωστάντζας έφυγε στη Γαλλική Νίκαια. Ο Χρυσόστομος παρέμεινε κοντά στο ποίμνιο του, συνελήφθη την επομένη και κατακρεουργήθηκε άγρια από τον τουρκικό όχλο…
*Το αρθρο δημοσιευτηκε στην εφημερίδα Real News
Κεντρική φωτογραφία άρθρου: Σε εκδήλωση, ο Στεργιάδης επιπλήττει φραστικά τον στρατηγό Νίδερ!
http://www.pontos-news.gr/article/21988/o-ypatos-armostis-aristeidis-stergiadis-poy-egine-tyrannos-tis-smyrnis-misithike-apoΟσία Μαρία η Αιγυπτία
| Ημερομηνία εορτής: | 01/04/2019 | ||||
| Τύπος εορτής: | Σταθερή. Εορτάζει στις 1 Απριλίου εκάστου έτους. | ||||
Άγιοι που εορτάζουν: Οσια Μαρια Η Αιγυπτια
http://www.saint.gr/156/saint.aspx | |||||
Παρασκευή 5 Απριλίου 2019
Ιός υπολογιστή παραποιεί εξετάσεις για καρκίνο
Έναν ιό υπολογιστή που μπορεί να εμφανίζει ψεύτικους όγκους σε εικόνες ιατρικών εξετάσεων δημιούργησαν ερευνητές του χώρου της κυβερνοασφάλειας.
Όπως αναφέρει το BBC, το κακόβουλο λογισμικό, το οποίο ανέπτυξαν ερευνητές από το Ισραήλ, στο πλαίσιο των δοκιμών παραποίησε 70 εικόνες και κατάφερε να παραπλανήσει τρεις ακτινολόγους, οι οποίοι πίστεψαν πως οι ασθενείς τους είχαν όντως καρκίνο. Επίσης, οι εικόνες παραπλάνησαν και συστήματα αυτοματοποιημένης εξέτασης.
Σκοπός των ερευνητών που ανέπτυξαν το συγκεκριμένο malware ήταν να αναδείξουν πόσο εύκολο είναι να ξεγελαστούν τα συστήματα ασφαλείας που συναντώνται στον διαγνωστικό εξοπλισμό: Το πρόγραμμα ήταν σε θέση να εμφανίσει ψεύτικους κακοήθεις όγκους σε εικόνες πνευμόνων που είχαν δημιουργηθεί από μηχανήματα μαγνητικής και αξονικής τομογραφίας.
Οι ερευνητές, του κέντρο κυβερνοασφαλείας του Ben Gurion University, είπαν πως το malware μπορούσε επίσης να απομακρύνει όγκους από εικόνες, ώστε οι ασθενείς να μην υποβάλλονται στις θεραπείες στις οποίες θα έπρεπε να υποβληθούν.
Οι εικόνες που στοχεύθηκαν απεικόνιζαν πνεύμονες, ωστόσο το malware μπορεί να τροποποιηθεί για να παράγει άλλα ψευδή αποτελέσματα, όπως όγκοι στον εγκέφαλο, θρόμβοι αίματος, προβλήματα στην σπονδυλική στήλη κ.α., σύμφωνα με τη Washington Post, η οποία έγραψε πρώτη για τη συγκεκριμένη έρευνα.
Οι ερευνητές τονίζουν πως οι εικόνες και τα αρχεία των εξετάσεων είναι ευάλωτα γενικότερα, επειδή δεν φέρουν ψηφιακές υπογραφές ούτε κρυπτογραφούνται, με αποτέλεσμα οι αλλαγές να μην εντοπίζονται εύκολα. Όπως υπογράμμισαν, αυτό θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από κακόβουλους δρώντες σχετικά για σκοπούς παραπληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση της υγείας κυβερνητικών στελεχών, για ασφαλιστικές απάτες, για σαμποτάζ σε ιατρικές έρευνες ή στο πλαίσιο τρομοκρατικών επιθέσεων. Επίσης, προβλήματα ασφαλείας στους τρόπους με τους οποίους τα νοσοκομεία και τα κέντρα υγείας προστατεύουν τα δίκτυά τους καθιστούν εύκολη την πρόσβαση σε χάκερ.
https://www.naftemporiki.gr/story/1461675/ios-upologisti-parapoiei-eksetaseis-gia-karkino
Σάββατο 30 Μαρτίου 2019
Παντελής Ζερβός, Διονύσης Παπαγιαννόπουλος: Δράματα ανυπόφορα για εκείνους που σκόρπιζαν γέλιο (Μέρος Β’) Πόλεμοι, ορφάνια, σφαίρες σε λάθος στόχο, παιδιά θαμμένα ζωντανά, εγκαταλειμμένα μωρά σε ζωές που έμοιαζαν έντονα χρωματιστές, αλλά δεν ήταν..
Δεξαμενές χαώδεις και αβυσσαλέες, χωρίς πάτο και με υπόγεια σύνδεση σε ωκεανούς, οι ψυχές των ανθρώπων και πόσο περισσότερο εκείνες των καλλιτεχνών, που παίζουν με το υστέρημα σε πίκρα και συχνά φθονερή, από το θείο, εκδίκηση για τις υπόλοιπες τους χάρες. Σα να ισορροπεί το ζύγι την αγάπη του κόσμου, τα ταλέντα, την εμφάνιση, την ευγένεια της μορφής με το χτύπημα απ την μοίρα. Και σαν οι καλλιτέχνες να μπορούν να γεννηθούν μόνο μέσα απ το δράμα και ποτέ απ την χαρά και το περίσσευμα.
Αν πάμε πίσω σε εποχές ασπρόμαυρες και σέπια, που σήμερα σε λεύκωμα εκδοτικά θεματικά ή σε ταινίες μοιάζουν όλο νοσταλγικά, αθώα, αυθόρμητα, ίσως ανέμελα, μέσα απ την παραπλάνηση του χρόνου και την απατηλότητα της νοσταλγίας, στέκεται τόσο πικρά αντιφατικό, θλιμμένο, αλμυρό σαν βούρκωμα το γεγονός πως άνθρωποι που μας χάρισαν γέλιο, εκείνοι οι ταλαντούχοι της κωμωδίας, έζησαν τεράστιες τραγωδίες, απ’ αυτές που δεν αντέχει ο άνθρωπος να τις σηκώσει, τον συνθλίβουν σα βράχια, σα βουνά ολόκληρα που πάνε και χτίζονται στο στήθος του.
Ο Παντελής Ζερβός, ο Βασίλης Αυλωνίτης, η Κυβέλη, ακόμα και ο Λογοθετίδης έζησαν ανείπωτα δράματα και ερημιά, πριν μοιράσουν γέλιο, χαρά, όνειρο στο κοινό και σφραγίσουν την συναισθηματική εκπαίδευση της γενιάς του. Και έμαθαν καλά, αυτό που ο Όμηρος από κείνη την άκρη του καιρού, σ αυτή τη γη έλεγε παρηγορώντας μας: «… σε τίποτα δεν ωφελούν τα κλαψουρίσματα.
Οι Θεοί έκλωσαν έτσι το νήμα της ζωής των δυστυχισμένων ανθρώπων, που αυτοί ζούνε μέσα στα βάσανα, ενώ εκείνοι μένουν αμέριμνοι. Δύο δοχεία βρίσκονται κοντά στην πόρτα του Δία: το ένα γεμάτο από κακά δώρα και το άλλο γεμάτο από δώρα καλά. Αυτά ο κεραυνοβόλος Δίας τ’ ανακατώνει και δίνει σ’ άλλον κακά και σ’ άλλον καλά…» και ίσως το μετανιώνει, μετρά και δίνει κι άλλα. Σε θείο ζύγι οι ζωές όλων, σα πραγματάκια για εμπόριο…
Ο Παντελής Ζερβός και το κοριτσάκι του που θάφτηκε ζωντανό
Ο Παντελής Ζερβός έζησε πίκρα και απώλεια από νωρίς στη ζωή του, από όταν γεννήθηκε, λίγο πριν από τα Χριστούγεννα του 1908 στην Περαχώρα Λουτρακίου. Τη μάνα του, την έχασε 4 μόλις χρόνων, χωρίς προλάβει να έχει ανάμνηση της. Ο πατέρας του, που ήταν παπάς, πέθανε, όταν ο Παντελής ήταν 8 ετών, σε ηλικία που καταλάβαινε τι σημαίνει να χεις σπίτι και να το χάνεις, γονιό που να χάνεται και να σε κλείνουν σε ορφανοτροφείο. Οι συγγενείς δεν είχαν χώρο για εκείνον. Τον έβαλαν στον Τζάνειο. Θα διαλέξει να φύγει και να αγωνιστεί μονάχος, δουλεύοντας και διαβάζοντας, μικρό παιδάκι αυτό σε έναν μεγάλο, σκληρό κόσμο. Θα πηγαίνει στο Σχολαρχείο, θα το τελειώσει, θα κάνει ό,τι δουλειά βρίσκει χωρίς να βαρυγκωμά.
Μαθαίνει τέλεια Αγγλικά, μελετώντας μόνος του. Θα υπηρετήσει στο Βασιλικό Πολεμικό Ναυτικό. Με τη στολή του ναυτικού, αφού διακριθεί σε διαγωνισμό ταλέντων της Λυρικής, γιατί είχε σπουδαία φωνή, θα πάει να δώσει εξετάσεις στο νέο και πολλά υποσχόμενο Θέατρο Τέχνης. Ο Κουν θα ακούσει ένα γάργαρο νεανικό γέλιο, ενώ εξετάζει. Θα βγει να δει ποιος γέλασε τόσο ιδιαίτερα. Ένας ναύτης! Θα γίνει από τους θεμέλιους λίθους του Τέχνης. Επίδαυρος πολύ! Κλασσικό ρεπερτόριο και δύσκολοι ρόλοι. Κρατικό Θέατρο Θεσσαλονίκης, Ελληνική Σκηνή του σπουδαίου Ροντήρη, δικό του θίασος και κάποτε και μέχρι το τέλος της ζωής του, πρωταγωνιστής του Εθνικού Θεάτρου!
Ήταν θερμός οπαδός του Παναθηναϊκού. Κάπνιζε και του άρεσε η παρέα και το καλό φαγητό. Πήρε βραβεία, παράσημα από το ελληνικό έθνος, γνώρισε τιμές. Και σακατεύτηκε για πάντα η ζωή του, από τη θέληση μιας κακής μοίρας, που τον βάραινε πάντα με απώλειες, απόγνωση και ορφάνευα.
Ο Παντελής Ζερβός είχε νέος ερωτευτεί την ωραία Μαρία του, μια μελαχρινή καλομεγαλωμένη Σαντορινιά. Κάναν τρείς κόρες. Τρεις χαϊδεμένες μικρούλες που έμοιαζαν να ζουν μόνο καλοκαιριά σε Φάληρο και Σαντορίνη. Ταξίδια, παιχνίδια, βιβλία, κούκλες, μεγάλοι λευκοί φιόγκοι στα μαλλιά, ελευθερία στα βράχια της Θήρας, μπλε και πορτοκαλί. Όπως η θάλασσα και ο ήλιος.
Ο Παντελής στις τέσσερις γυναίκες του, χατίρι δε χαλάει! Σίγουρος πως διασκεδάζουνε το καλοκαίρι τους στην Σαντορίνη, εκείνος δουλεύει πυρετωδώς για άλλη μια μεγάλη παράσταση στην Επίδαυρο. Είναι Ιούλιος του 1956. Ο φονικός σεισμός, πρωί Δευτέρας, ζηλεύοντας το νησί, το ισοπεδώνει όλο! Χαλασμός και ερείπια, μέσα σε στιγμές. Το μικρό κορίτσι, η Ευδοξία, θάβεται στο σπίτι των παππούδων της, τσακισμένο κορμάκι στα χαλάσματα, θαμμένο κάτω από τόνους σκόνης, ξύλου, ασβέστη. Δεν πρόλαβε, μικρό αυτό, να πηδήξει έξω όπως η μάνα του και οι αδελφές του!
Πρωί χάθηκε το κορίτσι, που για άλλους ήταν 8 ετών και για άλλους 11. Τι σημασία έχει, αστεράκι ήταν και έσβησε και πάει… Βράδυ, λίγο πριν βγει ο πατέρας στην σκηνή, να μετρηθεί με τους ρόλους και το κοινό, να ιδρώσει για την τέχνη, να περάσει πάθη για τους ανθρώπους, για την κάθαρση τους, τα νέα απ τη Σαντορίνη έχουν φτάσει. «…Σκοτώθηκε η Ευδοξούλα», του ψιθυρίζουν, ενώ πατάει το σανίδι. Σαν υπνωτισμένος, βγαίνει στο φως της παράστασης. Παίζει. Τελειώνει. Υποκλίνεται. Το κοινό δεν ξέρει… το κοινό μόνο θέλει… Οκτώ φορές, εκείνο το βράδυ, τον ζητάνε στη σκηνή για τον χειροκροτήσουν. Σε ύπνωση βαθιά σχεδόν και τις οκτώ φορές υποκλίνεται μπροστά τους! Σαν σωπάσουν τα παλαμάκια, γυρνά στο καμαρίνι του. Η ύπνωση τελειώνει. Σωριάζεται λιπόθυμος στο πάτωμα. Πότε πια δεν θα είναι ο ίδιος.
Όμως, το βάσανο δεν τέλειωσε εδώ. Σαν τους τραγικούς ήρωες που έβλεπε τα παθήματα τους στην Επίδαυρο, οι θεοί είχαν και άλλον, περισσότερο πόνο για αυτόν… Η Μαρία σακατεμένη, μοιάζει να μην αντέχει άλλον σπαραγμό. Εκείνη βγήκε, σώθηκε. Και άφησε πίσω το παιδί! Ποιος ξέρει σε τι βάθη ωκεανών θλίψης βυθιζόταν η ψυχή της. Δεν ξαναπήγε στην Σαντορίνη! Να προστατεύει ό,τι μπορεί παλεύει ο Παντελής Ζερβός και τρία χρόνια μετά το θάνατο του παιδιού, πήγαινε εκείνος στο νησί για την εκταφή. Και εκεί, στα ηφαιστειώδη βράχια της Θήρας, η τραγωδία κορυφώνεται καταστροφικά. Το παιδί είχε θαφτεί ζωντανό! Ο σκελετός της δεν ήταν ανάσκελα, αλλά στο πλάι, γιατί το κορμάκι γύρευε να βρει διέξοδο και να σωθεί και το στόμα ήταν ανοιχτό στην εναγώνια προσπάθεια για να πάρει ανάσα. Το σήκωσαν από τα έρεπα, το κοίταξαν τραυματισμένο και το έθαψαν βιαστικά γιατί οι αρχές φοβόταν τις μολυσματικές ασθένειες απ τις σωρούς των σκοτωμένων. Τα τραύματα της Ευδοξούλας δεν ήταν θανατηφόρα. Άνοιξε τα μάτια, προσπάθησε να γεμίσει τα πνευμονία της, πάλεψε για λίγο και τελικά παραδόθηκε, από ασφυξία, στο σκοτάδι. Ο Παντελής Ζερβός κράτησε αυτή την αποτρόπαιη και ασήκωτη για γονιό μυστικό απ την Μαρία του και από τον κόσμο όλο. Μόνο λίγο πριν από το θάνατό του εξομολογήθηκε αντί για παπά σε δημοσιογράφο ένα δειλό, σκεπτικό: «…εκείνες τις τραγικές μέρες στη Σαντορίνη, όποιον σκουντούσαν και δεν σάλευε, τον έθαβαν αμέσως για λόγους υγείας καθώς τα μέσα ήταν ανύπαρκτα…».
Συνέχισε να παίζει, να παίρνει υμνητικές κριτικές, να συναντιέται με τα ιερά τέρατα της εποχής σαν ίσος, να δημιουργεί, να ζει, να λαμβάνει βραβεία και παράσημα. Και πριν κλείσει τα μάτια του στις 22 Ιανουάριου, είχε ήδη μισοξεράνει στο βράχο της Σαντορίνης, σκύβοντας πάνω από ό,τι είχε απομείνει από παιδικό κορμί.
«Ο Χρόνος τα παίρνει στο τέλος όλα, είτε μας αρέσει, είτε όχι», λοιπόν, αλλά τώρα, όσες φορές κι αν δούμε τον Ζερβό στις ταινίες του στις τηλεόραση, πώς να μη σταθούμε σε εκείνη την αδιόρατη μελαγχολία στα μάτια του, σαν οι σκιές μέσα του να παλεύουν για ανάσες…
Ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος που πέθανε μόνος και τον βρήκαν μέρες μετά
Ήταν το όγδοο παιδί από τα δέκα μιας οικογένειας στο Διακοφτό, που αγωνιζόταν να επιβιώσει. Άριστος αθλητής, στο ακόντιο και στο ποδόσφαιρο, λάτρευε τα αρχαία, που τα ‘χε γνωρίσει διαβάζοντας Ηρόδοτο σε μια εφημερίδα που ‘χαν τυλίξει ψάρια για να τα πάει στο σπίτι. Μια ερασιτεχνική παράσταση στο σχολείο, ένα κορίτσι που τον φίλησε για συγχαρητήρια και το φιλί της ήταν ό,τι πιο γλυκό και ευωδιαστό του ‘χε συμβεί! Ψέματα στους γονείς και να ‘τος στο ελληνικό θέατρο, σπουδαίος, ξεχωριστός, αγαπημένος και τόσο μοναχικός!
Αυτός που σκόρπιζε το γέλιο, γελούσε ο ίδιος στη ζωή του και απέφευγε την μεμψοιρία και την μιζέρια, είχε ζήσει τον μεγάλο πόλεμο στο Αλβανικό μέτωπο. Πολέμησε στη Χιμάρα. Είδε νέους άνδρες, σχεδόν αγόρια, να πεθαίνουν διπλά του. Έζησε το χαλασμό, τη τρέλα και τέλος, την ήττα. Με τα ποδιά γύρισε από την Αλβανία στο Διακοφτό και στον μοναχικό, όλο πείνα και κατεβασμένα κεφάλια, ατέλειωτο σχεδόν δρόμο του, ήξερε ήδη πως θα μείνει μόνος στη ζωή. Το είχε αποφασίσει. Όταν η Ελλάδα βρισκόταν πλέον υπό γερμανική κατοχή και ο Διονύσης Παπαγιαννόπουλος επιστρέφει στο θέατρο, για επιβίωση και για παρηγοριά σε ένα κοινό που υπέφερε σα να μην ξημέρωνε πια και όλα ήταν νύχτα.
Η παράσταση που πρωταγωνιστούσε, κάνοντας τον Βρουμ, που θα πει σκουλήκι, έκανε τεράστια επιτυχία. Ένα βράδυ, ανάμεσα στο κοινό βρέθηκε και ο Γερμανός διοικητής της Βορείου Ελλάδας, ο διαβόητος Μαξ Μέρτεν, ένας εγκληματίας πολέμου, που έστειλε στο Άουσβιτς 50.000 Έλληνοεβραίους της Θεσσαλονίκης αφού, λεηλάτησε τις περιουσίες τους, που η συνολική τους αξία ξεπερνούσε τότε τα 125.000.000 χρυσά φράγκα. Ο φρικαλέος αυτός εγκληματίας, κάποια χορδή ανθρωπιάς, ζωντανή, ένιωσε να πάλλεται εντός του, βλέποντας την ερμηνεία του Παπαγιαννόπουλου.
Όταν έπεσε η αυλαία, ο «δήμιος της Θεσσαλονίκης» θέλησε να συγχαρεί τον ηθοποιό, που του είχε τραβήξει την προσοχή. Οι προσπάθειες του απεσταλμένου του Μέρτεν να έρθει σε επαφή με τον Παπαγιαννόπουλο έπεσαν στο κενό. Αρχικά ο ηθοποιός ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να ανοίξει την πόρτα του, γιατί άλλαζε ρούχα. Ο γερμανός απεσταλμένος επέμεινε, αλλά το μόνο που κατάφερε ήταν να μεταδώσει προφορικά το μήνυμα του Μέρτεν προς τον Παπαγιαννόπουλο. Το μήνυμα του ναζί έλεγε: «Τον ρόλο αυτό στη Γερμανία τον παίζει ο καλύτερος ηθοποιός που έχουμε, αλλά σε ορισμένες σκηνές ο δικός σας, δηλαδή ο Παπαγιαννόπουλος, ήταν καλύτερος. Και αυτό έγκειται στην πονηριά και στην καπατσοσύνη την οποία έχει ο Έλληνας». Η απέχθεια του ηθοποιού φάνηκε με το μην ανοίξει ποτέ η πόρτα του για τον κατακτητή με κάθε κόστος για τον ίδιο, που είχε γνωρίσει ήδη, πόλεμο, ήττα, πίκρα και μια ζωή αγέλαστη στην κατάκτηση.
Κάποτε ερωτεύτηκε την καλλονή, την μοιραία Άννα Καλουτά. Την ερωτεύτηκε με σφοδρότητα, με πάθος, με λατρεία στα όρια της θρησκευτικής αφοσίωσης. Μα εκείνη ζούσε το πάθος της με τον γόη Λάμπρο Κωσταντάρα. Κλείστηκε στον εαυτό του. Δεν την διεκδίκησε. Δεν έβαλε εμπόδια. Καμία άλλη δε θα υπήρχε ποτέ εκτός από αυτή! Όταν τον ρωτούσαν γιατί δε παντρεύτηκε, απαντούσε πως ροχάλιζε και καμία δε τον ήθελε, γελώντας.
Σχέσεις πολλές υπήρξαν στη ζωή του, αλλά η απόφαση της μοναξιάς του δεν εγκαταλείφθηκε ποτέ. Και έτσι μόνος, έσβησε στο δυαράκι του, στον δεύτερο όροφο μια πολυκατοικίας στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Να πόνεσε λίγο πριν; Να ζήτησε βοήθεια; Να κατάλαβε πως τελειώνει μονάχος, εκείνες τις μέρες του 1984, λίγο πριν τον Πάσχα; Ήταν Μεγάλη Τρίτη όταν τον βρήκαν. Αυτός που όταν τέλειωνε το έργο είχε συνηθίσει να δέχεται χειροκροτήματα, έφυγε μέσα στη σιωπή για άλλο ένα εντελώς μοναχικό, οριστικό ταξίδι…
https://www.mononews.gr/life-style/pantelis-zervos-dionisis-papagiannopoulos-dramata-anipofora-gia-ekinous-pou-skorpizan-gelio-meros-v
Κυβέλη, Αυλωνίτης, Λογοθετίδης: Δράματα ανυπόφορα για εκείνους που σκόρπιζαν γέλιο (Μέρος Α’)
Δεξαμενές χαώδεις και αβυσσαλέες, χωρίς πάτο και με υπόγεια σύνδεση σε ωκεανούς, οι ψυχές των ανθρώπων και πόσο περισσότερο εκείνες των καλλιτεχνών, που παίζουν με το υστέρημα σε πίκρα και συχνά φθονερή από το θείο εκδίκηση για τις υπόλοιπες τους χάρες.
Σα να ισορροπεί το ζύγι την αγάπη του κόσμου, τα ταλέντα, την εμφάνιση, την ευγένεια της μορφής με το χτύπημα απ την μοίρα. Και σαν οι καλλιτέχνες να μπορούν να γεννηθούν μόνο μέσα απ το δράμα και ποτέ απ την χαρά και το περίσσευμα. Αν πάμε πίσω σε εποχές ασπρόμαυρες και σέπια, που σήμερα σε λεύκωμα εκδοτικά θεματικά ή σε ταινίες μοιάζουν όλο νοσταλγικά, αθώα, αυθόρμητα, ίσως ανέμελα, μέσα απ την παραπλάνηση του χρόνου και την απατηλότητα της νοσταλγίας, στέκεται τόσο πικρά αντιφατικό, θλιμμένο, αλμυρό σαν βούρκωμα το γεγονός πως άνθρωποι που μας χάρισαν γέλιο, εκείνοι οι ταλαντούχοι της κωμωδίας, έζησαν τεράστιες τραγωδίες, απ αυτές που δεν αντέχει ο άνθρωπος να τις σηκώσει, τον συνθλίβουν σα βράχια, σα βουνά ολόκληρα που πάνε και χτίζονται στο στήθος του.
Ο Παντελής Ζερβός, ο Βασίλης Αυλωνίτης, η Κυβέλη ακόμα ακόμα, ο Λογοθετίδης, έζησαν ανείπωτα δράματα και ερημιά, πριν μοιράσουν γέλιο, χαρά, όνειρο στο κοινό και σφραγίσουν την συναισθηματική εκπαίδευση της γενιάς του. Και έμαθαν καλά, αυτό που ο Όμηρος από κείνη την άκρη του καιρού, σ αυτή τη γη έλεγε παρηγορώντας μας: «… σε τίποτα δεν ωφελούν τα κλαψουρίσματα.
Οι Θεοί έκλωσαν έτσι το νήμα της ζωής των δυστυχισμένων ανθρώπων, που αυτοί ζούνε μέσα στα βάσανα, ενώ εκείνοι μένουν αμέριμνοι. Δύο δοχεία βρίσκονται κοντά στην πόρτα του Δία: το ένα γεμάτο από κακά δώρα και το άλλο γεμάτο από δώρα καλά. Αυτά ο κεραυνοβόλος Δίας τ’ ανακατώνει και δίνει σ’ άλλον κακά και σ’ άλλον καλά…» και ίσως το μετανιώνει μετρά και δίνει κι άλλα. Σε θείο ζύγι οι ζωές όλων, σα πραγματάκια για εμπόριο…
Η Κυβέλη ήταν μωρό αφημένο στο δρόμο…
Υπήρξε μια θεότητα της αθηναϊκής σκηνής, πορσελάνινης ομορφιάς που οι θαυμαστές της έλυναν τα αλόγα απ την άμαξα της και την έσερναν οι ίδιοι ως το σπίτι της. Λατρεύτηκε απ την εποχή της, σε ρόλους κωμικούς και δραματικούς, γυναικείους και ανδρικούς και έζησε μια σχεδόν μυθιστορηματική ζωή, με τέσσερα παιδιά και τρεις γάμους, ένας απ τους οποίους ήταν με τον Γέρο της Δημοκρατίας, τον Γεώργιο Παπανδρέου.
Όλα όμως ξεκίνησαν από εγκατάλειψή, ορφάνια, έκθεση. Ήταν εκείνες οι εποχές, οι γεμάτες αίμα τόσο που να θολώνει το κόκκινο το βλέμμα και να μη διακρίνει άλλα χρώματα παρά μόνο το μαύρο του τίποτα. Είναι 1887. Στην Ελλάδα εκλέγεται πρωθυπουργός ο Χαρίλαος Τρικούπης, στην Κυανή Ακτή πεθαίνουν κάπου 600 άτομα από σεισμό, στο Λονδίνο οι δρόμοι βάφονται με αίμα, κάποια Κυριακή, από συγκρούσεις του στρατού και της αστυνομίας με Ιρλανδούς αγωνιστές, η Belle Epoque χτίζει μέρες και κυρίως νύχτες με τη μεγάλη χίμαιρα του τέλους των πολέμων και την ανεμελιά της καλής ζωής, αγνοώντας πως τα λάβαρα, ήδη, ράβονται για να υψωθούν στους δυο μεγαλύτερους που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Και η Ιστορία συνεχίζεται δίχως να κοιτάει την ανθρώπινη οδύνη της επιβίωσης κάθε καιρού. Ένα πλασματάκι, λίγων ημερών, ντυμένο μες στη δαντέλα με πολυτελή υφάσματα έχει παρατηθεί στο δρόμο, έκθετο και ασημένιο στη μοίρα του, τόσο στολισμένο σα κάποιος να το αγάπησε πολύ, μα πια να μη μπορούσε. Στο λαιμό του ένα χρυσό κομματάκι γραφεί το όνομα του και έχει ανάγλυφη την εικόνα της θέας με την Μικρασιατική καταγωγή, την Κυβέλη, την μάνα όλων των θεών, την παντοδύναμη μητριαρχική μορφή. Φτάνει 2,5 ετών σε βρεφοκομείο στην Αθήνα, για να χαϊδευτεί, να φιληθεί, να υιοθετηθεί από ένα ζευγάρι, φτωχών άλλα γεμάτων αγάπη ανθρώπων, τον παπουτσή Αναστάση και την λίγο μοδίστρα και οικιακή βοηθό Μαρία Αδριανού.
Το κοριτσάκι μεγαλώνει με αγάπη και γεμίζει φως όχι μόνο τη ζωή των γονιών του, άλλα και όποιων τη συναντήσουν. Ζαχαρένια, όμορφη, χαϊδεμένη έχει το αγγελικό χάρισμα να σαγηνεύει όποιον τη πλησιάσει. Κάποτε η μαμά Μαρία την παίρνει μαζί της στο σπίτι του σπουδαίου δικηγόρου Λεονάρδου, στο μεγάλο αρχοντικό, στην Πλάκα, που έχει μέσα φίνα αντικείμενα και οι κάτοικοι του ζουν όλο χάρη, ανάμεσα σε πορσελάνες, κρύσταλλα, βελούδα και κουρτίνες σαν σύννεφα.
Η «Κυβελίτσα» θαυμάζει όλο παιδική χαρά την ομορφιά γύρω της. Από τους χωμάτινους δρόμους του Αγίου Παντελεήμονα που ζει όλο και πιο συχνά σκορπίζει ήλιο στο μεγάλο αρχοντικό, που είναι βουτηγμένο σε θλίψη, οδύνη, σπαραγμό. Η οικογένεια έχει χάσει το μονάκριβο γιο, κάπου σε ατύχημα περιπλάνησης, στην Βραζιλία. Οι μέρες δεν έχουν σκοπό για τους σακατεμένους γονείς. Και ένα κοριτσάκι σα πεταλούδα, όλο αθωότητα, κάποτε αφημένο σε ένα δρόμο, παρατημένο, ανεπιθύμητο, βρίσκει πια άλλους δυο, στους οποίους φωτίζει τη ζωή. Τους λέει ιστορίες και κάνει αστεία για να τους βλέπει να γελούν και να χάνουν τα μάτια τους εκείνη τη συννεφιά της τεράστιας μελαγχολίας. Τους χορεύει, τους σκαρώνει θεάματα φαντασμαγορικά τάχα, άλλα τόσο υπέροχα στην αφέλεια τους.
Οι Αδριανού θέλουν να την κάνουν μοδίστρα, γιατί έχει σπάνιο γούστο και αγαπά κάθε τι ωραίο. Συνδυάζει χρώματα και υλικά και πάντα κάτι καινούργιο βρίσκει το πολυμήχανο μυαλουδάκι της για να στολίσει και το πιο ταπεινό φορεματάκι. Θα ναι ανεξάρτητη, θα μπορεί να βιοποριστεί, θα χει δύναμη τα χέρια της. Οι Λεονάρδου πάλι βλέπουν στην μικρή ένα σπάνιο ταλέντο, μια μεγάλη δύναμη τέχνης, ένα φίλημα του Θεού στο μέτωπο της για τα υψηλά και τα ιδανικά. Θα μορφωθεί όσο λίγες γυναίκες στην εποχή της, θα τελειώσει τη σχολή Χιλ και οι κορυφαίοι της απαγγελίας, της ορθοφωνίας και της μουσικής θα την αναλάβουν σε ιδιαίτερα. Θα γίνει ηθοποιός. Βραβεία απ τη πρώτη της εμφάνιση. Θρίαμβοι σε κάθε παράσταση. Μια γενιά σαγηνευμένη από τη μοναδική της χάρη.
Η Κυβέλη, που κάποτε δεν αγαπούσε κανείς, είχε πια όλου του κόσμου την αγάπη. Λένε πως τα ορφανά κορίτσια, τα υιοθετεί ο ίδιος ο Θεός και τα προσέχει. Στην μεγάλη περίπτωση εκείνης που ο μέγας Κωσταντίνος Χρηστομάνος έλεγε πως η φωνή και οι κινήσεις της έκλειναν υπόσταση την ιδιά των ψυχών, όμως, υιοθετήθηκε από τον Θεό του θέατρου… Στα χρόνια της τεράστιας λάμψης, εκείνη η περίκομψη καλλονή, που παντρεύτηκε έναν σπουδαίο πρωθυπουργό, που πιο πριν εγκατέλειψε τα πάντα για να ακολουθήσει έναν άλλον έρωτα στο Παρίσι, που οι Βενιζελικοί, με αυτή μούσα, σκοτώνονταν στους δρόμους με τους αντιβενιζελικους και μούσα τους την Μαρίκα Κοτοπούλη, που δέχτηκε ύμνους απ τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες της εποχής, που ράπισε τους χουντικούς, όταν αρνήθηκε να κηδέψουν τον Γιώργο Παπανδρέου με δικά τους έξοδο, αυτή λοιπόν, εκείνη λοιπόν, πάντα μέσα της, ήταν ένα παρατημένο κοριτσάκι, που φοβόταν πως μπορεί να μείνει, ξανά, χωρίς αγάπη.
Ξεκίνησε ανεπιθύμητη, για να είναι η πιο ποθητή μιας εποχής, αλλά αν πράγματι, οι επιστήμονες έχουν δίκιο και ο χρόνος διαρκεί πάντα, σε μια άκρη του, ένα παρατημένο μωρό κλαίει για πάντα, σε κάποιο δρομάκι…
Όταν η σφαίρα δε βρήκε τον Βασίλη Αυλωνίτη
Ήταν 1932. Η τελευταία χρονιά του Ελευθερίου Βενιζέλου, στην εξουσία. Ο λαός αντιμετώπιζε τεράστια οικονομική κρίση. Πείναγε. Φορολογούνταν. Ώσπου κηρύχτηκε χρεοκοπία! Οι εξουσιαστές του και οι πολιτικοί του ήταν μπλεγμένοι σε σκάνδαλα και η σκανδαλολογία, κυριαρχούσε στις εφημερίδες όπου κάτι ταλαίπωροι δημοσιογράφοι έκαναν τη δουλειά τους και κυρίως έκαναν ισχυρούς εχθρούς.
Στο Περοκέ, ο κόσμος όμως, έτρεχε να ακούσει τα νούμερα, που κάθε μέρα σχεδόν ανανεώνονταν και να ξεφωνίζουν τους πολικούς, στην «Κατεργάρα». Μεγάλη επιτυχία έκανε ο 27χρονος Βασίλης Αυλωνίτης, με το νούμερο του «απ’ τους πολιτικούς βγήκαν τα κολοκύθια». Μίλαγε για τα σκάνδαλα, έλεγε ονόματα, κυρίως τα βάζε με έναν υπουργό, τον Γαλόπουλο και το «σκάνδαλο της κινίνης». Μέσα φώτα και λούσα και καταγγελία αστεία, ικανά να ρίξουν κυβερνήσεις. Έξω; Σκοτάδια, παρακράτος και αιώνιοι Εφιάλτες – Κοτζαμπάσηδες με το φόνο στα μάτια. Πρώτη σειρά στο νούμερο του Αυλωτή, κάθονται οι τέσσερις άντρες. Απ την πρώτη σειρά, σηκώνονται και ανεβαίνουν στην σκηνή. Το όπλο, πριν καλά κρυμμένο, στοχεύει τον ηθοποιό στο κεφάλι. Ρόπαλα σπάνε τη σκηνή. Ο κόσμος χειροκροτεί. Λέει στο νούμερο θα ναι!
Ένας 35χρονος, άντρας, τεχνικός, ο Παναγιώτης Μωραΐτης, βγαίνει να δει τι γίνεται στη σκηνικό. Ο Αυλωνίτης σκύβει και τρώει αυτός την σφαίρα, μοιραία, να κάνει αυλαία στην ζωή του. Οι τέσσερις πυροβολούν πια τύφλα. Το κοινό ουρλιάζει και σπρώχνεται προς την έξοδο. Ο Αυλωνίτης συγκλονίζεται. Χάθηκε μια ζωή και φταίει, λέει. Δε θέλει να ξανανέβει στην σκηνή. Η επιθεώρηση είναι χαρά και γέλιο, όχι θάνατος, όχι αιματοβαμμένη η αυλαία της. Οι συλλήψεις αργούν.
Το κουτί της Πανδώρας ανοίγει, στα δικαστήρια και δεν έχει στο βάθος του, δώρο στους ανθρώπους, ελπίδα, αλλά μόνο φόβο. Σχέδια δολοφονιών, λίστες με ονόματα, ηθοποιοί, διευθυντές εφημερίδων, οι ταλαίπωροι δημοσιογράφοι, διανοούμενοι. Δυο αθωώθηκαν και δυο δικάστηκαν για εφτά χρόνια. Βγήκαν νωρίτερα! Επίσημα η δικαιοσύνη και οι ανακριτικές αρχές απάντησαν πως υπεύθυνη ήταν η σάτιρα και όχι οι δράστες!
Τότε εκδόθηκε και ο γνωστός νόμος «περί τύπου» που περιελάμβανε και το θέατρο στην επακόλουθη λογοκρισία. Ο Βασίλης Αυλωνίτης θα επιστρέψει για λόγους βιοπορισμού στο θέατρο. Κι όμως κάθε κρότος, για πάντα θα τον κάνει να πετάγεται και να τρέχει να προστατέψει τους κοντινούς του στη σκηνή. Μη και άλλη σφαίρα ψάχνει το δικό του σώμα και ξεστρατίσει…
Ο μοναχικός ακόμα και στον θάνατο Βασίλης Λογοθετίδης
Να παίζει με κάθε ανάσα, βλεφάρισμα, ή μάλλον να μη παίζει αλλά να είναι, να σε κάνει να γελάς και ταυτόχρονα να βουρκώνεις, να ‘χει αγνότητα, τρυφερότητα, αυθορμητισμό και συνάμα αγωνιστικότητα, κακοτυχία και να βγάζει γέλιο. Ένα γέλιο με ποιότητα από τότε που ο κόσμος ήταν μεν ασπρόμαυρος αλλά όλο αποχρώσεις και αθωότητα! Ο Βασίλης Λογοθετίδης, λεγόταν Ταυλαρίδης, Πόντιος που γεννήθηκε το 1898 στο Μυριόφυτο της Ανατολικής Θράκης και για να μεγαλώσει και να ζήσει στην Κωνσταντινούπολη.
Το 1919 θα βγει θριαμβικά στο θέατρο και θα αλλάξει το επώνυμο του σε Λογοθετίδης. Θα παίξει σε περισσότερα από 200 ξένα θεατρικά έργα, σε 110 κωμωδίες Ελλήνων συγγραφέων και μόλις 12 κινηματογραφικές ταινίες, για να τον θυμόμαστε όλοι οι επόμενοι του, όσο εκείνοι που τον λάτρευαν στο θέατρο! Ο Βασίλης Λογοθετίδης, όταν βρισκόταν στη σκηνή, ήταν ο ρόλος του και αρκούσε ένα βλέμμα, μια αναπάντεχη σιωπή, μια αδιόρατη σχεδόν γκριμάτσα για να κάνει το κοινό να ξεκαρδιστεί και τον αποθεώσει. Ο σημαντικότατος συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ποιητής, κριτικός και εκπαιδευτικός Ι.Μ Παναγιωτόπουλος έγραψε για τον Βασίλη Λογοθετίδη την ευτυχέστερη επιγραμματική κριτική που μπορεί να τιμήσει ηθοποιό, πως «υπήρξε ο άνθρωπος του λαού, που ένιωσε το λαό και που έπαιξε για το λαό»… Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Δεν απέκτησε παιδιά.
Αγάπησε με θυελλώδη τρόπο την συμπρωταγωνίστρια του Ίλια Λιβυκού, εκείνη την ξεχωριστή για την εποχή γυναίκα που από διακεκριμένη αθλήτρια, σπούδασε Νομικά και έγινε ηθοποιός τελειώνοντας, κόντρα στις επιθυμίες της οικογενείας της, με άριστα την σχολή του Εθνικού. Κόντρα στις επιθυμίες όμως, όχι μόνο της οικογένειας, αλλά και μιας κοινωνίας ολόκληρης η Ίλια Λιβυκού, χώρισε από τον σύζυγο της με τρία παιδιά και δεν μίλησε ποτέ δημόσια για τα αισθήματα της για τον Βασίλη Λογοθετίδη. Εκείνος, έμενε στο Παλιό Φάληρο. Πάντα μοναχικός! Πάντα ιδιαίτερα σιωπηλός.
Εκτός κι αν βρισκόταν στη σκηνή. Δεν του άρεσαν οι κοσμικότητες ακόμα και στην απλούστερη κοινωνική σύμβαση τους. Είχε δυο αδέλφια. Μια αδελφή στην Αμερική και έναν αδελφό, πίσω στην Κωνσταντινούπολη. Δύσκολα τα ταξίδια, με τα χρόνια ξέχασε τον ήχο της φωνής τους και αν του μοιάζανε. Κάθε μέρα έτρωγε μοναχός του, σιωπηλά και τελετουργικά σχεδόν, σε ένα εστιατόριο κοντά στο σπίτι του. Είχε την καρδιά του. Οι γιατροί του είπαν να μη πίνει και να μη καπνίζει. Τα μείωσε και τα δυο. Του είπαν να μη παίζει θέατρο. Αδύνατον! Γιατί για εκείνον τον μοναχικό, μικροσκοπικό, όλο ευαισθησία άνδρα «η ώρα της πικρής μοναξιάς κάνει πιο ανθρώπινη την άλλη ώρα, εκείνη του γέλιου», όπως έγραφε ο Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος ξανά. Και έπαιζε συνεχώς. Ετοιμαζόταν μες στη σιωπή και ανέβαινε απ το Φάληρο στο κέντρο της Αθήνας να συναντήσει, κάθε απόγευμα, ένα κοινό που τον λάτρευε. Και καμία φορά, ξεχνιόταν και έπινε, πάλι, λιγάκι παραπάνω.
Ο μέγας και αναντικατάστατος θεατράνθρωπος Δημήτρης Μουράτ έγραψε για τον Βασίλη Λογοθετίδη, τον φίλο του, στην εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, που αρθρογραφούσε τον Μάρτιο του 1963 : «… Ο Λογοθετίδης δεν ήταν, φυσικά, αλκοολικός, αλλά έπινε πολύ, κι όταν ακόμα του το είχαν απαγορεύσει οι γιατροί. Ένα καλοκαιριάτικο μεσημέρι φεύγαμε μαζί από το θέατρο Μουσούρη. Είχεν εγερθή κάποια διαφορά μεταξύ του Κώστα Μουσούρη και της τριάδας Λαμπέτη – Παππά – Χορν για τη «Λουίζα Μίλερ» του Σίλερ. Την είχαν αναγγείλει και τη διεκδικούσαν και οι δύο θίασοι. Αποφασίσαμε να λύσουμε τη διαφορά με διαιτησία και οι αντίδικοι δέχτηκαν τον μακαρίτη, την Κατερίνα και μένα. Φεύγοντας απ’ το θέατρο της πλατείας Καρύτση, σταθήκαμε στου Αγαλλιώτη, γιατί του είχε κοπεί λίγο η ανάσα. Είχε πιει πολλά ούζα στη διάρκεια της συνεδριάσεως και τον είχε λίγο πειράξει. Τότε, με το θάρρος της παλιάς φιλίας, τον ρώτησα γιατί αυτοκτονεί… «Το είπες, αυτοκτονώ» μου απάντησε χαμηλόφωνα, χωρίς ίχνος ρομαντικής διαθέσεως.
Λίγοι, στενοί κοινοί φίλοι, πληροφορήθηκαν αυτή τη στιχομυθία. Και ξέραμε πια πως κάθε προσπάθεια να τον πείσουμε να ξεκουραστεί κανένα καλοκαίρι θα ήτανε μάταιη, αφού είχαμε μαντέψει πως ήθελε να πεθάνει στη σκηνή. Πώς μπορούσε να συνταιριαστεί η ηθελημένη αποχώρηση από τη ζωή με μιαν άλλη πτυχή της προσωπικότητάς του, τη θρησκευτικότητα, δεν κατάλαβα. Μεγαλωμένος στην Πόλη, στην χριστιανική της ατμόσφαιρα, που χρησίμευε σαν πανοπλία μέσα στο εχθρικό περιβάλλον, ήξερε όλα τα τροπάρια και όλα τα κοντάκια, και τα στιχηρά και τα ιδιόμελα, κι όταν τύχαινε, σε κάπως παλιότερα χρόνια, να πάμε μαζί στην εκκλησία, τον άκουγα να σιγοψέλνει τις υπέροχες βυζαντινές μελωδίες, με μια κατάνυξη που μόνο εκείνοι που είχαν ζήσει στις χώρες του αλύτρωτου ελληνισμού μπορούσανε να νιώσουν.
Ίσως αυτός ο αργός θάνατος να μην του φαινότανε, έξω από τις λίγες στιγμές που το συνειδητοποιούσε από κάποιο εξωτερικό ερέθισμα, πραγματική αυτοκτονία. Ποιος ξέρει; Μια φορά είναι βέβαιο πως δεν κοιμήθηκε ποτέ νύχτα χωρίς να προσευχηθεί. Και δεν ήταν η προληπτική συνήθεια ή η συναλλαγή που επιζητούν πολλοί άνθρωποι με το θείο, αλλά ήταν η προσευχή ενός θρησκευόμενου ανθρώπου που θέλει στο τέλος της ημέρας να ξεφορτώσει τη βαρημένη ψυχή του…»…
Παλαιό Φάληρο. 20 Φεβρουαρίου 1960. Ο ηθοποιός δεν είναι μόνος στο σπίτι. Ανάσα κοντά, στην στέγη του από κάτω η γυναίκα που έκανε τις οικιακές δουλειές. Ετοιμαζόταν στο μπάνιο ώρα για να πάει στο θέατρο. «Ο τελευταίος τίμιος». Αυτή ήταν η παράσταση που έπαιζε. Η τελευταία παράσταση! Την ώρα που ξυριζόταν, έπαθε καρδιακή προσβολή. Η γυναίκα, καθώς ξεσκόνιζε και έκανε τις δουλειές της, άκουσε έναν γδούπο. Έτρεξε στο μπάνιο. Ο ηθοποιός ήταν, ήδη, νεκρός… Δεν πρόλαβε να πεθάνει στο θέατρο μέσα, στο σανίδι επάνω όπως σε όλους έλεγε πως επιθυμούσε.
Πέθανε όμως ενώ ετοιμαζόταν για αυτό… χωρίς χειροκρότημα… με την προσμονή άλλης μιας, της τελευταίας αυλαίας… Ο πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Καραμανλής ζητά η σωρός του Βασίλη Λογοθετίδη να τεθεί σε λαϊκό προσκύνημα και η κηδεία του να γίνει δημοσία δαπάνη. Το κοινό είναι απαρηγόρητο και ο θεατρικός κόσμος της χώρας σε πένθος!… Η Μαίρη Αρωνη λέει πως στη γενιά της δε θα υπάρξει άλλος, ο Κουν μιλεί για το θρύλο της σκηνής, ο Ηλιόπουλος αναγνωρίζει το μεγαλείο… 50.000 Αθηναίοι, εκείνο το κοινό που για χάρη του γινόταν όλα, ήταν εκεί, στο Α Νεκροταφείο σε ένα αντίο με το οποίο ελάχιστοι θεατρίνοι στον κόσμο έχουν τιμηθεί.
Λουλούδια, στεφάνια, υπουργοί, το Παλάτι, πρωταγωνιστές, σπουδαίοι καλλιτέχνες. Και ανάμεσα σ όλα ένα μεγάλο αλλά λιτό, λευκό στεφάνι: «ανώνυμος θεατής απ’ την πλατεία». Ήταν 62 ετών. Ήταν ο μεταπολεμικός Έλληνας, που πάλευε την μιζέρια και κοιτούσε μπροστά, όλο ελπίδα. Ήταν σαν το παππού, σα τον μπαμπά μας, σαν εμάς. Ήταν ο Βασίλης Λογοθετίδης. Και επειδή δεν είχε κανέναν στον κόσμο οι πολιτικοί και οι μεγαλόσχημοι δεν είχαν σε ποιον να δώσουν συλλυπητήρια στην κηδεία. Μετά τη νεκρώσιμη ακολουθία πλησίαζαν τους άλλους ηθοποιός που δέχονταν τα συλλυπητήρια τους. Πενθούσαν… είχαν χάσει άνθρωπο… Μόνος του ξανά..
https://www.mononews.gr/life-style/kiveli-zervos-avlonitis-papagiannopoulos-logothetidis-dramata-anipofora-gia-ekinous-pou-skorpizan-gelio
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)